ΑΗΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ ΣΤ’ΑΓΑΛΙΑΝΟΥ

του δικηγόρου Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκη

Μικρό χωριουδάκι γραφικό και ωραίο, στολισμένο με πορτοκαλιές, λεμονιές και
περιβόλια, σκαρφαλωμένο σ’ενα ίσιωμα της απότομης κατάφυτης κατωφέρειας του
βουνού, ενα μεγάλο μερος από τη νοσταλγική θύμηση της ψυχής μου σου ανηκει.
Στα περασμένα, όταν γυρίσει το μυαλό μου στη γλυκειά μυρωδιά του νερατζανθού,
και το σκίνου σου, κανει τον πρώτο του σταθμό. Και μαζί με την εικόνα σου,
ξαναθωρώ μορφές αγαπημένες, κι αλησμόνητες που τώρα και πολλά χρόνια εχουν
περάσει στην αιωνιότητα.
Οι Αγαλλιανότες δεν είχαν εκκλησία στο χωριουδάκι τους. Ευσεβείς Χριστιανοί,
όπως τότε ήσαν όλοι οι Κρητικοί, πήγαιναν στα πλουσιοπάροχα να λειτουργηθούν ,
να παντρευτούν, να βαφτίσουν, να κάμουν κόλλυβα στους πεθαμένους των.
Απο μικρά ρημοκλήσσια που ήσαν στο χωριό ο “Αης Αντώνης” στο χασκόσπηλιο
ήταν μακριά κι ερειπωμένες και ο Αη Γιώργης στο Πανω-Χώρι στο νεκροταφείο, ήταν
μια πολύ μικρή και άβολη εκκλησία, ακατάλληλη για τις θρησκευτικές ανάγκες του
χωριου. Κι αποφάσισαν να χτίσουν εκκλησία.
Δεσπότης ήταν ο μακαρίτης Ευμένιος Ξηρουδάκης, ο κατόπιν Μητροπολίτης Κρητης.
Του είπαν τον πόθο τους σε μια ευκαιρία μεταβάσεως του στ’ Αγαλλιανού και κεινος
τους ενθάρρυνε. Και οχι μον αυτό αλλά εμεινε στο χωριό και διάλεξε το οικόπεδο
που θα χτιζόταν η εκκλησία. Ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου αγαθός και θεοφοβούμενος
ο Γιάννης Σηφομιχελάκης είχε ονειρευθεί πριν πολλά χρόνια, πως σε κείνο το
χωράφι του θα γίνει η μεγάλη τιμή να κτιστεί η εκκλησία. Και το όνειρο βγήκε
αληθινό. Μόλις το’ παν στον Δεσπότη διάλεξε το οικόπεδο του είπε.
-Ας ειναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου.
Και το παραχώρησε. Τοτε ο Δεσπότης έκαμε το σταυρό του και με μια σκαπάνη που
του έφεραν χάραξε το πάνω στο οικόπεδο το Σημείο του Σταυρού.
Ο Περίβολος του Ναού, πήρε χωράφι της οικογένειας Σηφογιωργάκηδων που
επίσης το παραχωρήσαν ευχαρίστως.
Τα πράγματα καλά πήγαν εως εδώ. Μα όταν ο επίτροπος Κωνσταντής Αναστασάκης
ρώτησε:
-Και ήντα Αγιος θα’ναι η Εκκλησία που θα χτίσωμε;
Έγινε μεγάλος θόρυβος. Γιατι ο Δεσπότης ήθελε τους Αγίους Αποστόλους, ο
προύχοντας του χωριού ο Γιώργος Παπαδομιχελάκης ήθελε τον Αγιο Τίτο, ο
εφημέριος Παπα Μανώλης απο το Βάτο ήθελε τον Ευαγγελισμό, ο Ιερομόναχος
Μελέτιος ο Πρεβελιώτης ήθελε τον Αγιο Ιωάννη, και ο Μιχαλιός Πετυχάκης ήθελε τον
Αγιο Σπυρίδωνα.

