Χωριά του Ρεθύμνου

ΑΒΔΑΝΙΤΕΣ
Οικισμός της κοινότητας Δαμαβόλου Μυλοποτάμου, κτισμένος σε υψόμ. 290μ., έχει
σήμερα 70 κατοίκους. Το 1890 στους Αβδανίτες κατοικούσαν κυρίως Τούρκοι και ο δήμος
έφερνε το όνομα «Δήμος Αβδανιτών» (106 κάτοικοι).
Ο Λαμπρινάκης στη «Γεωγραφία» του, το 1890, γράφει ότι «ο δήμος ούτος είναι μεν
εύφορος και τερπνός αλλά νοσώδης αν και ευρίσκεται υπό τους πρόποδας της Ίδης, οι δε
άνθρωποι ισχνοί και κατακίτρινοι εις πολλά τούτου μέρη».
Το όνομα πιθανώς προέρχεται από το Αβδού – Αβδανό, απ’ όπου προέρχεται το
πατριδωνυμικό Αβδανίτης.

ΑΒΔΕΛΛΑΣ
Ο μεγαλύτερος από τους τρεις οικισμούς της κοινότητας Αγίου Μάμαντος, με
λιγότερους από 200 κατοίκους, είναι κτισμένος στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη,
σε υψομ. 440μ. Το όνομα του χωριού προέρχεται από το επίθετο Αβδελάς. Ίσως όμως και
να προέρχεται από τη λέξη βδέλλα – αβδέλλα.
Στις 5 Ιανουαρίου του 1826, Κρητικοί επαναστάτες επιτέθηκαν, εδώ, εναντίον 300
Τούρκων και σκότωσαν τους αρχηγούς τους, Πεντεβή και Δερβίση. Επικεφαλής των
Ελλήνων ήταν ο Σταυράλης Νιώτης και Αν. Παλμέτης.

ΑΓΑΛΙΑΝΟΣ
Μικρό χωριουδάκι, γραφικό και ωραίο, κτισμένο σε πλαγιά, σε υψομ. 280 μ., μέσα
σε ελιές, πορτοκαλιές και αγριόδεντρα. Ανήκει στην κοινότητα Κεραμέ Αγίου Βασιλείου.
Έχει μόνο 45 κατοίκους.
Η παράδοση λέει πως το χωριό πριν πάρει το σημερινό του όνομα πολιορκήθηκε
από τους κουρσάρους, που γκρέμισαν και το παλιό τοιχογραφημένο ξωκλήσι της Αγίας
Κυριακής, μαζί με όλα τα σπίτια του χωριού και όσους από τους κατοίκους δεν έσφαξαν,
τους πήραν σκλάβους. Οι ελάχιστοι που γλίτωσαν εγκατέλειψαν το χωριό, από τότε
λεγόταν Λ ί γ η ρ ε ς, και για να αποφύγουν άλλες επιδρομές πειρατών έκτισαν τον
καινούριο οικισμό μακριά από τις ακτές, εγκαταλείποντας τον παλιό. Οι κάτοικοί του
εγκατέλειψαν και τους αλευρόμυλους. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν πηγές που με το νερό
τους κινούσαν τους αλευρόμυλους.
Το χωριό, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν
κτήμα ενός τούρκου αγά με λεπτό κορμί. Ήταν δηλ. κτήμα του Αγά του Λιανού. Άλλη
εκδοχή για την προέλευση της ονομασίας του είναι ότι όποιος πήγαινε στο μέρος εκείνο
ηρεμούσε, αγαλλιούσε η ψυχή του, λόγω της φυσικής ηρεμίας του τοπίου.
Οι Αγαλιανώτες, που δεν είχαν εκκλησία στο χωριό τους, είπαν το παράπονό τους
στον τότε δεσπότη και αργότερα μητροπολίτη της Κρήτης Ευμένιο Ξηροδοίκη, που ήρθε
στο χωριό και διάλεξε μάλιστα και το οικόπεδο όπου θα κτιζόταν η εκκλησία. Ο Γιάννης

Σηφομιχελάκης και η οικογένεια των Σηφογιωργάκηδων παραχώρησαν πρόθυμα το
οικόπεδό τους.
Το πρόβλημα, όμως, ήταν πως διαφωνούσαν στο όνομα που θα έπαιρνε η εκκλησία.
Ένας από τους κατοίκους, ο Μιχαλιός Πετυχάκης, – που έφυγε από το χωριό πριν κλείσει τα
δέκα του χρόνια και γύρισε γέρος – ήθελε η εκκλησία να πάρει το όνομα του Αγίου
Σπυρίδωνα. Ο δεσπότης έγραψε τα ονόματα των Αγίων που προτείνονταν σε κλήρους και
τους έβαλε στο καλυμμαύκι του παπά-Μανώλη από το Βάτο. Όταν πλησίασαν στο Μιχαλιό,
εκείνος έκανε τρεις φορές το σταυρό του και είπε: «Άγιε μου Σπυρίδωνα απού ‘σαι απ’ τσι
Κορφούς βοήθησέ μας όλους, μεγάλους και μικρούς». Τράβηξε τον κλήρο και έδειξε το
όνομα του Αγίου Σπυρίδωνα πάνω σ’ αυτόν. Έτσι αποφασίστηκε απ’ όλους να δοθεί στην
εκκλησία αυτό το όνομα. Αυτά λέγεται ότι έγιναν στα 1893.
Άλλες εκκλησίες του χωριού είναι ο Άγιος Αντώνιος, βυζαντινή αγιογραφημένη.
Κατά τα ¾ είναι κτισμένη μέσα σε βράχο και στο βάθος του ιερού, επάνω στο βράχο,
υπάρχει αγιογραφημένος ο Μυστικός Δείπνος. Η Αγία Κυριακή, βυζαντινή αγιογραφημένη,
που ανακαινίσθηκε πριν 50 χρόνια. Η εκκλησία αυτή βρέθηκε δυο μέτρα κάτω από τη γη,
όταν κάποιος έσκαβε τα θεμέλια του σπιτιού του.

ΑΓΓΕΛΙΑΝΑ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται σε υψόμ. 100μ., απέχει
22 χμ. βορειοδυτικά του Ρεθύμνου και έχει 800 κατοίκους. Στην κοινότητα υπάγονται οι
οικισμοί Δ α μ ά μ β ε λ ο ς, Σ κ λ ο π ι α ν ά, Χ α ν ο ν θ ι α ν ά, Κ ά μ π ο υ Μ ε τ ό χ ι α και
Χ ά ν ι Α λ έ ξ α ν δ ρ ο υ.
Η πιθανότερη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος του χωριού είναι από το
γεγονός ότι το χωριό παλιά αποτελούσε σταθμό αγγελιοφόρων. Πριν την Τουρκοκρατία
λέγεται ότι υπήρχε ένας αγγελιοφόρος που λεγόταν Αγγελής και έκανε τη διαδρομή
Αγγελιανά-Πάνορμο.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Το 1983 από
ανασκαφές της αρχαιολογικής υπηρεσίας βρέθηκε ένας τάφος υστερομιωνικής εποχής.
Μεταξύ των ευρημάτων του τάφου είναι 5 λάρνακες και πολλά κτερίσματα.
Το χωριό δεν αναφέρεται σε καμιά βενετσιάνικη απογραφή, αν και υπάρχει
οικισμός με το ενετικό όνομα Δαλάμβελος. Αναφέρεται όμως στην τούρκικη απογραφή του
1671 με 29 χαράτσια. Το 1881 αναφέρεται ότι είχε 182 Χριστιανούς και 15 Μωαμεθανούς.
Υπαγόταν στο δήμο Μελιδονίου. Οι κάτοικοί του είναι Κρήτες, καταγόμενοι από τα Σφακιά.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Οικονομάκηδες, Τζωρτζάκηδες, Πλατοκάκηδες,
Δροσουλάκηδες. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και ελάχιστα με την
κτηνοτροφία.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας το χωριό κατοικούσαν Τούρκοι αγάδες. Κάποιος
Τούρκος, που ονομαζόταν Σεΐτ Αγάς, έμενε σ’ έναν ενετικό πύργο στον οποίο είχε
τοποθετήσει σκοπιές, για να προστατεύει την περιουσία του από τους κλέφτες. Στον ίδιο
πύργο ζούσε και ο Αλή Μπέης. Οι κάτοικοι έκρυβαν σε καλύβες ακόμα και σε εκκλησίες τη

συγκομιδή τους, για να την προστατέψουν από τους Τούρκους επιδρομείς που έρχονταν
από το Ρέθυμνο.
Ο Πάνος Κορωναίος με εθελοντές και ντόπιους επαναστάτες επιτέθηκε εδώ στον
Ομέρ Πασά, το 1867, με μεγάλη επιτυχία. Το 1868 ο τούρκικος στρατός θέλησε να κτίσει
πύργους στο Μπαγί και στο Φόδελε, για να ελέγχει την περιοχή από τους επαναστάτες.
Στα 1910 οι Τούρκοι άρχισαν να πουλούν τα τσιφλίκια τους στους Έλληνες -τα
τσιφλίκια αυτά των Τούρκων ήταν τα καλύτερα της περιοχής- και κατέφυγαν στο Ρέθυμνο.
Κατά την πτώση των Γερμανών αλεξιπτωτιστών, στη θέση Λ α τ ζ ι μ ά, πολλοί
κάτοικοι πολέμησαν εναντίον τους. Σε αντίποινα για τη συμμετοχή των κατοίκων, οι
Γερμανοί συνέλαβαν τέσσερα άτομα και τα εκτέλεσαν στη θέση Ε σ τ α υ ρ ω μ έ ν ο ς. Τους
εκτέλεσαν μετά από μια βδομάδα, αφού τους έβαλαν και άνοιξαν λάκκους, μέσα στους
οποίους τους έριξαν πυροβολώντας τους. Στη συνέχεια οι Γερμανοί κατέλαβαν το χωριό και
συχνά έστελναν χωριανούς στο Τυμπάκι για αγγαρείες. Τον Οκτώβριο του 1943 οι Γερμανοί
έφυγαν από το χωριό.
Στα Αγγελιανά υπάρχουν και οι παρακάτω εκκλησίες: Ευαγγελισμός της Θεοτόκου η
Ευαγγελίστρια. Στην ίδια εκκλησία λατρεύονται ο Άγιος Κωνσταντίνος και η Αγία
Αικατερίνη. Αγία Τριάδα (1832) στη θέση Σκλοπιανά. Άγιος Ιωάννης (1842), άγιος Αντώνιος
με αξιόλογες τοιχογραφίες. Ανήκει στη μονή Απάγης ή Μπαγί.
Στο χωριό στην τοποθεσία Λ α τ ζ ι μ ά υπάρχει ένας απόκρημνος βράχος, που
ονομάζεται της Γριάς ο Δέτης, που λόγω της απότομης κλίσης του χρησίμευσε ως
καταφύγιο των Χριστιανών επί Τουρκοκρατίας. Το όνομά του το οφείλει στο ότι κάποτε
σκοτώθηκε εκεί μια γριά.
Στο βράχο αυτό υπάρχει μια σπηλιά που, σύμφωνα με τις διηγήσεις των κατοίκων,
μια φορά το χρόνο πέφτει μια αχτίδα του ήλιου και δημιουργεί αντανάκλαση. Η παράδοση
αναφέρει ότι κάποιος κυνηγός τη στιγμή που προσπαθούσε να βρει πέρδικες, βρήκε σ’ ένα
βάτο το εικόνισμα της Παναγίας Περδικοπούλας. Προσπάθησαν να κτίσουν στο σημείο
εκείνο εκκλησία, αλλά και τις δυο φορές που προσπάθησαν έγιναν οι δυο παγκόσμιοι
πόλεμοι και έτσι εγκαταλείφθηκε η ιδέα του κτισίματος της εκκλησίας.

ΑΓΙΑ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 33 χμ. ανατολικά του
Ρεθύμνου, κτισμένο σε υψόμ. 95 μ., στους πρόποδες του βουνού Κουλούκουνα. Έχει 330
κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Παράγουν λάδι,
σταφίδα, κίτρα, εσπεριδοειδή και ξυλοκάρβουνα.
Για την προέλευση της ονομασίας του χωριού υπάρχουν δυο εκδοχές. Η πρώτη
δέχεται ότι προέρχεται από τη λέξη Αγία της εκκλησίας Αγίας Αναστασίας της
Φαρμακολύτριας, που υπάρχει στο χωριό.
Η δεύτερη εκδοχή ετυμολογεί τη λέξη Αγία, από το αγυιά, που σημαίνει κακοτοπιά
– κακοτράχηλο έδαφος και κατ’ επέκταση άνθρωποι κακοί, άνθρωποι δηλ. που ταυτίζονται

με το άγριο περιβάλλον και αναγκάζονται να έχουν σκληρή συμπεριφορά, για να
επιζήσουν. Επίσημα, όμως, δεν αναφέρεται ούτε η μια ούτε η άλλη εκδοχή.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν έχουμε πληροφορίες. Πάντως, ο ναός του Αγίου
Φωτίου που υπάρχει στο χωριό έχει ημερομηνία κτήσης 1578. Επίσης, δυτικά του χωριού
σε μια ανασκαφή που έγινε λέγεται ότι βρέθηκε μια λάρνακα που πιθανόν να ανήκει στη
μινωική εποχή. Το χωριό το 1924 αποσπάστηκε από το δήμο Μελιδονίου και αποτέλεσε
την κοινότητα της Αγιάς.
Οι παλιότεροι κάτοικοι είναι οι: Κουράτορες, Πλεμμένοι, Παπαδογιάννηδες,
Παπαδάκηδες, Καλβιανάκηδες, Βάσαλοι, Χωνιάκηδες, Καλαϊτζάκηδες. Τα επίθετα
Κουράτορας και Πλεμμένος δεν είναι κρητικά, ίσως να προέρχονται από την Πελοπόννησο,
όπου κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας -ίσως Πελοποννήσιοι- ήλθαν και αποίκισαν την
Αγιά. Η πιθανότητα, όμως, της βυζαντινής προέλευσης των επωνύμων θεωρείται ορθότερη.
Γύρω από τα ονόματα Κουράτορας και Πλεμμένος, έχει επιζήσει η παρακάτω ιστορία.
Λέγεται ότι οι Τούρκοι αναθέσανε σε κάποιο Κουράτορα να οδηγήσει έναν Τούρκο
αξιωματικό στο χωριό Σ ί σ ε ς, που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του όρους Κουλούκουνα,
ανάμεσα στους όρμους Μπαγί και Φόδελε.
Μόλις φάνηκε η θάλασσα προς το Μπαγί και ενώ ακόμα βρίσκονταν επάνω στο
βουνό του λέει ο Κουράτορας: «Προχώρα εσύ και ακολουθώ και γω». Ο Τούρκος υπάκουσε
και προχώρησε μπροστά, τότε ο Κουράτορας σήκωσε το ραβδί του και χτύπησε τον Τούρκο
αξιωματικό. Όμως το χτύπημα δεν ήταν τόσο δυνατό και ο Τούρκος δεν πέθανε παρά μόνο
όταν ο Κουράτορας τον χτύπησε για δεύτερη φορά. Έτσι, ο Τούρκος αξιωματικός δεν
έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Οι Τούρκοι που τον περίμεναν άρχισαν να ανησυχούν
και αμέσως ξεκίνησαν τις έρευνες. Ο Τούρκος αξιωματικός βρέθηκε, αλλά σκοτωμένος.
Αμέσως άρχισαν να ψάχνουν να βρουν τον Κουράτορα, ο οποίος μόλις έμαθε ότι οι
Τούρκοι τον κυνηγούσαν, κρύφθηκε στις γύρω περιοχές, προσπαθώντας να τους ξεφύγει.
Δεν το κατόρθωσε όμως. Κάποια στιγμή τον συνέλαβαν και τον κρέμασαν σ’ έναν πλάτανο
στο χωριό Χ ε λ ι α ν ά και, από τότε, ο πλάτανος αυτός λέγεται του Κουράτορα ο πλάτανος.
Βέβαια, οι Τούρκοι δεν αρκέστηκαν μόνο στην εκτέλεση του φονιά. Συνέχισαν να
ενοχλούν τους Χριστιανούς, ακόμα και να σκοτώνουν τα ζωντανά του χωριού. Όπως και οι
Κρητικοί δεν έπαυαν να ενοχλούν τους Τούρκους. Τις εχθροπραξίες αυτές τις σταμάτησε
κάποιος Τούρκος με το όνομα Μουρτζανός λέγοντάς τους ότι είδε κάποιο όνειρο με
κοράκια και ότι αν δεν τελείωναν τις εχθροπραξίες θα γίνονταν πολλά φονικά και από τα
δυο μέρη.
Στο χωριό της Αγιάς υπάρχουν και οι εξής εκκλησίες: Αγίας Αναστασίας, παλιά
εκκλησία χωρίς τοιχογραφίες, με ξυλόγλυπτο τέμπλο μεγάλης αξίας. Ανακαινίστηκε το

  1. Του Αγίου Νικολάου (1934), τα ξωκλήσια του Αγίου Κωνσταντίνου (πολύ παλιό,
    διακοσίων χρόνων) και του Προφήτη Ηλία. Επίσης υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Φωτίου
    του Ανίκητου. Κτίστηκε το 1578, είναι βυζαντινής εποχής με πολλές τοιχογραφίες. Παλιά
    ήταν μοναστήρι (528 μ.Χ.), όμως σήμερα έχει διασωθεί μόνο ο ναός, ενώ τα κελιά του
    έχουν γκρεμιστεί.

ΑΓΙΑ ΓΑΛΗΝΗ*
Μια από τις 26 κοινότητες της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Παραθαλάσσιο χωριό,
στη μέση περίπου της νότιας Κρήτης, κτισμένο κοντά στα όρια των νομών Ρεθύμνης και
Ηρακλείου σε υψόμετρο 200 μ. Απέχει από το Ρέθυμνο 54 χμ. και έχει 520 κατοίκους, που
ασχολούνται με την ελαιοκαλλιέργεια, το ψάρεμα και τα τουριστικά επαγγέλματα. Στην
Αγία Γαλήνη υπάγεται και ο οικισμός Ξ η ρ ό κ α μ π ο ς.
Στην ίδια τοποθεσία κατά την αρχαιότητα βρισκόταν το επίνεια της Συβρίδου
Σ ο υ λ ί α. Νεότερος οικισμός με το όνομα Ερημόπολις καταστράφηκε από πειρατές τον
16 ο -17 ο αιώνα.
Σύμφωνα με την παράδοση η Αθηναΐδα, κόρη του Αθηναίου φιλοσόφου Λεόντιου
και σύζυγος του Θεοδοσίου Β΄(408-450 μ. Χ.) αυτοκράτορα του Βυζαντίου, στην πορεία της
για την Αφρική, εξορία στην οποία την είχε καταδικάσει ο σύζυγός της, έπεσε σε άγρια
θαλασσοταραχή. Πλησιάζοντας στη στεριά έκανε τάμα, αν γλιτώσει να κτίσει εκκλησία
αφιερωμένη στην Παναγία. Τα ιστιοφόρο, πράγματι, γλίτωσε και αφού έριξε άγκυρα στην
αρχαία πόλη Σουλία, η Αθηναΐδα άρχισε τις εργασίες για το κτίσιμο της εκκλησίας της
Παναγίας Αγίας Γαλήνης.
Άλλη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος είναι από τα αεί γαλήνη, λιμάνι δηλ.
πάντοτε ήρεμο, έτσι όπως προστατεύεται από το νοτιότερο ακρωτήρι της Κρήτης, το
Λίθινο.
Οι γεροντότεροι το χωριό το λένε Α ϊ – Γ α λ ή ν η ς όπου το αρσενικό γένος μας
θυμίζει τη μονή του Γαλήνιου Χριστού που αναφέρει ο Ιωσήφ Βρυέννιος στα 1394 και ο
Buondelmondi στα 1415. Από την ονομασία της μονής πήρε το όνομά του ο ποταμός
Πλατές, που χύνεται κάτω από την εκκλησία του Γαλήνιου (Santo Galini Fiume τον
αναφέρει ο Coronelli στο χάρτη του), και το λιμανάκι στις εκβολές του ποταμού.
Οι σημερινοί κάτοικοι της Αγίας Γαλήνης κατάγονται από τις Μ έ λ α μ π ε ς. Αυτό το
συμπεραίνουμε από το ότι, όταν ιδρύθηκε ο σημερινός οικισμός στα 1884, η περιοχή
υπάχθηκε στο δήμο Μελάμπων της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, προφανώς με ενέργειες των
πρώτων κατοίκων, για διευκόλυνσή τους. Επίσης κατάγονται από τα χωριά της επαρχίας
Αμαρίου και από την νήσο Γαύδο.
Μεταξύ των πρώτων κατοίκων είναι οι: Γιώργης Μηναδάκης, Αλέξανδρος Μιχάλης,
Μιχάλης Μαθιουδάκης, Μανώλης Νικηφοράκης, Μανώλης Σπυριδάκης, Νικόλαος
Βεργαδής, Γρηγ. Σπυριδάκης, Μανώλης Τυροκομάκης, Μάρκος Μαργαρίτης.
Η Αγία Γαλήνη αποτελείται από δυο συνοικίες την Α π ά ν ω και Κ ά τ ω Α γ ί α
Γ α λ ή ν η. Κοντά στην πρώτη συνοικία, που λέγεται και Μ π ι ζ ά ν η ή Μ ν ή μ α τ α,
βρίσκεται το Σπήλαιο του Δαιδάλου ή Σπήλιος του Χριστοφογιαννάκη, απ’ όπου λένε ότι
πέταξε ο Δαίδαλος. Εκτός από το σπήλαιο του Δαιδάλου, υπάρχουν ο Γεροντόσπηλιος στη
θέση Π λ α κ ο ύ ρ α, ο σπήλιος του Μαθιού, στη θέση Κ ά τ ω Λ α γ κ ο ύ φ α, ο Άγιος
Αντώνιος στη θέση Ξ η ρ ο κ ά μ π ι α και η Σπηλιά στη θάλασσα, grotto azzura, όπου η
πτώση των αγριοπερίστερων μέσα σ’ αυτή είναι πολύ θεαματική και ο ήχος τους πολύ
παράξενος.

Νοτιοδυτικά της Αγίας Γαλήνης, 6χμ., βρίσκονται σε απόσταση δυο νησίδες τα
Παξιμάδια (ίσως οι αρχαίες Πητώες). Σύμφωνα με έναν μύθο, εδώ έμεινε εξόριστος ο
Δαίδαλος μαζί με το γιο του τον Ίκαρο.
Στον όρμο της Αγίας Γαλήνης βρέθηκε, το 1936, ναυάγιο ρωμαϊκού πλοίου του 3 ου
μ. Χ. αιώνα, με πλήθος ευρημάτων -χάλκινα κυρίως αντικείμενα. Κοντά στο χωρίο
Αποδούλου βρέθηκαν αρχαιότητες και μάλιστα τρεις λουτηροειδείς λάρνακες, επιγραφή σε
πέτρα, δισκοειδή και κυλινδρικά πήλινα υφαντικά βάρη και μυλόπετρες.
Το 64 π.Χ. οι Σαρακηνοί πειρατές έκαναν επιδρομή στη Σαλία και την αφάνισαν.
Βέβαια, δε γλίτωσε από την καταστρεπτική μανία τους ούτε η εκκλησία της Παναγίας.
Ευτυχώς σώθηκε το ιερό με τις θαυμάσιες αγιογραφίες.
Ο όρμος της Αγίας Γαλήνης χρησιμοποιήθηκε στις επαναστάσεις του 1821 και 1866
για την εκφόρτωση πολεμοφοδίων.
Μεταξύ 1900-1905, ο πρίγκιπας Γεώργιος περιοδεύοντας στην Ευρώπη με το
αξίωμα του Ύπατου Αρμοστή, πέρασε από την Αγία Γαλήνη, όπου και φιλοξενήθηκε στο
σπίτι του Γ. Μαμαλάκη, που αργότερα επί Κρητικής Πολιτείας, έγινε βουλευτής της.
Στα 1912 η Ήπειρος μόλις είχε απελευθερωθεί, αλλά μαστιζόταν υπό τους Τσέτες.
Τότε πολλοί Κρητικοί αποφάσισαν να πάνε να βοηθήσουν τους Ηπειρώτες. Από την Αγία
Γαλήνη πήγαν μόνο εθελοντές, γιατί η κλάση τους δεν στρατευόταν. Στη Μικρασιατική
Εκστρατεία 1919-22, πάλι οι Αγιογαληνιώτες έλαβαν μέρος, με 14 εθελοντές.
Στον πόλεμο του 1940 αρκετοί νέοι του χωριού έφυγαν για το μέτωπο της Αλβανίας.
Αλλά και όταν καταλήφθηκε η Κρήτη από τους Γερμανούς πολλοί Αγιογαληνιώτες βγήκαν
στην Αντίσταση και κάθε τόσο επέφεραν σοβαρά πλήγματα στις δυνάμεις κατοχής. Παρόλη
την αντιστασιακή δράση τους, κατάφεραν να γλιτώσουν από τα αντίποινα των Γερμανών
κατακτητών.
Οι εκκλησίες της Αγίας Γαλήνης είναι: η Κοίμηση της Θεοτόκου και οι Άγιοι Τέσσερις
Μάρτυρες. Τα ξωκλήσια του Αγίου Αντωνίου, Αγίου Γεωργίου, Αγίου Νικολάου και της
Παναγίας (Εισόδια Θεοτόκου).
Οι τέσσερις μάρτυρες ήταν: ο Γεώργιος, ο Αγγελής, ο Μανουήλ και ο Νικόλαος.
Γεννήθηκαν στις Μέλαμπες και βρήκαν φρικτό θάνατο από τους Τούρκους (28 Οκτωβρίου
1824). Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς κτίστηκε η εκκλησία. Υπολογίζεται πως άρχισε να κτίζεται
το πρώτο τέταρτο του 20 ου αιώνα. Σύμφωνα με πληροφορίες των κατοίκων, οι κολόνες που
υπάρχουν στην είσοδο του περιβόλου προέρχονται από το ναό της Άρτεμης, τα θεμέλιά
του δε βρίσκονται λίγο πιο κάτω από τη σημερινή εκκλησία.
Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι βασιλική σαμαρωτή. Πολλές αξιόλογες εικόνες
στόλιζαν το ναό. Στο αριστερό μέρος της κύριας εισόδου, υψ. 160 μ., υπάρχει ένας πέτρινος
πέλεκυς εντοιχισμένος, που ξεχωρίζει μόνο ένα τμήμα του και έχει και μια επιγραφή στην
οποία διακρίνεται μόνο η φράση «Ερ ευχή…».
Οι κάτοικοι της Αγίας Γαλήνης μας διηγούνται τις παρακάτω ιστορίες. Κάποιος
Τσουτσούδης είχε την ικανότητα να βλέπει τους ανθρώπους λαζαρωμένους (έτσι λέγεται
κάποιος όταν πρόκειται να πεθάνει μέσα σε 40 μέρες). Ο Μπεργαδονικολής (Ν. Βεργαδής)
στεκόταν έξω από το σπίτι του. Τότε, ο γέρος που δεν έβλεπε καλά ρώτησε κάποιο νεότερό

του, το Μαμαλοβαγγέλη, να του πει ποιος είναι. Όταν εκείνος του απάντησε, ο γέρος του
είπε: «Εσύ τον βλέπεις όπως πάντα, εγώ όμως τον βλέπω λαζαρωμένο». Σε λιγότερες από
40 μέρες πέθανε ο Μπεργαδονικολής.
Ο Γ. Μελισανάκης, που ήταν για πολλά χρόνια αγροφύλακας στο χωριό, είχε την
ικανότητα να «δένει» τους ανθρώπους με τη βοήθεια κακών πνευμάτων. Για παράδειγμα,
μπορούσε να κάνει αντρόγυνα να φιλονικήσουν και να ρθουν σε διάσταση, τη διάρκεια της
οποίας κανόνιζε ο ίδιος, μέχρι να «λύσει» τη μαγεία του, να αποκατασταθεί η αρμονική
συμβίωσή τους. Κάποτε οι δαίμονες, που φαίνεται πως είχαν θυμώσει με το Μελισανάκη,
τον έδειραν και του άρχισαν το πουκάμισο. Όπως εξομολογείται ο Τυροκομάκης, επειδή ο
Μελισανάκης ντρεπόταν να γυρίσει στα Σαχτούρια (τον τόπο καταγωγής του) σ’ αυτή την
κατάσταση, του χάρισε το δικό του πουκάμισο, όχι τόσο από φιλοφροσύνη, όσο από το
φόβο των διαβόλων.

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΔΕΛΕ
Οικισμός της επαρχίας Ρεθύμνης. Υπάγεται στην κοινότητα Άδελε. Βρίσκεται σε
απόσταση 9χμ. από το Ρέθυμνο. Είναι κτισμένος σε υψόμ. 350 μ. και έχει 120 κατοίκους.
Ο οικισμός πήρε το όνομά του από την ομώνυμη εκκλησία, που είναι ένα ξωκλήσι
σε μια ρεματιά. Άλλες εκκλησίες που υπάρχουν είναι οι Άγιοι Ανάργυροι, ο Άγιος Ιωάννης,
η Αγία Κυριακή και η Παναγία, Γεννέσιο της Θεοτόκου, που αποτελεί και την εκκλησία του
νεκροταφείου.

ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΜΑΡΙΟΥ*
Το χωριό Αγία Παρασκευή ανήκει στην επαρχία Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου, απ’
το οποίο απέχει 59 χμ. Βρίσκεται σε υψόμ. 170 μ. Σήμερα κατοικείται από 120 άτομα, τα
οποία ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Τα κυριότερα προϊόντα που
παράγουν είναι οι ελιές, τα χαρούπια και τα σιτηρά.
Το όνομα του χωριού οφείλεται στην ομώνυμη βυζαντινή εκκλησία Αγία
Παρασκευή που υπάρχει ακόμη και σήμερα, και που χρονολογείται το 15 ο αιώνα.
Από τις εκκλησίες που υπάρχουν στο χωριό, υπολογίζεται ότι αυτό κτίστηκε το 12 ο
αιώνα. Όμως, επειδή στα κτήματα γύρω απ’ αυτό βρέθηκαν τάφοι και αγγεία, που ανήκουν
στη μινωική εποχή, υποστηρίζεται ότι μπορεί να υπήρχε από τότε.
Οι κάτοικοι της Αγίας Παρασκευής, όπως και πολλών άλλων χωριών της Κρήτης,
είναι γνήσιοι Κρητικοί, που ήρθαν εδώ από τα Σφακιά και άλλα γειτονικά χωριά.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι Μολιαροί, οι Γιασαφάκηδες, οι
Πουτσάκηδες, οι Κανάκηδες, οι Καλογεράκηδες, οι Τζεκάκηδες, οι Παττακοί και οι
Τρουλινοί.
Επί Τουρκοκρατίας στην περιοχή εγκαταστάθηκαν πολλοί Τούρκοι, γιατί ο τόπος
ήταν πεδινός και εύφορος. Οι αγάδες που έζησαν εδώ, ήταν οι πιο σκληροί και οι πιο
πλούσιοι όλης της Κρήτης. Η ονομασία της περιοχής τότε ήταν Μ ε ξ ά ρ ι α (τουρκική λέξη).

Στην θέση Σ π ο ρ έ υπάρχει ένα σπήλαιο που χρησίμευε σαν καταφύγιο για τα
γυναικόπαιδα τον καιρό της Τουρκοκρατίας και για τους αντάρτες τον καιρό της Γερμανικής
Κατοχής.
Στη Μάχη της Κρήτης 15 κάτοικοι του χωριού πολέμησαν για την ελευθερία της
Ελλάδας.
Στο χωριό εκτός από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, σώζεται και η βυζαντινή
εκκλησία της Παναγίας (Κοίμηση της Θεοτόκου) που είναι παλιότερη και έχει αξιόλογες
τοιχογραφίες ανάμεσα στις οποίες και μια του Ευαγγελισμού. Κτίστηκε το 1516 από τον
παπά-Καλλέργη και τη γυναίκα του που είναι απόγονοι της βυζαντινής οικογένειας των
Καλλέργηδων.

ΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ ΜΙΞΟΡΡΟΥΜΑΣ
Οικισμός της κοινότητας Μιξορρούμα, σε υψόμ. 360 μ. Έχει μόνο 72 κατοίκους, που
ασχολούνται με τη γεωργία -κυρίως με την ελαιοκαλλιέργεια- και την κτηνοτροφία.
Θεωρείται ο «Βενιαμίν» της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνης. Είναι
πολύ μικρό χωριό, αλλά όχι και άσημο. Η ιστορία της Κρήτης έχει μιλήσει γι’ αυτό, μα
περισσότερο γι’ αυτό το χωριό έχει μιλήσει η παράδοση.
Στα δυτικά του χωριού, σε μικρή απόσταση από την Αγία Πελαγία, υπάρχει η
Κ α σ τ α ν έ, μια πολύ όμορφη εξοχή με άφθονα νερά και εύφορα περιβόλια. Στη θέση
αυτή αναφέρει η ιστορία, υπήρχε πριν από την Τουρκοκρατία ένα πλούσιο χριστιανικό
χωριό. Σήμερα υπάρχουν μόνο ερείπια των σπιτιών του.
Άθικτες παραμένουν οι δυο εκκλησίες, η Μεταμόρφωση του Σωτήρα και ο Άγιος
Ιωάννης ο Θεολόγος. Το χωριό καταστράφηκε από τους Τούρκους οι περισσότεροι κάτοικοι
σφάχτηκαν και μόνο δυο άτομα σώθηκαν και κατέφυγαν στην Α γ ί α Π ε λ α γ ί α που
ήταν μετόχι του μοναστηριού Μαλαθρέ. Μετά από πολλά χρόνια οι Τούρκοι επέτρεψαν
στους επιζήσαντες κατοίκους του χωριού να εγκατασταθούν και πάλι στα σπίτια τους,
όμως στο χωριό δεν υπήρχε σπίτι όρθιο και οι περιουσίες των κατοίκων είχαν περάσει σε
ξένα χέρια. Εξάλλου, ήδη, είχαν εγκατασταθεί σε άλλα μέρη και ήταν δύσκολο να
επιστρέψουν στον τόπο τους.
Ανατολικότερα της τοποθεσίας Καστανέ, υπάρχει το σημερινό χωριό Κ α σ τ α ν έ ς
που εκείνα τα χρόνια ήταν μετόχι. Αποτελείται από ένα μικρό εκκλησάκι της Οσίας
Πελαγίας και από μερικά κελιά μοναχών του τότε μοναστηριού Μαλαθρέ. Σήμερα το
μοναστήρι αυτό στέκεται όρθιο αλλά ερειπωμένο. Μερικές οικογένειες, που ήθελαν να
επαναπατρισθούν και δεν είχαν τη δύναμη να κτίσουν τα σπίτια τους, εγκαταστάθηκαν στα
γύρω κτήματα του μετοχιού, χωρίς να πάρουν όμως την άδεια του ηγουμένου. Στο μεταξύ,
το μοναστήρι του Μαλαθρέ έσβησε και αυτοί που είχαν προσωρινά εγκατασταθεί, τώρα,
οριστικοποίησαν την παραμονή τους και με τον καιρό το μεγάλωσαν και το έκαναν χωριό.
Επειδή ήταν μικρή η έκταση του χωριού, οι κάτοικοι πίστευαν ότι ήταν θεία τιμωρία να μην
υπερβαίνει τις 25 οικογένειες.

Η Αγία Πελαγία είχε γίνει γνωστή σ’ όλο το νησί και σε άλλα μέρη πιο μακρινά τόσο
που και στους κατοίκους του τα χρόνια εκείνα -μα και σήμερα- να τους γίνεται τιμητική
διάκριση. «Νάστε παιδιά μου υπερήφανοι, έλεγε ο τελευταίος Τουρκομάνος καπετάν
Χατζηδογιώργης, γιατί γεννηθήκατε, μεγαλώσατε και ανήκετε σε τούτο το χωριό, μικρό μα
δοξασμένο». Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η νεοζηλανδική κυβέρνηση απένειμε στο χωριό
εύσημο για τη βοήθεια που πρόσφεραν οι κάτοικοι στους Νεοζηλανδούς στρατιώτες.
Εκκλησίες που υπάρχουν στην Αγία Πελαγία είναι οι εξής: Άγιος Αντώνιος με
αγιογραφίες των Ιεραρχών, του Χριστού, της φιλοξενίας του Αβραάμ και του
Ευαγγελισμού. Η εκκλησία είναι κτισμένη μέσα σε σπηλιά.
Δυτικά του οικισμού της Αγίας Πελαγίας υπάρχει ο Άι Γιάννης ο Θεολόγος με
υπολείμματα αγιογραφιών και η Μεταμόρφωση του Σωτήρα. Άλλες εκκλησίες, που είναι
ανακαινισμένες, είναι η Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Νεκτάριος.

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΡΕΘΥΜΝΗΣ
Είναι οικισμός της επαρχίας Ρεθύμνης. Υπάγεται στην κοινότητα Μέσης κι έχει
πληθυσμό 50 κατοίκους. Είναι κτισμένος σε υψόμ. 260μ.
Ο οικισμός πήρε το όνομά του από την ομώνυμη εκκλησία του. Η εκκλησία της
Αγίας Τριάδας είναι παλιά με τοιχογραφίες στο βόρειο κλίτος. Είναι δίκλιτη εκκλησία, το
άλλο κλίτος είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ιωάννη. Ένας άλλος ναός του Αγίου Ιωάννη
βρίσκεται στο νεκροταφείο του χωριού.

ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ
Οικισμός της κοινότητας Αποστόλων της επαρχίας Αμαρίου. Έχει 45 κατοίκους και
βρίσκεται σε υψόμ. 500μ. περίπου. Το όνομά του οφείλει στην ομώνυμη εκκλησία που
υπάρχει στον οικισμό. Η εκκλησία αυτή χρονολογείται στη βυζαντινή περίοδο κατά το 10 ο
αιώνα μ.Χ. Λέγεται μάλιστα ότι κτίστηκε την εποχή που κατέβηκε ο Νικηφόρος Φωκάς στην
Κρήτη, το 961 μ.Χ. Η παλιά όμως αυτή εκκλησία εξαιτίας του χρόνου και της εγκατάλειψής
της καταστράφηκε και έτσι τώρα κτίζεται καινούρια στη θέση της παλιάς.
Υπάρχει ακόμα η ανακαινισμένη εκκλησία της Μεταμόρφωση του Σωτήρα.

ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ
Οι Άγιοι Πάντες είναι οικισμός της κοινότητας Παϊδοχωρίου, της επαρχίας
Αποκορώνου. Κατοικείται από 40 άτομα.
Παλαιότερα λεγόταν του Μ π α μ π ά Α λ ή τ ο Χ ά ν ι. Αργότερα ονομάστηκε
Άγιοι Πάντες από την εκκλησία, που υπήρχε εκεί καταστρεμμένη και την οποία
ανοικοδόμησε ο καλόγερος Γιαννουλάκης με έρανο.
Ο οικισμός κτίστηκε περίπου το 1905-08.

