Όταν συνάντησα τον γλωσσολόγο Γ.Ν Χατζιδάκι

Του κ. Γ. Π. Μαθιουδάκη
Φιλολόγου, Λυκειάρχη
Κολωνάκι. Οδός Αναγνωστοπούλου 49. Η πόρτα του σπιτιού τότε ήταν πάντα ανοιχτή. Μια
σκάλα μετά την πόρτα ξύλινη, ψηλή και κάπως απότομη. Στο τέρμα της, δεξιά, ένας διάδρομος,
στενός και σκοτεινός, και στο τέλος του διαδρόμου μια πόρτα ανοιχτή αριστερά, οδηγούσε σένα
δωμάτιο μακρόστενο. Αριστερά του ένα υψηλό γραφείο και δεξιά του στο βάθος ένα κρεβάτι και
τρεις καρέκλες, δίπλα στο κρεββάτι. Πάνω στο κρεββάτι, με το κεφάλι προς την πόρτα ήταν
ξαπλωμένος ένας άνθρωπος, αποσκελετωμένος, ημιπαράλυτος. Χρόνια στο ίδιο δωμάτιο, χρόνια στο
ίδιο κρεββάτι. Κι ήταν εκείνο <<το απολειφάδι άντρα>> -επαναλαμβάνω τα ίδια του τα λόγια- ο
μεγάλος δάσκαλος, ο γλωσσολόγος Γ.Ν. Χατζιδάκις.
Τον Απρίλη του 1939, περαστικός από την Αθήνα, ένοιωσα την ανάγκη να τον δω. Δεν με
γνώρισε στην αρχή. Είχα καιρό να τον επισκεφθώ. Η φωνή μου όμως με πρόδωσε. Κι ήταν τόση η
χαρά του –ευσυγκίνητος όπως ήταν τελευταία- που δάκρυσε. Του θύμιζα πατρίδα, την Κρήτη και
ιδιαίτερα το χωριό, την Μύρθιο. Ρωτούσε, ρωτούσε, ρωτούσε. Και τι δεν ρωτούσε. Αράδιαζε
ονόματα Μυρθιανών πούχαν πεθάνει και που δεν γνώριζα, και τοποθεσίες στην περιφέρεια που δεν
είχα πάει ποτέ. Η μνήμη του είχε συρρικνωθεί, συντηρούσε όμως επίμονα τα βιώματα της παιδικής
και εφηβικής ηλικίας. Άκουα και συμφωνούσα. Μια στιγμή γέλασε φωναχτά πιάνοντάς με σφιχτά
από το χέρι. Παραξενεύτηκα. <<Τον κουρκουζάνη, είπε, πάντα γελώντας, τάκαμε στη βράκα του στο
Απάνω Αρκαλονέρι>>. Πήγαν, είπε, τρία χωριανάκια δεκαπεντάχρονα να μαζέψουν αλάτσι στου
Καράβου το σκουρί. Έδωκαν στον ένα πούξεραν πως ήταν κουρκουζάνης να φάει, το μεσημέρι,
χαρούπια. Προσποιήθηκαν πως έφαγαν κι αυτοί. Φυσικά σε λίγο ο Βρέξης – έτσι έλεγαν τον
σύντροφό της- δίψασε. Νερό ήταν μόνο σε μια υπόγεια λίμνη πούμπαινες καβρουλιστός από μια
τρύπα. Μέσα σαν κατέβαινες ήταν χειροπιαστό σκοτάδι. Μόνο ψηλαφώντας μπορούσες να βρεις το
νερό. Ήταν Αύγουστος, ζέστη πολλή και η δίψα βασάνιζε τον Βρέξη. Οι άλλοι αδιαφορούσαν. Έτσι ο
Βρέξης τόλμησε να κατέβει στο σκοτεινό νερό, στο Απάνω Αρκαλονέρι. Ήταν όμως κρυμένος εκεί κι
ένας τέταρτος της παρέας και φυσικά ο Βρέξης δεν τόξερε. Κι όταν με χίλια χτυποκάρδια ήπιε
βιαστικά με τις φούχτες νερό, και γύριζε για να βγει από την υπόγεια σπηλιά, εκείνος τον τράβηξε
από τη βράκα. Ήταν φοβερό, ο Βρέξης παράλυσε από το φόβο του, κι όταν τον βγάλανε με χίλια
βάσανα έτρεμε σύγκορμος. Από τότε, πρόσθεσε μας έκοψε και το καλημέρα. Γελούσε και τα
εξιστορούσε με λεπτομέρειες. Και ξαφνικά χαϊδεύοντάς μου το χέρι λέει: <<Όταν θα περνάς από τη
Γραί Σκιανιά να πας στο Αρκαλονέρι να προσέχεις. Είναι επικίνδυνο το πέρασμα>>. Τον κοίταζα και
χαμογελούσα. Σκεπτόμουνα πως δεν είχα πάει ποτέ στα μέρη εκείνα. Σηκώθηκα μετά και πριν τον
αποχαιρετήσω του ζήτησα να μου πει τι θάθελε να του κρατώ από το χωριό, όταν θα γύριζε. Με
κοίταξε μένα βλέμμα παράξενο. Είχε πόνο, παράπονο, νοσταλγία το χαμόγελο έσβυσε, ξαφνικά από
το πρόσωπό του. άνοιξε το στόμα του και με τρεμουλιαστή φωνή είπε: <<Αν μάθεις, όταν γυρίσεις,
πως είμαι ζωντανός φέρε μου χαμομήλι από την περδικόκοιτη, φασκομηλέ από τσι κάτω ρίζες κι έναν
αγκούργιαλο από το παλιόγκρεμνο>>. Του φίλησα το χέρι και έφυγα μόλις συγκρατώντας τα δάκρυά
μου. Κράτησα την υπόσχεσή μου, κι όταν το Μάρτη του 1940 γύρισα, μέσα στις αποσκευές μου ήταν
κι ένα κομψό δέμα. Περιεχόμενο του ήταν ένα κουτί με μαδημένη σφακομηλέ από τσι κάτω ρίζες,
ένα δεύτερο κουτί με χαμομήλι από την περδικόκοιτη κι ένας μεγάλος ποικιλόχρωμος αγκούργιαλος
από τον παλιόγκρεμνο. Μέσα το περιεχόμενο και απ’ έξω γραμμένο το είδος και η προέλευσή του.
πήγα τη δεύτερη μέρα τοπρωΐ. Πάντα στην ίδια θέση. Λαγουδοκοιμόταν. Κάθισα δίπλα του. άνοιξα
το δέμα και τοποθέτησα το περιεχόμενό του σε μια καρέκλα κοντά του, για να το δει μόλις ανοίξει τα
μάτια του. μια μετακίνησή μου απρόσεκτη κι ένα τρίξιμο της καρέκλας τον ξύπνησε. Με κοίταξε,
μου χαμογέλασε, μούπιασε σφιχτά το χέρι, μα δεν με γνώρισε. Μετά είδε τα κουτιά. Τάπιασε, τάφερε
κοντά του, τα τοποθέτησε στο στήθος του κι όταν με την τρίτη προσπάθεια είδε και τον αγκούργιαλο
ταράχθηκε σύγκορμος. Τα χέρια του έσφιγγαν τον αγκούργιαλο και τα μάτια πλημμύρισαν δάκρυα.