Τούτος ο Μιχαλιός Πετυχάκης ορφανεύτηκε μικρός απο πατέρα, εφυγεν απο
τ’ Αγαλλιανού πριν ακόμη κλείσει τα δέκα του χρόνια και χάθηκε.
΄Ανθρωπος δεν ήξερε τί εγινε. Η καϋμένη η μητέρα του αφ’ ου έψαξε παντου, αφού
ρώτησε πραματευτάδες και διακονιάρηδες που γύρευαν τον κόσμο, αφού τό’ ταξε σε
ολους τους Αγίους που γνώριζε κι έτρεξε σε ανοιγοχάρτες να της το φανερώσουν και
το παιδί της δεν βρέθηκε πουθενά, έκαμε οτι πρέπει σε μνημόσυνα, σε κόλλυβα σε
αιτήσεις και σε λειτουργίες. Οτι γίνεται για του πεθαμένους.
Κι ύστερα ξαναπαντρεύτηκε και μαλιστα εκαμε δύο ακόμη παιδιά, που άμα
μεγαλωσαν πέθανε η μανα τους, και το Μιχαλιό τον νόμιζαν πεθαμένο, μοιράστηκαν
την περιουσία του στα δύο, αδερφικά.
Μα ο Μιχαλιός δεν είχε πεθάνει. ΄Ελειψε πενήντα χρόνια και σαν εγύρισεν ολο τον
κόσμο, λοστρόμος σε καράβια, θυμήθηκε το χωριό του και ξανάρθε, πάνω στην ώρα
του χωριανοί εφημέριος, και Δεσπότης ήθελαν να βρουν τον Αγιο του οποίου το
όνομα θα έδιδαν στην Εκκλησία.
Εκει που γύριζε γνώρισε τα θαυματα που έκαναν πολλοί Αγιοι μα ιδιαίτερα τα
θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα και γιαυτό εσεβόταν και δόξαζε τη
χάρη του, κι’ θελε να πάρει η εκκλησία το όνομά του.
Συζητούσαν ωρες πολλές οι παραπάνω και καθένας ανένδοτος για τον Αγιο της
προτιμήσεώς του. Τοτε ο προύχοντας Γιώργος Παπαδομιχελάκης έδωσε στο ζήτημα
την πλέον Δημοκρατική λύση. Θα έριχναν κλήρο.
Γράφτηκαν απο τον Δεσπότη τα ονόματά των Αγίων που προτείνονταν σε κλήρος,
και όλοι οι κλήροι μπήκαν στο καλυμαύχι του παπα Μανόλη. Επιασε το καλυμαύχι ο
Δεσπότης το έσεισε και ανακατεύτηκαν οι κλήροι. Και έβαλαν ύστερα τον Μιχαλιό
που ήταν εντελώς αγράμματος και θεοσεβής να τραβήξει τον κλήρο. Οταν του
πλησίασαν το καλυμαύχι που ήσαν οι κλήροι ο Μιχαλιός έκαμε τρεις φορές το
σταυρό του. Κι είπε: “Στο ονομα του Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αγιε
Σπυρίδωνα μου απου ‘σαι τση Κορφούς, βοήθησέ μας ούλους μεγάλους και
Μικρούς.”
Ετράβηξε τον κλήρο και ο Αγιος Σπυρίδωνας έκαμε το θαύμα του. Ηταν γραμμένο
σ’αυτόν το ονομά του. Ολοι έκαμαν τον Σταυρό τους και ο Δεσπότης με τον Παπα
Μανόλη είπαν το απολυτίκιο του Αγίου και μερικές ευχές απο την ακολουθία του. Κι
αποφασίστηκε απ’ όλους να δοθεί στην Εκκλησία το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνα.
Τούτα έγιναν το έτος 1893. Τον ίδιο χρόνο η Ειρήνη σύζυγος Γεωργ.
Παπαδομιχελάκη του Προεστού μια σοφή για την εποχή της γιατι ήξερε κι έγραφε
και διάβαζε όταν ο άλλο κόσμος στα χωριά και στις πολιτείες ήτα στραβός, και άγια
γυναίκα, παρήγγειλε και της έφεραν την εικόνα του Αγίου. Την εικόνα αυτή πήρεν ο
Μανωλιός ο Μιχαλάκης, και γύρισε ολη την επαρχία του Αη Βασίλη, και μάζεψε λάδι
“για την ανοικοδόμηση του Ναού”.

Οι Αηβασιλιώτες έβλεπαν με σεβασμό και με ευλάβεια τουτον τον Άγιο που δεν τον
είχαν ξανειδεί με τον παραξενο κουκούλι και με τα μεγάλα άσπρα γένια. Κι ακουαν
τον Μανωλιο να λέει πως ο Αγιος ήθελε να πάει σε μια Αγία Συνοδο μια φορά και οι
εχθροί του έσφαξαν το άλογό του που ήταν άσπρο και το άλογο του Αγωγιάτη του
που ήταν μαύρο. Τοτες ο ΄Αγιος εκόλλησε την κεφαλή του ασπρου στην κεφαλή του
μαύρου και τα άλογα ξαναζωντανέψανε.
Εφημ. ΒΗΜΑ
24 Δεκεμβρίου 1954

ΑΗΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ ΣΤ’ΑΓΑΛΙΑΝΟΥ
Του Δικηγόρου κ. ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Μικρό χωριουδάκι γραφικό και ωραίο, στολισμένο με πορτοκαλιές, λεμονιές και
περιβόλια, σκαρφαλωμένο σ’ενα ίσιωμα της απότομης κατάφυτης κατωφέρειας του
βουνού, ενα μεγάλο μερος από τη νοσταλγική θύμηση της ψυχής μου σου ανηκει.
Στα περασμένα, όταν γυρίσει το μυαλό μου στη γλυκειά μυρωδιά του νερατζανθού,
και το σκίνου σου, κανει τον πρώτο του σταθμό. Και μαζί με την εικόνα σου,
ξαναθωρώ μορφές αγαπημένες, κι αλησμόνητες που τώρα και πολλά χρόνια εχουν
περάσει στην αιωνιότητα.
Οι Αγαλλιανότες δεν είχαν εκκλησία στο χωριουδάκι τους. Ευσεβείς Χριστιανοί,
όπως τότε ήσαν όλοι οι Κρητικοί, πήγαιναν στα πλουσιοπάροχα να λειτουργηθούν ,
να παντρευτούν, να βαφτίσουν, να κάμουν κόλλυβα στους πεθαμένους των.
Απο μικρά ρημοκλήσσια που ήσαν στο χωριό ο “Αης Αντώνης” στο χασκόσπηλιο
ήταν μακριά κι ερειπωμένες και ο Αη Γιώργης στο Πανω-Χώρι στο νεκροταφείο, ήταν
μια πολύ μικρή και άβολη εκκλησία, ακατάλληλη για τις θρησκευτικές ανάγκες του
χωριου. Κι αποφάσισαν να χτίσουν εκκλησία.
Δεσπότης ήταν ο μακαρίτης Ευμένιος Ξηρουδάκης, ο κατόπιν Μητροπολίτης Κρητης.
Του είπαν τον πόθο τους σε μια ευκαιρία μεταβάσεως του στ’ Αγαλλιανού και κεινος
τους ενθάρρυνε. Και οχι μον αυτό αλλά εμεινε στο χωριό και διάλεξε το οικόπεδο
που θα χτιζόταν η εκκλησία. Ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου αγαθός και θεοφοβούμενος
ο Γιάννης Σηφομιχελάκης είχε ονειρευθεί πριν πολλά χρόνια, πως σε κείνο το
χωράφι του θα γίνει η μεγάλη τιμή να κτιστεί η εκκλησία. Και το όνειρο βγήκε
αληθινό. Μόλις το’ παν στον Δεσπότη διάλεξε το οικόπεδο του είπε.
-Ας ειναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου.
Και το παραχώρησε. Τοτε ο Δεσπότης έκαμε το σταυρό του και με μια σκαπάνη που
του έφεραν χάραξε το πάνω στο οικόπεδο το Σημείο του Σταυρού.
Ο Περίβολος του Ναού, πήρε χωράφι της οικογένειας Σηφογιωργάκηδων που
επίσης το παραχωρήσαν ευχαρίστως.
Τα πράγματα καλά πήγαν εως εδώ. Μα όταν ο επίτροπος Κωνσταντής Αναστασάκης
ρώτησε:
-Και ήντα Αγιος θα’ναι η Εκκλησία που θα χτίσωμε;
Έγινε μεγάλος θόρυβος. Γιατι ο Δεσπότης ήθελε τους Αγίους Αποστόλους, ο
προύχοντας του χωριού ο Γιώργος Παπαδομιχελάκης ήθελε τον Αγιο Τίτο, ο
εφημέριος Παπα Μανώλης απο το Βάτο ήθελε τον Ευαγγελισμό, ο Ιερομόναχος
Μελέτιος ο Πρεβελιώτης ήθελε τον Αγιο Ιωάννη, και ο Μιχαλιός Πετυχάκης ήθελε τον
Αγιο Σπυρίδωνα.