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
Οικισμός της επαρχίας Ρεθύμνης που υπάγεται στην κοινότητα Γωνιάς. Βρίσκεται σε
υψόμ. 135μ. κι έχει σήμερα 130 κατοίκους. Το όνομά του προέρχεται από την ομώνυμη
εκκλησία του.
Στον Άγιο Ανδρέα σώζονται ενετικά χτίσματα με καμάρες στις αυλόπορτες, που
πιστοποιούν την ύπαρξή του κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Το 1769, ο οικισμός κάηκε από τους Τούρκους κι έγινε Τουρκοχώρι. Η εκκλησία του
Αγίου Ανδρέα μετατράπηκε σε τζαμί, γεγονός με το οποίο συνδέεται η εξής παράδοση:
Όταν χτιζόταν το τζαμί, ένα εικόνισμα που το ‘παιρναν έξω από το χωριό, βρισκόταν την
επόμενη μέρα στην εκκλησία. Οι Τούρκοι το ‘ριξαν σε θημωνιές, για να το κάψουν, αλλά το
εικόνισμα δεν καιγόταν. Τελικά οι ίδιοι το ‘χτισαν στον τοίχο και τέλειωσαν το τζαμί. Όταν
το 1938 οι Χριστιανοί ξανάχτιζαν τον Άγιο Ανδρέα, βρήκαν το εικόνισμα, που τώρα πια
βρίσκεται μέσα στην εκκλησία.
Οι Τούρκοι έφυγαν γύρω στα 1910 και στον Άγιο Ανδρέα εγκαταστάθηκαν οι
Σκουλούδηδες από το Ρ έ θ υ μ ν ο, οι Χουρδάκηδες απ’ τους Μ α ρ γ α ρ ί τ ε ς
Μυλοποτάμου, οι Γιαννάδες απ’ το Ρ ο δ ά κ ι ν ο, οι Ριτζάκηδες απ’ το Α σ κ ύ φ ο υ
Σφακίων και οι Φραδέλλοι από την Α ν ώ π ο λ η Σφακίων. Το 1924 ήρθαν και πρόσφυγες
από την Μικρά Ασία, απ’ τους οποίους μόνο η οικογένεια των Γιαννούληδων παραμένει
στον Άγιο Ανδρέα.

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Είναι χτισμένο στους πρόποδες
άγονων υψωμάτων σε υψόμ. 350μ. απέχει 21 χμ. από το Ρέθυμνο και στα δυτικά του
απλώνεται ένας κάμπος κατάφυτος από ελιές και αμπέλια. Οι κάτοικοί του ανέρχονται
στους 150.
Το όνομα του χωριού προήλθε από την ομώνυμη εκκλησία που υπάρχει στο κέντρο
του. Μέχρι το 1950 ονομαζόταν Ν ε υ ς Ά γ ι ο ς Β α σ ί λ ε ι ο ς (νευς=τούρκικη λέξη που
σημαίνει νέος). Η λέξη είχε προστεθεί για να διακρίνεται από την πρωτεύουσα της
επαρχίας, ενώ αργότερα το 1950, περιεκόπηκε με νόμο για απλοποίηση.
Το πότε κτίστηκε το χωριό δε γνωρίζουμε. Οι κάτοικοί του είναι Κρητικοί.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Βολουδάκηδες, Γερουκάκηδες, Γυπαράκηδες, Κλειδήδες,
Πετρουλάκηδες, Αλεβιζάκηδες, Στρατουδάκηδες. Κύρια ασχολία των κατοίκων είναι η
γεωργία και η κτηνοτροφία. Παράγουν λάδι, δημητριακά προϊόντα αχλάδια και
κτηνοτροφικά προϊόντα.
Στην τοποθεσία Σ ύ ν η σ ο ς υπάρχει βυζαντινό φρούριο. Στην περιοχή οι ιστορικοί
τοποθετούν την Α ρ χ α ί α Σ ύ β ρ ι τ ο (Κ ά τ ω Σ ύ β ρ ι τ ο ς) και στην περιοχή του
Αμαρίου την Ά ν ω Σ ύ β ρ ι τ ο. στην τοποθεσία Κ υ λ ι σ τ ρ έ ς του λόφου του Σελγί
υπάρχουν ερείπια αρχαίου τείχους, πράγμα που μας οδηγεί στην υπόθεση ότι στην
περιοχή αυτή υπήρχε παλιός οικισμός.

Στο βυζαντινό φρούριο ο Βενετσιάνος διοικητής συγκέντρωνε τον ντόπιο στρατό,
που αποτελούνταν μόνο από τους προνομιούχους της περιοχής, τους λεγόμενους
«privilegiati».
Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας έμεναν Τούρκοι στο χωριό, οι οποίοι έφυγαν με
την ανταλλαγή των πληθυσμών, όταν τέλειωσε ο πόλεμος.
Σε απόσταση 8μ. από την είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Βασιλείου υπάρχει μια
μικρή τρύπα που οδηγεί σ’ ένα ανεξερεύνητο σπήλαιο, το οποίο μόνο στα πρώτα εξήντα
πέντε μέτρα έχει εξερευνηθεί, ενώ στη συνέχεια γίνεται δαιδαλώδες.
Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής οι κάτοικοι έκρυβαν εκεί τις περιουσίες τους
για να τις γλιτώσουν από τις λεηλασίες, αλλά και από την απειλούμενη πυρπόληση του
χωριού από τους κατακτητές. Σύμφωνα με ένα θρύλο, κάποτε ένας πετεινός μπήκε στο
σπήλαιο από το χωριό του Αγίου Βασιλείου και βγήκε στο χωριό Φωτεινού.
Στο χωριό υπάρχει, όπως αναφέραμε, και η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου, δίκλιτος,
της οποίας το άλλο κλίτος είναι αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή. Ο παλιός ναός που
πιθανό να ήταν ρυθμού βασιλικής, καταστράφηκε ή από κάποια επιδρομή Τούρκων ή από
σεισμό. Λίγο πιο έξω από το χωριό υπάρχουν και τα ξωκλήσια του Αγίου Ιωάννου
Προδρόμου, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, στο οποίο βρίσκεται και το νεκροταφείο
του χωριού, του Αγίου Αντωνίου και τα χαλάσματα του Αγίου Γεωργίου.
Πιστεύεται ότι εκεί όπου είναι σήμερα το ξωκλήσι του Αγίου Αντωνίου παλιά
υπήρχε οικισμός, του οποίου διακρίνονται μόνο τα χαλάσματα.

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Οικισμός της κοινότητας Αγίου Κωνσταντίνου με 74 κατοίκους. Ανάμεσα στον Άγιο
Γεώργιο και στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί από το Ρέθυμνο στα Χανιά, μέσα σε ελαιώνες
και καλλιεργούμενες σήμερα εκτάσεις, σώζονται μερικά υπολείμματα τοίχων προφανώς
από σπίτια, μια πέτρα ελαιόμυλου και τρεις ναΐσκοι. Η περιοχή ονομάζεται σήμερα
Α ρ τ ό ς.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας υπήρχε χωριό Αρτός
στην επαρχία Ρεθύμνης. Το 1583 αναφέρεται σαν χωριό (σε φωτοτυπία από το ιστορικό
αρχείο Κρήτης). Ο Αρτός καταστράφηκε δυο χρόνια μετά την κατάληψη της πόλης του
Ρεθύμνου, το 1648, από το Χουσεΐν Πασά.
Στον οικισμό ανήκουν οι εκκλησίες: Άγιος Γεώργιος Κισσός, βυζαντινή εκκλησία.
Υπάρχουν μόνο τα ερείπια, ανάμεσα στα οποία σώζεται ένας τοίχος με τοιχογραφίες. Δίπλα
χτίστηκε, πριν από 15 χρόνια, νέα εκκλησία, που αφιερώθηκε επίσης στον Άγιο Γεώργιο. Η
εκκλησία του Αγίου Πνεύματος είναι παλιά εκκλησία, από την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Βρίσκεται αναστηλωμένη στο νεκροταφείο του χωριού.

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΡΜΕΝΩΝ
Οικισμός της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται 500μ.. νοτιοδυτικά των Αρμένων, στην
κοινότητα των οποίων υπάγεται. Έχει υψόμ. 350μ. Σήμερα κατοικείται από 50 άτομα.
Το όνομα του οικισμού προέρχεται από την ομώνυμη εκκλησία του, που χτίστηκε τη
βυζαντινή εποχή. Ο οικισμός υπάρχει επομένως κατά τη β’ βυζαντινή περίοδο (961-1204
μ.Χ.). Οι παλιότερες οικογένειες του Αγίου Γεωργίου είναι οι Κολυβάκηδες, οι Βακνάκηδες
και οι Παπαδάκηδες.
Εκτός από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου υπάρχουν στον οικισμό οι εκκλησίες
Αγία Κυριακή και Άγιος Κωνσταντίνος, που είναι επίσης παλιά, καθώς και η Κοίμηση της
Θεοτόκου.

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΗΓΗΣ
Οικισμός της κοινότητας Πηγής της επαρχίας Ρεθύμνης. Είναι κτισμένος σε υψόμ.
250μ. και κατοικείται από 40 άτομα.
Το όνομά του προέρχεται από την ομώνυμη βυζαντινή εκκλησία που υπάρχει στον
οικισμό, με αξιόλογες τοιχογραφίες.
Άλλες εκκλησίες που υπάρχουν εδώ είναι ο Άγιος Ιωάννης και ο Τίμιος Σταυρός.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Απέχει 29χλμ. Νοτιοδυτικά του Ρεθύμνου, σε
υψόμ. 520μ. και έχει 210 κατοίκους.
Η ονομασία του προήλθε από ένα εικόνισμα του Αγ. Ιωάννου που βρισκόταν σ’ ένα
βάτο χωρίς να το ξέρουν οι κάτοικοι. Λέγεται πως κάποια κοπέλα έβλεπε πολλές φορές
φως σ’ ένα βάτο και το είπε στους συγχωριανούς της. Επειδή δεν την πίστευαν και ήθελαν
να λύσουν αυτό το μυστήριο, έβαλαν φωτιά στο βάτο που τους έδειξε η κοπέλα και στη
στάχτη βρέθηκε το εικόνισμα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου μισοκαμένο. Γι’ αυτό και το
χωριό ονομάζεται Ά γ ι ο ς Ι ω ά ν ν η ς «ο κ α μ έ ν ο ς».
Το εικόνισμα βρίσκεται φυλαγμένο στο ναό του Αγίου Παντελεήμονα, που είναι και
ο πολιούχος του χωριού. Στο μέρος που βρέθηκε το εικόνισμα έχει χτιστεί ομώνυμη
εκκλησία.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν υπάρχουν ακριβείς μαρτυρίες. Μας είναι όμως
γνωστό ότι προέρχεται από την ένωση των συνοικισμών Π έ τ ρ ε ς, Σ α λ β α ρ ά ς,
Π α ν α γ ι ά, Μ ε σ ο ν ή σ ι, Α γ ί α Π α ρ α σ κ ε υ ή, ίσως και μερικών άλλων που τα
ονόματά τους δε μας είναι γνωστά. Οι συνοικισμοί αυτοί ενώθηκαν για να προστατευτούν
από τις συχνές επιδρομές των πειρατών. Το χωριό, στο οποίο συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι
όλων αυτών των συνοικισμών, ονομάστηκε Άγιος Ιωάννης.
Οι κάτοικοί του είναι Κρητικοί. Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Τραντάληδες,
Κουμεντάκηδες, Κατσουλάκηδες, Παυλάκηδες, Ζαμπετάκηδες, Θεοδωράκηδες,

Γιακουμογιαννάκηδες, Κουτσουδάκηδες, Δασκαλάκηδες, Μαριδάκηδες, Παθουλάκηδες,
Δασκαλαπωνάκηδες.
Κυριότερη ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία και λιγότερο η κτηνοτροφία.
Κύριο προϊόν είναι το λάδι.
Επί Τουρκοκρατίας έγιναν πολλές και μεγάλες μάχες στο χωριό, στις οποίες όλοι
σχεδόν οι κάτοικοι πήραν μέρος. Εξάλλου, το χωριό πυρπολήθηκε πολλές φορές από τους
Τούρκους.
Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής οι κάτοικοι πήραν μέρος σε πολλές μάχες
ενάντια στους κατακτητές. Στο χωριό κρυβόντουσαν Εγγλέζοι και Νεοζηλανδοί μέχρι να
φυγαδευθούν για τη Μέση Ανατολή. Μια περιοχή του χωριού είχε πάρει την ονομασία
Κ υ π α ρ ί σ σ ι α Ε γ γ λ έ ζ ω ν, σε ανάμνηση των γεγονότων των χρόνων εκείνων.
Στην διάρκεια της Κατοχής οι Γερμανοί έκαψαν το συνοικισμό Κ α λ ή Σ υ κ ι ά,
εξαιτίας της συμμετοχής των κατοίκων του στην απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Οι
απαγωγείς αναγκάστηκαν να περάσουν μέσα από το χωριό για να μπορέσουν να ξεφύγουν
από τους Γερμανούς που τους καταδίωκαν. Αναφέρεται ότι οι Γερμανοί μεταξύ των άλλων
αγριοτήτων που διέπραξαν, έκαψαν και εφτά γυναίκες μέσα σε φούρνους.
Οι κάτοικοι του χωριού αναφέρουν κάποιο μύθο σχετικά μ’ έναν κτηνοτρόφο που
λεγόταν Σαλβαράς. Ο Σαλβαράς, λένε, θέλησε να κτίσει μια εκκλησία, η περιοχή όμως δεν
είχε καθόλου νερό. Τότε αυτός σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει αντί για νερό, το γάλα που
έπαιρνε από τα βόδια και τα γίδια. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να κτίσει την εκκλησία,
που την ονόμασε Σωτήρας Χριστός. Στην ανατολική πλευρά της εκκλησίας πίστευαν οι
κάτοικοι ότι ήταν νεκροταφείο αβάπτιστων παιδιών, τελώνια, όπως τα λένε στην Κρήτη.
Από το σημείο αυτό αναφέρουν ότι ακούγονταν κλάματα μικρών παιδιών.
Στο χωριό υπάρχει και μια αξιόλογη σπηλιά με σταλακτίτες, που την ονομάζουν της
Συκιάς το νερό. Λίγο μακρύτερα βρίσκεται το γεμάτο με φυσικές ομορφιές φαράγγι του
Κοτσυφά.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΑΡΙΟΥ
Χωριό της επαρχίας Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου, από το οποίο απέχει 55 χμ. Είναι
κτισμένο σε υψόμ. 370 μ. δυτικά του ποταμού Πλατύ και έχει σήμερα 120 κατοίκους. Το
χωριό πήρε τ’ όνομά του από το ξωκλήσι του Αγίου Ιωάννη.
Το εκκλησάκι είναι βυζαντινής εποχής με τοιχογραφίες οι οποίες δεν διατηρούνται
καλά. Σε ανασκαφές που έχουν γίνει γύρω από την εκκλησία έχουν βρεθεί τρεις
αλλεπάλληλες σειρές τάφων. Υπάρχει μάλιστα η πιθανότητα αν συνεχιστούν οι ανασκαφές
να βρεθούν και άλλοι τάφοι, που εξαιτίας του βάθους τους θα ανήκουν σε πολύ
παλιότερες εποχές, από αυτούς που βρέθηκαν, κατά τις οποίες συνήθιζαν να τοποθετούν
τους νεκρούς στη λεγόμενη «εμβρυακή» στάση. Επίσης γύρω από την εκκλησία υπάρχουν
ερείπια κελιών, δείγμα ότι παλιά ήταν μοναστήρι.
Η παράδοση αναφέρει ένα περιστατικό για το ξανακτίσιμο του παλιού και
ερειπωμένου πλέον ξωκλησιού. Παλιότερα τριγύρω απ’ αυτό υπήρχαν μόνον χωράφια, τα

οποία ο Τούρκος ιδιοκτήτης νοίκιαζε σ’ ένα Χριστιανό που του έδινε τη μισή σοδειά του.
Επειδή ο Τούρκος αγάς δεν έμεινε ευχαριστημένος μια χρονιά και υποψιάστηκε ότι ο
Χριστιανός τον έκλεβε, πήγε μια μέρα να επιθεωρήσει τ’ αμπάρια.
Τη νύχτα βγήκε ο Αϊγιάννης και με το καμιτσίκι του τον έδιωξε από κει. Το πρωί στον
ενοικιαστή του που τον βρήκε γυμνό και ξυπόλητο στην άκρη του κτήματος, είπε: «Άντε
μωρέ τζάνουμ να μου φέρεις τα ρούχα μου και τα παπούτσια μου και να δώσεις το μερίδιό
μου από τη φετινή σοδειά στον Άγιο για να διορθωθεί το σπίτι του. Είναι κρίμα και ντροπή
να μένει έτσι χαλασμένο και ξέσκεπο». (Βλ. Αλεξ. Χατζηγάκη, «Εκκλησίες Κρήτης.
Παραδόσεις». Ρέθυμνο 1954, σελ. 24-27).
Το χωριό Άγιος Ιωάννης είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του λησμονημένου ηρωικού
αρματολού Μητροφάνη, ο οποίος για να σωθεί από τους γενίτσαρους έγινε καλόγερος στη
μονή Ασωμάτων χωρίς όμως ποτέ να εγκαταλείψει το όπλο του.
Το χωριό πρέπει να κατοικήθηκε πριν από πολλά χρόνια. Πάντως με τη σημερινή
του μορφή υπάρχει από τους βυζαντινούς χρόνους. Παλιότερες οικογένειες είναι οι
Καλογεράκηδες, οι Παπαδογιαννάκηδες, οι Μπριλάκηδες, οι Κορωνάκηδες, οι
Μαυρογιαννάκηδες, οι Παραδεισιανοί, οι Καπαρήδες, οι Μαριδάκηδες, οι Ζωιδάκηδες, οι
Μαγαριτσανήδες κ.α.
Εκτός από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη υπάρχουν ακόμα δυο εκκλησίες: των
Τεσσάρων Μαρτύρων, νεόκτιστη και της Αγίας Σοφίας.
Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας είναι αρκετά παλιά. Έχει καταστραφεί δυο ή τρεις
φορές. Ίσως είναι σύγχρονη του Αγίου Ιωάννη, γιατί σ’ αυτήν την εκκλησία έχουν βρεθεί
από ανασκαφές παλιότεροι τάφοι καθώς και ερείπια τοίχων που δείχνουν ότι και εκεί ίσως
υπήρχε μοναστήρι.
Διασώζεται και ένας θρύλος για την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, όταν αυτή ήταν
μοναστήρι: Κάποτε, στον καιρό της Τουρκοκρατίας ζούσε κάποιος μοναχός με το
ψυχοπαίδι του και που για συντροφιά είχαν κι ένα σκυλί, τη Βλαχούσα. Κάποτε λοιπόν, οι
Τούρκοι θέλησαν να σκοτώσουν το μοναχό. Πήγαν στο μοναστήρι, σκότωσαν το σκυλί για
να μην τους φέρει εμπόδια στην εκτέλεση της ανόσιας πράξης τους και σε λίγο έφτασαν
κοντά στο μοναχό, που εκείνη την ώρα έφτιαχνε τυρί. Σκέφτηκαν λοιπόν να μην τον
πειράξουν μέχρι να φτιάξει το τυρί, γιατί έτσι θα είχαν διπλό όφελος: και το θάνατο του
μοναχού και κέρδος το τυρί.
Ο μοναχός όμως κατάλαβε τι γύρευαν οι Τούρκοι και με τα παρακάτω λόγια
ειδοποίησε τον ψυχογιό του να πάει να φέρει βοήθεια: «Την Βλαχούσα εσκοτώσαν, το
μητάτον επλακώσαν, έβγα πάνω μοναχός και κατέβα με πολλούς. Ο καλά καλυκωμένος (με
καλά παπούτσια) παρά λίγο καβαλάρης, του Γενάρη το φεγγάρι, παρά λίγο μέρα κάνει». Οι
Τούρκοι νομίζοντας ότι τα λόγια αυτά τα έλεγε ο γέρος για να πήξει το τυρί δεν έδωσαν
σημασία. Έτσι ο ψυχογιός κατάφερε και έφερε βοήθεια με αποτέλεσμα να σωθεί ο
μοναχός.
Στη θέση Κ α ρ τ σ ά λ η, από ανασκαφές που έγιναν βρέθηκαν ορισμένα αγγεία και
ένα μικρό αγαλματάκι, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο του Ηρακλείου. Ίσως με

μια πιο μελετημένη ανασκαφή και χρονολόγηση των αντικειμένων να εξακριβωθεί η
χρονολογία κατοίκησης του χωριού στα προϊστορικά χρόνια.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 38 χμ. νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου σε
υψόμ. 360μ. Βρίσκεται μεταξύ Καλύβου και Αγίου Μάμαντος. Σήμερα το κατοικούν μόνο
70 άτομα.
Το όνομα του το πήρε από την ομώνυμη εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του
Χρυσοστόμου.
Το χωριό εμφανίζεται κατά το 12 ο αιώνα. Σ’ αυτό συνηγορούν και τοιχογραφίες των
εκκλησιών, αλλά και η ίδια η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου που χρονολογείται
από το 12 ο αιώνα. Οι κάτοικοι είναι Κρητικοί, που ήλθαν εδώ από τα γύρω χωριά.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι Δαφνομήληδες, Χατζηδάκηδες, Αρχαγγέληδες,
Βασιλάκηδες, Βασαλήδες, Τσιρήνηδες, Βαρβέρηδες.
Οι κάτοικοί του ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στην εποχή της
Τουρκοκρατίας ζούσαν Τούρκοι στο χωριό. Σώζεται μάλιστα και σήμερα το σπίτι του
Τουρκοκρητικού Αγά Χατζιδάκη -όπου κατοικεί σήμερα ένας απόγονός του- με τούρκικη
επιγραφή στην εξώθυρα.
Σχεδόν όλο το χωριό έλαβε μέρος στη Μάχη της Κρήτης.
Στην τοποθεσία Περιστερές υπάρχουν δυο μεγάλα σπήλαια με σταλακτίτες και
σταλαγμίτες. Και τα δυο σπήλαια έχουν μεγάλο βάθος. Τα σπήλαια βρίσκονται το ένα στον
Πάνω Περιστερέ και το άλλο στον Κάτω Περιστερέ. Μάλιστα εκεί φωλιάζουν πολλά
περιστέρια και ίσως να λέγεται γι’ αυτό η τοποθεσία Περιστερές. Ο θρύλος λέει ότι οι
παλιοί ρίξανε στο πάνω σπήλαιο έναν κόκορα που βγήκε στο κάτω σπήλαιο.
Δίπλα από το χωριό περνάει ο ποταμός Γεροπόταμος. Πάνω από το ποτάμι στη
θέση Β ο υ κ ο λ ί δ ι α υπήρχε μεγάλο σπήλαιο όπου οι Χριστιανοί επί Τουρκοκρατίας
έκρυψαν τις περιουσίες τους και έφραξαν την είσοδο, μετά έφυγαν από το χωριό και δεν
ξαναγύρισαν. Οι σημερινοί κάτοικοι δεν μπόρεσαν να βρουν την είσοδο. Σε μιαν άλλη
τοποθεσία με το όνομα Μ α ύ ρ α Σ π ή λ α ι α, υπάρχουν πολλές μικρές σπηλιές, στην
πάνω μεριά του φαραγγιού.
Υπάρχει μάλιστα και η εξής παράδοση για το χωριό: Το χωριό είχε τρεις εισόδους,
που τα βράδια τις κλείνανε. Στις τρεις εισόδους υπάρχουν τρεις εκκλησίες: του Αγίου
Ιωάννη του Χρυσοστόμου, της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου. Όταν κάποτε έπεσε
πανώλη, οι ντόπιοι πίστευαν ότι η αρρώστια ήταν γυναίκα που προσπαθούσε να μπει στο
χωριό για να αρρωστήσουν οι κάτοικοι, αλλά οι τρεις άγιοι δεν την άφησαν. Στον τοπική
διάλεκτο την πανώλη τη λένε πανώγλα.
Στο χωριό υπάρχουν και οι εξής εκκλησίες: του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, που
χρονολογείται από το 12 ο αιώνα. Είναι η πιο παλιά εκκλησία της επαρχίας Μυλοποτάμου.
Το τέμπλο της είναι πολύ παλιό και έχει επιδιορθωθεί. Παλιότερα το νεκροταφείο που
υπήρχε γύρω από την εκκλησία ήταν το μοναδικό. Της Κοίμησης της Θεοτόκου, σύγχρονη

του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Έχει τοιχογραφίες και είναι ανακαινισμένη. Του Αγίου
Γεωργίου, όπου μεταφέρθηκε τελευταία νεκροταφείο. Χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας, από
τον Τουρκοκρητικό Αγά Χατζιδάκη. Λένε μάλιστα ότι την έκτισε εκπληρώνοντας κάποιο
τάμα που είχε κάνει στον Άγιο, παρακαλώντας τον να τον αφήσει να μπει στο χωριό.
ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ*
Ο Άγιος Κωνσταντίνος είναι χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης με 222
κατοίκους. Βρίσκεται σε απόσταση 18,5 χμ. από το Ρέθυμνο, σε υψόμ. 220μ. Οι κύριες
πηγές εισοδήματος των κατοίκων είναι το ελαιόλαδο, τα χαρούπια και τα κτηνοτροφικά
προϊόντα.
Στην κοινότητα υπάγεται ο οικισμός Ά γ ι ο ς Γ ε ώ ρ γ ι ο ς, που είναι ένα πολύ
όμορφο χωριό με μια σπουδαία εκκλησία (επισκευασμένη σήμερα).
Ο Άγιος Κωνσταντίνος πήρε το όνομά του από την ομώνυμη εκκλησία του, που
κτίστηκε το 1315.
Το χωριό σημειώνεται για πρώτη φορά στο έργο του Κορνήλιου Creta Sacra. Το
1415 αναφέρεται από τον Buondelmonti, σύμφωνα με τον οποίο στον Άγιο Κωνσταντίνο
γίνονταν πανηγύρι και αγώνες στην παλαίστρα και στο τόξο. Οι νικητές στεφανώνονταν
από πράσινα φύλλα ελιάς. Στεφάνωναν επίσης τις γυναίκες που διακρίνονταν στο χορό με
στεφάνια από λουλούδια. Αναφέρει ακόμη ο Buondelmonti ότι τα μέλη των οικογενειών
παντρεύονταν μεταξύ τους, για να μην αναμειχτεί το αίμα τους με το αίμα ανθρώπων
ξένων προς τη γενιά τους. Ο Άγιος Κωνσταντίνος αναφέρεται από τον «Καστροφύλακα» το
1583 με 179 κατοίκους. Στο ποίημα του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή, «Κρητικός πόλεμος»,
δηλώνεται σαν «το χωριό του Μπαρότσι».

«…και του Μπαρότσι το χωριό τον Άγιο Κωνσταντίνο
και τσι βιτσίλες τα νερά και το νερό εκείνο…»

Στον Άγιο Κωνσταντίνο διατηρήθηκε ερειπωμένη μέχρι το 1941-42 η Βίλλα
Μπαρότσι, την οποία φωτογράφισε ο Ιταλός εξερευνητής G. Gerola στις αρχές του αιώνα
μας.
Η παρουσία της οικογένειας Μπαρότσι μαρτυρείται και από την επιγραφή:
Franciscus Baroci us Jacopi filius parentum et amicorum suorum animi relaxation locum
hunc per ornavit moix», που σημαίνει ότι «ο Φραγκίσκος Μπαρότσι, γιός του Ιακώβου,
διαμόρφωσε την πηγή σε τόπο αναψυχής των γονέων και των φίλων του». Η επιγραφή
εντοιχίστηκε, το 1509, σε λίθινη πλάκα πάνω από την πηγή στις Βιτσίλες, ανατολικά του
χωριού. Η παραπάνω πλάκα έπεσε πριν από λίγο καιρό. Για την ίδια επιγραφή υπάρχει η
μαρτυρία του Pashley, που επισκέφτηκε την πηγή και το χωριό στα 1834. Ο Pashley
αναφέρει και το εξαίρετο κρασί που δοκίμασε εδώ.
Στον Άγιο Κωνσταντίνο σώζονται πολλά κτίσματα, που μαρτυρούν την ενετική
παρουσία, όπως τα ερείπια ενετικού νομισματοκοπείου. Όπως αναφέρεται, το χωριό ήταν
εξαιτίας του θαυμάσιου κλίματός του, θέρετρο πολλών ενετικών οικογενειών του
Ρεθύμνου.

Εκτός όμως από τους Ενετούς, έντονη ήταν η παρουσία οικογενειών βυζαντινής
καταγωγής, όπως των Μουσούρων και των Βλαστών, μέχρι το ξέσπασμα της Επανάστασης
του 1821, οπότε -σύμφωνα με την παράδοση- αναχώρησε ο τελευταίος Μουσούρος για την
Κωνσταντινούπολη.
Βυζαντινή παρουσία δηλώνουν παράλληλα τα ερείπια μοναστηριού και αρχοντικού,
που ανήκε στην οικογένεια των Κομνηνών (πρόκειται για βυζαντινούς αποίκους) όπως και
η τοποθεσία Α ρ γ υ ρ ό ς, που οφείλει το όνομά της στους Αργυρούς των βυζαντινών
χρόνων.
Στην κεντρική εκκλησία του χωριού, τον Άγιο Κωνσταντίνο υπάρχουν αξιόλογες
βυζαντινές εικόνες, που χρονολογούνται από το 1730-1770. Ανάμεσα στους αφιερωτές
εμφανίζεται η οικογένεια των Βλαστών, που κατάγονται από τους Βλαστούς των
βυζαντινών χρόνων. Στην ίδια οικογένεια ανήκε ένα χρυσό δακτυλίδι, που ζύγιζε 12
δράμια. Βρέθηκε γύρω στα 1950 σ’ ένα οικόπεδο του χωριού και σήμερα φυλάσσεται στο
Ιστορικό Μουσείο του Ηρακλείου.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το χωριό κατοικούνταν από Έλληνες. Ήταν η έδρα
της επαναστατικής επιτροπής, που μεταφέρθηκε αργότερα στο χωριό Μαργαρίτες
Ρεθύμνης, όπου και διαλύθηκε.
Τα χρόνια της Κατοχής, οι Γερμανοί ανάγκασαν τους χωριανούς να χτίσουν
στρατώνα με υλικά των σπιτιών τους κι ό,τι είχε απομείνει από τη βίλα Μπαρότσι. Ο
στρατώνας υπάρχει και σήμερα και γίνονται προσπάθειες για να διασωθεί σαν μνημείο
νεότερης ιστορίας.
Οι κάτοικοι του χωριού χαρακτηρίζονται από μια βαθιά δημοκρατική παράδοση και
αγωνιστικότητα όπως φαίνεται από τις προσωπικότητες που ακολουθούν:
Σακόραφος Γεώργιος, γεννήθηκε το 1875. Ήταν από τα πρώτα μέλη της Φιλικής
Εταιρείας, πήρε μέρος στην Κρητική Επανάσταση και ήταν μέλος όλων των άλλων από το
1821-1829. Προτάθηκε από τη Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνιας από την αντιπολίτευση
σαν κυβερνήτης της Ελλάδας αντί του Καποδίστρια αλλά αρνήθηκε. Είχε εκλεγεί ένας από
τους 10 πρώτους ορισθέντες από τον Όθωνα γερουσιαστές και πέθανε στην Αθήνα το 1865.
Παπά Βασίλης Παπαδάκης. Ιερέας του χωριού γεννήθηκε σ’ αυτό το 1851 και
πέθανε το 1931. Ήταν μέλος της Γενικής Επαναστατικής συνέλευσης τον Ιούνιο του 1896
και το 1897 είχε εκλεγεί αντιπρόεδρός της. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του
Βενιζέλου (φωτοτυπίες για τα στοιχεία αυτά βρίσκονται στην κοινοτική βιβλιοθήκη καθώς
και επιστολές του Βενιζέλου προς αυτόν).
Μαραγκουδάκης Γεώργιος. Γεννήθηκε στον Άγιο Κωνσταντίνο, υπήρξε αγωνιστής
της Κρητικής Επανάστασης, προβιβάστηκε στο βαθμό του Πεντακοσίαρχου από το γενικό
αρχηγείο της επαρχίας Ρεθύμνου και την προσωρινή διοίκηση Κρήτης το 1878, έλαβε μέρος
σε πολλές μάχες και αρίστευσε.
Οι κάτοικοι του χωριού είναι προοδευτικοί, εργατικοί και φιλήσυχοι.
Στις παλιότερες οικογένειες ανήκουν οι Βλαστοί, οι Μουσούρηδες, οι
Παπαδογιάννηδες, οι Σπαντιδάκηδες, οι Σπανδάγοι, οι Βενετάκηδες, οι Βερυκάκηδες, οι
Δρανδάκηδες, οι Μελτζάκηδες, οι Ανδρεδάκηδες και οι Ατληδάκηδες.

Στο χωριό υπάρχει ένας θρύλος, τον οποίο οι κάτοικοι αναφέρουν σαν πραγματικό
γεγονός: Γύρω στα 1800, πρωτοπαλίκαρο και άρχοντας του χωριού ήταν ο Μουσούρος τον
οποίο ήθελε να σκοτώσει ο Τούρκος αγάς της περιοχής. Καβάλησε λοιπόν το άλογό του και
προσπάθησε να μπει στο χωριό από κάποια είσοδο, που κοντά της υπήρχε μια εκκλησία.
Μόλις όμως έφτανε στην είσοδο, το άλογο σταματούσε μόνο του και δεν έμπαινε μέσα.
Τότε ο Τούρκος παρακάλεσε τον Άγιο Κωνσταντίνο να τον αφήσει να μπει στο χωριό και
υποσχέθηκε πως δε θα σκοτώσει το Μουσούρο. Μπήκε πραγματικά στο χωριό και κράτησε
την υπόσχεσή του. Τον επόμενο χρόνο ο Μουσούρος έκανε πανηγύρι στον Άγιο
Κωνσταντίνο για να τον ευχαριστήσει για τη σωτηρία του.
Η μητρόπολη του χωριού είναι ο Άγιος Κωνσταντίνος. Είναι ρυθμού βασιλικής με
τοιχογραφίες. Κτίστηκε το 1315 και αναστηλώθηκε. Ήταν από την αρχή δυμάρτυρη,
αφιερωμένη στους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη.
Βυζαντινής εποχής είναι οι εκκλησίες του Σωτήρα Χριστού και του Χριστού. Η
τελευταία αυτή εκκλησία είχε αξιόλογες τοιχογραφίες αλλά είναι σήμερα σε κακή
κατάσταση. Στα βυζαντινά μνημεία της περιοχής περιλαμβάνεται και η εκκλησία του Αγίου
Γεωργίου, στον παλιό οικισμό Α ρ τ ό ς, μεταξύ της περιοχής του οικισμού Α γ ί ο υ
Γ ε ω ρ γ ί ο υ και της κοινότητας Ζ ο υ ρ ι δ ί ο υ.
Από τα χρόνια της Ενετοκρατίας υπάρχει η Κοίμηση της Θεοτόκου ρυθμού
βασιλικής, που βρίσκεται στην άκρη του χωριού προς το Ζουρίδι. Στην Κοίμηση της
Θεοτόκου είναι αφιερωμένη και η βυζαντινή εκκλησία, στην τοποθεσία Αρτός. Σήμερα
σώζονται ελάχιστες τοιχογραφίες.
Μέσα σε σπηλιές οι εκκλησίες του Αγίου Αντωνίου, στην ομώνυμη τοποθεσία και
του Αγίου Νικολάου, στη θέση Σ κ ά λ α. Γι’ αυτό το λόγο οι δύο άγιοι ονομάζονται
Σπηλίτες. Στην τοποθεσία Μ α γ κ λ α β ά σώζεται το παλιό ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου,
που μετονομάστηκε σε Άγιο Τίτο. Το 1940 χτίστηκε στο χωριό η Αγία Κυριακή.

ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ*
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 37 χμ. από το Ρέθυμνο. Βρίσκεται σε
υψόμ. 420μ., στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη. Σύμφωνα με την τελευταία
απογραφή του 1981 οι κάτοικοι είναι 555.
Οι οικισμοί του είναι: Αργουλιό, Καστρί, Αβδελάς και Μούντρος ή Απανωκάστρι.
Γύρω από το Πανωκάστρι βρίσκονται ίχνη παλαιάς πολιτείας. Ο βράχος της
Ακρόπολης είναι σκαμμένος έτσι ώστε να δημιουργεί ένα μεγάλο χώρο ο οποίος
στηρίζεται με κολώνες από τον ίδιο βράχο και σώζονται λουτήρες και μωσαϊκά και
πολεμίστρες με πέτρες, τις οποίες είχαν τρυπήσει ενδιάμεσα για να μπορούν να πολεμούν
και να προστατεύονται. Επίσης σώζονται ίχνη παλαιού υδραγωγείου. Λίγο πιο κάτω από το
σπήλαιο υπάρχουν δυο πηγάδια σκαλισμένα μέσα στο βράχο και κτισμένα με πέτρες
ακανόνιστες. Κοντά στο υδραγωγείο υπάρχει παλαιά εκκλησία του Αγίου Στέφανου, ο

Άγιος Γεώργιος καινούργια και η Αγία Παρασκευή του 13 ου αιώνα. Στον οικισμό Αργουλιό
υπάρχει η εκκλησία της Πεντηκοστής. Στον οικισμό Αβδελά υπάρχουν οι εκκλησίες: του
Αγίου Ιωάννη και της Παναγίας της Υπαπαντής, η οποία βρίσκεται μέσα σε σπήλαιο και
λειτουργείται στις 2 Φεβρουαρίου.
Στην τοποθεσία Βρύση, 300 μ.. έξω από τον Άγιο Μάμα, εμφανιζόταν τον
παλαιότερο καιρό Νεράιδες οι οποίες έπλεναν τα ρούχα τους και χόρευαν. Λέγεται πως
κάποτε ενώ περνούσαν πολλοί άνθρωποι κάποιος κατάφερε και άρπαξε το μαντήλι της
Νεράιδας.
Στο νότιο μέρος του χωριού υπάρχει ένα βουνό με το όνομα Καλαμαράς. Στην
κορφή του βουνού υπάρχει το σπήλαιο Καλαμαρά και σ’ αυτό οφείλει την ονομασία του το
βουνό. Επίσης υπάρχει και το σπήλαιο Κακοπέρατες. Βρίσκεται στον οικισμό Αβδελάς. Εκεί
κατέφευγαν οι χριστιανοί με τον ερχομό των Τούρκων.
Μέσα στο χωριό υπάρχει η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης του 15 ου αιώνα
αγιογραφημένη. Εκεί είναι και το κοιμητήρι του χωριού.
Κοντά στο χωριό Καστρί υπήρχε το χωριό Κούκουμος. Καταστράφηκε ολόκληρο από
τους Τούρκους την εποχή που οι μοναχοί της Αγίας Ειρήνης είχαν διαμάχη με τους
Τούρκους.
Το όνομα του χωριού προέρχεται από τα όνομα του Αγίου Μάμαντος, αγίου από
την Καππαδοκία της Μ. Ασίας, ο οποίος θεωρείται ο προστάτης των ζώων, και επειδή το
χωριό είναι ορεινό και οι κάτοικοί του ζουν από την κτηνοτροφία, έδωσαν το όνομα του
αγίου στο χωριό τους.
Το χωριό πρωτοκατοικήθηκε κατά το 13 ο αιώνα. Πάντως ξέρουμε ότι το 1433 οι
Βενετοί είχαν κτίσει το χωριό Α ρ γ α λ ι ό, όπου εκεί ήταν παλιά το χωριό του Αγίου
Μάμαντος. Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Αλεφαντινοί, Αρχοντάκηδες, Ρουσσάκηδες,
Ζουρίδες. Οι κάτοικοι εκτός από την κτηνοτροφία ασχολούνται και με τη γεωργία,
παράγουν λάδι, χαρούπια και κηπευτικά.
Το 1943 οι Γερμανοί εκτέλεσαν σαράντα ένα άτομα στους πρόποδες του Ψηλορείτη,
στο γουρουνόλακκο στη θέση Ζ ω ν ι α ν ά.
Στο χωριό υπάρχουν και οι εξής εκκλησίες: Αγίου Μάμαντος, Αγίου Γεωργίου και ο
Ευαγγελισμός της Θεοτόκου του 14 ου αιώνα αγιογραφημένη, η οποία κάηκε από τους
Τούρκους και από τότε έχει μείνει έτσι, χωρίς να γίνει καμιά προσπάθεια αναστήλωσής της.
Η Μονή Αγίας Ειρήνης, ήταν μονή ανδρών και είχε 7 μοναχούς. Δίπλα στη μονή
υπήρχε ένα Τουρκοχώρι που λεγόταν Αβδανίτες. Οι μοναχοί σκότωναν έναν – έναν τους
Τούρκους του χωριού, και μάλιστα έναν Τούρκο τον είχαν κτίσει σ’ έναν τοίχο. Οι Τούρκοι
αντιλήφθηκαν τις ενέργειες των μοναχών, τους συνέλαβαν και τους βασάνισαν. Ένας από
τους μοναχούς όμως δεν άντεξε τα βασανιστήρια και πρόδωσε τις ενέργειες των μοναχών.
Έτσι, οι Τούρκοι σκότωσαν όλους τους μοναχούς και τον προδότη τον σούβλισαν. Στα τείχη
άλλου μοναστηριού έχουν σωθεί πολεμίστρες. Κατά πάσα πιθανότητα οι μοναχοί αυτοί
ανήκαν στην Μονή Δισκουρίου, της περιοχής Λ ι β α δ ί ο υ.
Στο χωριό διατηρείται η παράδοση των ωραίων υφαντών, καθώς και ο
παραδοσιακός κρητικός γάμος, με την ανταλλαγή μαντινάδων και την παραλαβή της νύφης

από το σπίτι της από το γαμπρό και τον παπά. Επίσης, όταν γεννιέται αγόρι στο χωριό,
πυροβολούν στον αέρα.
Το χωριό έχει δυο σπηλιές: η μία είναι του Δράκου απ’ όπου οι κάτοικοι φοβούνται
να περάσουν τη νύχτα, και η άλλη είναι η σπηλιά του Αρναούτη, που ονομάστηκε έτσι γιατί
εκεί είχε σκοτωθεί ένας Τούρκος.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΡΦΩΝ
Οικισμός της κοινότητας Έρφων Μυλοποτάμου. Ιδρυτής και πρώτος κάτοικος του
χωριού (1920) ο Αντώνης Πολιτάκης.
Το προηγούμενο όνομά του ήταν Κ α ϊ α ν ρ τ ζ έ ς.