Έκλαιγε με αναφυλλητά. Τάχασα. Και νάναι στο σπίτι μόνο η υπηρέτρια. Προσπάθησα να τον
παρηγορήσω. Του ζήτησα να με συγχωρέσει που έγινα αφορμή να λυπηθεί τόσο, και κείνος
κρατώντας πάντα με το ένα χέρι τον αγκούργιαλο και με τ’ άλλο χαϊδεύοντάς με είπε με
τρεμουλιαστή φωνή: <<Παιδί μου ένας τέτοιος αγκούργιαλος σημάδεψε τη ζωή μου. Πόσα θάθελα
να πάω πίσω. Να πεθάνω εκεί. Να ταφώ εκεί. Στη Μύρθιο ανήκω>>. Κι έκλαιγε κι έκλαιγε και μου
κρατούσε σφιχτά το χέρι κι έκλαιγα κι εγώ κι έκλαιγε κι η υπηρέτρια. Μα ο Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις
δεν γύρισε στη Μύρθιο. Πέθανε στην Αθήνα, πριν από 42 χρόνια στις 26 – 6 – 41, σαν σήμερα.
Το κείμενο αυτό θάναι ίσως το μόνο μνημόσυνο ευγνωμοσύνης και τιμής για το μεγάλο
επιστήμονα. Και γράφω <<το μόνο ίσως>> γιατί στην εποχή μας και οι μεγάλοι επιστήμονες
λησμονούνται γρήγορα. Θεωρούμε, βλέπετε, σπουδαίους μόνον τους ποδοσφαιριστές και τις
τραγουδίστριες. Γιαυτό και τείνει να ρυθμίζει τις ευχές του <<ελεύθερου>> κόσμου ένας
αποτυχημένος θεατρίνος.

Υ.Γ.: Λεπτομέρειες για τον αγκούργιαλο θα βρείτε στην διάλεξή μου για τον Χατζιδάκι
όταν… δημοσιευθεί.

Αφήστε μια απάντηση