Τούτος ο Μιχαλιός Πετυχάκης ορφανεύτηκε μικρός απο πατέρα, εφυγεν απο
τ’ Αγαλλιανού πριν ακόμη κλείσει τα δέκα του χρόνια και χάθηκε.
΄Ανθρωπος δεν ήξερε τί εγινε. Η καϋμένη η μητέρα του αφ’ ου έψαξε παντου, αφού
ρώτησε πραματευτάδες και διακονιάρηδες που γύρευαν τον κόσμο, αφού τό’ ταξε σε
ολους τους Αγίους που γνώριζε κι έτρεξε σε ανοιγοχάρτες να της το φανερώσουν και
το παιδί της δεν βρέθηκε πουθενά, έκαμε οτι πρέπει σε μνημόσυνα, σε κόλλυβα σε
αιτήσεις και σε λειτουργίες. Οτι γίνεται για του πεθαμένους.
Κι ύστερα ξαναπαντρεύτηκε και μαλιστα εκαμε δύο ακόμη παιδιά, που άμα
μεγαλωσαν πέθανε η μανα τους, και το Μιχαλιό τον νόμιζαν πεθαμένο, μοιράστηκαν
την περιουσία του στα δύο, αδερφικά.
Μα ο Μιχαλιός δεν είχε πεθάνει. ΄Ελειψε πενήντα χρόνια και σαν εγύρισεν ολο τον
κόσμο, λοστρόμος σε καράβια, θυμήθηκε το χωριό του και ξανάρθε, πάνω στην ώρα
του χωριανοί εφημέριος, και Δεσπότης ήθελαν να βρουν τον Αγιο του οποίου το
όνομα θα έδιδαν στην Εκκλησία.
Εκει που γύριζε γνώρισε τα θαυματα που έκαναν πολλοί Αγιοι μα ιδιαίτερα τα
θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα στην Κέρκυρα και γιαυτό εσεβόταν και δόξαζε τη
χάρη του, κι’ θελε να πάρει η εκκλησία το όνομά του.
Συζητούσαν ωρες πολλές οι παραπάνω και καθένας ανένδοτος για τον Αγιο της
προτιμήσεώς του. Τοτε ο προύχοντας Γιώργος Παπαδομιχελάκης έδωσε στο ζήτημα
την πλέον Δημοκρατική λύση. Θα έριχναν κλήρο.
Γράφτηκαν απο τον Δεσπότη τα ονόματά των Αγίων που προτείνονταν σε κλήρος,
και όλοι οι κλήροι μπήκαν στο καλυμαύχι του παπα Μανόλη. Επιασε το καλυμαύχι ο
Δεσπότης το έσεισε και ανακατεύτηκαν οι κλήροι. Και έβαλαν ύστερα τον Μιχαλιό
που ήταν εντελώς αγράμματος και θεοσεβής να τραβήξει τον κλήρο. Οταν του
πλησίασαν το καλυμαύχι που ήσαν οι κλήροι ο Μιχαλιός έκαμε τρεις φορές το
σταυρό του. Κι είπε: “Στο ονομα του Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αγιε
Σπυρίδωνα μου απου ‘σαι τση Κορφούς, βοήθησέ μας ούλους μεγάλους και
Μικρούς.”
Ετράβηξε τον κλήρο και ο Αγιος Σπυρίδωνας έκαμε το θαύμα του. Ηταν γραμμένο
σ’αυτόν το ονομά του. Ολοι έκαμαν τον Σταυρό τους και ο Δεσπότης με τον Παπα
Μανόλη είπαν το απολυτίκιο του Αγίου και μερικές ευχές απο την ακολουθία του. Κι
αποφασίστηκε απ’ όλους να δοθεί στην Εκκλησία το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνα.
Τούτα έγιναν το έτος 1893. Τον ίδιο χρόνο η Ειρήνη σύζυγος Γεωργ.
Παπαδομιχελάκη του Προεστού μια σοφή για την εποχή της γιατι ήξερε κι έγραφε
και διάβαζε όταν ο άλλο κόσμος στα χωριά και στις πολιτείες ήτα στραβός, και άγια
γυναίκα, παρήγγειλε και της έφεραν την εικόνα του Αγίου. Την εικόνα αυτή πήρεν ο
Μανωλιός ο Μιχαλάκης, και γύρισε ολη την επαρχία του Αη Βασίλη, και μάζεψε λάδι
“για την ανοικοδόμηση του Ναού”.

Οι Αηβασιλιώτες έβλεπαν με σεβασμό και με ευλάβεια τουτον τον Άγιο που δεν τον
είχαν ξανειδεί με τον παραξενο κουκούλι και με τα μεγάλα άσπρα γένια. Κι ακουαν
τον Μανωλιο να λέει πως ο Αγιος ήθελε να πάει σε μια Αγία Συνοδο μια φορά και οι
εχθροί του έσφαξαν το άλογό του που ήταν άσπρο και το άλογο του Αγωγιάτη του
που ήταν μαύρο. Τοτες ο ΄Αγιος εκόλλησε την κεφαλή του ασπρου στην κεφαλή του
μαύρου και τα άλογα ξαναζωντανέψανε.
Εφημ. ΒΗΜΑ
24 Δεκεμβρίου 1954

Αφήστε μια απάντηση