ΑΓΙΟΣ ΣΥΛΛΑΣ ΔΑΜΟΒΟΛΟΥ
Μικρός οικισμός της κοινότητας Δαμοβόλου Μυλοποτάμου, με 15 κατοίκους. Είναι
κτισμένος σε υψόμ. 150 μ.
Οφείλει το όνομά του στην ομώνυμη εκκλησία που υπάρχει στον οικισμό. Η
εκκλησία αυτή είναι κτισμένη στα θεμέλια της παλιάς εκκλησίας. Η παλιά εκκλησία
ανακαλύφτηκε στο κοντινό δάσος πριν το 1821, μαζί με το εικόνισμα του Αγίου Σύλλα, το
οποίο μεταφέρθηκε στο χωριό Δαμόβολο, στην εκκλησία του Δεσπότη Χριστού.
Μέσα από τον οικισμό περνάνε δυο ποτάμια, ο Γεροπόταμος και ο Πισκόπου.

ΑΓΚΟΥΣΕΛΙΑΝΑ*
Τα Αγκουσελιανά είναι χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Απέχει 24χμ. από το
Ρέθυμνο, στα νότια αυτού, σε υψόμ. 350μ. και με πληθυσμό 308 κατοίκους.
Είναι χτισμένο σε μια μικρή πεδιάδα που ενώνεται με τον κάμπο της Κοξαρές. Στα
βόρεια υψώνεται ο λόγος Κεφάλα και στα νότια βλέπουμε τα Ατσιπαδιανά βουνά.
Οι κάτοικοι του χωριού είναι Κρητικοί και οι παλιότερες οικογένειες είναι οι
Κλειδήδες, οι Κουρμούληδες, οι Νικητάκηδες, οι Ηλιάκηδες, οι Τσίχληδες, οι Αντωνάκηδες.
Το χωριό κατοικείται από τα παλιά χρόνια καθότι στην περιοχή του υπάρχουν
τεκμήρια ζωής πολλών αιώνων. Η περιοχή του χωριού είναι γεμάτη από θραύσματα
κεράτων που ανήκουν σε κερατοστεγείς τάφους και αγγεία ελληνιστικής και ρωμαϊκής
εποχής. Στην τοποθεσία Β α τ ο υ δ έ ς ο κάτοικος του χωριού Νικ. Κορμούλης βρήκε δυο
γυάλινα κύπελλα πολύ καλά διατηρημένα, καθώς και ένα πήλινο λύχνο με λαβή, τα οποία
παρέδωσε στο Μουσείο Ρεθύμνου.
Η παράδοση μιλάει για κρυμμένους θησαυρούς στην περιοχή Μαρκαρίνα, κτήμα
του Μάρκου της Ειρήνης, απ’ όπου και Μαρκαρίνα. Κατά καιρούς έχουν γίνει εκεί
παράνομες ανασκαφές για την ανεύρεση των υποτιθέμενων θησαυρών.

Στους πρόποδες των βουνών, που βρίσκονται στο νότιο μέρος του χωριού,
διατηρούνται τμήματα τοίχων εκκλησιών με βυζαντινές τοιχογραφίες (Αγία Μαρίνα, Άγιος
Στέφανος).
Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Παράγουν λάδι, σιτηρά, κτηνοτροφικά και κηπευτικά. Έχουν δυο μεγάλες σύγχρονες
μονάδες τυροκομίας και ελαιουργίας. Είναι αρκετά πλούσιο χωριό, με άφθονα νερά, που
με κρατική αρωγή κατέβασαν οι κάτοικοι από μια πηγή που βρίσκεται στη θέση Τ ί μ ι ο ς
Σ τ α υ ρ ό ς και έλυσαν το πρόβλημα της ύδρευσης και άρδευσης του χωριού. Έτσι σήμερα
μπορούμε να πούμε ότι τα Αγκουσελιανά είναι ένα ευτυχισμένο χωριό που από το κέντρο
του περνά ασφαλτοστρωμένος δρόμος, έχει καινούρια ωραία σπίτια, Κοινοτικό γραφείο,
διθέσιο Δημοτικό Σχολείο, νηπιαγωγείο, ωραιότατη νεόκτιστη εκκλησία σε βυζαντινό
ρυθμό, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, με σκαλιστό περίτεχνο τέμπλο, η οποία δεσπόζει
επάνω σε ένα υψωματάκι.
Έχει ακόμα την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Γεωργίου, του Προφήτη
Ηλία, του Αγίου Νικολάου στα Π ε ρ ι β ό λ ι α, τοποθεσία στην οποία κατόπιν ερευνών
ειδικών γεωλόγων βρέθηκαν υπόγεια ύδατα. Ξωκλήσια είναι του Αγίου Αντωνίου, του
Σωτήρα Χριστού, του Αγίου Κωνσταντίνου στο οποίο βρίσκεται και το νεκροταφείο, και το
ξωκλήσι του Τιμίου Σταυρού. Τέλος στην περιοχή είναι το σπήλαιο η Νεραϊδότρυπα
ανεξερεύνητο.
Τα εδάφη είναι αργιλώδη, αμμώδη και σε πολλά μέρη φαίνονται κάρβουνα και
τύρφη. Το χωριό έχει μορφωτικό σύλλογο με έντονες δραστηριότητες. Από τα
Αγκουσελιανά κατάγεται ο Στυλιανός Κλειδής (1874-1912) αρχηγός του Μακεδονικού
Αγώνα από το 1904 ως το 1908. Εξεστράτευσε στη Μακεδονία πέντε φορές με δικό του
σώμα από νέους της Ρεθύμνης και χωριανούς του. Έλαβε μέρος στην απελευθέρωση της
Ηπείρου στο Μέτσοβο, όπου και σκοτώθηκε το 1912. Το 1941 στη Μάχη της Κρήτης έλαβε
μέρος ο καπετάν Εμμ. Κουρμούλης και μερικά παλικάρια του χωριού. Εκεί όμως που έλαβε
μέρος όλο το χωριό ήταν η προστασία και φυγάδευση των Άγγλων Αυστραλών και
αντιστασιακών Ελλήνων φυγάδευαν με κίνδυνο της ζωής τους από τη θέση Λίμνη του
Λιβυκού Πελάγους. Γενικά οι κάτοικοι είναι τολμηρά παλικάρια, περήφανοι, γενναίοι και
φιλόξενοι.

ΑΓΡΙΔΙΑ
Ανήκουν στην κοινότητα Κρυονερίου Μυλοποτάμου, είναι κτισμένα σε υψόμ. 280μ.,
46χμ.από το Ρέθυμνο, με πληθυσμό 250 κατοίκους.
Οι κάτοικοι του χωριού, παρετυμολογώντας το όνομα, λένε ότι προήλθε από τους
άγριους Σαρακηνούς που είχαν καταλάβει το χωριό. Τον καιρό της Τουρκοκρατίας κοντά
στο χωριό, στην τοποθεσία Β ρ υ σ ί δ ι α είχε γίνει μάχη των κατοίκων των γύρω χωριών
με τους Τούρκους με μεγάλες απώλειες και από τις δυο μεριές.
Στο χωριό έχουν βρεθεί και διάφορα παλιά κτίσματα, άγνωστο όμως ποιας εποχής.

ΑΔΕΛΕ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε απόσταση 8χμ.
ανατολικά του Ρεθύμνου μέσα σε ελαιώνες και αμπελώνες σε υψόμ. 70μ.
Στην κοινότητα Άδελε υπάγεται και το χωριό Αγία Παρασκευή. Στα δύο χωριά ζουν
συνολικά 1.100 κάτοικοι.
Η παράδοση αναφέρει ότι το Άδελε χτίστηκε τη ρωμαϊκή εποχή και πήρε το όνομά
του από τον πρώτο κάτοικο, που λεγόταν Adel.
Το χωριό υπάρχει οπωσδήποτε κατά την ενετική περίοδο, όπως φαίνεται από τον
«Καστροφύλακα», στον οποίο αναφέρεται με 154 κατοίκους.
Από το χωριό αυτό κατάγεται και ο Κωνσταντής Γιαμπουδής ή Γιαμπουδάκης που
πυρπόλησες την πυριτιδαποθήκη Αρκαδίου στις 8 Νοεμβρίου 1866. Προτομή του έχει
στηθεί στο Άδελε και στο Αρκάδι.
Μεταξύ Τούρκων και επαναστατών έχουν γίνει μάχες στο χωριό κατά τις
επαναστάσεις 1866-69 και 1896-98.
Στο Άδελε υπάρχει προτομή του Κωνσταντή Γιαμπουδή και μαυσωλείο των 18
ατόμων, που εκτελέστηκαν ομαδικά από τους Γερμανούς.
Πριν από 150 χρόνια περίπου, χτίστηκε στο χωριό η εκκλησία του Αγίου
Παντελεήμονα. Ένας θρύλος αναφέρει ότι όταν χτιζόταν το καμπαναριό, ένα λαγήνι νερό
έπεσε από πάνω, αλλά δεν έσπασε.
Σύμφωνα με ένα δεύτερο θρύλο, ένας κάτοικος του χωριού ήθελε πολύ να
αποκτήσει παιδί. Έταξε λοιπόν στον Άγιο Παντελεήμονα την κατσίκα του. Πράγματι η
γυναίκα του γέννησε, αλλά ο χωρικός δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Μια μέρα όμως
βρέθηκε η κατσίκα μόνη της μέσα στην εκκλησία.

ΑΪ-ΜΟΝΑΣ ή ΑΗΜΟΝΑΣ*
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου, κτισμένο στους βόρειους πρόποδες του
Ψηλορείτη. Βρίσκεται ανάμεσα στους λόγους Κεφάλα, Πλατούρα και Κρέβατο, απέχει 48
χμ. από το Ρέθυμνο, σε υψόμ. 280μ.
Για την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν τρεις πιθανές εκδοχές: Η
πρώτη δέχεται ότι το χωριό πήρε το όνομά του από τον Άγιο Παντελεήμονα – Άι…μονα.
Πιθανό να υπήρχε εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα γιατί βρέθηκε μια πλάκα που λέγεται
ότι ήταν στην Αγία Τράπεζα της παλιάς εκκλησίας. Την πλάκα αυτή την τοποθέτησαν στην
Αγία Τράπεζα της νέας εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονα. Μάλιστα οι κάτοικοι του
χωριού υποστηρίζουν ότι κάποιος χωριανός είδε στον ύπνο του τον Άγιο Παντελεήμονα
που του υπέδειξε το μέρος στο οποίο έπρεπε να σκάψουνε για να βρούνε την πλάκα της
Αγίας Τράπεζας και το εικόνισμα του Αγίου. Αυτό είναι και η πιο πιθανή εκδοχή για την
προέλευση του ονόματος του χωριού.

Μια δεύτερη εκδοχή δέχεται ότι το όνομά του το χωριό το οφείλει στο ότι παλιά
λατρευόταν ο Δίας Άμμωνας (Άμμων Ρα, όπως λατρευόταν στην Αίγυπτο). Αυτή η εκδοχή
φαίνεται η πιο απίθανη. Αξίζει να υπαινιχθούμε και το μυθολογικό Αιμόνιο, γιο της άλλης
αίγας Αμάλθειας, της οποίας το γάλα θήλασε ο Δίας στο Δικταίο άντρο.
Μια άλλη εκδοχή -σύμφωνα με τις δηλώσεις των χωριανών- είναι ότι πριν την
Τουρκοκρατία ζούσε εδώ ένας μόνο κάτοικος, πιθανό μοναχός, και από το αεί-μόνος,
έδωσε το όνομα στο χωριό γι’ αυτό και μπορεί να συναντηθεί και με τη γραφή Αειμονάς.
Παλιότερες οικογένειες στο χωριό είναι οι: Τερζάκηδες, Λιναρίτηδες, Σιλλέτοι,
Παπαδάκηδες, Πάγκαλοι, Φλουρήδες, Τζενάκηδες, Κοντογιάννηδες, Σαμόληδες.
Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Παράγουν σταφίδα
λάδι, κρασί, πατάτες, χαρούπια, κηπευτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Πάντως πρέπει να
υπήρχε στην εποχή της Ενετοκρατίας και αυτό γιατί βρέθηκε ένα βενετσιάνικο τείχος και
ένα κτίσμα της ίδιας περιόδου. Η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου είναι και αυτή
βενετικής εποχής.
Το χωριό επί Τουρκοκρατίας καταλήφθηκε από τους Τούρκους, και εγκαταστάθηκε
εδώ ένας αγάς. Υπάρχει μάλιστα και γειτονιά με το όνομα Α γ α δ ι κ ά.
Στην τοποθεσία Π α π ά κ α μ π ο ς, λέγεται ότι βρέθηκε σκοτωμένος ένας Τούρκος.
Όταν οι Τούρκοι έκαναν ανακρίσεις, οι Αϊμονήτες κράτησαν καλά το μυστικό τους, όμως
Καμαριωθιανοί μαρτύρησαν στους Τούρκους ότι οι Αϊμονήτες τον σκότωσαν. Τότε ο αγάς,
για τιμωρία των Αϊμονητών, τους πήρε όλα τα χωράφια και τα έδωσε στους
Καμαριωθιανούς.
Το 1866 οι Τούρκοι έφυγαν από το χωριό γιατί φοβήθηκαν την εκδίκηση των
Αϊμονητών και κατέφυγαν σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο το Τ σ α λ ι κ ά κ ι. Το χωριό
καταλήφθηκε και από τους Γερμανούς οι οποίοι εκτέλεσαν δυο Αϊμονήτες. Αργότερα
συνέλαβαν και άλλους, αλλά κάποιος Γερμανός λοχίας τους έσωσε την τελευταία στιγμή.
Στο χωριό υπάρχουν και αρκετά σπήλαια. Στη θέση Κ α μ ί ν ι υπάρχει ένα σπήλαιο
με το όνομα Μαρμαρότρυπα που έχει σταλαγμίτες και σταλακτίτες, ένα άλλο στη θέση
Μ α κ ρ ι ά Χ ω ρ ά φ ι α και στη θέση Π α π α χ ά λ ε υ ρ ο ακόμα ένα με το όνομα
Περιστεριώνας. Είναι γεμάτο περιστέρια, γι’ αυτό πήρε το όνομα Περιστεριώνας. Έχει
βάθος δεκατέσσερα περίπου μ. και η αίθουσά του έχει έκταση ένα στρέμμα. Έχει και αυτό
σταλακτίτες και σταλαγμίτες.
Σε απόσταση 60μ. περίπου από το σπήλαιο Περιστεριώνας βρίσκεται μια τάφρος.
Λέγεται ότι από κει έριξαν έναν πετεινό και βρέθηκε στο χωριό Χ ώ ν ο ς.
Στη θέση Τ ζ α μ π έ λ α κοντά σ’ ένα παλιό πηγάδι υπάρχει μια τρύπα όπου
προσπάθησαν να την εξερευνήσουν αλλά στάθηκε αδύνατο να προχωρήσουν. Σε
απόσταση τετρακοσίων μέτρων απ’ αυτήν την τρύπα υπάρχει μια άλλη που το χειμώνα
βγάζει ζεστό αέρα και το καλοκαίρι κρύο.

ΑΚΟΥΜΙΑ*
Χωριό Ακούμια που λέγεται και Κ ο ύ μ ι α ανήκει στην επαρχία Αγίου Βασιλείου.
Βρίσκεται 39χμ. νοτιοανατολικά του Ρέθυμνου και σε υψόμ. 525μ., με 825 κατοίκους. Το
χωριό είναι κτισμένο στις βόρειες πλαγιές του βουνού Σιδερώτα. Από την περιοχή του
χωριού πηγάζει ο Ακουμιανός ποταμός που χύνεται κοντά στο ακρωτήρι Μέλισσα, το
αρχαίο Ψ ύ χ ι ο. Στην κοινότητα υπάγεται και το χωριό Β ρ ύ σ ε ς. Η ονομασία του χωριού
προέρχεται από τα κούμια δηλ. τα χαμόσπιτα στα οποία ζούσαν οι κάτοικοι την εποχή της
Τουρκοκρατίας (1300). Λέγεται ακόμη ότι από το χωριό είχε περάσει κάποιος από τους
αυτοκράτορες Κομνηνούς.
Το χωριό εμφανίζεται επί Τουρκοκρατίας. Άγνωστη όμως παραμένει η χρονολογία
εμφάνισής του. Πάντως οι κάτοικοί του είναι Κρήτες.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι Μαρινάκηδες, Παπαδάκηδες, Παναγιωτάκηδες.
Κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι η καλλιέργεια της ελιάς, των χαρουπιών και η
κτηνοτροφία.
Το 1866 έγινε σύσκεψη στην κεντρική πλατεία του χωριού των οπλαρχηγών της
περιοχής με αρχηγό τον Αναγνώστη Μαρινάκη (καπετάν Μαρίνο), για τη συνέχιση της
επανάστασης. Δυο χρόνια αργότερα έγινε, κοντά στο Βρυσανό ποταμό, μάχη κατά την
οποία οι επαναστάτες και οι εθελοντές του Πετροπουλάκη θρήνησαν διακόσιους νεκρούς.
Οι κάτοικοι του χωριού πήραν μέρος σ’ όλους τους πολέμους με μεγάλες απώλειες στη
διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.
Οι κάτοικοι διηγούνται τον παρακάτω θρύλο: Στην πίσω πλευρά του χωριού, στο
όρος Σιδερώτας, στην πλευρά προς το Λιβυκό Πέλαγος, σε υψόμ. πιο μεγάλο απ’ αυτό του
χωριού, υπάρχει το μοναστήρι του Αγίου Ονούφριου. Ένας από τους μοναχούς του
μοναστηριού, με το όνομα Γεράσιμος, είχε μαντικές και προφητικές ικανότητες. Διηγούνται
λοιπόν ότι κάποτε πέρασαν από το μοναστήρι τρεις φυγόδικοι, με σκοπό να σκοτώσουν το
μοναχό, γιατί δεν δέχονταν τις μαντείες του. Αφού τους είπε να καθίσουν, τους προσέφερε
λίγο νερό για να ξεδιψάσουν και μετά τους προέτρεψε να εκτελέσουν το σκοπό για τον
οποία είχαν φτάσει εκεί.
Καθώς έπιναν το νερό του ενός βάφτηκε κόκκινο, εκείνος απόρησε και ο μοναχός
του είπε ότι ήταν το αίμα του αδελφού του που είχε σκοτώσει. Και πράγματι έτσι ήταν.
Μετά απ’ αυτό κατάλαβαν ότι πράγματι ο μοναχός Γεράσιμος ήταν προφήτης και έσκυψαν
και τον προσκύνησαν.
Λέγεται επίσης ότι κάποιος άλλος χωρικός που αμφισβήτησε την αγιότητα του
μοναχού, πήγε στο μοναστήρι και κάρφωσε το δρεπάνι του επάνω στον τάφο του, οπότε
ένιωσε μεγάλους πόνους στο αυτί του. Όταν έβγαλε το δρεπάνι σταμάτησε ο πόνος και
προσκύνησε τον Άγιο γέροντα.
Στο χωριό υπάρχει η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα (1389) με
καλοδιατηρημένες τις εικόνες του ζεύγους των δωρητών με τις χαρακτηριστικές στολές των

Κρητικών του 14 ου αιώνα. Το όνομα του κτήτορα είναι παπά-Μιχαήλ Κουδουμνής και λοιποί
«ων ο Κύριος οίδε τα ονόματα».
Άλλες εκκλησίες είναι: της Κοίμησης της Θεοτόκου, πολιούχος του χωριού, ρυθμού
βασιλικής, της Αγίας Μαρίνας, του Αγίου Ιωάννου, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου
Γεωργίου, του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Κεράς. Επίσης υπάρχει και το μοναστήρι του
Αγίου Αντωνίου με ένα μόνο μοναχό.

ΑΚΤΟΥΝΤΑ
Μετόχι που ανήκει στο χωριό Ά ρ δ α κ τ ο ς Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου.
Βρίσκεται σε υψόμ. 600μ.και έχει 120 κατοίκους.
Η ονομασία του προήλθε από τα κουτούντα ένα είδος κεραμιδιού που παραγόταν
μόνο σ’ αυτό το μέρος και χρησιμοποιούνταν σε ένα συγκεκριμένο είδος αγγειοπλαστικής
χειροποίητης τέχνης. Από τη λέξη κουτούντα προήλθε το κτουντα – Ακτούντα.

ΑΛΙΑΚΕΣ
Μικρός οικισμός της κοινότητας Δαμοβόλου Μυλοποτάμου με 14 κατοίκους
χρισμένος σε υψόμ. 300μ.
Το 1890 ήταν πρωτεύουσα του δήμου Α β δ α ν ι κ ώ ν ή Α λ ι α κ ώ ν. Είναι
χτισμένος σε πεδιάδα που διασχίζεται από παραπόταμο του Μυλοποτάμου. Το όνομα το
πήρε απ’ το ότι παλιότερα ήταν τόπος αλίας (εκκλησίας).

ΑΛΟΪΔΕΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται 49 χμ. δυτικά του
Ρεθύμνου, κοντά στα σύνορα του νομού Ηρακλείου, στους ανατολικούς πρόποδες του
όρους Κουλούκουνα, σε υψόμ. 360μ. και έχει 340 κατοίκους. Στις Αλοΐδες υπάγεται και ο
οικισμός Α λ ο ϊ δ ι α ν ό Χ ά ν ι με 20 κατοίκους.
Για την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν πολλές εκδοχές. Σύμφωνα
με τις απόψεις των χωριανών, το όνομά του το οφείλει στις μυθικές νύμφες Αλοδιάδες,
που κατοικούσαν στο λεγόμενο Παρθένο Δάσος των Αλοϊδών. Οι Αλοΐδες νύμφες πρέπει
να υπήρξαν την εποχή που η Κρήτη απετελούνταν από 100 πόλεις.
Όταν επί Ενετών κάηκαν οι γύρω οικισμοί, οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στο δάσος
και εγκαταστάθηκαν γύρω απ’ αυτό. Άλλη εκδοχή δέχεται ότι στην περιοχή υπήρχαν,
παλιά, πολλά παρθένα δάση που ονομάζονταν Άλσα Διός ή Ιδαία Άλση και ότι από κει πήρε
το χωριό το όνομά του.
Μια τρίτη εκδοχή δέχεται ότι το αλοΐδες προέρχεται από το έλος+ίδαι -ελοΐδαι-
ελόιδαι-αλόιδες με το σκεπτικό ότι μπορεί να υπήρχαν εκεί έλη και δάση, που στην
αρχαιότητα ονομάζονταν ίδα, ίδαι. Την ετυμολογία αυτή, την έδωσε ο Γιάννης
Σταυρακάκης. Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι επειδή το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες

του όρους Κουλούκουνα, που ήταν αφιερωμένο στο γνωστό ήρωα της Κρήτης Τάλω και
λεγόταν Ταλλαίον όρος, υπάρχει η πιθανότητα και το χωριό να ονομαζόταν Ταλλωίδαι –
λόγω των δασών που υπήρχαν- από όπου προήλθε το Αλλωίδες-Αλοΐδες.
Μια πέμπτη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος μας δίνεται από το Στέργιο
Σπανάκη. Υπάρχει ακόμα ένα χωριό στην Κρήτη με το ίδιο όνομα. Αλοΐδα λέγεται μια
κορυφή των Λασιθιώτικων βουνών, πάνω από το χωριό Τάλες, γνωστή με το όνομα Τζίβη
και Καθαρό.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Πρέπει να υπήρχε
πάντως από αρχαιοτάτων χρόνων, γιατί σε τυχαίες γεωτρήσεις που έγιναν για εξεύρεση
νερού, βρέθηκαν σκαλιστά βήσσαλα. Αυτά παραδόθηκαν στο Μουσείο Χανίων καθώς και
πιθάρια. Αρχικά το χωριό ήταν κτισμένο σε χαμηλότερο υψόμ. από το σημερινό, αλλά μετά
τις συνεχείς επιδρομές των κουρσάρων, που κάθε φορά έκαιγαν το χωριό, οι κάτοικοι
ανέβηκαν πιο πάνω, εκεί που ήταν το παρθένο δάσος και έτσι οι πειρατές δεν τους
έβλεπαν.
Οι κάτοικοι είναι Κρητικοί. Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Βολυτάκηδες,
Καλογεράκηδες (απόγονοι των Μαυροπηγουναίων), Κούμηδες, Βαρσαμάδες, Αλεξάκηδες,
Μαραθιανοί, Παλαΐτηδες, Μανιάδες.
Το μοναδικό σπήλαιο του χωριού δεν έχει αξιοποιηθεί.
Οι εκκλησίες που βρίσκονται στο χωριό είναι οι Άγιος Γεώργιος βυζαντινής εποχής
με τοιχογραφίες δίκλιτη, Άγιος Δημήτριος καινούρια εκκλησία, 20 χρόνων, που κτίστηκε με
μεσοτοιχία με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, Άγιος Ιωάννης πολύ παλιά εκκλησία,
ανακαινισμένη. Η εικόνα του Αγίου είναι μεγάλης αξίας. Το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής
και ο Άγιος Γεώργιος στη θέση Ρ α β α τ σ α ν ά. Η εκκλησία είναι ερειπωμένη, και λέγεται
ότι η καμπάνα της είναι θαμμένη κοντά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, αλλά δεν
έχει βρεθεί ακόμα.

ΑΛΦΑΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται 25χμ. ανατολικά του
Ρεθύμνου, σε υψόμ. 185μ. Είναι κτισμένο δυτικά του Περάματος και βόρεια της
Ελευθέρνας. Έχει 282 κατοίκους. Στο χωριό υπάγονται και οι οικισμού Σ κ ο ρ δ ί λ ο υ και
Κ α λ λ έ ρ γ ο υ. Όλη η κοινότητα έχει 365 κατοίκους.
Το όνομά του το χωριό το οφείλει στην ύπαρξη μιας μοναδικής και σπάνιας πέτρας
που βγαίνει μόνο εδώ την αλφόπετρα, γιατί κόβεται με ακρίβεια σαν αλφάδι. Από αυτήν
την πέτρα έχουν κτιστεί πολλές εκκλησίες, όπως η Μονή Αρσανίου, ο Άγιος Μηνάς
Ηρακλείου, ο Άγιος Γεώργιος Ρεθύμνου και η Αγιά Σοφιά. Επίσης άλλη πιθανή εκδοχή για
την προέλευση του ονόματος του χωριού είναι αυτή που δέχεται την προέλευσή της από το
επίθετο αλφάς-αλφή-αλφου που σημαίνει λευκός. Η δωρική του προφορά αλφά-γα
ουσιαστικοποιήθηκε και έγινε Αλφά-Αλφάς.

Το χωριό πρωτοκτίστηκε κατά τη βυζαντινή εποχή. Στον τοποθεσία Μ ν ή μ α τ α
έχουν βρεθεί 300 περίπου μνήματα τα οποία είναι σκαμμένα πάνω σε βράχους.
Οι κάτοικοι είναι άποικοι από τα γύρω μέρη. Οι παλιότερες φαμίλιες είναι οι:
Καφάτηδες, Βασιλάκηδες, Βολτηράκηδες, Καληγιάννηδες, Μουντάκηδες.
Στον καιρό της Τουρκοκρατίας κατοικούνταν από Τούρκους και Έλληνες.
Οι εκκλησίες του χωριού είναι οι Άγιος Χαράλαμπος, παλιά εκκλησία που πρόσφατα
ανακαινίσθηκε, Παναγία- Κοίμηση της Θεοτόκου, καινούρια εκκλησία του 1978, Προφήτης
Ηλίας, Άγιος Αντώνιος, Άγιος Γεώργιος και Σωτήρας Χριστός, όλες παλιές εκκλησίες.
Στην τοποθεσία Φ λ α σ κ ι έ ς υπάρχει ένα σπήλαιο. Είναι το μεγαλύτερο στην
περιοχή και το πιο παλιό. Είναι σκαμμένο από ανθρώπινο χέρι σε βάθος 10μ. με μια
κολόνα χώρισμα στη μέση και φυλάγανε μέσα εκεί οι βοσκοί τα πρόβατα τους.

ΑΛΩΝΕΣ
Ορεινό χωριό στο νοτιοδυτικό χώρο της επαρχίας Ρεθύμνης. Διαρρέεται από μικρό
ποτάμι που πηγάζει από το βουνό Κρυονερίτης. Οι κάτοικοι είναι κτηνοτρόφοι και λιγότερο
ελαιοκαλλιεργητές και αμπελοκαλλιεργητές. Με την πρωτεύουσα του νομού, το Ρέθυμνο,
συνδέονται οι Αλώνες με αμαξωτό δρόμο.
Το χωριό έχει 100 κατοίκους. Είναι ηλεκτροφωτισμένο και έχει δημοτικό σχολείο
και τηλέφωνο. Η φιλοξενία των Αλωνιωτών είναι παροιμιώδης. Ένας ξένος, το Τουράν, τόσο
συγκινήθηκε από αυτήν ώστε ζήτησε να ταφεί στις Αλώνες όταν πεθάνει. Πράγματι τάφηκε
εδώ, κάτω από έναν πανύψηλο δρυ που βρίσκεται λίγο έξω από το χωριό προς τ’
ανατολικά. Ο Τουράν είχε φροντίσει για να υδροδοτηθεί το χωριό μετά το Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο. Στη Γερμανική Κατοχή οι Αλώνες υπήρξαν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της
Εθνικής Αντίστασης στην Κρήτη. Σ’ αυτήν πρωτοστάτησαν ο ιερέας Γιάννης Αλεβιζάκης και
οι αδελφοί Τσαγκαράκηδες.
Οι Αλώνες ανέδειξαν πολλούς πατριώτες και πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων
και επιστήμονες. Από εδώ καταγόταν ο θεολόγος, αρχιμανδρίτης και στρατιωτικός ιερέας
Ελευθέριος Νουφράκης που πληγώθηκε στη μάχη του Τουλού – Μπουνάρ της Μ. Ασίας.
Το 1919 ο Ελευθέριος Νουφράκης μπήκε στην Αγιά Σοφιά της Πόλης φορώντας το
πετραχήλι του και βάλθηκε να τελειώσει τη Θεία Λειτουργία που διέκοψε το 1453 η
είσοδος των Τούρκων στη βασιλεύουσα. Οι Τούρκοι παραπονέθηκαν και ο Ελευθέριος
Βενιζέλος έκανε παρατήρηση στον παπα-Νουφράκη, ενώ ταυτόχρονα εξέφρασε στους
γύρω του το θαυμασμό του γι’ αυτόν.
Η ονομασία του χωριού οφείλεται στο ότι είναι κτισμένο σε σχήμα αλωνιού. Η
περιοχή βόρεια του χωριού είναι δασωμένη. Στις Αλώνες υπάρχουν δυο βρύσες, η Πέρα
Βρύση και η Κάτω Βρύση, με πολλά περιβόλια γύρω τους.
Πολιούχος του χωριού ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης, που γιορτάζει στις
26 Σεπτεμβρίου. Υπάρχει και η εκκλησία του Αγίου Ονουφρίου που γιορτάζει στις 12
Ιουνίου.

ΑΜΑΡΙ ή ΑΜΑΡΙ ΝΕΦΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου, που επί Ενετοκρατίας ήταν η
πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Βρίσκεται νοτιοανατολικά του Ρεθύμνου, σε
απόσταση 40 χμ. απ’ αυτό. Είναι κτισμένο σε υψόμ. 460μ.. και έχει 180 κατοίκους μαζί μ’
αυτούς του οικισμού Ο ψ υ γ ι ά ς.
Το χωριό ιδρύθηκε πιθανώς κατά τη Β΄ βυζαντινή περίοδο από έναν άποικο του
βυζαντινού οίκου Αμάρη ή τον Ενετό άρχοντα Amari, απ’ όπου προέρχεται και η ονομασία
του.
Κατά τον Αθανάσιο Σκληρό όμως, που ήταν αρχίατρος, η λέξη Αμάρι προήλθε από
την ιταλική λέξη amaro (=πικρός). Η λέξη πικρός δικαιολογείται από το γεγονός ότι το
Αμάρι έκανε πολλούς πολέμους, στους οποίους πικραίνονταν οι αντίπαλοι, γιατί δεν
μπορούσαν να το κατακτήσουν.
Άλλοι πάλι ετυμολογούν το όνομα από την ομηρική λέξη αμάρη (=αυλάκι,
υδραγωγός).
Οι δυο τελευταίες εκδοχές δεν φαίνονται πιθανές, γιατί πριν την Ενετοκρατία στην
Κρήτη η περιοχή της επαρχίας Αμαρίου λεγόταν Σ ύ β ρ ι τ ο ς. Και είναι σχεδόν απίθανο
πριν απ’ αυτήν την ονομασία να ξαναλεγόταν Αμάρι («Κρήτη» Σ. Σπανάκης, τόμος Β΄, σελ.
48).
Τη λέξη Νεφς, που είναι αραβική, την πρόσθεσαν οι Τούρκοι για να ξεχωρίζουν το
κυρίως Αμάρι, την πρωτεύουσα δηλ. από την επαρχία Αμάρι. Σήμερα το χωριό αποκαλείται
απλά Αμάρι.
Το Αμάρι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ήταν πρωτεύουσα της επαρχίας στην
περίοδο της Ενετοκρατίας στην Κρήτη. Ο «Καστροφύλακας» αναφέρει ότι το 1583, το
χωριό είχε 131 κατοίκους. Σήμερα έχουν διασωθεί ενετικά ερείπια μικρού πύργου που
βρισκόταν στο κέντρο του χωριού στο πιο ψηλό σημείο του.
Οι κάτοικοι του χωριού την περίοδο της Τουρκοκρατίας, πολέμησαν εναντίον των
Τούρκων γνωρίζοντας τη σκληρότητα των γενίτσαρων, οι οποίοι σκότωσαν πολλούς απ’
αυτούς. Ο Γ. Ανδρεδάκης μάλιστα στο βιβλίο του «Ιστορικά σημειώματα» αναφέρει ότι οι
γενίτσαροι πήγαν στο σπίτι της Γιακουμοπούλας, η οποία μόλις τους είδε να πλησιάζουν
έκλεισε την πόρτα του σπιτιού και πήρε αγκαλιά το παιδί της. Οι γενίτσαροι όμως την
πυροβόλησαν απ’ έξω και η σφαίρα διαπερνώντας την πόρτα βρήκε την καρδιά της
γυναίκας που πέθανε αμέσως. Το παιδί της, βρέφος ακόμη, δεν το κατάλαβε και συνέχιζε
να θηλάζει από τη μητέρα του. Όταν μεγάλωσε, επειδή ήταν κίτρινο, είπαν πως έφταιγε γι’
αυτό το γεγονός ότι θήλασε γάλα νεκρής.
Αργότερα το χωρίο έγινε κέντρο των Τούρκων. Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης
δεν έμεινε τίποτα στο χωριό που να θυμίζει ότι κάποτε ζούσαν εκεί Τούρκοι. Εξαιτίας της
παραμονής των Τούρκων στο χωριό, δεν έγινε εκεί ποτέ καμιά σημαντική μάχη. Οι κάτοικοι
όμως πήραν μέρος σε διάφορες μάχες.

Ο πιο γενναίος άντρας του χωριού θεωρείται ο Νικόλαος Πρικάκης του Ιωάννου
που γεννήθηκε το 1892 και σήμερα είναι 88 χρονών. Αυτός πολέμησε στη Μ. Ασία, στις
μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και στο Μπιζάνι.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι Δαμβουνέληδες, οι Αρχοντάκηδες, οι Κουτάκηδες,
οι Δρυγιαννάκηδες, οι Δρετουλάκηδες, οι Σπιθουράκηδες και οι Ανδρουλάκηδες.
Στο χωριό έχουν βρεθεί πολλές εκκλησίες βυζαντινής εποχής με πολλές
τοιχογραφίες, τις περισσότερες ίσως που έχουν βρεθεί στην Κρήτη. Μια απ’ αυτές τις
εκκλησίες είναι η Αγία Άννα. Είναι διμάρτυρη με τον Άγιο Κωνσταντίνο που κτίστηκε γύρω
στα 1225 και του οποίου σώζονται μόνο τα ερείπια. Είναι από τις παλιότερες βυζαντινές
εκκλησίες της Κρήτης.
Άλλες εξίσου παλιές εκκλησίες είναι ο Άγιος Ιωάννης, η Παναγία η Κερά, οι Άγιοι
Ανάργυροι, ο Τίμιος Σταυρός, ο Άγιος Τίτος, οι οποίες έχουν ανακαινιστεί εκτός του Αγίου
Τίτου. Επίσης βυζαντινή με αξιόλογες τοιχογραφίες είναι και η εκκλησία του Αγίου
Γεωργίου, από την οποία σώζονται μόνο δυο τοίχοι. Η εκκλησία αυτή ήταν ιδιωτική και
ανήκε στο κτήμα της οικογένειας Παναγιώτη Ρολόη.
Υπάρχει ακόμη η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων που κτίστηκε το 14 ο με 15 ο αιώνα
και που σήμερα είναι ερείπιο. Κτήτοράς της ήταν κάποιος Θεόδωρος.

ΑΜΝΑΤΟΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 18χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται σε υψόμ. 340μ. και έχει ωραία θέα σ’ όλη την πεδιάδα του Ρεθύμνου. Στο χωριό
ζουν σήμερα 237 κάτοικοι.
Στην κοινότητα υπάγονται και οι οικισμοί: Κ α ψ α λ ι α ν ά με 7 κατοίκους και
Π ί κ ρ ι με 100 κατοίκους. Και οι δυο οικισμοί βρίσκονται βορειοανατολικά της Αμνάτου, ο
πρώτος σε απόσταση 800μ. και ο δεύτερος σε απόσταση 2,5χμ. περίπου. Στην ίδια
κοινότητα υπάγεται και η ιστορική Μ ο ν ή Α ρ κ α δ ί ο υ, το ιερότερο σύμβολο της
κρητικής ελευθερίας. Η ονομασία Αμνάτος σχετίζεται ίσως με τη μινωική πόλη Α μ ν ι σ ό ς,
που βρισκόταν γύρω στα 6χμ. ανατολικά του σημερινού Ηρακλείου. Σύμφωνα με άλλη
εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από το κύριο όνομα Αμνάτος, που αναφέρεται σε
επιγραφή.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι Κορνηλάκηδες, οι Δασκαλάκηδες, οι
Νικάκηδες, οι Μαστοράκηδες, οι Κανακάκηδες και οι Φραγκούληδες.
Τα βενετσιάνικα σπίτια, που παρατήρησε ο Pashley το 1834, μαρτυρούν την ύπαρξη
του χωριού τα χρόνια της Ενετοκρατίας. Στην πόρτα ενός μεγάρου μάλιστα υπήρχε η
επιγραφή «Initium sapientiae timor Domini», που σημαίνει «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου».
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Αμνάτος κατοικήθηκε από Τούρκους, που ακόμη
και μετά την Επανάσταση του 1821 ήταν περισσότεροι από τους Έλληνες κατοίκους. Πάνω
από το χωριό εξάλλου σώζονται ερείπια τουρκικού πύργου.
Σημαντική υπήρξε η συμμετοχή του χωριού Αμνάτου, όπως και των γύρω περιοχών,
στην επανάσταση του 1866 με κέντρο τη Μονή Αρκαδίου. Εκεί είχαν κλειστεί και πολλά

γυναικόπαιδα, που στο ιστορικό ολοκαύτωμα της Ιερής Μονής βρήκαν τραγικό θάνατο
στην πυριτιδαποθήκη. Ηρωική υπήρξε στις φοβερές αυτές στιγμές η δράση της Αμνατιανής
Χαρίκλειας Δασκαλάκη και των δύο γιων της, απ’ τους οποίους ο ένας σκοτώθηκε
πολεμώντας. Στην πλατεία του χωριού υπάρχει προτομή της Δασκαλάκη.
Το πρώτο σχολείο που λειτούργησε στο χωριό είχε την ονομασία Σχολή Αρκαδίου,
όπου φοιτούσαν και μοναχοί.
Στην ανατολική πλευρά του χωριού, σε μια πλαγιά, υπάρχουν τάφοι λαξευτοί μέσα
στους βράχους.

ΑΜΠΕΛΑΚΙ
Οικισμός της επαρχίας Ρεθύμνης που υπάγεται στην κοινότητα Καρέ. Βρίσκεται σε
απόσταση 16χμ. από το Ρέθυμνο κι είναι κτισμένο σε υψόμ. 520μ. Στον οικισμό ζουν
σήμερα 140 άτομα περίπου. Τα κυριότερα προϊόντα είναι το λάδι, τα σταφύλια και αρκετά
κτηνοτροφικά.
Υπάρχουν δυο εκδοχές σχετικά με την προέλευση του ονόματος του οικισμού.
Σύμφωνα με την πρώτη υπήρχε παλιά ένα μεγάλο αμπέλι που ήταν και το μοναδικό στην
περιοχή. Εκεί κοντά κατέληγαν δυο δρόμοι, τους οποίους ακολουθούσαν όσοι έρχονταν
από διάφορα σημεία του νομού. Η δεύτερη εκδοχή αντίθετα συνδέει το όνομα του
οικισμού με τα πολλά αμπέλια που υπάρχουν στην περιοχή.
Το Αμπελάκι υπάρχει σίγουρα από την εποχή της Ενετοκρατίας, ίσως και νωρίτερα.
Παλιότερη οικογένεια είναι οι Λεντζάκηδες.
Στον οικισμό βρίσκεται η εκκλησία Κοίμηση της Θεοτόκου. Λέγεται ότι είναι
θαυματουργή. Στην εικόνα της είχαν γράψει τα ονόματα 25 χωριανών που πολέμησαν στην
Αλβανία. Και οι 25 δεν έπαθαν τίποτε, ενώ σκοτώθηκε ένας που τον είχαν ξεχάσει.

ΑΝΩ ΒΑΛΣΑΜΟΝΕΡΟ
Το Άνω Βαλσαμόνερο είναι χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται
15χμ. νοτιοδυτικά από το Ρέθυμνο σε υψόμ. 450μ. το χωριό έχει σήμερα 160 κατοίκους,
που ασχολούνται με την καλλιέργεια της ελιάς και την κτηνοτροφία.
Στην κοινότητα υπάγεται ο οικισμός Μ ο ν ο π ά ρ ι. Το όνομα του προέρχεται από
το εκεί βενετικό φρούριο Bonreparo.
Το χωριό Βαλσαμόνερο οφείλει το όνομά του στα θαυμάσια νερά της πηγής απ’ την
οποία αρδεύεται. Ο Εμμ. Λαμπρινάκης στη «Γεωγραφία της Κρήτης», που εκδόθηκε το
1890, αναφέρει σχετικά: «Κώμη αποτελούμενη από δύο τμήματα Ε π ά ν ω
Β α λ σ α μ ό ν ε ρ ο ν και Κ ά τ ω Β α λ σ α μ ό ν ε ρ ο ν, καλούμενα, επί θέσεως
πανοραμικής και καταρρύτο λαβούσα δε το όνομα από την εκεί φυομένην εν αφθονία
μίνθην (ηδυόσμος βάλσαμος)». Σήμερα το Κ ά τ ω Β α λ σ α μ ό ν ε ρ ο αποτελεί ξεχωριστή
κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης.

Το χωριό ήταν παλιότερα πυκνοκατοικημένο. Μέχρι το 1910 το Άνω Βαλσαμόνερο
ήταν Τουρκοχώρι. Οι πρώτοι Έλληνες μετά την αποχώρηση των Τούρκων ήταν Σφακιανοί,
έτσι η ιστορία του χωριού συνδέεται στενά με τους αγώνες των Σφακιανών.
Από τις πρώτες οικογένειες του χωριού είναι οι Μαλαντράκηδες, οι Σφινιάδες, οι
Βενιεράκηδες, οι Φουσταλιγεράκηδες, οι Ηλιάκηδες και οι Βουγιουκλάκηδες.
Στο Άνω Βαλσαμόνερο υπάρχουν τρεις εκκλησίες: η Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Άγιος
Γεώργιος και το ξωκλήσι Άγιος Αντώνιος.

ΑΝΩΓΕΙΑ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ*
Μεγάλη κωμόπολη και δήμος της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 55χμ. από το
Ρέθυμνο και 35χμ. από το Ηράκλειο. Βρίσκονται κτισμένα στις βόρειες πλαγιές του
Ψηλορείτη, σε υψόμ. 790μ. και έχουν 3.500 κατοίκους.
Στο δήμο των Ανωγείων υπάγεται και το χωριό Σ (ε) ί σ α ρ χ α. Στην διοικητική
περιφέρεια του δήμου βρίσκεται το Ο ρ ο π έ δ ι ο τ η ς Ν ί δ α ς (Κ ά μ π ο ς τ η ς Ν ί δ α ς).
Κοντά στη Νίδα βρίσκεται και το σπήλαιο Ιδαίον Άντρον ή Σπήλιο της Νίδας ή Αρκέσιον.
Μεταξύ του δρόμου Ανώγεια – Νίδα βρίσκεται η τοποθεσία Ζώμυθος, σε υψομ. 1.300μ.
περίπου. Νοτιοανατολικά από το σπήλαιο της Νίδας βρίσκεται η θέση του Χ ρ ι σ τ ο ύ. Η
κωμόπολη των Ανωγείων αποτελείται από 4 συνοικίες: Μ ε σ ο χ ω ρ ι ά (Α ρ μ ί – Ά γ ι ο ς
Γ ε ώ ρ γ ι ο ς), Π ε ρ α χ ώ ρ ι, Μ ε τ ό χ ι και το Σ υ ν ο ι κ ι σ μ ό.
Το όνομα των Ανωγείων πιθανό να προήλθε από την τοποθεσία στην οποία είναι
κτισμένο, δηλαδή σε ανώγειο μέρος. Εξάλλου και η ίδια η λέξη είναι σύνθετη από το άνω =
γαία (γη).
Τα Ανώγεια σήμερα είναι γνωστά και ως Α ξ ι κ α ν ώ γ ε ι α – Ξ ι γ κ α ν ώ γ ε ι α και
Μ ε γ ά λ α Α ν ώ γ ε ι α. Το σύνθετο Αξικανώγεια χρησιμοποιείται για διάκριση από άλλα
χωριά με το ίδιο όνομα και είναι σύνθετη λέξη: Αξικά + Ανώγεια, που δηλώνει μάλλον την
προέλευση των Ανωγείων. Η παράδοση λέει πως οι πρώτοι κάτοικοι των Ανωγείων ήλθαν
από τη γειτονική Αξό. Οι κάτοικοι αυτοί ήταν βοσκοί που ήλθαν και αποίκισαν το χώρο
αυτό, έγινε δηλαδή ένας ποιμενικός οικισμός. Μπορεί όμως και να δηλώνει ότι το χωριό
ήταν κοντά στην Αξό – πόλη που την εποχή που έγινε ο οικισμός ήταν σε μεγάλη ακμή.
Το πότε κτίστηκαν τα Ανώγεια δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Μάλλον
πρέπει να πρωτοκατοικήθηκαν κατά το 13 ο αιώνα και αυτό συμπεραίνεται από την
εκκλησία του Αγίου Ιωάννη που έχει αγιογραφίες του 1200 περίπου. Η πρώτη γραπτή
μαρτυρία πάντως βρίσκεται σε έγγραφο το 1182, οπότε διοικητής της Κρήτης ήταν ο
Κωνσταντίνος Δούκας, ο οποίος χώρισε τις περιοχές στην Κρήτη και τις μοίρασε στις 12
βυζαντινές οικογένειες σε φέουδα. Η περιοχή των Ανωγείων παραχωρήθηκε στους
Φωκάδες -αργότερα Καλλέργηδες. Τότε ίσως πήρε την ονομασία Β α σ ι λ ι κ ά
Α ν ώ γ ε ι α, γιατί πια ανήκαν σε βασιλικούς άρχοντες. Σύμφωνα με τα παραπάνω,
δικαιολογείται και το γεγονός ότι σε μερικά έγγραφα τα Ανώγεια λέγονται και Βασιλικά

Ανώγεια -στο ποίημα του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή, στο οποίο εξιστορείται ο Κρητικός
Πόλεμος (1645-1669).

«Στα Ανώγεια τα Βασιλικά, στην Ίδα αναβαίνουν
και τα κοπάδια παίρνουσι όλα και κατεβαίνουν»

Το επίθετο Βασιλικά εξέλιπε μετά το τέλος του Κρητικού Πολέμου, οπότε τα
Ανώγεια δόθηκαν ως «βακούφι» στη μητέρα του σουλτάνου. Τα Ανώγεια αναφέρονται και
στις βενετσιάνικες απογραφές του «Καστροφύλακα» και του Barozzi (1577).
Οι Ανωγειανοί είναι γνήσιοι Κρητικοί. Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Αεράκης,
Ανδρεαδάκης, Βυτώρος, Βίστης, Βλατάς, Βογιατζής, Βουιδάσκης, Βρέντζος, Γρύλλος,
Δακανάλης, Διαμαντής, Δραμαντάνης, Καβλέντης, Κάββος, Κακουδάκης, Καλλέργης,
Καλομοίρης, Καραμπίνης, Κατσαμάνης, Καφατσής, Κεφαλογιάννης, Κλίνης, Κακοσάλης,
Κονιός, Κοντογιάννης, Κοντόκαλος, Κουνάλης, Κουτάντος, Κουτεντές, Κουτεντάκης,
Μαγούλιος, Μανιώρος, Μανούσος, Μανουράς, Μασαούτης, Μαυροκώστας,
Μαυρογιάννης, Μέμος, Μηναδάκης, Μπαγκέρης, Μπέρκης, Μπρίταλος, Νταγιαντάς,
Ντερτζής, Νιώτης, Ξετρύπης, Ξημέρης, Ξυλούρης, Πασπαράκης, Πασσάς, Παππαδιός,
Πατραμάνης, Πατάρης, Πλεύρης, Πλουσής, Ροδίτης, Τούλιος, Σαλούστρος, Σαμόλης,
Σμπώκος, Σκανδάλης, Σπαχής, Σκουλάς, Σπιθούρης, Σταυρακάκης, Στρατάκης, Συκιώτης,
Σταμάτης, Σουλτάνος, Σφακιανάκης, Σπυριδάκης, Τσαγκαράκης, Τερζής, Τουπής, Τρούλης,
Φασουλάς, Φρυσάλης, Χαχλιούτης, Χρονιάρης, Χαιρέτης.
Οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία και λιγότεροι με τη
γεωργία. Επίσης το μεγαλύτερο μέρος του γυναικείου πληθυσμού ασχολείται με την
υφαντουργία. Γίνεται μάλιστα και εξαγωγή υφαντών. Τα Ανώγεια έχουν αναδειχθεί σε
κέντρο της κρητικής λαϊκής χειροτεχνίας. Οι κάτοικοι καλλιεργούν ελιές, αμπέλια,
κηπουρικά και παράγουν κεφαλοτύρι, γραβιέρα, ανθότυρο.
Η κωμόπολη των Ανωγείων έχει γράψει μια από τις ενδοξότερες σελίδες της
ιστορίας της Κρήτης. Γι’ αυτό και έχει τραγουδηθεί από πολλούς η ανδρεία των κατοίκων
της, αλλά και η ομορφιά του χωριού.

«Η ζηλευτή σου μοίρα σου ‘χει πλάσει
εσένα τη ψυχή σου απ’ ατσάλι
Κι είναι άτρεμη κι αδούλωτη και θάλλει
και δε γερνά, δε λέει να ξαποστάσει»

(Γεωργ. Καλομενόπουλου «Τ’ Ανώγεια»)

«Κι ο νέος Κορνάρος έρχεται με τη γλυκειά του λύρα
το έπος αρχίζει του χωριού, των κοριτσιών τη μοίρα
που γίναν στάχτη τα προικιά, κι οι γάμοι δεν τελειώσαν
και τα κοπάδια ερήμαξαν και τα βουνά ερημώσαν»

(Γιάννη Φωτάκη «Ανώγεια»)

«Γύρω βουνό, γδυμνά, εδικά, γρυλλώνουν… ξημερώνει
κι ο Ψηλορείτης τα Αξικά τ’ Ανώγεια στεφανώνει»

(Σπύρου Λίτινα «Τ’ Ανώγεια τ’ Αξικά»)
Τ’ Ανώγεια κυριεύτηκαν από τους Τούρκους το 1648 -δηλ. μετά τα Χανιά και το
Ρέθυμνο και μετά από την έναρξη της πολιορκίας του Χάνδακα- και τους δόθηκαν για
λόγους σκοπιμότητας ειδικά προνόμια.
Οι Ανωγειανοί ήταν από τους πρώτες Κρήτες που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Το
1816, ο πρώτος Ανωγειανός που μυήθηκε ήταν ο Γιώργος Βασ. Μανουράς – Πιρπυρής.
Άλλοι Ανωγειανοί που μυήθηκαν ήταν οι: Βασίλειος Σμπώκος, Καπετάν Μανόλης
Δακανάγης ή Παπαδομανόλης, Παπά – Μιχάλης Σκουλάς ή Ξώππαπας, Σταύρος Νιώτης,
Σταύρος Ξετρύπης, Βασίλειος Αναγνώστης Σκουλάς.
Έτσι, οι Ανωγειανοί πήραν από τους πρώτους μέρος στην Επανάσταση του 1821.
Στην πρώτη ευκαιρία, οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό τους (το 1822) μετά από σκληρές μάχες.
Το Μάιο του 1822 οι Ανωγειανοί νίκησαν τους Τούρκους στη θέση Σ κ λ α β ό κ α μ π ο
Μαλεβιζίου, με αρχηγό το Βασίλη Σμπώκο. Τον Ιούλιο του 1822 ο Σερίφ Πασάς ξεκίνησε
από το Ηράκλειο με προορισμό τ’ Ανώγεια και αφού τα λεηλάτησε, τα πυρπόλησε (14
Ιουλίου 1822). Παρ’ όλη την καταστροφή των Ανωγείων, οι Ανωγειανοί δεν έπαψαν να
αγωνίζονται. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, νίκησαν πάλι στο Σκλαβόκαμπο το Χασάν
Πασά.
Το 1826 ξεκίνησε πάλι από το Ηράκλειο ένα τούρκικο απόσπασμα, με προορισμό τ’
Ανώγεια. Τότε, μια ομάδα Ανωγειανών με επικεφαλής αρκετούς οπλαρχηγούς, μεταξύ των
οποίων ήταν κι ο καπετάν Μανόλης Δακανάγης, ξεκίνησαν από τ’ Ανώγεια, για να
εμποδίσουν τους Τούρκους να πλησιάσουν το χωριό. Η συμπλοκή έγινε στον Αλμυρό
ποταμό. Οι Ανωγειανοί κατόρθωσαν να τους απωθήσουν, αλλά σε μια μάχη έξω από το
Ηράκλειο σκοτώθηκε ο καπετάν Μανόλης Δακανάγης. Υπάρχει κι ένα δημοτικό τραγούδι γι’
αυτόν, «Το τραγούδι του Μανόλη Δακανάζη», όπου μεταξύ άλλων αναφέρει:
«-Ανατριχιώ να σου το ‘πω, μέσα η καρδιά μου βράζει
μα σου τον εσκοτώσανε, πιο μέσα από το Γάζι…

…………………………………..

-Σώπασε κυρά παπαδιά κι εσκότωσε τριάντα
τριάντα Τούρκους διαλεκτούς τσι άφησε στη μπάντα
Άφησε και παραγγελιά να ‘πουν του πεθερού του
να παν τα κοκκαλάκια του μαζί με τ’ αδελφού του
τα ζα του να ποτίζουνε στου Βλάχου τα πηγάδια
εκεί όπου ποτίζουνε και τ’ άλλα τα κοπάδια…»

Ένα άλλο δημοτικό τραγούδι, το «Τραγούδι του Νιώτη», μας μιλάει για κάποιο άλλο
επεισόδιο που έγινε την περίοδο της Τουρκοκρατίας το 1830. Πρωταγωνιστές είναι ο Σ.
Νιώτης και ο Ασάνης, ένας γενίτσαρος που είχε γίνει μάστιγα για τους Ανωγειανούς.

Ανέθεσαν, λοιπόν, οι Ανωγειανοί στο Νιώτη, να απαλλάξει τον τόπο τους από το φοβερό
αυτό γενίτσαρο. Στον ποταμό όπου σκότωσε ο Νιώτης τον Ασάνη, ονομάστηκε από τότε
«Τ ο υ φ ο ν ι ά ο π ο τ α μ ό ς».

«Ένας Ασάνης ήτανε στη μπάντα του Ρεθύμνου,
πολλά ‘κανε τω Χριστιανώ και κάψε τονε Θε μου
Πολλά ‘κανε τω Χριστιανώ, από τη μια τση πρώτης
και στου φονιά το ποταμό τον έσφαξε ο Νιώτης
Αλλοί τον εποσκότωσε ο Νιώτης τον Ασάνη
στη μέση που κενώνεται και τ’ άρματά του βάνει
στη μέση του τα φόρεσε κι εγύριζε Χαΐνης
Τούρκο στη Κρήτη να φανεί κιανένα δεν αφήνει…»

Λίγο πριν ανάψει η φλόγα της επανάστασης του 1866, στα Ανώγεια έγινε
συνέλευση των οπλαρχηγών και πολιτών της Ανατολικής Κρήτης (Λασιθίου και Ηρακλείου)
για να εκλέξουν τους αντιπροσώπους τους για τη Γενική Συνέλευση της Κρήτης. Στο
ολοκαύτωμα του Αρκαδίου τρεις Ανωγειανοί βρήκαν το θάνατο μαζί με τους υπερασπιστές
του μοναστηριού. Μάλιστα σύμφωνα με τις διηγήσεις των παλιών κατοίκων των Ανωγείων,
ένας Ανωγειανός, ο Μανόλης Σκουλάς, ήταν εκείνος που ανατίναξε το Αρκάδι. Τότε ήταν
περίπου 25 χρόνων. Μεταξύ των παλιών κατοίκων των Ανωγείων, διασώζεται και ένα
δημοτικό τραγούδι που γράφτηκε για την παλικαροσύνη του.

«Η του Μανόλη του Σκουλά εζήλεψα περίσσα
γιατ’ ήταν νέος όμορφος κι από γενιά μεγάλη
Κι είχε και μάθηση πολλή, δεν του ‘λειπε η χάρη.
Κι όταν ο Χάρος τ’ άπλωσε το παγερό του χέρι
«καλώς ήρθες» του είπενε. Μα πρώτα θα στρωθούνε
χιλιάδων Τούρκων πτώματα, για να διαβώ από πάνω
και η Μονή του Αρκαδιού, ένας σωρός θα γίνει,
για να την κάμω μνήμα μου και να θαφτώ από κάτω»

Στο τέλος του 1866 οι Ανωγειανοί με αρχηγό τον Μιχάλη Σκουλά απέκρουσαν στο
Μαλεβίζι τους Τούρκους, που ‘χαν αρχηγό τον Ρεσίτ Πασά. Το 1867 (10 Μαΐου), τ’ Ανώγεια
καταλήφθηκαν κατ’ αρχάς από τον Ομέρ Πασά και λίγο αργότερα (Νοέμβριος) από το Ρεσίτ
Πασά που τα παρέδωσε στις φλόγες για δεύτερη φορά.
Στην επανάσταση του 1897, σώμα Ανωγειανών με αρχηγούς τους Γεώργιο Νιώτη
και Γρηγόρη Σπιθούρη διακρίθηκε και πάλι στις μάχες του Μαλεβιζίου.
Οι Ανωγειανοί, όμως, έδωσαν το «παρών» τους και στους αγώνες που έκανε η
υπόλοιπη Ελλάδα για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της. Έτσι, σώμα Ανωγειανών πήρε
μέρος στο Βορειοηπειρωτικό μέτωπο το 1912. Στη Μικρασιατική Εκστρατεία, αρκετοί
Ανωγειανοί έδωσαν το αίμα τους για τη Μεγάλη Ιδέα του Έθνους. Το 1940 οι Ανωγειανοί
έλαβαν μέρος στην υπεράσπιση της καταπονημένης από τους πολέμους Ελλάδας.
Με την εμφάνιση των Γερμανών στον Ελληνο – Ιταλικό πόλεμο άρχισαν νέα δεινά
για τους Έλληνες, αλλά και για τους Κρήτες. Στη Μάχη της Κρήτης πήραν μέρος σχεδόν όλοι
οι Ανωγειανοί, ακόμα κι αυτοί που δεν είχαν στρατευτεί για την Αλβανία. Όταν η Κρήτη

έπεσε στα χέρια των Γερμανών, οι Ανωγειανοί δε σταμάτησαν να αντιστέκονται. Άρχισαν
τον αγώνα τους ενάντια στον κατακτητή με δική τους πρωτοβουλία, όπως άλλωστε έγινε σ’
όλη την Κρήτη.
Τα Ανώγεια είναι από τα πρώτα χωριά που οργανώθηκαν συστηματικά γι’ αυτό το
σκοπό. Στις 15 Αυγούστου 1941 υπογράφηκε το πρακτικό ίδρυσης της «Επιτροπής
Απελευθερωτικής Δράσης», όπου, μεταξύ άλλων, ορκίστηκαν «να αγωνιστούν μέχρι
θανάτου για να αποτινάξουν το ζυγό των τυράννων». Όπως ήταν φυσικό, οι Γερμανοί
άρχισαν τα αντίποινα. Στις 13 Φεβρουαρίου 1944, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς ο
οπλαρχηγός Στεφανογιάννης. Στις 6 Αυγούστου 1944, ο Γερμανός διοικητής του φρουρίου
Γενί Γκαβέ πήγε ο ίδιος στα Ανώγεια με ένδεκα Γερμανούς, για να μαζέψει άνδρες για
αγγαρεία.
Οι Ανωγειανοί όμως είχαν καταφύγει στον Ψηλορείτη και δεν κατέβαιναν καθόλου
στο χωριό. Ο Γερμανός διοικητής μάζεψε τις γυναίκες του χωριού και τις οδήγησε στο Γενί
Γκαβέ. Στο δρόμο όμως δέχτηκε επίθεση από τους Ανωγειανούς αντάρτες, με αποτέλεσμα
να σκοτωθούν δυο Γερμανοί και οι υπόλοιποι μετά από επίμονες ανακρίσεις που τους
έκαναν να εκτελεσθούν από τους αντάρτες. Αυτό το περιστατικό μαζί με τη συμμετοχή των
Ανωγειανών στην απαγωγή του Γερμανού στρατηγού Κράιπε, έδωσαν την αφορμή για να
εκδώσει ο Χ. Μίλλερ – διοικητής του Φρουρίου Κρήτης- τη διαταγή να ισοπεδωθούν τα
Ανώγεια. Η διαταγή έλεγε:
«Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρο της αγγλικής κατασκοπείας εν Κρήτη,
και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν τον φόνον του λοχίου φρουράρχου Γενί Γκαβέ και της
υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν τα σαμποτάζ της Δαμάστας,
επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλο και προστασία, οι αντάρται των διαφόρων ομάδων
αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων, διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον
Κράιπε, χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την
ι σ ο π έ δ ω σ ι ν πάντων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού, όστις ήθελεν
ευρεθεί εντός του χωριού και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου».

Χανιά 13-8-44
Ο Στρατηγός Διοικητής
Φρουρίου Κρήτης
Χ. ΜΙΛΛΕΡ
Έτσι, η ιστορία επαναλαμβανόταν για τρίτη φορά. Όλο το χωριό έγινε στάχτη, όλα
καταστράφηκαν. Μόλις γύρισαν οι Ανωγειανοί στο χωριό τους και αντίκρισαν το θέαμα,
πόνεσαν, έκλαψαν και άρχισαν τα μοιρολόγια. Μερικά διασώθηκαν επειδή τα έγραψαν οι
συνθέτες τους σ’ ένα κομμάτι χαρτί. Μερικά απ’ αυτά είναι και τα παρακάτω:
«Λουλούδια μην ανθίζετε, πουλιά μην κελαηδείτε
τ’ Ανώγεια μας εκάψανε και να τα λυπηθείτε.
Μια Κυριακή τη ταχινή ώρα που λειτουργούσε
μπήκαν στ’ Ανώγεια οι Γερμανοί τσ’ αντάρτες και ζητούσι
Αντάρτες σαν δε βρήκανε και κάψανε το κόμα
γέρους και γυναικόπαιδα κάτω τα κάψαν όλα.

Αύγουστε Γερμανόφιλε, φονιά και γκεσταπίτη
μαύρη ζωή την έβαλες στη σκλαβωμένη Κρήτη
Μαύρα φορούνε τα βουνά κι ο γέρο Ψηλορείτης
πενθούν τ’ Ανώγεια το χωριό, τους ήρωες της Κρήτης»

(Ειρήνη Αναγνωστάκη «Η καταστροφή των Ανωγείων»)
«Έξι χιλιάδες Γερμανοί τυλίξανε τ’ Ανώγεια
και πιάσανε τον αρχηγό και τόνε στένουν χώρια
Μες στο χωριό τον πιάσανε, μα η ώρα τους εβγιάζει
του παίζουν πυροβολισμούς και σαν πουλί σπαράζει
Σκοτώσαν το Μενέλαο τ’ όμορφο παλικάρι
τον Μανουρά τον ξακουστό, το τρομερό λιοντάρι»

(Κωνσταντίνος Κοστάντος «Τραγούδι για τα Ανώγεια»)

«Οι Γερμανοί γιαγείρανε όλοι στ’ αρμί απάνω
κι εκάνανε το σχέδιο φωτιά ‘πο που θα βάναν
Από το σκα. Η σολίβαδο βάζουν το πυροβόλο
και το χωριό εκάψανε απ’ άκρη σ’ άκρη όλο»

(Όλγα Κεφαλογιάννη «Το κάψιμο των Ανωγείων»)
Τελικά τ’ Ανώγεια κατάφεραν να ξαναγεννηθούν από τη στάχτη και να εξελιχθούν
σε μια σημαντική κωμόπολη. Τιμητικά η κοινότητα Ανωγείων προήχθη σε δήμο το 1947.
Τον προηγούμενο χρόνο -1946, στις 3 Μαΐου- το επίσημο κράτος αναγνωρίζοντας την
προσφορά των Ανωγείων απένειμε στην κοινότητα τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ Τάξης «δια τας
καταστροφάς ας υπέστη κατά την περίοδο της τετραετούς Γερμανοϊταλικής Κατοχής των
κατοίκων επιδειξάντων αξιοθαύμαστον διαγωγή, αντοχήν απαράμιλον και ηρωισμόν μέχρις
αυτοθυσίας».
Στα Ανώγεια υπάρχει και η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, η κεντρική εκκλησία του
χωριού. Οι Αγιογραφίες που σώζονται είναι του 1200 μ. Χ. Η παλιά εικόνα της εκκλησίας
έχει χαθεί και η τωρινή είναι του 1863. Το τέμπλο της είναι αρκετά παλιό.
Διασώζεται και η παρακάτω ιστορία από τους κατοίκους, για το κτίσιμο της
εκκλησίας. Ένας βοσκός από την Αξό, είδε ένα βράδυ ένα κερί στη θέση που είναι σήμερα η
εκκλησία. Το κερί αυτό το έβλεπε για 2-3 συνεχή βράδια και αποφάσισε να δει τι υπήρχε
εκεί. Βρήκε, λοιπόν, το εικόνισμα του Αγίου και το πήγε σπίτι του. Όταν την άλλη μέρα
θέλησε να το δείξει στη γυναίκα του, το εικόνισμα δεν ήταν στη θέση του. Το βρήκε στη
θέση που ήταν το κερί, το ξαναπήγε σπίτι του, αλλά αυτό πάλι εξαφανίστηκε. Αυτό έγινε
για κάμποσες φορές κι έτσι ο βοσκός κατάλαβε ότι στο σημείο εκείνο έπρεπε να κτιστεί
εκκλησία προς τιμή του Αγίου, πράγμα που τελικά έγινε.
Στα Ανώγεια υπάρχουν οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου, αρκετά παλιά εκκλησία –
200 χρόνων-, της Κοίμησης της Θεοτόκου στο Π ε ρ α χ ώ ρ ι, που κτίστηκε στα ερείπια
παλιάς εκκλησίας του Αγίου Χαραλάμπους του 12 ου αιώνα, της Αγίας Μαρίνας στη Ζ ώ μ υ θ

ο, του Αγίου Νικήτα στη Μ ά κ ρ η, της Ανάληψης του Χριστού στη Ν ί δ α, του Αγίου
Μάμαντος στη Μ ύ θ ι α, του Αγίου Φανουρίου στα Π ε ι ρ α δ ο λ ά κ ι α και του Αγίου
Δημητρίου στο Μ ε τ ό χ ι.
Πολύ κοντά στα Ανώγεια λειτουργεί και η γυναικεία μονή του Αγίου Νεκταρίου.
Στο Δήμο Ανωγείων υπάγονται και δυο σπήλαια. Το ένα είναι το Σπήλαιο του
Σεντόνη, με σταλακτίτες, το οποίο έχει ερευνηθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία.
Το άλλο είναι το Ιδαίον Άντρον ή Σπήλιο της Νίδας ή Αρκέσιον. Είναι ένα μικρό
σπήλαιο και η είσοδός του βρίσκεται σε 1.490μ. υψόμ. Ανακαλύφθηκε το 1884, με
υπόδειξη ενός Ανωγειανού βοσκού, του Γ. Πασπαράκη ή Μουσά.
Στην αρχαιότητα, θεωρούνταν ιερό, γιατί σύμφωνα με τη μυθολογία, στο σπήλαιο
αυτό κρύφτηκε ο Δίας αμέσως μετά τη γέννησή του και μεγάλωσε από το γάλα της γίδας
Αμάλθειας, φρουρούμενος από τους Κουρήτες. Γι’ αυτό και οι αρχαίοι θεωρούσαν το
σπήλαιο τόπο λατρείας του Δία. Τα τελευταία χρόνια έχουν βρεθεί χάλκινα και πήλινα
αντικείμενα του 5 ου , 6 ου και 7 ου π.Χ. αιώνα (ασπίδες, τρίποδα κλπ.).
Το Ιδαίον Άντρον βρίσκεται στο οροπέδιο της Νίδας. Γι’ αυτό έχει γραφτεί κι ένα
δημοτικό τραγούδι, «Το τραγούδι της Νίδας», από κάποιον Κεφαλογιάννη, που ήταν τότε
70 χρόνων.

«Λένε των οι Βοριζιανοί, με τάξη και με τρόπο.
– Να μας σε δώσετε κι εμάς, από τη Νίδα τόπο.
Δώστε μας αφεντάδες μας μοιράσι από τη Νίδα
που κάνει μάρωπα παχιά και λεύτερα ‘πιτήδεια
Το Καστρινό συμβούλιο βοηθά τω Μεσαρίτω
και ζει το Ρεθεμνιώτικο τω Μυλοποταμίτω.
Τότες εμίλησε ο παπάς με το γλυκό του στόμα:

  • Δεν τώνε δίνουμε κλαδί από τη Νίδα, χώμα…
    ….Σαν τα γεράκια χύνονται, σαν τα πουλιά γλακούνε
    οπίσω τσι ζυγώνουνε, στη γιούργια τσι λαλούνε…
    … Δε θέμε από τη Νίδα σας και να τήνε χαρείτε
    κι αφήσετε τσι χαρακιές, να μη μας σε βαρείτε…
    Δε θέμε από τη Νίδα σας και δεν ξαναπερνούμε
    μόνο αλεύρι και κουκιά να ρθούμε να πουλούμε…»

Το οροπέδιο της Νίδας ήταν ο πιο ιδανικός βοσκότοπος και για τους Ανωγειανούς
αποτελούσε τη μόνη υπολογίσιμη περιουσία τους. Όμως, οι Βοριζιανοί διεκδικούσαν κι
αυτοί μερίδιο στη Νίδα για να βόσκουν τα πρόβατά τους. Δημιουργήθηκε έτσι μεταξύ των
δύο χωριών μια διαμάχη και πολλές φορές έρχονταν σε συμπλοκή.
Το 1870 οι δυο πασάδες του Ηρακλείου και Ρεθύμνου αποφάσισαν να δώσουν
τέλος στη διαμάχη των δυο χωριών. Φτάνοντας οι πασάδες στο οροπέδιο της Νίδας και
κάνοντας αυτοψία αποφάσισαν να δώσουν την κυριότητα στους Βοριζιανούς με το
αιτιολογικό ότι τα Βόριζια βρίσκονταν πιο κοντά στη Νίδα.
Ένας όμως παπάς, ο παπά-Μιχάλης, που έβοσκε εκεί τα πρόβατά του, άκουσε τη
συζήτηση κι έτρεξε να ειδοποιήσει τους Ανωγειανούς. Φτάνουν οι Ανωγειανοί στο

οροπέδιο και ορμούν κατά των Βοριζιανών με πέτρες και ξύλα. Οι Βοριζιανοί τελικά ζητούν
ειρήνη με τον όρο να τους επιτρέψουν οι Ανωγειανοί να έρχονται στο οροπέδιο για να
πουλάνε αλεύρι και κουκιά.
Για τον παπά-Μιχάλη, που με δικές του ενέργειες σώθηκε το οροπέδιο της Νίδας
και τους Ανωγειανού, υπάρχει και δημοτικό τραγούδι που γράφτηκε γύρω στα 1895. Ο
παπά-Μιχάλης στάθηκε πραγματικά ο αρχηγός των Ανωγειανών στα δύσκολα εκείνα
χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο θάνατός του δημιούργησε ένα μεγάλο κενό:
«Σαν τον Ανωγειανό παπά, μηδ’ ήταν μήδ’ εγίνη,
ν’ αλλάσει πίσω την Τουρκιά, να σβήσει το γιαγκίνι…
… Πολλούς Ρωμιούς ξεμπέρδεσε ‘πο των Τουρκών τα χέρια
όπου ‘θέλαν τσι σφάξουνε με δίκοπα μαχαίρια…»

Μεταξύ του οροπεδίου της Νίδας και των Ανωγείων, υπάρχει μια τοποθεσία που
λέγεται Ζ ώ μ υ θ ο ς. Για την προέλευση του ονόματος υπάρχουν τρεις εκδοχές: Η πρώτη
υποστηρίζει ότι ζώμυθος σημαίνει ζωντανός μύθος (ζων – μύθος). Μια άλλη άποψη
υποστηρίζει ότι σημαίνει το μύθο του ζώου. Η τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι η λέξη ώμυθος
είναι προελληνικό – ετεοκρητικό όνομα «ζώμινθος» ή «ζώμιθος», αγνώστου σημασίας.
Στη Ζώμυθο βρίσκεται πηγή, το νερό της οποίας έρχεται στα Ανώγεια. Στα πολύ
παλιά χρόνια, το νερό της πηγής ήταν ελάχιστο. Οι βοσκοί που έβοσκαν τριγύρω τα
πρόβατά τους, τα πότιζαν από μια μικρή «γούρνα» που είχαν φτιάξει μπροστά στην πηγή.
Όλη η περιοχή, ακόμα και κοντά στα Ανώγεια, ήταν σκεπασμένη από αδιαπέραστα δάση.
Κοντά στην πηγή ήταν ένα μεγάλο δέντρο -ασφένταμος- που υπήρχε μέχρι το 1915, οπότε
το ξερίζωσε ένας δυνατός αέρας. Το δέντρο αυτό το θυμούνται οι πολύ παλιοί κάτοικοι των
Ανωγείων.
Το 1340 -σύμφωνα με το τραγούδι του Μανουρά- παρουσιάστηκε στην περιοχή της
Ζωμύθου ένα «θεριό». Τι ήταν αυτό το θεριό δεν ξέρουμε, ίσως ήταν κάποιο μεγάλο φίδι.
Το θεριό αυτό ήταν μεγάλο με δυο κεφάλια και τέσσερα μάτια. Ένα περίπου χιλιόμετρο
μακριά από την πηγή, υπάρχει μια μεγάλη τρύπα -Του Κάτσουρα ο Ταύκος. Οι βοσκοί
έβλεπαν το θεριό συχνά να βγαίνει από την τρύπα και να πίνει το λιγοστό νερό, της
«γούρνας» άλλοι πάλι έλεγαν ότι το θεριό έπινα μόνο μια «γούρνα» νερό κι έτρωγε όσα
πρόβατα μπορούσε.
Οι βοσκοί, μη έχοντας πια στη διάθεσή τους το νερό της Ζωμύθου, αναγκάστηκαν ν’
ανέβουν στη Νίδα, όμως εκεί δεν υπήρχε αρκετό νερό. Πέρα απ’ αυτό, οι κάτοικοι
φοβόντουσαν να περάσουν από κει. Έπρεπε δηλ. να σκοτωθεί το θεριό για να ησυχάσει ο
τόπος. Διαλέχτηκε ο Νικόλαος Μανουράς, που σαν ανταμοιβή θα έπαιρνε 300 πρόβατα
και το προνόμιο να ποτίζει πρώτος τα πρόβατά του.
Ο Μανουράς δέχτηκε την προσφορά, παίρνει το τόξο με τη σαΐτα του και φτάνει στη
Ζώμυθο. Αλλάζει την κατεύθυνση του νερού, αφήνοντας τη γούρνα γεμάτη. Ρίχνει μέσα
στη γούρνα ξίδι και αλάτι, για να γίνει άνοστο το νερό, έτσι που πίνοντάς το το θεριό να
αηδιάσει, να σηκώσει το κεφάλι για να μπορέσει να το χτυπήσει σε καίριο σημείο. Ανέβηκε
λοιπόν στον ασφένταμο και περίμενε το θεριό.

Σε λίγο πράγματι φτάνει και πριν προλάβει να πιει νερό αντιλαμβάνεται το
Μανουρά και ανοίγει το στόμα του για να του επιτεθεί. Βρίσκει τότε την ευκαιρία ο
Μανουράς και σημαδεύει το θεριό, με τη σαΐτα του στο στόμα. Πέτυχε το στόχο του και
αμέσως το θεριό άρχισε να μουγκρίζει και να σπαρταρά γύρω από την πηγή. Οι δυνάμεις
του άρχισαν να χάνονται και ξεκίνησε σιγά – σιγά για να πάει να κρυφτεί. Δεν μπόρεσε
όμως να φθάσει μέχρι την κρύπτη του, έπεσε σ’ έναν γκρεμό όπου και ψόφησε.
Για πολύ καιρό οι βοσκοί έβλεπαν το ψόφιο θεριό που το έτρωγαν οι μύγες και από
τότε το φαράγγι πήρε το όνομα Τσι μύγιας το φαράγγι. Λέγεται μάλιστα ότι για αρκετό
καιρό οι βοσκοί έπαιρναν το λίπος του θηρίου -που είχε πολύ- για να ανάβουν τους
λύχνους τους.
Το τραγούδι του Μανουρά έγραψε κάποιος σουλτάνος:
«Το έτος χίλια τρακόσα σαράντα
εφάνηκε ένα θεριό στων Ανωγειών τη μπάντα.
Εβγήκεν ένας Μανουράς και λένε τον Νικόλα,
για να σκοτώσει το θεριό κι εσκότωσέ το κιόλας
– Μπλιό μου σε τάβλα δε δειπνώ, σε στρώμα δε κοιμούμαι
αν δε σκοτώσω το θεριό που είδα οψές στη βρύση.
Κ’ είχε διπλές τσι κεφαλιές και δυο ζευγάρια μάτια
κ’ έβγαιναν απ’ τ’ αρθούνια του ενός καμινιού φουγάρα.
– Αν το σκοτώσεις το θεριό τσι βρύσης το λιοντάρι
παίρνεις τρακόσα πρόβατα με διαλεκτό μπροστάρη
Πάει και βγαίνει στο δεντρό και κράθειε τη σαΐτα.
Σε λίγη ώρα έφτασε και το θεριό στη ρίζα.
Σηκώνει το κεφάλι του, για να τόνε ρουφήξει
και παίζει του τη σαϊθιά και στο λαιμό καθίζει.
– Αν είσαι άντρας Μανουρά, παίξε την και την άλλη
– Μα μια φορά μ’ εγέννησε η μάννα, που με εγέννα
και μια κι εγώ την έπαιξα τη σαϊθιά σε σένα.
Και το θεριό εμούγκρισε, έκαμε να παγώσει
κι απάνω στον ασφένταμο ίντα βουλή να δώσει.
Κι αφού εξαναμούγκρισε, τρέχει προς το φαράγγι
τσι μύγιας ετελείωσε και μπλιό δε μας πειράζει.
Και κατεβαίνει ο Μανουράς στη βρύση και καθίζει
κι ευθύς φωνάζει τσι βοσκούς και τσι καλοκαρδίζει
Εκείνοι συναχτήκανε, γέροντες και κοπέλια
και σύρνανε και τα σφαχτά, με διαλεκτά σκλαβέρια.
Λέσι του: Εύγε Μανουρά, επήρες τα σφαχτά σου
ομπρός να πηαίνεις στο νερό εσύ κ’ η γενεά σου
ομπρός να πηαίνεις στο νερό κ’ ομπρός να τα ποτίζεις
και στ’ ασφεντάμου το σκιανό να ρχεσαι να σταλίζεις.
Οι Μανουράδες έχουνε πάντοτε την αξία

και πάνε και σκοτώνουνε τα άγρια θηρία
Χαριτωμένη γενεά, την έκαμε η φύση!
Σκοτώσανε και το θεριό, στη Ζώμυθο στη βρύση!
Όσοι δεν το πιστεύουνε και δεν του συχωρούνε
στη βρύση στέκει το δεντρό κι ας πάνε να το δούνε.
Κάθε χειμώνα πέφτουνε τα χιόνια εις τ’ αόρια
Κύρης των σουλιτάτηδων τόβγλαε εις τ’ Ανώγεια»

Το τραγούδι αυτό του Μανουρά έχει διασωθεί σε αρκετές παραλλαγές που όμως δε
διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.
Το όλο θέμα του τραγουδιού, έτσι όπως είναι γραμμένο, μας οδηγεί στην υπόθεση
ότι κάτι άλλο υπάρχει πίσω από το θεριό και το θάνατό του. Στους περισσότερους μύθους,
θρύλους, αλλά και στις παραδόσεις που μας έχουν διασωθεί, υπάρχει αυτή η βασική δομή,
αλλά και η θεματολογία για την εξιστόρηση κάποιων συμβάντων. Υπάρχει δηλαδή το θεριό
με διάφορες μορφές που εμποδίζει τη χρήση κάποιας πηγής από τους χωριανούς.
Αναλαμβάνει λοιπόν κάποιος να εξοντώσει το θεριό και να απαλλαγεί ο τόπος από τη
μάστιγά του.
Εδώ ο μύθος του θεριού και η εξόντωσή του πλάστηκε για να εξηγήσει το προνόμιο
της οικογένειας του Μανουρά να ταΐζει πρώτη τα κοπάδια της. Το θεριό μπορεί να ήταν
κάποιος ξένος κατακτητής της πηγής ή κάποιος Βενετός άρχοντας ή τέλος πάντων κάποια
άτομα που στέκονταν εμπόδιο στους χωρικούς για να κάνουν κάτι που το ήθελαν πολύ.
ΣΗΜΠΛΗΡΩΜΑ
Το σπήλαιο Σεντόνη ανήκει στην Κοινότητα Ζωνιανών

ΑΝΩ ΜΑΛΑΚΙ
Χωριό της επαρχίας Ρεθύμνης που μαζί με το Κάτω Μαλάκι αποτελούν την
κοινότητα Μαλάκια. Απέχει 23χμ. από το Ρέθυμνο. Βρίσκεται σε υψόμ. 420μ. κι έχει
σήμερα 72 κατοίκους. Η προέλευση του ονόματός του είναι ίδια με αυτήν του Κ ά τ ω
Μ α λ α κ ί ο υ.
Η παράδοση αναφέρει ότι το Άνω Μαλάκι ιδρύθηκε από τους κατοίκους του παλιού
χωριού Α ρ χ ο ν τ ι κ ά. Ονομάστηκε έτσι, επειδή ήταν ένα πλούσιο χωριό και οι κάτοικοί
του ζούσαν σαν άρχοντες. Βρισκόταν λίγο πιο πάνω από το σημερινό Άνω Μαλάκι. Στην
ερήμωση των Αρχοντικών συντέλεσε οπωσδήποτε και ο ερχομός των Τούρκων.
Οι παλιότερες οικογένειες στο άνω Μαλάκι είναι οι Πατεράκηδες, οι Νικολιδάκηδες,
οι Μπερνιδάκηδες, οι Καλαϊτζιδάκηδες κ.α.
Στο χωριό υπάρχουν πολλά τοπωνύμια που συνδέονται με διάφορους θρύλους.
Στην περιοχή του χωριού υπάρχει ένα ωραίο μικρό οροπέδιο, που λέγεται Ποτάμια.
Ανάμεσα σε πλατάνια και ήμερα δέντρα αναβλύζει άφθονο νερό, που σχηματίζει μικρά
ποταμάκια. Σ’ ένα απ’ αυτά -σύμφωνα με την παράδοση- γλίστρησε κάποτε μια νύφη,
καθώς περνούσε καβάλα στ’ άλογό της. Η νύφη πνίγηκε και η τοποθεσία ονομάστηκε τ η ς
Ν ύ φ η ς τ α Π ο τ ά μ ι α.

Ένας δεύτερος θρύλος, σχετικός με το ίδιο τοπωνύμιο, αναφέρει ότι κάποτε ένας
βοσκός έκανε μάγια σε μια νύφη που περνούσε από κει. Μετά από ένα χρόνο πέρασε από
το ίδιο μέρος ο άντρας της. Ο βοσκός του μίλησε κι εκείνος του είπε πως η γυναίκα του
είναι δεμένη (της έχουν κάνει μάγια). «Πήγαινε σπίτι σου και η γυναίκα σου θα γίνει
καλά!» απάντησε ο βοσκός.
Στη ρίζα ενός λόφου, στην περιοχή του παλιού χωριού Αρχοντικά υπάρχει ένα
σπήλαιο με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που δεν έχει όμως αξιοποιηθεί.
Το σπήλαιο ονομάζεται Τρύπα των 40 Μιχελήδων, τοπωνύμιο που στηρίζεται στην
παρακάτω παράδοση: Όταν οι Τούρκοι έκαιγαν τα Αρχοντικά, οι κάτοικοί του είχαν
καταφύγει σ’ αυτό το σπήλαιο, ανάμεσά τους δεν υπήρχαν 40 άντρες με το όνομα
Μιχάλης. Μια γριά όμως έμεινε πίσω και δεν μπόρεσε να βρει το στόμιο του σπηλαίου,
που ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να το δει κανείς.
Σύμφωνα με μια εκδοχή, οι Τούρκοι έσφαξαν τη γριά, κάποιος φόρεσε τα ρούχα της
και φώναξε: «Ε, Μιχελή, Μιχελή!» Οι έγκλειστοι φανερώθηκαν κι έτσι οι Τούρκοι μπήκαν
μέσα και τους έσφαξαν. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, οι Τούρκοι βρήκαν τη σπηλιά, αφού
ακολούθησαν τη γριά.
Στο Άνω Μαλάκι βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Η παράδοση αναφέρει ότι
τα χρόνια που διαμορφωνόταν το σημερινό χωριό, ένας βοσκός ξώμενε (περνούσε τη νύχτα
του) στη θέση Κατσιγιάννη. Κάθε βράδυ έβλεπε απέναντι, έξω από το μικρό εκκλησάκι της
Αγίας Τριάδας, ένα φως. Μια νύχτα ξεκίνησε να δει τι ήταν. Έψαξε και βρήκε μέσα στους
βάτους και στα κλαδιά μια εικόνα, ίσως της Αγίας Τριάδας. Την πήρε και την έβαλε μέσα
στο εκκλησάκι. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η εκκλησία κτίστηκε, αφού ο βοσκός βρήκε την
εικόνα.
Αργότερα κτίστηκε η σημερινή μεγαλύτερη εκκλησία, μέσα στην οποία βρισκόταν το
παλιό εκκλησάκι. Κανένας δεν τολμούσε να το γκρεμίσει, ώσπου ο ίδιος ο παπάς πήρε την
αξίνα κι έβγαλε την πρώτη πέτρα.
Κοντά στο παλιό χωριό Αρχοντικά υπάρχει η εκκλησία του Αι Γιώργη, που ήταν
ερειπωμένη και τελευταία ανακαινίστηκε. Πολύ παλιά εκκλησία είναι η Αγία Μαρίνα. Οι
γεροντότεροι θυμούνται ότι είχε αγιογραφίες, που σκεπάστηκαν όμως με ασβέστη. Σήμερα
διακρίνονται μόνο υπολείμματα τοιχογραφιών.
Στην περιοχή των Αρχοντικών σώζονται ερείπια από το βυζαντινό κοινόβιο
μοναστήρι οι Παναγιές. Για τις παλιές εκκλησίες της περιοχής αυτής βλ. Γ.Β. Αντουράκη,
«Τοιχογραφημένοι βυζαντινοί ναοί της Κρήτης», Αθήναι 1985.

ΑΝΩ ΜΕΡΟΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου από τον οποίο
απέχει 50χμ. Είναι ένα από τα πιο γραφικά ριζίτικα χωριά της Κρήτης. Βρίσκεται σε υψόμ.
620μ. Ο αριθμός των κατοίκων του μαζί μ’ αυτούς των οικισμών Δ ρ υ γ ι έ ς και Χ ω ρ δ ά κ
ι είναι 455 άτομα.

Αναφέρεται στα ενετικά έγγραφα των Barozzi, Basillicata και «Καστροφύλακα».
Σύμφωνα με την παράδοση το παλιό χωριό ήταν στην τοποθεσία Β ε ρ γ ι ά κ ο. Στην
απογραφή του «Καστροφύλακα», το 1583, το Βεργιάκο είχε 141 κατοίκους, ενώ το άνω
Μέρος μόλις 63.
Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Ενετούς παραχωρήθηκε σαν φέουδο στην
οικογένεια Βαρούχα, επίθετο που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας.
Στις αρχές του φθινοπώρου του 1823 οι Ανωμεριανοί μαζί με τους καλόγερους του
μοναστηριού της Καλοείδαινας συγκρότησαν ένα από τα 12 μπαϊράκια που έλαβαν μέρος
στις άτυχες μάχες που έγιναν στις Α μ ο υ ρ γ έ λ ε ς και τη Γ έ ρ γ ε ρ η. Αρχηγός τους ήταν
ο ηγούμενος του μοναστηριού Βαρούχας, που σύμφωνα με την παράδοση σκοτώθηκε σε
μια απ’ αυτές τις μάχες. Στη συνέχεια οι Τούρκοι κατέστρεψαν το χωριό και το μοναστήρι
της Καλοείδαινας, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι μονή της Μεταμόρφωσης του
Σωτήρα και είχε παλιά πολλούς μοναχούς.
Το όνομα Καλοείδαινας, με το οποίο είναι γνωστό, δικαιολογείται από την
πανοραμική θέα που προσφέρεται από τη θέση που βρίσκεται η μονή. Υπάρχει όμως και
μια παράδοση που δικαιολογεί την προέλευση της ονομασίας ως εξής: Ένας βοσκός είδε
ένα φως μέσα σ’ ένα βάτο, όπου αργότερα βρέθηκε η εικόνα της Μεταμόρφωσης. Όταν το
ανέφερε στους κατοίκους του χωριού, επειδή αυτοί δεν τον πίστευαν, τους έλεγε «είδα και
καλοείδα». Είναι πολύ παλιά μονή του 8 ου ή 9 ου αιώνα. Θεωρείται η αρχαιότερη βυζαντινή
μονή της περιοχής και υπαγόταν κατευθείαν στο Πατριαρχείο.
Στη μεγάλη κρητική επανάσταση του 1866 οι Ανωμεριανοί πολέμησαν με
επικεφαλής τον καπετάνιο Αναγνώστη Κατσαντώνη. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν για δεύτερη
φορά το χωριό.
Στις 22 Αυγούστου 1944, τις παραμονές της απελευθέρωσης οι Γερμανοί
κατέστρεψαν το χωριό και εκτέλεσαν 38 από τους κατοίκους του, ανάμεσα στους οποίους
και 4 γυναίκες.
Το μέρος που είναι σήμερα κτισμένο το χωριό είναι κατά 200 μέτρα ψηλότερο από
την αρχική θέση του χωριού, που ονομαζόταν, όπως αναφέραμε πιο πάνω, Βεργιακό (ίσως
να προέρχεται από κάποιο επίθετο). Σιγά – σιγά οι κάτοικοι του Βεργιάκου άρχισαν να
εγκαθίστανται στη σημερινή θέση, που ήταν πιο εύφορη. Πριν αρχίσει η εγκατάσταση των
χωριανών συνήθιζαν να πηγαίνουν στο πάνω χωριό λέγοντας «πάμε στο άνω μέρος» και
έτσι επικράτησε η ονομασία Άνω Μέρος.
Οι εκκλησίες που υπάρχουν στο χωριό είναι οι εξής: ο Άγιος Γεώργιος, παλιά
εκκλησία, η Κοίμηση της Θεοτόκου που αποτελούσε την εκκλησία του νεκροταφείου, ο
Άγιος Στυλιανός, κτισμένη το 1980 αποτελεί και την εκκλησία του νεκροταφείου, ο Άγιος
Κωνσταντίνος, εκκλησία κτισμένη το 1928, η Ζωοδόχος Πηγή παλιά εκκλησία και η Γέννηση
της Θεοτόκου, που αποτελεί τη μητρόπολη του χωριού. Η σημερινή μάλιστα εκκλησία δεν
είναι η παλιά βυζαντινή, αλλά καινούρια.

ΑΝΩ ΤΡΙΠΟΔΟ
Οικισμός της κοινότητας Μαργαριτών της επαρχίας Μυλοποτάμου. Είναι κτισμένος
σε υψόμ. 260μ. και έχει 100 κατοίκους.
Το όνομά του το πήρε από την ύπαρξη κάποιου τραπεζιού, που είχε τρία πόδια και
χρησίμευε σαν δικαστικό τραπέζι στα χρόνια που ακόμα βρίσκονταν σε ακμή η αρχαία
Ε λ ε ύ θ ε ρ ν α και η Α ξ ό ς. Όπως ξέρουμε από την ιστορία, οι δυο αυτές πόλεις
βρίσκονταν σε συνεχή διένεξη. Έτσι, όταν κάποιος φυγόδικος έφευγε από την Αξό έβρισκε
καταφύγιο στην Ελεύθερνα. Οι στρατιώτες όμως που τον κυνηγούσαν, αν προλάβαιναν να
τον πιάσουν τον πήγαιναν στο δικαστήριο που βρισκόταν στο Τριπόδο, και αποτελούνταν
από τρεις δικαστές -έναν από την Αξό, έναν από την Ελεύθερνα και έναν από το Τριπόδο.
Γι’ αυτό και το τραπέζι είχε φτιαχτεί έτσι για να κάθονται οι τρεις δικαστές.
Υπάρχουν εδώ οι εκκλησίες της Κοίμησης της Θεοτόκου, της οποίας το τέμπλο είναι
εξαιρετικού κάλλους και της Αγίας Παρασκευής.
Αυτές οι δυο αποτελούν τις μοναδικές εκκλησίες του οικισμού και στις οποίες
λειτουργούνται οι κάτοικοί του.
Επίσης υπάρχει ένα ξωκλήσι του Αγίου Ονούφριου, που είναι κτισμένο μέσα σε
σπηλιά.
ΑΞΟΣ*
Χωριό της κοινότητας Μυλοποτάμου. Απέχει 46χμ. από το Ρέθυμνο, σε υψόμ. 525μ.
στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη. Έχει 701 κατοίκους. Στο χωριό της Αξού
υπάγεται και ο οικισμός Λ ι β ά δ α.
Για την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν τέσσερις πιθανές εκδοχές. Η
πρώτη εκδοχή δέχεται ότι η ονομασία του χωριού προέρχεται από τους απότομους
γκρεμούς που υπάρχουν. Η αρχαία κρητική λέξη αξός σημαίνει αγμός, θραύση, κάταγμα,
απόκρημνος βράχος.
Η δεύτερη εκδοχή δέχεται ότι το χωριό πήρε το όνομά του από τον ποταμό Ύαξο το
σημερινό Μυλοπόταμο ή Γεροπόταμο. Η τρίτη εκδοχή αναφέρει ότι το όνομα του χωριού
δόθηκε από τον Αξό ή Ύαξο, το γιο της Ακακαλλίδος, κόρης του Μίνωα. Η τέταρτη, τέλος,
εκδοχή πιστεύει ότι το χωριό πήρε το όνομά του από τον Ύαξο, το γιο του Απόλλωνα και
της Αγχιάλης.
Για τη χρονολογία ίδρυσης του χωριού δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Μερικοί
τοποθετούν την ίδρυσή του στην εποχή της καθόδου των Δωριέων, και άλλοι στη
γεωμετρική εποχή. Δεν έχουμε όμως ευρήματα ανάλογα για να μπορούμε να
δικαιολογήσουμε αυτές τις χρονολογήσεις. Ευρήματα έχουν βρεθεί όμως από την
υστερομινωική περίοδο, όπως όστρακα, επιγραφές, μια χάλκινη περικεφαλαία, έξι χάλκινοι
θώρακες, ειδώλια πρωτόγονης τεχνικής κ.α.
Οι πιο παλιές οικογένειες είναι οι Πατελάροι, Δαφέρμοι (από Βενετία), Καντάντοι
(Κωνσταντινούπολη), Μανιάδες (Μάνη), Παπαδάκηδες, Καμαρίκηδες, Σκουτέλληδες
(παρατσούκλι ορισμένων Δαφέρμων).

Το σημερινό χωριό είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας πόλης της Α ξ ο ύ. Μάλιστα
ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τον 7 ο αιώνα π.Χ. βασιλιάς της Αξού ήταν ο Ετέαρχος. Σ’ αυτόν
τον αιώνα, ανήκει και μια χάλκινη μήτρα, μια παράσταση τρίποδα από πάνω από τον
τρίποδα μια μορφή θεότητας, που μάλλον πρόκειται για το Δία. Εκτός των άλλων βρέθηκαν
ερείπια κυκλώπειου τείχους, αρχαϊκός ναός της Αφροδίτης και ρωμαϊκά νομίσματα. Το
χωριό κατακτήθηκε πολλές φορές.
Κανένας όμως κατακτητής δεν κατόρθωσε να του αλλάξει το χαρακτήρα. Μάλιστα
σύμφωνα με διηγήσεις των κατοίκων, η αρχαία πόλη της Αξού καταστράφηκε όταν ήλθε σε
πόλεμο με την πόλη της Ε λ ε ύ θ ε ρ ν α ς -και οι δυο πόλεις ανήκαν στην Εκατόμπολη της
Κρήτης. Με τον αποκλεισμό της Αξού έπεσε η πανούκλα και κατέστρεψε την πόλη του
Ετέαρχου. Η καινούρια Αξός κτίστηκε λίγο πιο κάτω από την παλιά, πριν από 100 περίπου
χρόνια.
Το λιμάνι της πόλης βρισκόταν στην Α σ τ ά λ η το σημερινό Μ π α λ ί. Μετά την
καταστροφή της πόλης του Ετέαρχου, οι κάτοικοι έκτισαν ανατολικότερα τη σημερινή
κωμόπολη Α ν ώ γ ε ι α.
Η ιστορία της Αξού συνεχίζεται και στη βυζαντινή εποχή. Απόδειξη είναι οι πολλές
εκκλησίες που διασώζονται, όπως της Αγίας Παρασκευής, Αγίας Ειρήνης, Αφέντη Χριστού,
Αγίου Ιωάννου, Παναγίας, Αγίας Άννας, Αγίου Γεωργίου, Μιχαήλ Αρχαγγέλου στο κέντρο
του χωριού και Αγίου Απακού.
Στο χωριό διασώζονται αρκετές παραδόσεις από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Από
την Αξό λέγεται ότι καταγόταν η Ευμενία Βεργίτση και ότι ήταν κόρη του καπετάν Βοριά. Η
Ευμενία Βεργίτση αιχμαλωτίστηκε από το Γαζή Χουσεΐν, το 1646, και στάλθηκε σαν δώρο
στο σουλτάνο Ιμπραήμ. Όταν μεγάλωσε, κατόρθωσε και έγινε η ευνοούμενη του
σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄ και μητέρα των μετέπειτα σουλτάνων Μουσταφά Β΄ και Αχμέτ Γ΄,
που έμειναν στην ιστορία ως οι σκληρότεροι σουλτάνοι για την Κρήτη.
Το 1775 αγάς στην Αξό ήταν κάποιος Χαλίλ. Αυτός παντρεύτηκε μια Χριστιανή, που
παρέμεινε στο θρήσκευμά της και βάφτισε και τα παιδιά της Χριστιανούς. Ο Χαλίλ Αγάς
ήταν ανθρωπιστής και έτσι οι χωριανοί τον συμπαθούσαν πολύ. Το κονάκι του ήταν δίπλα
στην εκκλησία και συχνά πήγαινε λάδι στην εκκλησία. Όταν μπήκαν στο χωριό οι Τούρκοι
από το Γαράζο, με αρχηγό τον αγά Γαράζογλου μάζεψαν τα όμορφα κορίτσια του χωριού
και τα έβαλαν να χορέψουν με το ζόρι πάνω σε ρόβι για να γλιστρούν.
Μόλις ο Χαλίλ έμαθε τι γινόταν έδωσε διαταγή να τους πιάσουν και να τους
μαστιγώσουν. Ο Γαράζογλου θύμωσε και πρότεινε στο Χαλίλ να βρει ένα γενναίο για να
παλέψει με το πρωτοπαλίκαρό του. Τότε παρουσιάζεται ο Αγγελογιωργάκης και λέει στο
Χαλίλ «μα το Θεό αφεντικό, σαν θα φάω και θα πιώ, θα τόνε καταφέρω».
Έτρωγε λοιπόν και έπινε 15 μέρες στο κονάκι του Χαλίλ, μετά βγήκε στην αυλή και
άρχισε η πάλη. Ο Αγγελογιωργάκης είχε αλειφθεί με λάδι και έτσι δεν μπορούσε ο Τούρκος
να τον πιάσει. Σε μια στιγμή ο Αγγελογιωργάκης πιάνει τον Τούρκο και τον ρίχνει μέσα στο
φούρνο που υπήρχε εκεί, τότε γυρίζει και λέει προς το Γαράζογλου «Πόπης (μήπως)
γυρεύει τα παξιμαδάκια τ’ αγαδικού μου (γ’ αφεντικού μου)».

Μερικές άλλες παραδόσεις σχετίζονται με τις εκκλησίες που υπάρχουν στο χωριό.
Για την εκκλησία της Αγίας Ειρήνης λέγονται τα παρακάτω: Μέσα στο ιερό υπάρχει ένα
καζάνι γεμάτο θησαυρούς, αλλά είναι στοιχειωμένο. Πριν 100 περίπου χρόνια ένας
Καμαρίτης προσπάθησε να τα πάρει, αλλά μέσα στο πηγάδι υπήρχε μια φωλιά από
σβουριά (δηλητηριώδη έντομα πιο μεγάλα από τις σφήκες), γλίτωσε βέβαια αλλά όλοι το
απέδωσαν στο στοιχειό που υπήρχε στο πηγάδι.
Το 1960 ένας αρχαιολόγος έκανε αναστήλωση της εκκλησίας. Όταν έμαθε την
ιστορία για το θησαυρό, αντί των 50 δρχ. που έδινε για μεροκάματο πρόσφερε 200 δρχ. για
όποιον θελήσει να πει στο πηγάδι, προσφέρθηκαν δυο εργάτες, αλλά ο ένας από τους δυο
πέθανε. Και αυτό το γεγονός το απέδωσαν στο στοιχειό του πηγαδιού.
Για την εκκλησία Αφέντης Χριστός διηγούνται τα εξής: Η εκκλησία βρίσκεται στο
χωράφι του Δημήτριου Μανιά, ο οποίος βλέποντας μισοχαλασμένη την εκκλησία σκέφθηκε
ότι θα του ήταν χρήσιμες οι πέτρες της εκκλησίας για το κτίσιμο του σπιτιού του. Πήγε
λοιπόν και πήρε τις πέτρες για να κτίσει. Το βράδυ όμως είδε στον ύπνο του τρεις φορές το
Χριστό που του έλεγε να γυρίσει πίσω τις πέτρες. Το άλλο πρωί ξημερώνοντας τον βρήκε
άρρωστο και μόλις επέστρεψε τις πέτρες έγινε αμέσως καλά. Τότε κτίστηκε και πάλι η
εκκλησία. Αυτό συνέβη πριν 9 χρόνια.
Άλλη διήγηση λέει ότι όταν ανοιγόταν ο δρόμος δίπλα στην εκκλησία ο χειριστής της
μπουλντόζας κατά λάθος πήρε μια πέτρα, η οποία δεν έπεφτε από την μπουλντόζα παρ’
όλες τις προσπάθειές του. Ο Μανιάς του είχε πει να αφήσει την πέτρα στη θέση της, αλλά
εκείνος απάντησε «για μια πέτρα κάνετε έτσι;». Παρά τις προσπάθειες του όμως η πέτρα
δεν έπεφτε και μόνο όταν τη γύρισε πίσω στην εκκλησία η πέτρα έπεσε μόνη της.
Ανατολικά του χωριού σώζεται ένας τοίχος, το Τειχιό τσ’ Αξός. Έχει ύψος 8μ. Οι
κάτοικοι πιστεύουν πως είναι μέρος του υδραγωγείου που μετέφερε το νερό της πηγής
Σκαφίδα στη δεξαμενή της Αξού. Ο τοίχος είναι πολύ στερεά κτισμένος με κυβικούς σχεδόν
ασβεστόλιθους. Το παράδοξο ότι απόμειναν ερείπια 10μ. σε σύνολο 2 ή 3χμ. Η παράδοση
μάλιστα λέει ότι το νερό δεν πήγε ποτέ στην πόλη γιατί όταν το έργο είχε πια τελειώσει και
οδήγησαν το νερό μέσα στο υδραγωγείο, ένας μάστορας είπε ότι: «αν θέλει ο Θεός θα πάει
το νερό στη στέρνα». Μα ο πρωτομάστορας υποστηρίζοντας την τέχνη του είπε: «Α θέλει κι
α δε θέλει, θα πάει». Το νερό μετά απ’ αυτό το λόγο γύρισε πίσω.
Δεύτερη παράδοση αναφέρει πως πάνω στο τειχιό καθόταν η γυναίκα του Διγενή
και χτενιζόταν. Τα μακριά μαλλιά της έφταναν ως κάτω (δηλαδή 6-8 μέτρα) ο Διγενής
προσπάθησε να τα πιάσει, εκείνη όμως πρόλαβε και τα τράβηξε με αποτέλεσμα με την
ορμή που είχε ο ήρωας να κολλήσει στον τοίχο στις πέτρες. Εκεί κοντά φαίνεται η σπαθιά
του Διγενή σε βράχο, δηλαδή το σημάδι του χεριού του. Το τειχιό έπεσε το 1943 από αέρα.

ΑΠΛΑΔΙΑΝΑ
Χωριό στα βορειοανατολικά της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 40χμ. από το
Ρέθυμνο σε υψόμ. 260μ., με 253 κατοίκους.

Το όνομα του το πήρε από τον Απλαδά, πρώτο οικιστή του χωριού. Παλιότερες
οικογένειες του χωριού, που χτίστηκε γύρω στο 1790, είναι οι Λυρώνηδες και οι
Βαρδιαμπάσηδες.
Τέσσερα χμ. μακριά από το χωριό υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου,
ερειπωμένη, για το εικόνισμα της οποίας λένε πως όποτε το έπαιρναν από τη θέση του για
να το πάνε σε άλλη εκκλησία που είχαν σκεφθεί να κτίσουν, αυτό ξαναγύριζε στη θέση του.
Επίσης υπάρχουν οι εκκλησίες της Αγίας Παρασκευής της Αγίας Πελαγίας και των
Τεσσάρων Μαρτύρων.

ΑΠΟΔΟΥΛΟΥ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Είναι χτισμένο σε υψόμ. 450μ. στην
πλαγιά του βουνού Παπούρα του Ψηλορείτη, στο νοτιοανατολικό άκρο του νομού
Ρεθύμνου. Από την πρωτεύουσα του νομού απέχει 54χμ. Σήμερα αριθμεί 300 κατοίκους
μαζί με αυτούς των συνοικισμών Σ ά τ α και Ρ ί τ ι κ α.
Τα προϊόντα που παράγει είναι κυρίως: λάδι, σταφύλια, κρασί, αμύγδαλα, όσπρια,
λαχανικά και λίγα κτηνοτροφικά.
Σχετικά με την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η
πρώτη υποστηρίζει ότι το όνομα είναι αρχαίο ελληνικό, γι’ αυτό παραμένει αμετάβλητο
κατά την κλίση του. Η δεύτερη υποστηρίζει ότι το χωριό κτίστηκε από απόδουλους, δηλ.
δούλους απελευθερωμένους, από τους οποίους πήρε και το όνομά του. Και η τρίτη εκδοχή,
που είναι περισσότερο πιθανή, υποστηρίζει ότι το όνομα προήλθε από τη λέξη απόδουλος
που στα βυζαντινά και μεταβυζαντινά κείμενα σημαίνει τον απόμαχο της δουλειάς.
Δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε το χωριό. Όμως από ένα τελετουργικό οίκημα του
τέλους της μεσομινωικής εποχής καθώς και από ένα θολωτό τάφο των υστερομινωικών
χρόνων, στον οποίο βρέθηκαν 4 σαρκοφάγοι που σήμερα βρίσκονται συναρμολογημένες
στο Μουσείο Ρεθύμνου, συμπεραίνουμε ότι η περιοχή κατοικούνταν κατά την αρχαιότητα.
Το χωριό πρέπει να άκμασε επί Ενετοκρατίας. Αυτό συμπεραίνεται από τα βενετικά
σπίτια και τα πολλά ενετικά νομίσματα που έχουν βρεθεί εδώ.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι: οι Ψαρουδάκηδες οι Γιαννάκηδες, οι
Βολανάκηδες, οι Φωτάκηδες, οι Τρουλινοί και οι Ριζικιανοί.
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος
Έλληνες. Το 1821 οι Κρήτες εξεγέρθηκαν εναντίον των Τούρκων. Οι κάτοικοι του
Αποδούλου κατέφυγαν στον Ψηλορείτη, μόλις έμαθαν ότι θα περνούσε από το χωριό τους
πολυάριθμος τουρκικός στρατός για να αποκαταστήσει την τάξη. Όμως δύο γέροι που δεν
μπόρεσαν να φύγουν σφάχτηκαν από τους Τούρκους, ενώ μια γυναίκα με τα παιδιά της
πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Η γυναίκα αυτή εκτός από τα δικά της παιδιά είχε μαζί της και τα παιδιά (Καλλίτσα
και Γιάννη) του προεστού του χωριού καπετάν Αλεξανδράκη, των οποίων τα ίχνη
χάθηκαν. Το μόνο που έμαθε ο Αλεξανδράκης ήταν ότι η Καλλίτσα πουλήθηκε σαν σκλάβα

στην Αίγυπτο. Μετά από χρόνια και συγκεκριμένα το 1829 ο Άγγλος λόρδος Τχον Χέιν μαζί
με τη γυναίκα του επισκέφτηκαν το Αποδούλου και ζήτησαν να δουν τον καπετάν
Αλεξανδράκη. Η γυναίκα του λόρδου δεν ήταν άλλη από την Καλλίτσα, την οποία είχε
αγοράσει στην Αίγυπτο ο πατέρας του. Επειδή δε ήταν καλή και όμορφή, όταν μεγάλωσε
την πάντρεψε με το γιο του. Ο Χέιν μαγεμένος από την τοποθεσία και το κλίμα του
Αποδούλου έκτισε εδώ μέγαρο για να παραθερίζει. Το κτίσμα μέχρι σήμερα ονομάζεται το
Φράγκικο Κονάκι.
Την ιστορία της Καλλίτσας και του λόρδου μας παραδίδουν διάφοροι περιηγητές,
μεταξύ των οποίων ο Ιωσήφ Χατζηδάκης και ο R.Pashley. Η πιο ακριβής πρέπει να είναι του
δεύτερου, διότι αυτός γνώρισε τον Τζον Χέιν και την Καλλίτσα στο Αποδούλου το 1834 και
άκουσε την ιστορία από τους ίδιους.
Στην επανάσταση το 1866 οχυρώθηκαν στο Φράγκικο Κονάκι 300 Τουρκαλβανοί –
που έκλεψαν όλους τους θησαυρούς του σπιτιού- και σώθηκαν από τους επαναστάτες
χάρη στον τουρκικό στρατό που έφτασε έγκαιρα εκεί.
Οι κάτοικοι του Αποδούλου πήραν μέρος σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες
της Ελλάδας και πολλοί απ’ αυτούς έχασαν τη ζωή τους. Στη μνήμη τους έχει ανεγερθεί
Ηρώο.
Σε απόσταση 5χμ. από το Αποδούλου βρίσκεται η τοποθεσία Γ ρ ε Μ π α μ π α κ ι ά,
όνομα που δείχνει ότι μάλλον παλιότερα στην περιοχή φυτευόταν βαμβάκι.
Στην τοποθεσία Γ ο ύ ρ ν ε ς ο γεωργός Εμμανουήλ Μαραγκάκης βρήκε και μάζεψε
τυχαία ένα κυλινδρικό κύπελλο που ανήκει στη μινωική περίοδο. Επίσης στη θέση Ξ ι φ έ ς
υπάρχουν ερείπια αρχαίου οικισμού της νεολιθικής εποχής.
Η εκκλησία του χωριού είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, κτίστηκε το 1894 στη
θέση παλιότερης και μικρότερης. Επειδή δε είναι αρκετά μεγάλη και κτίστηκε με
προσωπική εργασία των κατοίκων του χωριού, ολοκληρώθηκε γύρω στα 1920. Ο περίγυρός
της παλιότερα χρησίμευε σαν νεκροταφείο του χωριού.
Οι κάτοικοι του χωριού λένε ότι ο Άγιος είναι θαυματουργός, γιατί όταν έκτιζαν την
εκκλησία, έπεσε από τον τρούλο ο Γρηγόρης Τρουλινός και δεν έπαθε τίποτα.
Επίσης μια παράδοση αναφέρει ότι κάποιος Τούρκος κάτοικος του χωριού έκλεβε
το λάδι της εκκλησίας που χρησιμοποιούνταν για τα καντήλια. Ο παπάς του χωριού που το
αντιλήφθηκε, παραπονέθηκε στον Άι Γιάννη ότι δεν ήταν ικανός να προφυλάξει την
εκκλησία από τους κλέφτες. Ένα πρωί όμως ο παπάς βρήκε τον κλέφτη Τούρκο με το ασκί
του γεμάτο λάδι χωρίς να μπορεί να κουνηθεί από τη θέση του. Τότε του είπε να φέρει όσο
λάδι έκλεψε και άλλο τόσο για να μπορέσει να φύγει, γιατί αλλιώς δε θα τον ελευθέρωνε ο
Άγιος.
Ο Άγιος Γεώργιος ο Ξιφηφόρος είναι βυζαντινή εκκλησία του 13 ου αιώνα με πολλές
τοιχογραφίες, οι οποίες έγιναν από τον παπά Αναστάσιο Ιστοριογράφο, γεγονός που
αναφέρεται σε μια ελλιπή επιγραφή που βρέθηκε στο εσωτερικό της εκκλησίας. Οι Τούρκοι
έχουν καταστρέψει όλες τις αγιογραφίες με τις ξιφολόγχες τους.
Η παράδοση αναφέρει ότι ο Άγιος θέλει πάντοτε την πόρτα του ανοικτή, γεγονός
που διαπίστωσαν δυο επίτροποι της εκκλησίας. Αυτοί καθημερινά λογομαχούσαν

κατηγορώντας ο ένα τον άλλον ότι δεν κλειδώνει την πόρτα της εκκλησίας, η οποία κάθε
πρωί ήταν ανοικτή. Την επιθυμία του Αγίου ανακάλυψαν μια μέρα που, ενώ το
προηγούμενο βράδυ κλείδωσαν μαζί οι δυό τους την πόρτα, το πρωί τη βρήκαν πάλι
ανοικτή.
Ο Άγιος Γεώργιος βρίσκεται στη θέση στου Τ ε ρ ζ ή τ ο λ ά κ κ ο. Μάλλον κτίστηκε
επί Ενετοκρατίας. Σήμερα είναι ερειπωμένη.
Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου κτίστηκε μάλλον και αυτή επί Ενετοκρατίας, αλλά
το 1969 κατεδαφίστηκε και στη θέση της ανεγέρθηκε καινούρια.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ή ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται νοτιοανατολικά του
Ρεθύμνου και σε απόσταση 30χμ. απ’ αυτό. Είναι κτισμένο σε υψόμ. 500μ. στο σημείο
όπου χωρίζουν τα νερά των ποταμών Αμαριανού και Σταυρομάνα.
Το χωριό έχει 200 κατοίκους και όλη η κοινότητα 300, που ασχολούνται με τη
γεωργία (λάδι, κρασί, χαρούπια, δημητριακά) και την κτηνοτροφία.
Στην κοινότητα υπάγονται σήμερα οι οικισμοί Γ έ ν ν α και Α γ ί α Φ ω τ ε ι ν ή.
Μετά την καταστροφή της Συβρίτου υπήρχαν οι οικισμοί Ά ν ω και Κ ά τ ω Κ ο ρ ν ι α χ τ ο
ί, Μ ι σ ά κ ε ς, Δ ρ υ α δ έ ς, Σ π α θ α ρ ι κ ά και Α ν α σ ο υ β ά ρ ι, στο οποίο υπάρχουν
ερείπια των εκκλησιών του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου με
εικόνες βυζαντινής ζωγραφικής. Οι εκκλησίες αυτές κατατάσσονται στην πρωτοχριστιανική
εποχή. Σήμερα οι παλιοί αυτοί οικισμοί δεν υπάρχουν ή είναι γεωργικές περιοχές. Οι
κάτοικοι του χωριού βρίσκουν εκεί τάφους και πήλινα κομμάτια από αγγεία.
Ο Νουχάκης αναφέρει ότι στο χωριό πιάστηκαν, το 249, οι Άγιοι Δέκα και από τότε
το χωριό ονομάστηκε Απόστολοι ή Άγιοι Απόστολοι.
Υποστηρίζεται ακόμη (Κ. Νουχάκης «Χωρογραφία», σ. 178) ότι πήρε το όνομά του
από την εκκλησία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που κτίτηκε το 1888 από 18
οικογένειες.
Λέγεται ότι το χωριό κτίστηκε από τέσσερις καταδικασμένους που ήταν από τα
Σφακιά. Αυτοί σταμάτησαν να πιούν νερό και παρέμειναν εκεί. Τα ονόματά τους ήταν
Καλούτσης, Μαστραχάς, Βάρδας και Λάππας. Η τοποθεσία από το όνομα του τελευταίου
λεγόταν Λ α π ι α ν ά. Υπήρχαν και τοποθεσίες με τα ονόματα των άλλων καταδικασμένων.
Το χωριό πρέπει να υπήρχε ήδη επί βυζαντινής εποχής, εφόσον σύμφωνα με την
παράδοση του 961 πέρασε από εκεί ο Νικηφόρος Φωκάς και έδωσε στην περιοχή
Δ ω μ ά τ ι α μια μάχη, την οποία κέρδισε. Όμως σ’ αυτήν σκοτώθηκε ο καλύτερός του
στρατηγός, τον οποίο έθαψε με τη χρυσή του πανοπλία ανάμεσα σε δύο κυπαρίσσια.
Οι κάτοικοι του χωριού είναι γνήσιοι Κρήτες και οι παλιότερες οικογένειες είναι οι
Σπανουδάκηδες, οι Σκαρσουλήδες, οι Νεονάκηδες, οι Λαγονβάρδοι, οι Σηφάκηδες, οι
Γαβράδες, οι Φασουλάδες και οι Δραμιτινοί.

Το 1866 οι Τούρκοι προσπάθησαν να κτυπήσουν το χωριό και να το λεηλατήσουν.
Όμως οι κάτοικοι με αρχηγό τον καπετάν Κωνσταντίνο Νεονάκη, αντιστάθηκαν ρίχνοντας
κομμένα δένδρα στο δρόμο των Τούρκων, οι οποίοι αν και έπαθαν πολλές καταστροφές,
τελικά κατάφεραν και μπήκαν στο χωριό, το λεηλάτησαν και έκαψαν πολλά σπίτια, αφού
προηγούμενα σκότωσαν τα δύο ξαδέλφια Φίλιππο και Δημήτρη Νεονάκη.
Επί Τουρκοκρατίας επίσης στον οικισμό Ά ν ω και Κ ά τ ω Κ ο ρ ν ι α χ τ ο ί οι
κάτοικοί του όλοι μαζί κλέβανε τα βράδια από τους Τούρκους ό,τι έβρισαν, ενώ τη μέρα για
να τους παραπλανήσουν τσακώνονταν συνέχεια μεταξύ τους. Ο οικισμός μάλλον
καταστράφηκε από τους Τούρκους.
Κατά την ίδια περίοδο στους Αγίους Αποστόλους κατοίκησαν, εκτός από τους
Χριστιανούς που ήταν ήδη εγκαταστημένοι εδώ και Τούρκοι. Όμως ο Spratt, που
επισκέφτηκε το χωριό το 1858, αναφέρει ότι δεν υπήρχαν σ’ αυτό Χριστιανοί (Spratt
«Travels and Researches», op. cit. II, 101).
Στον πόλεμο του 1912-1917 οι κάτοικοι του χωριού πήραν μέρος σε μάχες που
έγιναν εκτός Κρήτης.
Οι κάτοικοι της κοινότητας των Αγίων Αποστόλων, που ήταν πάντοτε από τις πρώτες
στους απελευθερωτικούς πολέμους της Ελλάδας, πήραν μέρος και στον αντιστασιακό
αγώνα του 1940-1944. Σε μάχη μάλιστα που έδωσαν στο χωριό με τους Γερμανούς,
σκότωσαν 30 απ’ αυτούς, ενώ οι ίδιοι είχαν πολύ λίγα θύματα, στη μνήμη των οποίων
υπάρχει σήμερα ηρώο σε απόσταση 3,5χμ. πριν το χωριό στην τοποθεσία Λ ι ν έ ς.
Στο χωριό σώζονται οι βυζαντινές εκκλησίες του Αγίου Νικολάου (14 ος αιώνας) και
του Αγίου Σπυρίδωνα με τοιχογραφίες. Ιδιαίτερα η εκκλησία του Αγίου Νικολάου είναι
κατάγραφη και σαν κτήτορας αναφέρεται ο Μιχάλης Μπάφας. Ανάμεσα στις τοιχογραφίες
της υπάρχουν πολλές παραστάσεις τιμωρίας κολασμένων.

ΑΡΓΟΥΛΙΟ
Το Αργουλιό είναι οικισμός της κοινότητας Αγίου Μάμαντος, χτισμένο σε υψόμ.
400μ., στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη, με πληθυσμό 60 κατοίκους.
Το όνομα του προέρχεται από το ελαιοτριβείο, το αργουλιό ελιών. Χτίστηκε στα
1433 από τους Ενετούς.

ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ
Στο νοτιοδυτικό άκρο της επαρχίας Ρεθύμνης βρίσκεται το ιστορικό χωριό
Α ρ γ υ ρ ο ύ π ο λ η ή Π ό λ η. Είναι κτισμένο πάνω στη ράχη ενός επιμήκη γραφικού
λόφου που δεσπόζει της περιοχής. Δεξιά κι αριστερά απ’ το χωριό βρίσκονται οι κυριότερες
πηγές των ποταμών Πετρέ (κοντά στο ναό των Αγίων Πέντε Παρθένων) και Μουσέλλα
(αρχαίος Μέσαπος ή Μεσάπιος), όπου η κατάφυτη και δροσόλουστη τοποθεσία Α γ ί α

Δ ύ ν α μ η ή Μ ύ λ ο ι τ η ς Π ό λ η ς. Από το θαυμάσιο αυτό τοπίο διέρχεται ο δρόμος
που συνδέει την Αργυρούπολη με τα χωριά Α σ ή Γ ω ν ι ά και Κ α λ λ ι κ ρ ά τ η ς. Στην
οχυρή και προνομιούχο αυτή περιοχή κτίστηκε το χωριό Αργυρούπολη.
Στην ίδια θέση βρίσκόταν η αξιόλογη αρχαία πόλη Λ ά π π α ή Λ ά μ π η, η
κυριαρχία της οποίας εκτεινόταν στις σημερινές επαρχίες Σφακίων, Αποκορώνου, Ρεθύμνης
και Αγίου Βασιλείου.
Η Αργυρούπολη είναι χωριό και κοινότητα της Επαρχίας Ρεθύμνης με 500 περίπου
κατοίκους. Απέχει από το Ρέθυμνο 27χμ. Βρίσκεται σε υψόμ. 260μ. Αποτελείται από δυο
κύριες συνοικίες: το Α π ά ν ω Χ ω ρ ι ό και το Κ ά τ ω Χ ω ρ ι ό. Είναι κτισμένη στα ερείπια
της αρχαίας πόλης Λ ά π π α ή Λ ά μ π η, για την οποία υπάρχουν αρκετά ιστορικά και
αρχαιολογικά στοιχεία ήδη από τους υστερομινωικούς χρόνους.
Το χωριό ονομάστηκε (γύρω στο 1822) Αργυρούπολη, ονομασία που στηρίζεται στις
ακόλουθες εκδοχές: Σύμφωνα με την παράδοση, στα χωριά των Ρωμαίων και Ενετών
κατακτητών, λειτουργούσε νομισματοκοπείο όπου κόβονταν αργυρά και χάλκινα
νομίσματα. Η παράδοση αναφέρει ακόμα ότι στην Αργυρούπολη υπήρχε μεταλλείο
αργύρου. Έτσι, εξηγείται και το διατηρημένο τοπωνύμιο Α σ η μ ό χ ω μ α. Πρόκειται για
ένα λόφο στα νοτιοανατολικά του χωριού. Στην περιοχή, τα πετρώματα έχουν χρώμα που
μοιάζει με ασήμι (άργυρο).
Σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή, το όνομα του χωριού προέρχεται από τη βυζαντινή
αρχοντική οικογένεια των Αργυρόπουλων ή Αγιοστεφανιτών, στους οποίους δόθηκε σαν
φέουδο η Αργυρούπολη, μετά την ανάκτηση της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά (961).
Κατά τη β΄ βυζαντινή περίοδο, η Αργυρούπολη δόθηκε στους Χορτάτζηδες, ενώ στους
Αργυρόπουλους δόθηκαν φέουδα στο Κ ο υ σ τ ο γ έ ρ α κ ο και στον Α ζ ω γ υ ρ έ του
Σελίνου.
Το χωριό έζησε μέσα στους αιώνες, κάτω από διάφορες ονομασίες. Με το όνομα
Λ ά π π α υπάρχει ήδη από τον 4 ο π.Χ. αιώνα. Από το έτος 220μ.Χ. και εξής αναπτύσσεται
σε μια από τις σπουδαιότερες πόλεις της δυτικής Κρήτης. Ακμάζει ιδιαίτερα στη ρωμαϊκή
περίοδο, όπως φαίνεται από τα ερείπια οικοδομημάτων της εποχής εκείνης -ανάμεσα στα
οποία ξεχωριστή θέση κατέχουν οι θέρμες- και από τα άφθονα νομίσματά της. Την α΄
βυζαντινή περίοδο, η Λάππα υπήρξε η έδρα της ομώνυμης Επισκοπής. Άγνωστη παραμένει
η αιτία της καταστροφής της αρχαίας πόλης. Αποδίδεται στους Σαρακηνούς, σε σεισμό και
στην πανούκλα.
Τη β΄ βυζαντινή περίοδο η περιοχή δόθηκε σαν φέουδο στους Χορτάτζηδες. Στο
μεταξύ, κτίζεται καινούρια κωμόπολη, πάνω στα ερείπια της παλιάς, της οποίας ξεχάστηκε
και το όνομα. Έτσι, ονομάζεται απλά Π ό λ η, όπως φαίνεται στη συνθήκη Ενετών –
Καλλέργη του 1299. Με τη συνθήκη αυτή, η Πόλη δίνεται σαν φέουδο στον Αλέξιο
Καλλέργη, ύστερα από τη γνωστή επανάστασή του εναντίον των Ενετών.
Όταν στις αρχές του αιώνα μας (γύρω στο 1910), ο διάσημος ερευνητής G. Gerola
επισκέφτηκε την Κρήτη, υπήρχαν ακόμα στην Αργυρούπολη αρκετά ερείπια ενετικών
μεγάρων, με ωραίες σκάλες, θυρώματα κλπ. Μερικά ενετικά κτίρια αναφέρει στο
σημαντικό έργο του «Monumenti Veneti». Ο G. Gerola κατέγραψε επίσης το 1935, τους

περισσότερους τοιχογραφημένους ναούς του τότε δήμου Αργυρούπολης. Λεπτομέρειες για
τους ναούς της περιοχής Αργυρούπολης – Επισκοπής βλέπει ο ενδιαφερόμενος στο έργο
του Γ.Β. Αντουράκη, «Τοιχογραφημένοι Βυζαντινοί ναοί της Κρήτης», Αθήναι 1985, σελ. 70-
92.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Πόλη λεγόταν Γ α ϊ δ ο υ ρ ό π ο λ η και Σ α
μ α ρ ό π ο λ η. Τον Ιούνιο του 1821, οι Κρητικοί, με αρχηγούς τον Αναγνώστη Μανουσέλη
και τον Γεώργιο Δεληγιαννάκη, επιτίθενται από δω και τρέπουν τους Τούρκους σε άτακτη
φυγή.
Το 1822 μεταφέρεται εδώ από το Λουτρό Σφακίων η έδρα της Επαναστατικής
Επιτροπής, η οποία όμως θεώρησε ως κακόηχη την ονομασία Γαϊδουρόπολη και γι’ αυτό
την αντικατέστησε. Από τότε, το χωριό ονομάζεται Αργυρούπολη. Μέχρι σήμερα όμως, οι
κάτοικοι λέγονται Πολιθιανοί, από το απλό όνομα Πόλη.
Τον Ιανουάριο του 1867, ο τούρκικος στρατός καταλαμβάνει την Αργυρούπολη,
κακοποιεί πολλούς χωριανούς, αλλά εξαιτίας των μεγάλων απωλειών του, την
εγκαταλείπει. Τον Απρίλιο του 1867, οι Τούρκοι με αρχηγό τον Ομέρ Πασά, καταλαμβάνουν
και πάλι την Αργυρούπολη. Οι μάχες που προηγήθηκαν, υπήρξαν ολέθριες για τον
τούρκικο στρατό. Όπως λέγεται, οι Τούρκοι από τη μεγάλη τους αγανάκτηση, άνοιξαν
τάφους Χριστιανών κι έριξαν τα οστά στους δρόμους!
Οι οπλαρχηγοί της Κρήτης αποφασίζουν εδώ τη συνέχιση της επανάστασης. Το 1869
οι Τούρκοι καταλαμβάνουν και πάλι την Αργυρούπολη. Αυτή τη φορά, οχυρώνονται καλά.
Ιδρύουν επαρχείο και μεγαλοπρεπές διοικητήριο και ισχυρό πύργο, για να την κρατήσουν
πιο πολλά χρόνια. Πράγματι, έμειναν ως το 1878, οπότε διώχτηκαν και πάλι από τους
επαναστάτες, που μετέφεραν εδώ την έδρα της Γενικής Συνέλευσης των Κρητών. Στις 3
Φεβρουαρίου του 1878, ψηφίστηκε στην Αργυρούπολη η ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα
κι έτσι καταργήθηκε οριστικά η κυριαρχία των Τούρκων. Παράλληλα, οι επαναστάτες
κατέστρεψαν από τα θεμέλια όλα τα τούρκικα οχυρωματικά έργα.
Από τις παλιότερες οικογένειες της Αργυρούπολης είναι οι Παπαμαρκάκηδες ή
Μαρκιανοί, οι Βουγιουκλάκηδες, οι Παπαμιχελάκηδες, οι Δεληγιάννηδες, οι Ζωγραφάκηδες
κ.α.
Βορειοανατολικά της Αργυρούπολης, υπάρχει ένας σπουδαίος τάφος, λαξευτός στο
βράχο, ίσως ελληνορωμαϊκής εποχής. Στην ίδια σειρά του βράχου υπάρχουν 4-5
λαξευμένες σπηλιές. Δίπλα από το βράχο, βρίσκεται ένα θαυματουργό εκκλησάκι,
αφιερωμένο στις Άγιες Πέντε Παρθένες (Θέκλα, Μαριάμνη, Αθανά, Μάρθα και Μαρία).
Πριν εξηγήσει η αρχαιολογική επιστήμη τι ήταν αυτή η σπηλιά, οι κάτοικοι πίστευαν ότι
εκεί βρίσκονταν οι τάφοι των Αγίων Πέντε Παρθένων.
Ο περιηγητής Buondelmonti, που επισκέφτηκε την Κρήτη κατά το 1415, γράφει
σχετικά: «Προς τ’ ανατολικά (της Πόλης), έξω από το τείχος, παρατηρεί κανείς μια κρήνη
που έχει είκοσι βήματα πλάτος και σαράντα μήκος και η οποία είναι στολισμένη με
ανάγλυφα. Πολύ κοντά, εκατό βήματα πιο πέρα, κάτω απ’ αυτά τα νερά, υπάρχει ένα
εκκλησάκι. Κοντά του βλέπει κανείς πέντε τάφους ανοιχτούς και γεμάτους νερό. Οι

άρρωστοι που σέβονται τις Πέντε Παρθένες, τις οποίες πιστεύουν θαμμένες εκεί, λούζονται
μ’ αυτό το νερό. Φαίνεται ότι η ευσέβειά τους τους γιατρεύει».
Το εκκλησάκι γιορτάζει ανέκαθεν την τρίτη μέρα του Πάσχα. Στο γραφικό αυτό
μέρος συγκεντρώνονται πολλοί προσκυνητές από τα γύρω χωριά.
Νότια, έξω από το χωριό, υπάρχει μια παλιά δεξαμενή, ίσως από τη ρωμαϊκή
περίοδο, στην οποία διοχετευόταν νερό -με ένα θαυμάσιο υδραγωγείο- από τις πηγές
Καστανιές και Κολλητά. Αυτή η δεξαμενή τροφοδοτούσε με νερό τα περίφημα λουτρά του
χωριού, τις θέρμες. Η δεξαμενή υπάρχει μέχρι σήμερα αλλά επισκευασμένη πολλές φορές
κι έχει χωρητικότητα πάνω από 1.000 κυβικά μ.
Ένας μύθος του χωριού, που είναι σχετικός με την παραπάνω δεξαμενή, αναφέρει:
«Πριν από πολλά χρόνια, δυο αρχοντόπουλα αγαπούσαν μια αρχοντοπούλα, που ήταν και
αδερφή τους. Τα αρχοντόπουλα δεν ήξεραν την αλήθεια, αλλά η αρχοντοπούλα την ήξερε.
Ήθελαν λοιπόν και οι δυο νέοι να την παντρευτούν. Τότε, η αρχοντοπούλα τους έθεσε έναν
όρο: να ξεκινήσουν και οι δυο μαζί αλλά από δυο διαφορετικά σημεία (το καθένα απ’ αυτά
βρισκόταν σε απόσταση 3χμ. από τη δεξαμενή). Όποιος έριχνε πρώτος νερό στη δεξαμενή,
εκείνος θα γινόταν ο άντρας της.
Τα αρχοντόπουλα κατάφεραν τελικά με ειδικά αυλάκια -από τα οποία φαίνονται και
σήμερα ορισμένα ίχνη- να φέρουν το νερό ταυτόχρονα στη δεξαμενή. Όταν όμως γέμισε, η
αρχοντοπούλα έπεσε μέσα και πνίγηκε, για να αποφύγει την αιμομιξία».
Η παράδοση αυτή θέλει να δείξει το δύσκολο έργο της μεταφοράς του νερού, από
την πηγή στο παλιό υδραγωγείο – δεξαμενή.
Νοτιοδυτικά της Αργυρούπολης, και σε μικρή απόσταση, υπάρχει το εκκλησάκι του
Αγίου Ιωάννη, που είναι πιο γνωστό με την ονομασία Αγία Δύναμη. Βρίσκεται μέσα σε
μεγάλο σπήλαιο, απ’ όπου πηγάζει ο ποταμός Μουσέλλας και δημιουργούνται
καταρράκτες. Ένα μέρος από το άφθονο νερό τους μεταφέρεται στη δεξαμενή και το
υπόλοιπο χρησιμοποιείται για το πότισμα όλης σχεδόν της περιοχής, μέχρι και τη Γ ε ω ρ γ ι
ο ύ π ο λ η. Η δεξαμενή αυτή χρησιμοποιείται για την ύδρευση και άρδευση του χωριού.
Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, όταν διαβάζεται το Ευαγγέλιο της
Ανάστασης, καίγεται στην πλατεία της Αργυρούπολης το ομοίωμα του Ιούδα. Για το σκοπό
αυτό, έχουν συγκεντρωθεί από πριν άφθονα καυσόξυλα. Αυτός είναι ο γνωστός σε πολλά
χωριά της Κρήτης «Οφανός της Λαμπρής». Την τρίτη μέρα του Πάσχα, όταν πανηγυρίζει η
εκκλησία των Αγίων Πέντε Παρθένων, ξαναζεί στην Άργυρούπ0ολη, μια ωραία ποιμενική
γιορτή. Οι βοσκοί συγκεντρώνουν στην εκκλησία τα αιγοπρόβατά τους, τ’ αρμέγουν και
μετά τη Θεία Λειτουργία, προσφέρουν στους ξένους και ντόπιους προσκυνητές γάλα, αλλά
και ανθότυρο, τυρί και κρέας. Το ίδιο έθιμο διατηρείται και στο γειτονικό χωριό Α σ ή
Γ ω ν ι ά τη μέρα της γιορτής του Αγίους Γεωργίου (23 Απριλίου).
Στην περιφέρεια του σημερινού χωριού Αργυρούπολη, υπάρχουν αρκετοί (πάνω
από δέκα) και μάλιστα πολύ αξιόλογοι ναοί. Η ύπαρξη τόσων ναών, μαρτυρεί όχι μόνο την
ευσέβεια των κατοίκων, αλλά και τη μεγάλη ακμή που είχε ανέκαθεν η Αργυρούπολη –
αρχαία Λάππα. Καταγράφονται εδώ μερικές μόνο εκκλησίες, όπως: στην τοποθεσία Κ α ρ α
λ ε ν τ ζ ή βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Κυριακής, με υπολείμματα τοιχογραφιών.

Υπάρχουν επίσης διάφορα ερείπια παλιών κτισμάτων. Λέγεται ότι παλιά ήταν εδώ
μοναστήρι.
Από τις παλιές εκκλησίες του χωριού, είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου ή απλά η
Παναγία, στην τοποθεσία Μ π α ρ ο τ σ ι α ν ά. Διατηρούνται αρκετές παραστάσεις, καθώς
και πολλά υπολείμματα τοιχογραφιών. Λέγεται ότι κτίστηκε από την οικογένεια των
Μπαρότσηδων. Στον ίδιο ναό προστέθηκε αργότερα και ένα κλίτος για να τιμηθεί
παράλληλα και ο Άγιος Αντώνιος. Πρόκειται δηλαδή για δίκλιτο – διμάρτυρο ναό.
Καλά διατηρημένες παραστάσεις ή υπολείμματα τοιχογραφιών σώζονται επίσης
στον Άγιο Γεώργιο, στη θέση Π ή γ α δ ο ς, στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα και κυρίως στο
ξωκλήσι Άγιος Νικόλαος, στην τοποθεσία Κ ο υ μ α ρ έ ς, όπου σώζονται οι τοιχογραφίες
της Ζωοδόχου Πηγής στη θέση Π ο τ α μ ό ς και του Αγίου Γεωργίου στη θέση Β ο ρ ε ι ν ό ς.
Η τελευταία αυτή εκκλησία ήταν ερειπωμένη, αλλά αναστηλώθηκε. Ερειπωμένη είναι και η
εκκλησία του Εσταυρωμένου, στην ομώνυμη τοποθεσία. Η κεντρική εκκλησία του χωριού
είναι διμάρτυρη: Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και Άγιος Ιωάννης (κτίστηκε το 1895).
Στην τοποθεσία Σ κ ο τ ε ι ν ή, μέσα σε μια σπηλιά βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου
Νικολάου ή και Άγιος Νικόλαος ο Χωστός. Στον αξιόλογο και ιστορικό αυτό ναό
διασώζονται τοιχογραφίες. Παλιά ήταν εδώ μοναστήρι, όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι στις
δύσκολες στιγμές της Τουρκοκρατίας. Κάποτε, όμως, οι Τούρκοι μπήκαν με τέχνασμα στη
σπηλιά (όπου βρίσκεται και η εκκλησία) και τους βρήκαν τους Χριστιανούς να κοιμούνται.
Τους έσφαξαν όλους, εκτός από έναν που απουσίαζε. Όταν γύρισε, σχημάτισε με το αίμα
των συγχωριανών του τέσσερις σταυρούς που φαίνονται και σήμερα. Μετά το θάνατό του
προστέθηκε κι ένας πέμπτος σταυρός. Αυτά διηγούνται ακόμα και σήμερα οι κάτοικοι του
χωριού.
Σύμφωνα με αρχαίες παραδόσεις, η Λάππα ιδρύθηκε από τον Αγαμέμνονα κατά
την περίοδο του πρώτου αποικισμού (Τρωικός Πόλεμος). Έτσι, ο Στέφανος Βυζάντιος,
γράφει: «Λάμπη πόλις Κρήτης, Αγαμέμνονος κτίσμα από Λάμπου του Ταρραίου». Άλλη
μεταγενέστερη παράδοση αναφέρει ότι η Λάππα – Λάμπη ιδρύθηκε από κάποιον Λάππη ή
Λαπίθη, ο οποίος κατά τη μυθολογία ήταν Κένταυρος. Αυτός αναφέρεται σαν γνήσιος
πατέρας του Μίνωα και πρώτος βασιλιάς της Κνωσού. Η παράδοση αυτή φαίνεται πολύ
πιθανή, γιατί στα νομίσματα της Λάππης παριστάνονται πανάρχαιες θεότητες, όπως ο
Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και κυρίως η κρητικής (πρωτομινωικής) προέλευσης
Βριτόμαρπις Άρτεμις.
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι την Λάππα αναφέρουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο
Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης (4, 53-55), Πτολεμαίος Κλαύδιος (2,7 και 3, 10-15), ο Δίων ο
Κάσιος (35, 1 και 51, 2), ο Στράβων (10, 475), ο Στέφανος Βυζάντιος και άλλοι. Έτσι, π.χ. ο
Πολύβιος (4, 53055) και ο Δίων ο Κάσιος (51,2) εξυμνούν τη διορατικότητα και την υπεροχή
των Λαππαίων κατά τους εμφύλιους πολέμους των χρόνων 220 π.Χ. (καταστροφή της
Λύττου) και 31 π.Χ. (μάχη του Ακτίου). Πρβλ. και Ν. Σταυράκη, «Στατιστική του πληθυσμού
της Κρήτης», Αθήναι 1890, σελ. 81-83. Επίσης, βλέπε Στεργίου Γ. Σπανάκη, «Η Κρήτη,
Τουρισμός, Ιστορία, Αρχαιολογία» τόμ. Β΄, Ηράκλειο (χωρίς χρονολογία έκδοσης), σελ. 242-
245.

Η Λάππα ήταν ισχυρή μεσογειακή πόλη με τεράστια ενδοχώρα (ορεινή και πεδινή),
με πλούσιες πηγές και εύφορους ποτιστικούς αγρούς, μεταξύ των ποταμών Πετρέ,
Μουσέλλα και Αλμυρού, όπου σήμερα το παραθαλάσσιο και ακμαίο χωριό
Γ ε ω ρ γ ι ο ύ π ο λ η Αποκορώνου.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η Λάππα είχε στενές σχέσεις και με τη θάλασσα. Έτσι,
σύμφωνα με τον Πτολεμαίο (2. 15,7), η Λάππα «διήκει αμφοτέρωθεν» των θαλασσών
(Κρητικού και Λιβυκού Πελάγους). Πρβλ. και Στράβωνα (10,475), που αναφέρει «Φοίνικα
των Λαμπαίων» ως κτήση και επίνειο της Λάππας κοντά στο Λιβυκό Πέλαγος (παρά το
σημερινό Λουτρό Σφακίων). Ας σημειωθεί δε, ότι σύμφωνα με την εντόπια παράδοση, η
Λάππα ήταν και λιμάνι, αν και τα ερείπιά της βρίσκονται σε μέρος υψηλό και μάλιστα
μακριά από τη θάλασσα (σε απόσταση 7-8χμ. από τις εκβολές του ποταμού Μουσέλλα). Η
άποψη αυτή βασίζεται στην ανεύρεση κρίκων πρόσδεσης πλοίων στις όχθες του ποταμού
Μουσέλλα, ο οποίος σύμφωνα με την ίδια παράδοση φαίνεται να ήταν πλωτός, καθώς και
στο τοπωνύμιο (κοντά στη δυτική όχθη του Μουσέλλα) Π ε ρ ι γ ι ά λ ο ν ε ς, το οποίο
πιθανώς να δηλώνει το περιγιάλι, την παραλία.
Στη Λάππα τιμούσαν πολύ τον Ποσειδώνα και τον Απόλλωνα, όπως διαπιστώνεται
από τα νομίσματα της πόλης. Η εμπορική και ναυτική δύναμη της Λάππας οφειλόταν
κυρίως στα δυο λιμάνια (επίνεια) των Λαππαίων, δηλ. την Υδραμία στο Κρητικό Πέλαγος
και τον Φοίνικα στο Λιβυκό. Έτσι, η Λάππα ήταν ισχυρή και ακμάζουσα πόλη και στην ξηρά
και στη θάλασσα. Από την έκταση των ερειπίων της -τα περισσότερα των οποίων είναι
ρωμαϊκών χρόνων- υπολογίζεται ότι θα είχε πάνω από 10.000 κατοίκους.
Στην περιοχή της Αργυρούπολης ανευρέθηκαν -και ανευρίσκονται ακόμα- διάφορα
αρχαία ευρήματα, όπως: υλικά δομής (μάρμαρα, λαξευτοί λίθοι, πλίνθοι), ερείπια
πολυτελών ιδιωτικών και δημοσίων οικοδομημάτων (οικίες, λουτρά, θέρμες, γυμναστήρια,
εγκαταστάσεις κ.α.), τάφοι, αγάλματα, αγγεία, πολλά νομίσματα και πολλές επιγραφές. Ας
σημειωθεί δε ότι οι περισσότερες επιγραφές της Λάππας αρχίζουν με τη στερεότυπη
φράση «Έδοξε Λαππαίων τη πόλει…» ή «έδοξε τοις κόσμοις και τη πόλει…».
Μεγάλη σπουδαιότητα έχουν τα πολλά και διαφορετικά νομίσματα της Λάππας, τα
οποία μάλιστα ο Ι.Ν. Σβορώνος κατατάσσει σε 26 είδη. (Πρβλ. Numismatique de la Crete
ancienne, σελ. 211-214, β. και πιν. 19-20). Δεν αποκλείεται και αυτό το όνομα της πόλης
Λάππης – Λάμπης, να σχετίζεται με τα νομίσματα και τους πολύτιμους λίθους (lapis – idis
στα λατινικά σημαίνει γενικά το λίθο, τον ιερό ή πολύτιμο λίθο).
Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει και σήμερα το τοπωνύμιο Α σ η μ ό χ ω μ α, το
οποίο προέρχεται από τα αργυρούχα μεταλλεία της περιοχής. Αλλά κι αυτό το όνομα του
σημερινού χωριού Αργυρούπολη, σχετίζεται με τον άργυρο ή με άλλους πολύτιμους
λίθους. Ίσως το όνομα Λάππα δόθηκε από τους Ρωμαίους, μετά την κατάκτηση της Κρήτης
απ’ αυτούς.
Αγνοείται όμως το αρχικό όνομα της Προϊστορικής (μινωικής) αυτής πόλης, την
οποία οι Λατίνοι θα ονόμασαν Λάππα (από το λατινικό lapis). Ίσως η αρχαιότατη αυτή πόλη
ονομαζόταν Λάμπη ή και διαφορετικά. Το όνομα πάντως Λάππα, είναι άγνωστης
ετυμολογίας.

Στην τοποθεσία Π α υ λ ή ς, ανακαλύφτηκε (κατά το 1885) μεγάλος αριθμός
νομισμάτων (περίπου 1.000 κομμάτια), τα οποία μεταφέρθηκαν στο Ρέθυμνο ή σε διάφορα
μουσεία. Επίσης, στην περιοχή Ε λ λ η ν ι κ ά ανακαλύφτηκαν εξαρτήματα μηχανημάτων
νομισματοκοπείου, το οποίο θα λειτουργούσε κατά την ελ ληνό – ρωμαϊκή εποχή, ίσως και
παλιότερα.
Στη μια όψη των περισσοτέρων νομισμάτων της Λάππης, εικονίζεται το κεφάλι μιας
ωραιότατης γυναίκας -ίσως της Άρτεμης- και στην άλλη το κεφάλι ενός ταύρου. Σε άλλη
κατηγορία νομισμάτων, πάνω στη μια όψη αναγραφόταν η λέξη ΛΑΠΠΑΙΩΝ και πάνω στην
άλλη παριστάνονταν ελληνικές ή μάλλον προελληνικές θεότητες. Ιδιαίτερα εικονιζόταν ο
Ποσειδώνας (από το πόσις + γαν = ο σύζυγος της Γης) και η Άρτεμη (από το αρτεμάω =
σφαγιάζω, ή από το αρταμής – Άρταμις, που σημαίνει: η σκέπουσα, η σώτειρα, η
προστάτις). Την Άρτεμη τιμούσαν πολύ στις μεσογειακές κυρίως πόλεις της δυτικής Κρήτης,
όπου ήταν γνωστή ως Βριτόμαρπις. Το σπάνιο προελληνικό αυτό όνομα, προέρχεται από το
επίθετο βριτύ (=γλυκύς, ηδύς) και από το όνομα Μάρπις ή Μάρπησσα, η οποία ήταν
Νύμφη της ακολουθίας της Άρτεμης. Έτσι, Βριτόμαρπις (από το βριτύ + μάρπις) σημαίνει τη
γλυκιά νύμφη (κόρη ή παρθένα), που συνόδευε την προστάτιδα θεά Άρτεμη.
Η Βριτόμαρπις Άρτεμις ήταν η θεά των δασών, του κυνηγιού και των κοπαδιών, και
γι’ αυτό ιδιαίτερα λατρευόταν στις ημιορεινές περιοχές της Κρήτης. Έτσι, η Βριτόμαρπις
Άρτεμις ήταν ιδιαίτερα προσφιλής στις πόλεις Φ α λ ά σ α ρ ν α, Δ ί κ τ υ ν α,
Π ο λ υ ρ ρ ή ν ι α, Κ υ δ ω ν ί α, Τ ά ρ ρ α, Λ ά π π α, Γ ό ρ τ υ ν α, Ο λ ο ύ ν τ α κ.α. Προς
τιμήν της θεάς αυτής, υπήρχαν ναοί στις περισσότερες αρχαίες πόλεις της Κρήτης. Η
Βριτόμαρπις αναφέρεται σε διάφορες συνθήκες μεταξύ των κρητικών πόλεων, οι οποίες
επικαλούνταν τη θεά ως μάρτυρα, προστάτιδα και βοηθό. Στην Ολούντα, μάλιστα,
τελούσαν και ειδική γιορτή, τα Βριτομάρπεια.
Θεωρείται βέβαιο, ότι η λατρεία της Ποντίας Αρτέμιδος (είτε ως Βριτόμαρπις, είτε
ως Δίκτυνα, είτε ως Αφαία), συναντάται πρώτα στη μινωική Κρήτη. Ιδιαίτερα η Βριτόμαρπις
Άρτεμις είναι καθαρά κρητική θεότητα.
Τα παραπάνω στοιχεία ενισχύονται και από τα αρχαιολογικά ευρήματα της
περιοχής, και μάλιστα από δυο πολύ αξιόλογους υστερομινωικούς τάφους, που μπορούν
να χρονολογηθούν γύρω στα 1500 π.Χ. Ο ένας βρέθηκε στα Δ ρ ά μ ι α Αποκορώνου
(αρχαία Υ δ ρ α μ ί α). Πρόκειται για λαξευτό τάφο, μέσα στον οποίο βρέθηκε η μοναδική
πήλινη σαρκοφάγος του νομού Χανίων. Και ο δεύτερος υστερομινωικός τάφος βρέθηκε κι
αυτός, το 1981, στην ίδια περιοχή στη Φ υ λ α κ ή. Πρόκειται για υπόγειο θολωτό και
κεραμιδοειδή θόλο. Στον τάφο αυτό (που ευτυχώς δεν είχε συληθεί), βρέθηκαν πολύτιμα
αντικείμενα – κτερίσματα, όπως ελεφάντινη διακόσμηση κιβωτίου με κεφαλές
κρανοφόρων πολεμιστών, σφίγγες, ασπίδες κλπ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα Δράμια και η Φυλακή είναι κοντά στην αρχαία Λάππα –
Αργυρούπολη. Στην περιοχή αυτή θα υπήρχε κάποιο μετανακτορικό – υστερομινωικό
κέντρο, όπως αποδεικνύεται από τους τάφους Δραμίων (Υδραμίους) και Φυλακής. (Πρβλ.
και τη μελέτη της Μαρίας Ανδρεαδάκη – Βλαζάμη, με τίτλο «Ο νομός Χανίων στα
προϊστορικά χρόνια», Χανιά, 1982, σελ. 14-21). Το κέντρο αυτό θα πρέπει να υπήρχε

μεταξύ των σημερινών χωριών Δ ρ ά μ ι α – Ε π ι σ κ ο π ή – Α ρ γ υ ρ ο ύ π ο λ η, και
μάλιστα στην περιφέρεια Αργυρούπολης, όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη Λάππα – Λάμπη.
Γεγονός πάντως είναι ότι άλλο μινωικό ή υστερομινωικό κέντρο δεν επισημάνθηκε ακόμα
στην περιοχή αυτή.
Δυστυχώς, η Λάππα δεν έχει προσεχθεί όσο θα έπρεπε. Ποτέ δεν έγιναν σ’ αυτήν
συστηματικές ανασκαφές! Υπάρχει, πάντως, αρκετό υλικό για την εκπόνηση ιστορικό –
αρχαιολογικής μελέτης.
Κατά τους ιστορικούς χρόνους, έχουμε περισσότερες πληροφορίες για τη Λάππα.
Εμφανίζεται ως ισχυρή και αυτόνομη πόλη, εκδίδει δικά της νομίσματα και συμμαχεί με
άλλες ελληνικές πόλεις. Στους εμφύλιους πολέμους μεταξύ των αρχαίων κρητικών πόλεων,
κατόρθωσε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της, κυρίως εξαιτίας της οικονομικής και
πολιτικής της δύναμης. Οι Λαππαίοι διακρίνονταν όχι μόνο για την πολιτική τους σύνεση,
αλλά και για την πολεμική τους αρετή. Έτσι, η συμβολή της Λάππας στα πολιτικά πράγματα
της αρχαίας Κρήτης, υπήρξε σπουδαία. Η δύναμη και η ευημερία της πόλης, μαρτυρείται
ήδη από τον 4 ο π.Χ. αιώνα και εξής, και μάλιστα κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.
Η Λάππα διατηρήθηκε ακμαία, όχι μόνο ολόκληρη την πρωτοβυζαντινή περίοδο,
αλλά και μέχρι τις αρχές της Αραβοκρατίας στην Κρήτη. Από τους πρώτους χριστιανικούς
αιώνες μέχρι και το τέλος του 10 ου αιώνα, αποτέλεσε την έδρα του επισκόπου Λάππης ή
Λάμπης. Ο επίσκοπος – αναφερόμενος ως 7 ος κατά σειρά, μεταξύ των επισκόπων της
Αποστολικής Εκκλησίας της Κρήτης – παίρνει μέρος σε Οικουμενικές Συνόδους,
μνημονεύεται σε πολλά σημεία στους επισκοπικούς καταλόγους και μάλιστα κατά τα
χρόνια 431, 451, 457,-458, 528-535, 731-746, 787 και 980. Έτσι, η σημαντική αυτή πόλη –
επισκοπή, υπήρξε το κυριότερο χριστιανικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής.
Είναι απορίας άξιο, γιατί δεν επισημάνθηκαν ακόμα τα ερείπια της εκεί
παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Δεν αποκλείεται όμως, να έρθουν κάποτε στο φως τέτοια
ερείπια, δεδομένου ότι η Λάππα, ως έδρα σημαντικής επισκοπής, θα είχε και αξιόλογο
καθεδρικό ναό (βασιλική). Ίσως, ο καθεδρικός ναός της παλαιοχριστιανικής Λάππας,
βρισκόταν στην είσοδο της Αργυρούπολης, και μάλιστα στη θέση όπου βρίσκεται το
εικονοστάσι (και ο σύγχρονος ναός) του Μεγάλου Αθανασίου. Πρβλ. Γ.Β. Αντουράκη,
«Τοιχογραφημένοι ναοί της Κρήτης», Αθήναι 1985, σελ. 70-71.
Ο πληθυσμός της Λάππης -ο οποίος θα ξεπερνούσε τις 10.000- θα τράπηκε στην
περίοδο της Αραβοκρατίας σε ημιορεινές περιοχές και μάλιστα στις περιφέρειες των
σημερινών χωριών Ε π ι σ κ ο π ή, Φ υ λ α κ ή, Κ ο υ ρ ν ά ς, Κ ά σ τ ε λ ο ς, Α σ ή Γ ω ν ι ά,
Σ φ α κ ι ά , Ρ ο ύ σ τ ι κ α, Μ ο ύ ν δ ρ ο ς, Ρ ο δ ά κ ι ν ο κ.α. και εγκαταστάθηκε στα
τριγύρω μικρά χωριά, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η ίδρυση των περισσότερων χωριών τα
οποία βρίσκονται σήμερα στην αρχαία Λάππα (σημερ. Αργυρούπολη), πρέπει να
αναζητηθεί σε ανώμαλες ιστορικές περιόδους του Έθνους μας: ρωμαϊκή εποχή,
Αραβοκρατία, Ενετοκρατία και Τουρκοκρατία.
Γεγονός πάντως είναι ότι με τη βεβιασμένη συνοίκηση των περισσοτέρων χωριών
της Ελλάδας, διατηρήθηκε βέβαια ανόθευτη η γλώσσα, η θρησκεία και τα έθιμα του
Έθνους μας, γεννήθηκαν όμως -και θα γεννιούνται συνέχεια- τεράστια οικονομικά,

οικιστικά και αναπτυξιακά προβλήματα (σχολεία, δρόμοι, ύδρευση, αποχέτευση,
τηλεπικοινωνίες, ηλεκτροφώτιση κ.α.) στη διοίκηση του Κράτους. Το πρόβλημα της καλής
οικιστικής μορφής των χωριών της Ελλάδας, πρέπει να μελετηθεί και να απασχολήσει
σοβαρά την Πολιτεία.
Μετά την ανάκτηση της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά (961) και μέχρι την
Ενετοκρατία, η Λάππα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε παρακμή. Ίσως υπήρχε ως μικρή
και ασήμαντη πόλη ή χωριό. Γεγονός πάντως είναι, ότι μετά την Αραβοκρατία, η ένδοξη και
ισχυρή Λάππα δεν μπόρεσε πια να ξαναβρεί το αρχαίο της μεγαλείο. Ακριβώς γι’ αυτό,
μεταφέρθηκε από εκεί (κατά το τέλος του 10 ου αιώνα) και η έδρα της σημαντικής επισκοπής
Λάππης ή Λάμπης, στο ακμαιότατο σήμερα κέντρο – χωριό Επισκοπή Ρεθύμνης.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Κρητικός λόγιος που περιόδευσε κατά το τέλος του 10 ου αιώνα
από τις περιοχές Λάππης, Μουσέλλα., Όνυχα, Μυριοκεφάλων, Άγιος Ιωάννης ο Ξένος, δεν
αναφέρει τίποτα για τη Λάππη. Αντ’ αυτής, μνημονεύει τα χωριά «Μουσέλλα και Τούρμα
του Καλαμώνος». Μνημονεύει επίσης εκεί «παμμέγεθες ελληνικόν κτίσμα», το οποίο θα
βρισκόταν όχι μέσα στη Λάππα, αλλά νοτιοδυτικά της, και πιθανότατα στην περιφέρεια των
σημερινών χωριών Α σ ή Γ ω ν ι ά και Μ υ ρ ι ο κ έ φ α λ α.
Εάν, κατά την ίδρυση της βυζαντινής Μονής Μυριοκεφάλων από τον Κρητικό Άγιο
Ιωάννη Ξένο, υπήρχε πόλη ή χωριό Λάππα ή Λάμπη, θα αναφερόταν στο κείμενο του Αγίου
Ιωάννη του Ξένου. Σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες ενδείξεις, μετά το 10 ο αιώνα,
λησμονήθηκε ακόμα και το όνομα της αρχαίας Λάππας, το οποίο αντικαταστάθηκε με το
όνομα Πόλη, σε ανάμνηση της ένδοξης αρχαίας πόλης Λάππας – Λάμπης. Αξιοπρόσεκτο
είναι ότι στην περιοχή της πρωτεύουσας του Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης, στο Σπήλι
διασώζεται το τοπωνύμιο Λάππας, όπου και το εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος. Είναι
γνωστό ότι το όνομα Λάππα – Λάμπη, φέρει και σήμερα η μητρόπολη Λάμπης και Σφακίων,
που έχει έδρα το Σπήλι. Επίσης, το ίδιο όνομα υπάρχει και στον περίφημο βυζαντινό ναό
της Παναγίας της Λαμπηνής, που σχετίζεται με τη Λάμπη – Λάππα. Βλέπε σχετικά το άρθρο
του καθηγητή Κ.Δ. Καλοκύρη, με τίτλο «Η επισκοπή Λάμπης και η Παναγία η Λαμπηνή»,
Κρητ. Χρονικά, τομ. Ι, 1956, σελ. 305-316. Για τους ναούς της περιοχής αυτής, βλέπε τη
μελέτη του Στυλ Πελαντάκη, «Βυζαντινοί ναοί της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, νομού
Ρεθύμνης», Ρέθυμνο 1973.
Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (1210-1669), η Λάππα ή και Πόλη, εμφανίζεται
πάλι ακμαία. Υπήρξε το σπουδαιότερο ενετικό κέντρο της περιοχής, όπως διαπιστώνεται
όχι μόνο από τα πολυτελή ενετικά κτίρια, αλλά και από τους πολλούς τοιχογραφημένους
ναούς. Πολλοί απ’ αυτούς, αν και ανεγέρθηκαν και εικονογραφήθηκαν κατά την περίοδο
της Ενετοκρατίας, όμως μπορούν και αυτοί να ονομαστούν βυζαντινοί, δεδομένου ότι
καθόλου δεν επηρεάζονται από το δόγμα και την τέχνη της Δύσης.
Και οι ναοί της περιοχής αυτής, ακολουθούν σταθερά την από το Βυζάντιο
εξαρτημένη τεχνοτροπία. Τα περισσότερα ενετικά κτίρια της Πόλης, διασώζονταν μέχρι το
1900-1920, ενώ λίγα απ’ αυτά διατηρούνται σήμερα. (Για τα μνημεία αυτά, βλέπε R.
Pashley, Travels in Crete, τομ. Α΄, σελ. 81 κ.ε., G. Gerola, Monumenti, τομ. Γ΄, σελ. 45,53 κ.ε.,
τομ. Γ΄, σ. 270, τόμ. Δ΄, σελ. 370). Σε υπέρθυρο σπιτιού, διατηρείται ακόμα η λατινική

επιγραφή: «Omnia munci tumus et umbra», δηλαδή «όλα τα εγκόσμια είναι καπνός και
σκιά». Το λατινικό αυτό γνωμικό μπορεί να έχει σχέση με τις πολλές ιστορικές περιπέτειες
της αρχαίας Λάππας, η οποία γνώρισε τόσο ακμή, όσο και παρακμή.
Η περιφέρεια της Αργυρούπολης, που μνημονεύεται ως «καβαλαρία της Πόλης»,
παραχωρήθηκε, επί Ενετοκρατίας, σε διάφορες πλούσιες ευγενείς οικογένειες
(φεουδάρχες), όπως είναι οι Χορτάτζηδες, οι Καλλέργηδες, οι Μελισσηνοί, οι Σκορδίληδες
κ.α.
Κατά τη συνθήκη του 1217, ο ποταμός Μουσέλλας (αρχ. Μέσσαπος ή Μεσάπιος),
αποτέλεσε το όριο των καβαλαριών, που παραχωρήθηκαν τότε από τους Ενετούς στους
επαναστάτες Μελισσηνούς και Σκορδίληδες. Βλέπε Στ. Ξανθουδίδου, «Η Ενετοκρατία εν
Κρήτη και οι κατά των Ενετών αγώνες των Κρητών», Αθήναι 1939, σελ. 34 και εξής.
Ας σημειωθεί ότι το χωριό Αργυρούπολη, λόγω της προνομιούχας και στρατηγικής
θέσης (βρίσκεται μεταξύ δύο νομών και τεσσάρων επαρχιών της Κρήτης), υπήρξε όχι μόνο
το κυριότερο ορμητήριο Ενετών και Τούρκων, για την καταστολή πολλών επαναστάσεων
(Ροδάκινο, Ασή Γωνιά, Σφακιά κ.α.), αλλά και τόπος συνεχών πολεμικών επιχειρήσεων κατά
την Ενετοκρατία και την Τουρκοκρατία.
Οι ιστορικοί της Κρήτης: Ψιλάκης, Μουρέλλος, Κριάρης, Ξανθουδίδης κ.α.
αφιερώνουν πολλές σελίδες στη νεότερη ιστορία της περιοχής Αργυρούπολης – Λάππας.
(Πρβλ. και Στεργ. Γ. Σπανάκη, «Η Κρήτη», τόμ. Β΄, σελ. 73-76, όπου λίγα συνοπτικά ιστορικά
και αρχαιολογικά στοιχεία της περιφέρειας Αργυρούπολης – Λάππας). Αυτό διαπιστώνεται
και από πολλά τοπωνύμια, τα οποία διέσωσαν ονόματα μεγάλων βυζαντινών ή ενετικών
οικογενειών. Τέτοια τοπωνύμια είναι: του Β λ α σ τ ο ύ, τ ο υ Δ ρ α κ ο ν τ ό π ο υ λ ο υ ή
Α ρ χ ο ν τ ό π ο υ λ ο υ, τ ο υ Κ α λ α μ α ρ ά, τ ο υ Χ ο ρ τ ά τ ζ η, τ ο υ Μ π ο λ ά ν η, του
Μ π α ρ ό τ σ η κ.α.
Η ακμή της Αργυρούπολης – Πόλης, κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας,
διαπιστώνεται όπως σώθηκε και από τις παλιές της εκκλησίες (είκοσι περίπου).
Παλιότερα, στην περιοχή υπήρχε δήμος με έδρα την Αργυρούπολη. Χωριά του
δήμου αυτού ήταν η Α σ ή Γ ω ν ι ά, ο Ό ν υ χ α ς, τα Μ υ ρ ι ο κ έ φ α λ α, η Μ α ρ ο υ λ ο ύ,
το Μ π ι λ α ν δ ρ έ δ ω, η Μ ε γ ά λ η Ε π ι σ κ ο π ή, η Α ρ κ ο ύ δ α ι ν α
(σήμερα Α ρ χ ο ν τ ι κ ή), η Κούφη και η Καρωτή. Βλ. Εμμ. Λαμπρινάκη, «Γεωγραφία της
Κρήτης», Ρέθυμνο 1890, σελ. 89 κ.ε. Πρβλ. επίσης G. Gerola, Elenco Topografico… σελ. 168,
όπου η περιοχή επιγράφεται ως «Comune di Arghjirupolis», δηλ. δήμος Αργυρούπολης,
στον οποίο καταγράφονται οι τοιχογραφημένοι ναοί των χωριών Μεγάλη Επισκοπή και
Αρκούδαινα (σήμερα Αρχοντική), όπου όμως δεν υπάρχει τοιχογραφημένος ναός, όπως
από λάθος σημείωσε ο Gerola.
Μετά την παρακμή της αρχαίας Λάππης, και μάλιστα μετά την από εκεί μεταφορά
ομώνυμης επισκοπής (τέλη 10 ου αιώνα), αναπτύχθηκε κοντά σε αυτή (5χμ. βόρεια της
Λάππας) άλλο αξιόλογο χωριό – κέντρο, η Επισκοπή ή Μεγάλη Επισκοπή Ρεθύμνης. Το
όνομα οφείλεται ασφαλώς στην εκεί διαπρέψασα (κατά τη Ενετοκρατία) Επισκοπή
Καλαμώνος, η έδρα της οποίας μεταφέρθηκε (περί τα μέσα του 15 ου αιώνα) στην πόλη του
Ρεθύμνου την αρχαία Ρίθυμνα. Πρβλ. Κ.Δ. Καλοκύρη, «Η Επισκοπή Λάμπης και η Παναγία η

Λαμπηνή», «Κρητ. Χρονικά», τ. Ι΄ 1956, σελ. 305-316 και Ν.Β. Τωμαδάκη, «Η Επισκοπή
Λάμπης και οι επίσκοποι αυτής» ΕΕΦΣ, Αθήναι 1956, σελ. 339-353.
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, θα πρέπει να τονιστούν τα εξής:
1 Δεν έχει διαφωτιστεί ακόμα η ιστορία της μινωικής ή υστερομινωικής πόλης, στην
περιφέρεια της οποίας υπήρξε η αρχαία πόλη Λάππα ή Λάμπη.
2 Η δράση και η ακτινοβολία της Λάππας – Λάμπης, είναι γνωστή κυρίως από τον 4 ο
π.Χ. αιώνα, και μέχρι την Αραβοκρατία (826-961), οπότε καταστράφηκε και ερημώθηκε.
3 Στα ερείπια της αρχαίας Λάππας κτίστηκε (ίσως κατά τη Β΄ βυζαντινή περίοδο), το
χωριό Πόλη ή Αργυρούπολη, του οποίου η παρουσία -λόγω θέσης και παράδοσης- υπήρξε
έντονη και κατά την Ενετοκρατία και κατά την Τουρκοκρατία, ενώ διατηρείται ακμαίο μέχρι
και σήμερα.
4 Η παράδοση για την αρχαία Λάππα υπήρξε τόσο ισχυρή, ώστε και αυτό το όνομα
του σημερινού χωριού Αργυρούπολη ή Πόλη, είναι ακόμα γνωστό, όχι μόνο στους
κατοίκους του, αλλά και σ’ όλα τα γύρω χωριά.
5 Είναι ευνόητο ότι και η ιστορία των σημερινών χωριών, που βρίσκονται σε μεγάλη
ακτίνα γύρω από τη σημερινή Πόλη – Αργυρούπολη, πρέπει οπωσδήποτε να συνδεθεί με
τις ιστορικές περιπέτειες της ένδοξης αρχαίας πόλης Λάππας – Λάμπης. Διαφορετικά,
αδικούνται οι τόσοι οικισμοί – χωριά και τονίζεται μόνο η αρχαία Λάππα – Λάμπη, όπως
γινόταν μέχρι και τα τελευταία χρόνια, προτού δηλαδή αξιολογηθεί η Μονή των
Μυριοκεφάλων, και η όλη δράση του Κρητικού Αγίου Ιωάννου του Ξένου στην Περιοχή.
6 Επιβάλλεται να μελετηθεί ιστορικά και αρχαιολογικά, ολόκληρη η έκταση της
αρχαίας Λάππας – Λάμπης, και μάλιστα από τη σημερινή Γ ε ω ρ γ ι ο ύ π ο λ η (Αμείμαλλα),
τη αρχαία Υ δ ρ α μ ί α (Δ ρ ά μ ι α) μέχρι και το Φ ο ί ν ι κ α (Λ ο υ τ ρ ό Σφακίων). Ιδιαίτερα,
πρέπει να μελετηθούν τα σημερινά χωριά που βρίσκονται κοντά στις όχθες του ποταμού
Μουσέλλα, όπως: Ε π ι σ κ ο π ή, Φ υ λ α κ ή, Α ρ χ ο ν τ ι κ ή, Α ρ γ υ ρ ο ύ π ο λ η, Α σ ή
Γ ω ν ι ά, Μ υ ρ ι ο κ έ φ α λ α, Κ α λ λ ι κ ρ ά τ η ς, Α σ φ έ ν τ ο υ, από Α γ ι ά Ρ ο υ μ έ λ η
μέχρι Φ ρ α γ κ ο κ ά σ τ ε λ ο και τα παραλιακά χωριά των Σφακίων.
Από τα πορίσματα των μελετών αυτών, θα διαφωτισθεί καλύτερα η ιστορία της
περιοχής αυτής -από το Κρητικό μέχρι το Λιβυκό Πέλαγος- η οποία, δυστυχώς, δεν έχει
προσεχθεί όσο θα έπρεπε.

ΑΡΔΑΚΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Βρίσκεται σε υψόμ.
640μ. κι έχει 60 κατοίκους. Στην κοινότητα Αρδάκτου υπάγονται τα μετόχια Α κ τ ο ύ ν τ α
και Β ά τ ο ς.
Το χωριό εμφανίζεται στην ενετική περίοδο. Οι κάτοικοι του είναι γνήσιοι Κρητικοί,
άποικοι από γειτονικά χωριά και από τα Σφακιά.

Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Παπαδάκηδες, Μουρνιακάκηδες,
Σμαραγδάκηδες, Φωτάκηδες, Μακριδάκηδες, Κουνδουράκηδες, Νικολιδάκηδες και
Πρεβελάκηδες, από τους οποίους η Μονή Πρέβελη πήρε το όνομά της.
Η τοποθεσία Α ρ χ ο ν τ ι κ ά πήρε το όνομά της επί Τουρκοκρατίας, από ένα χωρικό
που τον έλεγαν Άρχοντα. Στο βουνό Σιδέρωτας, υπάρχει ένα σπήλαιο όπου πήγαιναν οι
κάτοικοι του χωριού, για να αποφύγουν τους Τούρκους και τους Γερμανούς μετέπειτα.
Στο χωριό υπάρχει το Αρδαχτιανό Φαράγγι, στο οποίο όταν φυσάει σηκώνεται
μεγάλο κύμα στο απέναντι σημείο στη θάλασσα, όπου κατά καιρούς έχουν βουλιάξει
καράβια.
Οι εκκλησίες του χωριού είναι η Αγία Μαρίνα, που οι αγιογραφίες της έχουν
ασβεστωθεί, ο Άγιος Γεώργιος, μεταγενέστερη με παλιές εικόνες, η Μεταμόρφωση του
Σωτήρα, με παλιές εικόνες και η παλιά εκκλησία Αγία Παρασκευή.
ΑΡΔΑΚΤΟΣ ΛΟΧΡΙΑΣ
Οικισμός που υπάγεται στην κοινότητα της Λοχριάς της επαρχίας Αμαρίου.
Βρίσκεται σε υψόμ. 600μ. και έχει 36 κατοίκους. Η ονομασία του οικισμού προήλθε μάλλον
από τη λέξη αδράχτι.
Η βυζαντινή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής πιστοποιεί την ύπαρξη του οικισμού
από τους βυζαντινούς χρόνους. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, κατοικήθηκε από
Τούρκους. Γύρω στο 1890, όμως, ο γερό – Βρέντζος, μεγάλος βοσκός από τα Ανώγεια, ήρθε
εδώ κι αγόρασε όλο το χωριό.
Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Βρέντζηδες και οι Σταυρακάκηδες.
ΑΡΜΕΝΟΙ ΡΕΘΥΜΝΗΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε απόσταση 9,2χμ. νότια
του Ρεθύμνου σε υψόμ. 380μ. Στο χωριό ζουν σήμερα 337 άτομα, ενώ συνολικά οι
κοινότητα έχει 580 κατοίκους.
Οι Αρμένοι είναι κτισμένοι στους δυτικούς πρόποδες του βουνού Βρύσινας, στην
κατάφυτη κοιλάδα του Αρμενόκαμπου. Ο Δημήτρης Αετουδάκης στο βιβλίο του
«Προσκύνημα στην Κρήτη» αναφέρει ότι πρόκειται για «ένα λουλουδισμένο χωριό πάνω
στο πλάτωμα της καρπερής γης με τα δάση της βελανιδιάς, της ελιάς και της χαρουπιάς…».
Το βελανίδι χρησιμοποιούνταν παλιότερα στη βυρσοδεψία. Σήμερα
χρησιμοποιείται στην κτηνοτροφία, με την οποία ασχολούνται συστηματικά οι κάτοικοι.
Παράλληλα καλλιεργούνται στο χωριό ελιές, αμπέλια, δημητριακά και κηπευτικά.
Στην κοινότητα υπάγονται και τα χωριά Ά γ ι ο ς Γ ε ώ ρ γ ι ο ς, Σ ω μ α τ ά ς και
Φ ω τ ε ι ν ό ς.
Το χωριό οφείλει προφανώς το όνομά του στην καταγωγή των πρώτων κατοίκων
του. Ήταν Αρμένιοι που είχε φέρει μαζί του ο Βυζαντινός στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς. Οι
Αρμένοι υπάρχουν επομένως μετά το 961 μ.Χ. Ένα ομώνυμο χωριό βρίσκεται στον
Α π ο κ ό ρ ω ν α κι ένα ακόμη στη Σ η τ ε ί α.

Τον καιρό της Ενετοκρατίας ήρθαν στους Αρμένους κάτοικοι από διάφορα μέρη της
Κρήτης, ειδικά από την επαρχία Σφακίων. Από την ίδια περίοδο σώζονται ενετικές
αυλόπορτες με καμάρες και σκαλιστά ενετικά οικόσημα.
Την ύπαρξη του χωριού, εξάλλου, τα χρόνια εκείνα μαρτυρεί ο «Καστροφύλακας»,
στον οποίο αναφέρεται το 1583 το χωριό Armenus Apano με 228 κατοίκους. Οι Π ά ν ω
Α ρ μ έ ν ο ι είναι σήμερα ερειπωμένη γειτονιά, που βρίσκεται στη θέση Μ ο ν α χ ή Ε λ ι ά.
Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας έμεναν εκεί Τούρκοι. Σήμερα κατοικείται μόνο ένα σπίτι.
Σημαντική ήταν η συμβολή των Αρμένων στις επαναστάσεις του περασμένου
αιώνα. Το χωριό κάηκε επτά φορές από τους Τούρκους και ξανακτιζόταν από τους ίδιους
τους κατοίκους. Στον κάμπο των Αρμένων έγιναν οι μάχες του Αρμενόκαμπου, κατά τις
οποίες ο τούρκικος στρατός νικήθηκε στις θέσεις Μ ο ν α χ ή Ε λ ι ά, Χ ο ν τ ρ ο κ ε φ ά λ ι
και Τ ρ ά π ε ζ α. Το 1828 σκοτώθηκαν εδώ 200 Τούρκοι και αιχμαλωτίστηκαν 300
Τουρκάλες.
Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής οι ναζί κατοίκησαν στο χωριό, αφού
προηγουμένως το βομβάρδισαν. Οι κατακτητές χρησιμοποίησαν το γύρω κάμπο σε έκταση
δύο τετραγωνικών χιλιομέτρων, όπου είχαν εγκαταστήσει αεροδρόμιο και καταυλισμούς
πυρομαχικών και τροφίμων. Τα παραπάνω προορίζονταν για ανεφοδιασμό του Ρόμελ, στην
Αφρική. Τελικά δε στάλθηκαν, γιατί στο μεταξύ οι Γερμανοί κατέρρευσαν. Φεύγοντας το
1944, ανατίναξαν το χωριό προκαλώντας τεράστιες ζημιές στις καλλιέργειες και στους
πέτρινους δρόμους μέσα στα χωράφια. Μεγάλες ζημιές από τα βλήματα έπαθαν και τα
σπίτια. Ακόμη και σήμερα, καλλιεργώντας οι χωρικοί τα κτήματα, βρίσκουν βλήματα στον
κάμπο.
Οι παλιότερες οικογένειες των Αρμένων είναι οι Τζιτζικάκηδες, οι Κτιστάκηδες, οι
Καλλέργηδες, οι Μανιουδάκηδες, οι Μαρκουλάκηδες, οι Σκουλούδηδες και οι Συράδες από
Σφακιά, οι Καλησπεράκηδες από το Μεσαρά Ηρακλείου, οι Βιστάκηδες, οι
Περβολιανάκηδες και οι Χριστουλάκηδες.
Στη θέση Μ ο ν α χ ή Ε λ ι ά υπάρχει ένα μεγάλο υστερομινωικό νεκροταφείο. Ένας
κυνηγημένος ασβός που τρύπωσε σ’ έναν τάφο έγινε η αφορμή να έρθουν στο φως 280
τάφοι, λαξευτοί μέσα στους βράχους. Περιείχαν αμφορείς και διάφορα κτερίσματα, που
βρίσκονται στα μουσεία Ρεθύμνου και Χανίων.
Στους Αρμένους υπάρχουν οι εκκλησίες Άγιοι Ανάργυροι, Άγιος Γεώργιος και
Μεταμόρφωση του Σωτήρα, που έχει ωραίο κωδωνοστάσι, λαξευτό σε πέτρα.

ΑΡΟΛΙΘΙ
Είναι οικισμός της κοινότητας Βιλανδρέδου της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται 40χμ.
νοτιοδυτικά του Ρεθύμνου, κτισμένος σε μια από τις γραφικές κορυφές του Ψηλορείτη, σε
υψόμ. 550μ. Έχει 80 περίπου κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία.
Η ονομασία του οικισμού οφείλεται στους αρόλιθους, που υπάρχουν άφθονοι στη
περιοχή. Αρόλιθους ή νερόλιθους ονομάζουν οι κάτοικοι της Κρήτης τα βαθουλώματα
ακανόνιστων σχημάτων, πάνω στους βράχους, γεμάτα νερό. Η ονομασία αρόλιθος,

σύμφωνα με τον καθηγητή Γ.Β. Αντουράκη, είναι αρχαιότατη, σύνθετη από τις λέξεις αρός
(= κοίλωμα, όπου συγκεντρώνεται το νερό της βροχής) και λίθος.
Η ίδρυση του οικισμού δεν τοποθετείται νωρίτερα από το 1660. Το επίθετο όμως
Γαβαλάς, που έχουν πολλοί κάτοικοι του χωριού, αποδεικνύει ότι είναι απόγονοι της
ένδοξης βυζαντινής οικογένειας των Γαβαλάδων.
Το Αρολίθι θεωρείται από τους κατοίκους του σαν η «πρωτεύουσα των
Βαλκανίων»! Οι κάτοικοι «Βαλκάνια» ονομάζουν τα μικρά χωριά: Α λ ώ ν ε ς, Ρ ο υ μ π ά δ
ω, Β ι λ α ν δ ρ έ δ ω και Β ε λ ο ν ά δ ω, που βρίσκονται πιο κάτω από το Αρολίθι.
Σε απόσταση 150μ. από τον οικισμό, υπάρχει μια ρωγμή που ονομάζεται Επάνω
αλώνι. Οι κάτοικοι τη χρησιμοποιούν σαν «αστεροσκοπείο». Συμβαίνει πραγματικά ένα
γεγονός που δεν έχει εξηγηθεί από τους ειδικούς: Όταν πρόκειται να χιονίσει στο χωριό,
βγαίνει από τη ρωγμή ομίχλη.
Σε μια εύφορη τοποθεσία του χωριού, τους Κ α ρ π η δ ό ν ε ς, λέγεται ότι υπήρχε
βυζαντινή εκκλησία, μέσα στην οποία -σύμφωνα με το θρύλο- βρίσκεται θαμμένη η
καμπάνα της. Αναφέρεται από τις διηγήσεις των κατοίκων, ότι χτυπάει κάθε χρόνο τη
Λαμπρή. Αρκετοί μάλιστα χωρικοί ισχυρίζονται πως την έχουν ακούσει κατά καιρούς. Στην
ίδια τοποθεσία, στην οποία αναφέρεται ότι ήταν παλιότερα κτισμένος ο οικισμός, υπήρχαν
και υπάρχουν ακόμα ίχνη από αρχαία μνημεία. Η ιστορία του χωριού πρέπει να συνδεθεί
με την αξιόλογη αρχαία πόλη Λάππα, όπου βρίσκεται η σημερινή Αργυρούπολη καθώς και
με την ιστορία της Μονής Μυριοκεφάλων. Βλέπε σχετικά το άρθρο του καθηγητή Γ.Β.
Αντουράκη, «Το όνομα Αρολίθι: αρός + λίθος» (ΙΣΤ΄ τόμος, «Λαογραφία – Γλώσσα», σελ.
360).

ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ
Είναι οικισμός της κοινότητας Στερών της επαρχίας Αποκορώνου. Βρίσκεται σε
υψόμ. 100μ. και έχει 40 κατοίκους.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των κατοίκων, υπάρχουν δυο παραλλαγές της εκδοχής
για την προέλευση της ονομασίας του οικισμού. Σύμφωνα με την πρώτη στον οικισμό
κατοικούσε ένας πλούσιος γενίτσαρος, ο οποίος είχε στην περιοχή το σεράι του (=παλάτι).
Κατά τη δεύτερη παραλλαγή στον οικισμό κατοικούσε ο Τούρκος άρχοντας της περιοχής
Ακρωτηρίου.
Στον οικισμό υπήρχε το παλιό μοναστήρι των Αγίων Πάντων, το οποίο γκρέμισαν οι
Τούρκοι και έφτιαξαν το Σεράι του γενίτσαρου.

ΑΡΧΟΝΤΙΚΗ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 20χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται πάνω σε λόφο με υψόμ. 180μ. Στην Αρχοντική ζουν σήμερα 250 κάτοικοι

περίπου. Το χωριό παλιότερα ονομαζόταν Α ρ κ ο ύ δ α ι ν α. Μετονομάστηκε σε Αρχοντική
γιατί το Αρκούδαινα ήταν κακόηχο.
Σύμφωνα με την παράδοση την ονομασία Αρκούδαινα οφείλει το χωριό στο εξής
γεγονός: Οι Τούρκοι είχαν συλλάβει μια αρχόντισσα του χωριού, τη βασάνισαν και την
παραμόρφωσαν. Μετά είπαν: «Να η αρχόντισσα, τώρα είναι σαν αρκούδα».
Με το ίδιο τοπωνύμιο (Αρκούδαινα) υπάρχει το χωριό ήδη στους ενετικούς
καταλόγους. Ο Barozzi αναφέρει την Αρχοντική σαν Archudena και ο «Καστροφύλακας»
σαν Arcudena με 435 κατοίκους.
Την ύπαρξη της Αρχοντικής κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας μαρτυρούν ενετικά
κτίσματα, που διακρίνονται μέχρι σήμερα. Οι Ενετοί έμειναν στο χωριό μέχρι το 1946,
οπότε ήρθαν οι Τούρκοι.
Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν κολίγοι του Ενετού τσιφλικά Καρτάλη.
Σ’ αυτόν οι τούρκοι έδωσαν πολλά αξιώματα, αφού αλλαξοπίστησε κι έγινε
καπετάνιος του χωριού.
Ύστερα από πρόσκληση του Μανόλη Τομπάζη, συνήλθε στην Αρχοντική το 1823 η
Γενική Συνέλευση των 45 πληρεξουσίων της Κρήτης, προκειμένου να ψηφίσει το νέο
πολίτευμα.
Το 1828 οι Τούρκοι του Ρεθύμνου ήρθαν στο χωριό κι έσφαξαν στην πλατεία 90
άοπλους Χριστιανούς, για να εκδικηθούν το θάνατο του Αγριολίδη της Μεσαράς. Ας
σημειωθεί ότι τότε έσφαξαν και τον παπά του χωριού. Τους πιο πολλούς απ’ αυτούς που
εκτελέστηκαν τους έβγαλαν μέσα από την εκκλησία, όπου βρίσκονταν.
Στις 26 Αυγούστου 1944, οι Γερμανοί οδήγησαν 41 κατοίκους της Αρχοντικής στις
φυλακές της Αγιάς (φυλακές στο χωριό Αγιά Χανίων).
Από τις παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι: οι Βοσκάκηδες, οι Κορακάκηδες,
οι Ρεϊζάκηδες, οι Μοράκηδες και οι Μαραγκουδάκηδες. Οι τελευταίοι μάλιστα λέγονταν
παλιά Μοδάτσοι, επίθετο που μαρτυρεί ενετική καταγωγή.
Στα νότια της Αρχοντικής υπάρχει το φρούριο Κουλέ, από το οποίο σώζονται οι
τοίχοι και οι πολεμίστρες. Τώρα έγινε εκεί μια δεξαμενή που υδρεύει το χωριό.
Στην Αρχοντική βρίσκονται οι εκκλησίες, Άγιο Πνεύμα, Άγιος Γεώργιος, Άγιος
Ιωάννης ο Πρόδρομος και η Γέννηση της Θεοτόκου, που είναι η κεντρική του χωριού. Παλιά
εκκλησία, ίσως από την περίοδο της Ενετοκρατίας, είναι ο Άγιος Γεώργιος, που τώρα
ξανακτίστηκε. Έξω από το χωριό βρίσκεται η Μεταμόρφωση του Σωτήρα, το ιερό της
οποίας είναι κτισμένο σε μια σπηλιά.
ΑΣΩΜΑΤΟΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Απέχει 27χμ. από το Ρέθυμνο,
σε υψομ. 220μ. και έχει 180 κατοίκους. Βρίσκεται στο νότιο μέρος του νομού σε απόσταση
7χμ. από το Λιβυκό Πέλαγος, πολύ κοντά στο Κουρταλιώτικο φαράγγι. Στην κοινότητα
υπάγεται και η μονή Πρέβελη, το Κάτω Μοναστήρι και το Πίσω Μοναστήρι.
Το όνομα του χωριού προέρχεται από την πιο παλιά εκκλησία του χωριού, των
Αγίων Ασωμάτων, βυζαντινής εποχής. Το χωριό αναφέρεται στις βενετσιάνικες απογραφές

ως Assomato και από τον «Καστροφύλακα». Παλιότερες οικογένειες είναι οι Τσουδεροί,
Καλλέργηδες, Σουμιτασάκηδες, Γκαλονάκηδες και Γεωργουλάκηδες.
Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Παράγουν
λάδι, χαρούπια, λίγα κηπευτικά. Είναι πατρίδα των Τσουδερών. Ο Γεώργιος Τσουδερός
ήταν στρατηγός του 1821. Ο Μελχισεδέκ Τσουδερός ηγούμενος της μονής Πρέβελη. Ο
Εμμανουήλ Τσουδερός ήταν πρωθυπουργός της Ελλάδας την περίοδο της Μάχης της
Κρήτης.
Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας οι Τούρκοι κατέβηκαν στο χωριό από τους
Α τ σ ι π ά δ ε ς, και στη μάχη που έγινε σκοτώθηκε ένας Έλληνας. Ο τότε ηγούμενος της
Μονής Μελχισεδέκ Τσουδερός ζήτησε από τους Τούρκους να του δώσουν πίσω τον πατέρα
του -που τον είχαν στο μεταξύ συλλάβει- καθώς και τα άρματά τους, πράγμα που τελικά
έκαναν. Αργότερα οι Τούρκοι θέλησαν να τον σκοτώσουν. Ο Μελχισεδέκ τότε τους κάλεσε
για φαγητό και αφού τους πότισε άφθονο κρασί κατόρθωσε να τους ξεφύγει, παίρνοντας
μαζί του και τους υπόλοιπους καλόγερους. Κατέφυγαν στο ύψωμα Κουρκουλό, κοντά στο
χωριό Ρ ο δ ά κ ι ν ο, όπου εκεί ύψωσαν, το 1821, τη σημαία της Επανάστασης. Τελικά όμως
το 1823, σε μια μάχη στο Π ο λ ε μ ά ρ χ ι Κισάμου με τους Τούρκους σκοτώθηκε.
Στη Μάχη της Κρήτης πολέμησαν πέντε – έξι άτομα από το χωριό. Το μεγαλύτερο
όμως μέρος των κατοίκων βοηθούσε τους Έλληνες και ξένους αντιστασιακούς
φυγαδεύοντάς τους. Η φυγάδευση των αντιστασιακών γινόταν από μια λίμνη που
βρίσκεται κοντά στο φαράγγι, όμως οι Γερμανοί κατόρθωσαν και βρήκαν το σημείο
φυγάδευσης και αρχές Αυγούστου 1941 κατέλαβαν την περιοχή.
Στο χωριό των Ασωμάτων υπάρχει το Κουρταλιώτικο φαράγγι. Το όνομά του το
οφείλει στο γεγονός, ότι όταν φυσάει, από τον αντίλαλο που δημιουργείται νομίζει κανείς
ότι χτυπάνε κούρταλα (κρόταλα). Το φαράγγι έχει μήκος 2χμ. περίπου, αλλά δεν υπήρχε
νερό. Σήμερα όμως υπάρχει.
Λέγεται, λοιπόν, ότι κάποιο παιδί ζήτησε από κάποιον κάτοικο του κάμπου της
Μεσαράς να το μεταφέρει στο φαράγγι. Επειδή, όμως εκείνος νόμισε, ότι το παιδί πήγαινε
να τον κλέψει, το χτύπησε και το τραυμάτισε. Όταν τελικά έφθασαν στο φαράγγι δίψασε
και αναζήτησε νερό. Τότε το παιδί, αφού γονάτισε και έκανε πολλές προσευχές,
ακούμπησε τα δάκτυλά του στο χώμα και τότε άρχισαν να τρέχουν οι πέντε πηγές που
στέλναν το νερό τους στους αντίστοιχους καταρράκτες. Λέγεται, μάλιστα, ότι στο σημείο,
που γονάτισε το παιδί έχουν μείνει τα αποτυπώματα των γονάτων του.
Το παιδί πιστεύεται ότι ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Προς τιμή του υπάρχει και μια
ομώνυμη εκκλησία στο φαράγγι. Η παράδοση πάλι, αναφέρει ότι το εκκλησάκι του Άγιου
Νικόλα το χτίζαν πολλές φορές. Κάθε φορά που το έχτιζαν την άλλη μέρα το έβρισκαν
γκρεμισμένο. Τελικά το έχτισαν λίγο πιο πέρα από κείνο το σημείο και έτσι αντί το ιερό να
βλέπει στην ανατολή βλέπει στο Βορρά. Το πιθανότερο είναι να το έχτισε κάποιος Τούρκος
που φερόταν υβριστικά στους Χριστιανούς και γι’ αυτή του τη συμπεριφορά ο Άγιος τον
τιμώρησε, δίνοντάς του μεγάλη συμφορά, που όμως επανορθώθηκε μόλις ο Τούρκος
μετάνιωσε. Από ευγνωμοσύνη λοιπόν έκτισε το εκκλησάκι του Άι Νικόλα.

Άλλη μια ιστορία, που έχει σχέση με την εκκλησία του Άι Νικόλα είναι και η εξής:
Στο φαράγγι υπάρχουν πολλά περιστέρια και είκοσι άτομα προσπάθησαν πυροβολώντας
να τα σκοτώσουν. Συνέβαινε όμως το εξής παράξενο: Όταν τα χτυπούσαν, έτρεχε άφθονο
αίμα πάνω στις πλάκες της εκκλησίες, τα περιστέρια όμως σηκωνόντουσαν και πέταγαν
χωρίς να έχουν πάθει απολύτως τίποτα. Αυτό συνέβαινε την ημέρα της εορτής του Αγίου ή
την εποχή της αναπαραγωγής τους.
Ένας θρύλος που ακούγεται από τους χωριανούς λέει ότι, σ’ ένα παλιό ελαιοτριβείο,
κοντά στο χωριό, παρουσιαζόταν κάθε βράδυ ένα φραγκάκι (φάντασμα μικρού παιδιού), το
οποίο βοηθούσε τους μυλωνάδες, πιάνοντας και δένοντας τα άλογα να δουλεύουν γύρω
από το μύλο.
Στο χωριό υπάρχουν και οι εξής εκκλησίες, εκτός του Αγίου Νικολάου, των Αγίων
Ασωμάτων -λένε ότι το καμπαναριό της εκκλησίας αυτής το είχαν κρύψει για να μην το
βρουν οι Τούρκοι- της Αγίας Άννας, του Αγίου Ιωάννη του Πρασιώνη (από κάποιο μοναχό
που καταγόταν από τον Πρασέ), του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου και της
Μεταμόρφωσης του Σωτήρα στη θέση Τ α λ ι ε ρ ά δ ε ς.
Η Μονή Πρέβελη που σήμερα έχει μόνο 7 κατοίκους, από τους οποίους δυο είναι
καλόγεροι, υπάγεται στην κοινότητα Ασωμάτου και λέγεται και Πίσω Μοναστήρι. Απέχει
37χμ. από το Ρέθυμνο. Το ηγουμενείο κτίστηκε στα 1900.
Η μονή σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε από κάποιο Κρητικό από τα
Πρεβελιανά Μονοφατσίου, που αγόρασε την περιοχή από τον αγά της επαρχίας Αλμπάνη.
Αυτός ξανάκτισε στη θέση της παλιάς καταστρεμμένης μονής την καινούρια και έτσι
δόθηκε το όνομά του στη μονή.
Υπάρχει και μια δεύτερη παράδοση που μιλάει για την ίδρυση της μονής. Η μονή
ιδρύθηκε από κάποιον φεουδάρχη που κατοικούσε στην Άρδακτο και τον έλεγαν Πρέβελη.
Στη μονή αφιέρωσε το φέουδό του. Τον ιδρυτή μιμήθηκαν αργότερα κι άλλοι Χριστιανοί
και έτσι η μονή απέκτησε μια τεράστια περιουσία. Στα χρόνια μάλιστα της Τουρκοκρατίας
λειτούργησε σαν κρυφό σχολείο χάρη στις προσωπικές και οικονομικές θυσίες των
καλόγερων, για να μην αλλοιωθεί η Κρητική γλώσσα, στη διάρκεια της ξένης κατοχής.
Στη μονή υπάρχει από το 1769 ασημένιος σταυρός με το τίμιο ξύλο, που λέγεται ότι
μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη. Στις μάχες με τους Τούρκους οι Κρήτες πάντα
έπαιρναν θάρρος απ’ αυτόν το σταυρό. Μάλιστα σε κάποια μάχη στην οποία οι Τούρκοι
υπερτέρησαν και ανάγκασαν τους Κρητικούς να υποχωρήσουν οι τελευταίοι πέταξαν το
σταυρό σ’ ένα θάμνο για να μην πέσει στα τουρκικά χέρια, σε περίπτωση που οι Τούρκοι
θα τους αποδεκάτιζαν. Όμως οι Τούρκοι τον βρήκαν και στη συνέχεια τον πούλησαν στους
Ενετούς. Ενετικά καράβια πλέοντας δίπλα στις νότες ακτές της Κρήτης, έφτασαν έξω από το
μοναστήρι και εκεί το πλοίο σταμάτησε ξαφνικά ενώ υπήρχε ευνοϊκός αέρας. Έπειτα από
τρεις μέρες ακινησίας, οι Ενετοί ανέβηκαν στο μοναστήρι και παρέδωσαν το σταυρό.
Μια άλλη φορά, σύμφωνα πάντα με τις διηγήσεις των κατοίκων, οι Γερμανοί σε
αντίποινα για τη βοήθεια που πρόσφερε η μονή στην αντίσταση πήραν όλη την περιουσία
του μοναστηριού μαζί με το σταυρό, παρά τις προειδοποιήσεις των Ελλήνων να μην τον
πάρουν μαζί τους. Τα αεροπλάνα όμως, στα οποία τον έβαλαν, για να τον μεταφέρουν στη

Γερμανία δεν μπορούσαν να απογειωθούν παρόλο που δεν παρουσίαζαν καμιά μηχανική
βλάβη. Έτσι αναγκάστηκαν να τον επιστρέψουν στη Μονή. Αυτό έγινε στις 13 Σεπτεμβρίου
τη στιγμή ακριβώς που άρχιζε ο εορτασμός του Τιμίου Σταυρού.
Στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας ηγούμενος της Μονής ήταν ο Μελχισεδέκ
Τσουδερός, ο οποίος μυήθηκε στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας και μόλις άναψε η φλόγα
της επανάστασης, μετέβαλε την ιερή μονή σε στρατώνα. Τελικά ο Μελχισεδέκ σκοτώθηκε
σε μια μάχη στο Πολεμάρχι Κισάμου (3 Φεβρουαρίου 1823). Μέχρι την απελευθέρωση της
Κρήτης από τους Τούρκους, πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο των
επαναστατών και οπωσδήποτε αυτή η δραστηριότητα της μονής προκάλεσε την οργή των
Τούρκων, που το Δεκέμβριο του 1823 τη λεηλάτησαν, χωρίς να καταφέρουν όμως να
ανακόψουν την εθνική προσφορά της μέχρι του τέλους του αγώνα.
Σήμερα ζουν στο μοναστήρι ο ηγούμενος Καλλίνικος και ο πατέρας Βασίλειος, που
ήρθε από τη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους στα 1948. Εκείνη την εποχή υπήρχαν στο
μοναστήρι 22 καλόγεροι και βοηθοί, οι οποίοι μετανάστευσαν στις αρχές της δεκαετίας του
1960 στη Γερμανία.

ΑΤΣΙΠΑΔΕΣ
Συνοικισμός της κοινότητας Κοξαρές Αγίου Βασιλείου. Έχει πληθυσμό 120 άτομα και
είναι κτισμένο σε υψόμ. 420μ.
Το όνομα προέρχεται από κάποιο Τούρκο αγά Ατσιπά, λέξη που σημαίνει τον
αναιδή, το άτομο χωρίς τσίπα. Πάντως η λέξη Ατσιπάδες σημαίνει ακόμη τους
μισθοφόρους στρατιώτες και τα φαντάσματα. Η ιστορία του χωριού ξεκινά στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας. Τον καιρό της Κατοχής οι Γερμανοί πήραν απ’ το χωριό επτά αιχμαλώτους
από τους οποίους γλίτωσαν οι δυο.
Στα 1978 έγινε καθίζηση. Νερά από υπόγεια ρεύματα βγήκαν στην επιφάνεια με
αποτέλεσμα να καταστραφούν μερικά σπίτια. Το χωριό έχει κριθεί μη κατοικήσιμο. Οι
περισσότεροι κάτοικοι είναι κτηνοτρόφοι και ελαιοπαραγωγοί.
Στο χωριό υπάρχουν τα ερείπια τούρκικου τζαμιού που οι Έλληνες είχαν μετατρέψει
σε εκκλησία.
Εκκλησίες του χωριού είναι η Αγία Παρασκευή, παλιά εκκλησία δίπλα στην οποία
έχει κτιστεί καινούρια εκκλησία ρυθμού βασιλικής. Ο Άγιος Βασίλειος στο κέντρο του
χωριού. Γι’ αυτήν λένε πως οι Τούρκοι θέλησαν να την κατεδαφίσουν, κάποιος όμως από
αυτούς τυφλώθηκε από ένα χαλίκι με αποτέλεσμα να σταματήσουν. Έχει ανακαινισθεί ο
χαλασμένος θόλος της. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρα στην τοποθεσία Π λ α τ ά ν ι α και η
Αγία Μαρίνα στη Ν ι ά τ σ ι δ ο.

ΑΤΣΙΠΟΠΟΥΛΟ*

«Αχ και να βριχνόμουνε στο Ρέθυμνος μια μέρα.
… Να πάρω τ’ αναβόλεμα και τη μπαλιά ντη στράτα,

να ξεπεθιούν τα πόδια μου και να γοργοσαλεύγουν,
να φτάξω στ’ Ατσιπόπουλο το καπετανοχώρι!»

(Μανόλης Μ. Κουτσουράκης)
Το Ατσιπόπουλο είναι χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 5χμ. από
το Ρέθυμνο και είναι κτισμένο σε υψομ. 160μ. Στο χωριό ζουν σήμερα περίπου 600
κάτοικοι, που είναι προοδευτικοί και καλοσυνάτοι.
Κυριότερα προϊόντα είναι το λάδι, το κρασί, τα χαρούπια και τα βελανίδια για τη
βυρσοδεψία. Οι κάτοικοι ασχολούνται επίσης με την αγγειοπλαστική.
Σχετικά με την προέλευση του ονόματος του υπάρχουν οι εξής Εκδοχές: Σύμφωνα
με την πρώτη, προέρχεται από τις λατινικές λέξεις acer populus, που σημαίνουν τραχύς
λαός. Σύμφωνα με τη δεύτερη, το τοπωνύμιο ανάγεται στην αραβική λέξη χατζίπ, που
πολιτογραφήθηκε στη γλώσσα των Βυζαντινών ατσιπάς, ατζουμπάς και ατσουπάς με τη
σημασία: θυρωρός, σωματοφύλακας, αλλά και επικίνδυνος ταραξίας. Οι ατσιπάδες ήταν
Αιθίοπες μισθοφόροι των Σαρακηνών και αποτελούσαν τον έμπιστο στρατό των εμίρηδων.
Τους χρησιμοποιούσαν παράλληλα και οι Βυζαντινοί άρχοντες στα μέγαρά τους.
Η άποψη ότι οι Ατσιπουλιανοί αποτελούν παιδιά των ατσιπάδων δεν ευσταθεί,
εφόσον οι ατσιπάδες ήταν όλοι ευνουχισμένοι. Ο Δημήτρης Αετουδάκης υποστηρίζει ότι το
Ατσιπόπουλο παράγεται από τις λέξεις Χατζιπ – πόπουλο, που σημαίνουν θυρωρός – λαός.
Πραγματικά το χωριό αποτελούσε ένα ιδιόρρυθμο θυρωρείο για την πόλη του Ρεθύμνου,
καθώς τα σπίτια του, χτισμένα κολλητά το ένα στ’ άλλο, μετατρέπονταν σε ισχυρό κάστρο
σε περιόδους αναταραχών. Οι κάτοικοί του εξάλλου ήταν από τότε υψηλόκορμοι και
μαυριδεροί στην όψη.
Το χωριό υπάρχει τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο, όπως μαρτυρεί το έγγραφο της
διανομής της Κρήτης στα 12 Αρχοντόπουλα του Βυζαντίου. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται,
το 1182, σαν Arcipopulo και Ακτζιπόπουλο και δίνεται φέουδο στους Χορτάτζηδες.
Πολλά σημερινά επίθετα των Ατσιπουλιανών μαρτυρούν τη βυζαντινή καταγωγή
τους, όπως Βερνάδος, Τσίχλης, Λιαντρής, Ροδινός και Γαγάνης, που αποτελούν και τις
παλιότερες οικογένειες του χωριού.
Την περίοδο της Ενετοκρατίας το χωριό αναφέρεται σαν Acipopulo από τον Barozzi
και Acipopulu από τον «Καστροφύλακα».
Ερείπια ενετικών σπιτιών μαρτυρούν την ενετική παρουσία στο χωριό. Η καμινάδα
της Χατζηδοστελιανής και η πόρτα του σπιτιού του Βαγγέλη Ροδινού (Κατημανώλη), με τα
σκαλίσματα και τα κερκέλια και με το νεροχύτη που προεξέχει στο βορεινό τοίχο, σώζονται
από την περίοδο της Ενετοκρατίας. Οι πόρτες στα παλιά σπίτια εξάλλου διατηρούν τον
ενετικό τύπο της καμάρας, καμωμένης από μεγάλες πελεκημένες πέτρες.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας έγιναν πολλές μάχες στην περιοχή του χωριού. Το
1866 το Ατσιπόπουλο καταστράφηκε από τους Τούρκους. Γενικά η τουρκική παρουσία στο
χωριό ήταν ελάχιστη, αν και το χωριό βρισκόταν σε θέση που αποτελούσε πέρασμα. Οι
κάτοικοί του διακρίνονταν για την παλικαριά και την ανδρεία τους. Σε επαναστατικές
περιόδους το Ατσιπόπουλο αποτέλεσε κάστρο απόρθητο και φράγμα προστασίας για τη
δυτική επαρχία.

Ο δρόμος ανάμεσα στο Ατσιπόπουλο και στο Ρέθυμνο περνούσε από μια γέφυρα,
που τη χαλούσαν πότε οι Τούρκοι και πότε οι Χριστιανοί. Την ίδια γέφυρα γκρέμισαν οι
Γερμανοί, όταν υποχωρούσαν προς τα Χανιά. Τώρα υπάρχει βορειότερα νέα γέφυρα.
Σε όλες τις δύσκολες στιγμές της πατρίδας το χωριό ανέδειξε άξιούς πολεμιστές.
Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας, που γι’ αυτό το λόγο
λέγεται Μεσοχωριανή. Ο θρύλος αναφέρει σχετικά: Όταν κάποτε μερικοί βοσκοί από το
Τσιρίγο (Κύθηρα) έβοσκαν τα πρόβατά τους στην περιοχή είδαν από μακριά μια εικόνα. Η
εικόνα βρισκόταν στη θέση της σημερινής εκκλησίας της Παναγίας. Την επόμενη μέρα
όμως η εικόνα εξαφανίστηκε και ξαναβρέθηκε στο αρχικό σημείο. Τότε οι βοσκοί έφτιαξαν
μια πρόχειρη καλύβα με κλαδιά και την άφησαν μέσα. Όταν επέστρεψαν, βρήκαν την
καλύβα καμένη, αλλά την εικόνα ανέπαφη. Αποφάσισαν πλέον να μείνουν σ’ αυτό το
μέρος. Έκτισαν μια πρόχειρη εκκλησία, έβαλαν την εικόνα μέσα και στη συνέχεια έκτισαν
ολόγυρα τα σπίτια τους. Έτσι ιδρύθηκε -σύμφωνα με το θρύλο- το χωριό Ατσιπόπουλο.
Το 1969 κτίστηκε νέα εκκλησία της Παναγίας της Μεσοχωριανής, στη θέση ακριβώς
της παλιάς, από την οποία διατηρείται μόνο η Αγία Τράπεζα. Στην είσοδο του χωριού είναι
χτισμένη η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Σύμφωνα με την παράδοση, εμποδίζει τα
δαιμονικά και τα κακά πνεύματα να περάσουν στο χωριό.
Άλλη εκκλησία είναι του Αγίου Ελευθερίου. Λέγεται ότι έφεραν από το Άγιο Όρος
την Αγία Ζώνη της Παναγίας και τη λιτάνεψαν στο δάσος, για να σωθεί το βελανίδι από τη
μεγάλη μαύρη χνουδωτή κάμπια που το αφάνιζε. Το κακό εξαφανίστηκε και οι χωριανοί,
για να ευχαριστήσουν τη Μεγαλόχαρη, έχτισαν το εκκλησάκι της Αγίας Ζώνης, που σώζεται
μέχρι σήμερα.
Φτωχικά και γραφικά εκκλησάκια, κοντά στο χωριό είναι του Αγίου Ιωάννη του
Χρυσόστομου, του Αγίου Πνεύματος, των Ταξιαρχών, της Ανάληψης και της
Μεταμόρφωσης του Σωτήρα. Μέσα σε σπηλιές εξάλλου βρίσκονται οι μικρές εκκλησίες του
Αγίου Αντωνίου και του Αγίου Νικολάου.
Η πίστη στο Θεό και η αγάπη των Αγίων έσωσαν -σύμφωνα με την παράδοση- το
χωριό από τις βόμβες των Γερμανών το Μάιο του 1941.

ΑΧΛΑΔΕΣ*
Στο βορειοανατολικό τμήμα της επαρχίας Μυλοποτάμου βρίσκεται το χωριό
Αχλαδές. Απέχει 28χμ. ανατολικά του Ρεθύμνου, έχει υψόμ. 60μ. και πληθυσμό 220
κατοίκους. Το χωριό Αχλαδές αποτελείται από τους συνοικισμούς Σ ι ρ ι π ι δ ι α ν ά,
Λ α μ π ε ρ ι α ν ά, από το όνομα του Λαμέρ Αγά, Κ ο ν τ ο μ ε ρ ι α ν ά, από το όνομα του
Κοντέ Αγά, Μ ε τ ό χ ι του Π α π ά, Λ α δ ι α ν ο ύ, Μ ο σ χ ο ν ι α ν ά, Π α π α δ ι α ν ά
Σ ό π α τ α, Σ υ λ ο χ ι α ν ά και Κ υ ν η γ ι α ν ά (ανήκει σε οικογένεια του χωριού
Μαργαρίτες).

Για την προέλευση του ονόματος του χωριού οι κάτοικοι υποστηρίζουν ότι προήλθε
από την έντονη μυρωδιά των ελαιοτριβείων που υπάρχουν στον Αχλαδέ και ότι δεν έχει το
όνομα καμιά σχέση με τις αχλαδιές. Τούτο δεν αληθεύει όταν ξέρουμε ότι το νησί είναι
γεμάτο από φυτωνύμιο με την κατάληξη -ες. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το όνομα προήλθε
από το Αχλαδ-έας.
Το χωριό πρέπει να υπήρχε από πολύ παλιά και πριν από την Τουρκοκρατία χωρίς
αυτό να είναι βέβαιο.
Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Παράγουν, λάδι, σταφίδα,
βερίκοκα, κίτρα και χαρούπια.
Στο χωριό υπάρχει ένα πηγάδι με «ταξιδιάρικο» νερό , το οποίο χάνεται το χειμώνα
και παρουσιάζεται την άνοιξη, σύμφωνα με τις διηγήσεις των κατοίκων. Αρχαιολόγοι που
εξέτασαν το πηγάδι είπαν πως συγκοινωνεί με τη θάλασσα και όταν γίνεται παλίρροια
παρουσιάζεται το φαινόμενο αυτό.
Στη θέση Γ ρ ί β ι λ α υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου. Λέγεται ότι κάποτε
οι Αχλαδιώτες, που έπεσε μια αρρώστια στο χωριό, έλιωσαν τα χρυσαφικά τους και τα
έκρυψαν σε μια στέρνα για να μην τους τα πάρουν οι Τούρκοι άμα πεθάνουν. Με τα
χρυσαφικά που έλιωσαν έφτιαξαν μια γουρούνα με 12 γουρουνάκια. Τη γουρούνα με τα
γουρουνάκια που είναι σε φυσικό μέγεθος λέγεται ότι τα έχουν δέσει με μάγια και όποιος
τα βρει θα πεθάνει. Επίσης στα Γρίβιλα πιστεύεται ότι κάτω από το σημερινό οικισμό
υπάρχει μινωικός συνοικισμός χωρίς να έχουν γίνει ανασκαφές. Εκτός από την εκκλησία
του Αγίου Φανουρίου, υπάρχει και η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής με τέμπλο σκαλιστό
και πολύ σπάνιες εικόνες.

ΒΑΘΕΙΑΚΟ
Μικρός οικισμός της επαρχίας Αμαρίου. Υπάγεται στην κοινότητα της Νίθαυρης. Στο
Βαθειακό μένουν 25 περίπου άτομα. Έχει υψομ. 460μ. και απέχει 56χμ. από το Ρέθυμνο.
Το Βαθειακό ήταν ένα από τα 13 χωριά της Α μ π α δ ι ά ς, το πολυανθρωπότερο και
το σπουδαιότερο κέντρο των Τούρκων τρομοκρατών. Ο «Καστροφύλακας» αναφέρει ότι το
1583, είχε 169 κατοίκους. Το 1881 είχε 46 Τούρκους κατοίκους.
Το 1821 οι επαναστάτες Κουρμούλης, Μελιδόνης, Τσουδερός κ.α. σκότωσαν όλους
τους Τούρκους που είχαν οχυρωθεί στο χωριό με αρχηγό τον Ντελή Μουσταφά. Τον ίδιο
τον Ντελή Μουσταφά τον συνέλαβαν και τον αποκεφάλισαν για τα εγκλήματα, που είχε
κάνει στο χωριό Κοξαρέ.
Το 1822 ο Μελιδόνης σκότωσε εδώ 18 Τούρκους. Μια άλλη φορά με 80
συμπολεμιστές του σκότωσε τους φρουρούς των αποθηκών και μπήκαν στις αποθήκες απ’
όπου πήραν τρόφιμα και πολεμοφόδια. Για την πράξη του αυτή τον σκότωσε ο Ρ.
Βουρδουμπάς.
Το 1922 με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι τούρκοι έφυγαν από τον οικισμό, ο
οποίος αμέσως μετά κατοικήθηκε από Έλληνες κατοίκους του χωριού Ν ί θ α υ ρ η ς. Γι’
αυτό το λόγο, ενώ είναι μακριά από το χωριό -απέχει 4χμ.- και κοντά στο Α π ο δ ο ύ λ ο υ,
ανήκει στην κοινότητα Νίθαυρης.
Στον οικισμό ανήκουν οι εκκλησίες: ο άγιος Γεώργιος ο Διασορίτης, βυζαντινή με
τοιχογραφίες 12 ου και 13 ου αιώνα, ο Άγιος Νικόλαος, ρυθμού βασιλικής. Βρίσκεται στο
νεκροταφείο και έχει ανακαινιστεί. Τέλος ο Άγιος Στέφανος, πολύ παλιά εκκλησία,
ερειπωμένη, βρίσκεται έξω από τον οικισμό.

ΒΑΤΟΣ
Μετόχι που ανήκει στο χωριό Άρδακτος της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του νομού
Ρεθύμνου. Βρίσκεται σε υψόμ. 620μ. και έχει 60 κατοίκους.

ΒΕΔΕΡΟΙ
Είναι οικισμός της κοινότητας Πρινέ, της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται σε
υψόμ. 200μ.. και έχει 25 κατοίκους.
Η ονομασία του προέρχεται από το όνομα κάποιου βασιλιά ή άρχοντα με το όνομα
Μπερδέρη, που με παραφθορά έγινε Βεδέροι. Έχει μια εκκλησία, τον Άγιο Ιωάννη.

ΒΕΝΙ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ*
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται 44χμ. ανατολικά του Ρεθύμνου, σε
υψόμ. 340μ., στους πρόποδες σχεδόν του Ψηλορείτη και έχει σήμερα περίπου 400
κατοίκους.
Στο χωριό Βένι υπάγεται και ο οικισμός Κ α τ ε ρ ι α ν ά, καθώς και η Μονή Δισκούρι.
Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία. Παράγουν λάδι, σταφίδα και οπωροκηπευτικά.
Βρίσκεται στη θέση της αρχαίας πόλης Β ή ν η ς, της οποίας διατηρεί και το όνομα, λίγο
αλλαγμένο βέβαια.
Το χωριό κτίστηκε πριν από την εποχή της βασιλείας του Ετέαρχου στην Αξό.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Βαρότσηδες, Κασαπάκηδες, Φραγκιουδάκηδες,
Σφακιανάκηδες (από τα Σφακιά), Μυρθιάνηδες (από το Μύρθιο), Ρουμπάκηδες και
Βαμβουκαίοι.
Η οικογένεια του Βάμβουκα είναι η πιο παλιά του χωριού. Ήρθε από την
Κωνσταντινούπολη, το 961, μαζί με τα στρατεύματα του Νικηφόρου Φωκά. Το πραγματικό
τους όνομα ήταν Ψαρομηλίγγος. Επειδή οι κάτοικοι πολεμούσαν γενναία τους Τούρκους, ο
αυτοκράτορας είχε δώσε εντολή ενδογαμίας, για να αποφευχθεί η υποβάθμιση της ράτσας
από γάμους με τους κατοίκους των γύρω περιοχών.
Το χωριό δεν κατοικήθηκε ποτέ από τους Τούρκους. Έμενε μόνο ένας αγάς κοντά
στο μύλο, που σώζεται ακόμα και σήμερα. Στα 1866 λέγεται ότι κάποιος Κασαπάκης
πολέμησε στο Αρκάδι.
Στη Μάχη της Κρήτης πήραν μέρος αρκετοί κάτοικοι.

ΒΕΡΓΙΑΝΑ
Οικισμός της κοινότητας Μαργαριτών Μυλοποτάμου. Βρίσκεται σε υψομ. 250μ. και
έχει 40 κατοίκους. Το όνομα του οικισμού προέρχεται από το όνομα της πρώτης
οικογένειας που κατοίκησε εδώ, του Βεργάκηδες. Έχει μια εκκλησία την Αγία Βαρβάρα.

ΒΙΛΑΝΔΡΕΔΩ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται 35χμ. νοτιοδυτικά από το
Ρέθυμνο κι έχει σήμερα 255 κατοίκους. Είναι χτισμένο στους πρόποδες του Κρυονερίτη, σε
υψόμ 380μ. Το χωριό παράγει λάδι, κτηνοτροφικά προϊόντα κι ελάχιστα δημητριακά.
Στην κοινότητα υπάγονται οι οικισμοί: Ρ ο υ μ π ά δ ο, Α λ ώ ν ε ς και Α ρ ο λ ί θ ι.
Σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε παλιά στο χωριό κάποιος που είχε μια βίλα και
ονομαζόταν Ανδρέδος. Έτσι λοιπόν το χωριό ονομάστηκε Βιλανδρέδω, δηλαδή η βίλα του
Ανδρέδου (και πληθυντικός: Βιλανδρέδω). Το όνομά του έχει προφανώς ενετική
προέλευση και η ίδρυσή του ανάγεται στα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας. Μέχρι
σήμερα σώζονται στο χωρίο ενετικά κτίσματα.

Οι κάτοικοί του είναι ευγενικοί και φιλόξενοι. Είναι άποικοι από τα γύρω χωριά. Το
χωριό δεν κατοικήθηκε από Τούρκους, οι οποίοι όμως έκαναν εναντίον του μερικές
επιθέσεις.
Οι παλιότερες οικογένειες είναι: οι Λουκογιωργάκηδες, οι Φουσταλιεράκηδες, οι
Δασκαλάκηδες, οι Φιλιππάκηδες, οι Μανουκαράκηδες κ.α.
Στην τοποθεσία Α ρ τ ι κ ι ά βρίσκεται σπήλαιο με σταλακτίτες.
Στο Βιλανδρέδω υπάρχει η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που κατά την
παράδοση είναι παλιά, ίσως βυζαντινή. Οι κάτοικοι ισχυρίζονται ότι ο ναός αυτός ίσως
είναι σύγχρονος με την Παναγία Μυριοκεφάλων του 11 ου αιώνα.

ΒΙΡΑΝ ΕΠΙΣΚΟΠΗ
Το όνομα του χωριού μάλλον προέρχεται από τη λατινική λέξη vir, που σημαίνει
δυνατός. Μια άλλη εκδοχή αναφέρει ότι προέρχεται από την τούρκικη λέξη βερανέξ, που
σημαίνει ανοίγω. Κατά το Στ. Σπανάκη, η ονομασία του χωριού προήλθε από την περσική
λέξη βιράν, που σημαίνει καταστρεμμένος, δηλ. ερειπωμένη, έρημη επισκοπή.
Το χωριό ιδρύθηκε το 1920. Ιδρυτής ο Αντώνιος Πολιτάκης. Πρώτος έκτισε μια
παράγκα και αργότερα δημιουργήθηκε το χωριό.
Ο Αντώνης Πολιτάκης εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1942.
Μπαίνοντας στο χωριό υπάρχει μαρμάρινη επιγραφή που αναφέρει τον ιδρυτή του
χωριού Πολιτάκη Αντώνη.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι Παπαδάκηδες και οι Αντωνογιωργάκηδες.
Επί Τουρκοκρατίας, το χωριό ήταν περιφραγμένο με τείχος, που είχε δυο πόρτες
που κλείδωναν. Όταν έφυγαν οι Τούρκοι, το 1922, οι κάτοικοι γκρέμισαν τα τείχη και έτσι
το χωριό απέκτησε την προηγούμενη μορφή του.
Η επισκοπική εκκλησία ίσως να βρισκόταν στα σημερινά ερείπια της Αγίας Ειρήνης
ή στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, λίγο πιο έξω από το χωριό.
Η Βιράν Επισκοπή αποτελούσε μαζί με την Επισκοπή του Αυλοποτάμου, τις δυο
επισκοπές του Μυλοποτάμου. Η Βιράν επισκοπή ήταν έδρα της επισκοπής Α(γ)ρίου και η
Επισκοπή Αυλοποτάμου είχε έδρα την Επισκοπή.

ΒΙΣΤΑΓΗ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται 38χμ. νοτιοανατολικά του
Ρεθύμνου σε υψόμ. 540μ. Είναι κτισμένο στα ανατολικά της επαρχίας Αμαρίου στους
πρόποδες του Ψηλορείτη. Στο χωριό της Βισταγής ανήκει και η Σχολή Ασωμάτων,
παλιότερα λεγόταν Μονή Ασωμάτων.
Η Βισταγή παλιά λεγόταν Μ π ι σ τ ά ι, που σημαίνει εμπιστοσύνη. Το ονόμασαν
έτσι γιατί ανάμεσα στους κατοίκους υπήρχε μεγάλη εμπιστοσύνη. Με τον καιρό το όνομα
του χωριού έγινε Βισταγή. Μια άλλη εκδοχή σύμφωνα πάντα με τις διηγήσεις των κατοίκων
είναι ότι το χωριό πήρε το όνομά του από τον μπιστικό ενός βοσκού (μπιστικός είναι το

έμπιστο παιδί του βοσκού που φυλάει τα πρόβατα) που βρήκε την πηγή που από τότε
ποτίζει το χωριό. Έτσι τιμητικά έδωσαν στο χωριό το όνομά του.
Το αρχικό χωριό πρέπει να υπήρχε επί βυζαντινής εποχής και αυτό λόγω των
παλιών εκκλησιών που υπάρχουν. Μάλιστα το χωριό πρώτα ήταν στη σημερινή θέση Ξ ε ρ
ο χ ώ ρ ι -όπου ζούσαν οι βοσκοί- και όταν ένας βοσκός ανακάλυψε τυχαία μια μέρα την
πηγή, μεταφέρθηκαν όλοι στη νέα θέση μια και ήταν περισσότερο κατάλληλη για τη
διαβίωσή τους. Πολύ πιθανόν το χωριό να υπήρχε από τα μινωικά χρόνια -ίσως και πιο
νωρίς- γιατί συνεχώς βρίσκονται διάφορα ευρήματα, όπως βύσαλα -πήλινα αγγεία, ερείπια
από τείχη- που ανάγονται σε κείνους τους χρόνους.
Οι κάτοικοί του είναι γνήσιοι Κρητικοί. Παλιότερες οικογένειες είναι οι
Σκουλούδηδες, οι Κουρμούληδες, οι Λαγουβάρδοι, οι Φραγκάκηδες, οι Γεωργουλάκηδες,
οι Φουρτένηδες, οι Τσαγρίδες κ.α.
Στη Βισταγή έχουν βρεθεί ερείπια ενετικού πύργου, που είχε και ένα οικόσημο-
θυρεό,- το οποίο όμως το έχουν αφαιρέσει. Πάνω από το χωριό στην κορυφή της Μαύρης
υπάρχει μια μεγάλη σπηλιά ανεξερεύνητη, και μάλλον μεγάλου βάθους.
Μεταξύ των κατοίκων του χωριού διασώζεται και ο εξής μύθος. Κάποτε ένας βοσκός
την ώρα που πέρναγε με τα πρόβατά του από τη θέση Μ ι χ ε λ ή – Π ρ ί ν ο ς, συνέβαινε
κάτι περίεργο: έχανε κάθε φορά από ένα πρόβατο. Παραξενεύτηκε και έτσι όταν
ξαναπέρασε από κει παραφύλαξε να δει τι συμβαίνει. Είδε ξαφνικά ένα μεγάλο θεριό -σαν
σαύρα- που εκείνη την ώρα καταβρόχθιζε ένα πρόβατο. Τότε το πυροβόλησε και το θεριό
έπεσε κάτω σφαδάζοντας. Την ώρα λοιπόν εκείνη όρμησε το σκυλί του βοσκού εναντίον
του, με αποτέλεσμα να ψοφήσει το σκυλί και μετά από λίγο και το θεριό. Όμως το θεριό
παρ’ ότι πεθαμένο συνέχιζε να προξενεί κακό. Ο βοσκός ένωσε άσχημα, και έπεσε στη γη.
Όταν μετά από λίγο τον βρήκαν οι συγχωριανοί του τον έβαλαν πάνω σ’ ένα ζώο για να τον
μεταφέρουν στο σπίτι του. Στο δρόμο όμως πέθανε ο βοσκός, ψόφησε όμως και το ζώο
που τον μετέφερε. Στο μέρος που σκοτώθηκε το θεριό, όπως λέγεται, δεν έχει φυτρώσει
τίποτε από τότε.
Οι Βισταγιανοί όπως και κάθε Κρητικός πατριώτης πήραν μέρος σε κάθε εξέγερση
όταν τους καλούσε η πατρίδα τους. Στο ολοκαύτωμα του Αρκαδίου σκοτώθηκαν αρκετοί
και μάλιστα μεταξύ αυτών και δυο αδέλφια, οι μοναχοί Σκουλούδηδες. Από το χωριό της
Βισταγής καταγόταν επίσης και ο καπετάν Αντώνης Πάτερος που είχε συγκροτήσει δικό του
σώμα στην Επανάσταση του 1821. Σκοτώθηκε σε μια μάχη στον Κ α λ λ ι κ ρ ά τ η, μαζί με
κάποιον Αρχονταντώνη.
Η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου αποτελεί το μητροπολιτικό ναό του χωριού.
Είναι μάλιστα διμάρτυρη με τον Άγιο Χαράλαμπο. Λέγεται ότι για το κτίσιμό της, οι Τούρκοι
έδωσαν διαταγή να τη κτίσουν μέσα σε 91 μέρες, αλλιώς θα γινόταν τζαμί. Έτσι βοήθησαν
όλοι οι χωριανοί να τελειώσει η εκκλησία μέσα στα χρονικά όρια που είχαν βάλει οι
Τούρκοι. Όταν μάλιστα πλησίαζαν οι μέρες και έπρεπε και η εκκλησία να τελειώνει,
κάποιος έπεσε από κάποια σκαλωσιά και σκοτώθηκε. Τότε για να μην καθυστερήσουν τις
εργασίες και το αντιληφθούν οι Τούρκοι, έθαψαν το πτώμα μέσα στο ναό. Έτσι χωρίς

καθυστέρηση μπόρεσαν και τελείωσαν την εκκλησία, η οποία βέβαια έμεινε στους
Χριστιανούς.
Άλλη παλιά εκκλησία, είναι του Σωτήρα Χριστού. Έχει μάλιστα στο εικονοστάσι της
τους τέσσερις μάρτυρες. Λέγεται ότι το έκτισαν για να μην μπαίνουν στο χωριό τα κακά
πνεύματα. Στη βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, διακοσμημένη με τοιχογραφίες,
και στην εκκλησία της Παναγίας έχουν βρεθεί πάνω από την πόρτα, εντοιχισμένα μικρά
στρογγυλά πιατάκια, με ψηφιδωτά σχήματα, που θεωρούνται μάλλον οικόσημα
Βυζαντινών αρχόντων.
Υπάρχουν επίσης και τα ξωκλήσια του Αγίου Αντωνίου, που αποτελεί και την
εκκλησία του νεκροταφείου, του Αγίου Γεωργίου στην τοποθεσία Β ο ρ ν ο ύ, της Αγίας
Βαρβάρας και της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα.
Στη μονή Ασωμάτων λέγεται ότι έγινε και το παρακάτω περιστατικό επί
Τουρκοκρατίας: Οι γενίτσαροι σε μια επιδρομή τους μάζεψαν όλες τις γυναίκες της
επαρχίας με τα μωρά στις αγκαλιές τους, τις κατέβασαν σ’ ένα αλώνι της μονής και με τα
άλογα τις ποδοπάτησαν και τις άλεθαν με τις πέτρες. Οι θρήνοι και οι κλαυθμοί τους
ακούγονταν σε πολύ μεγάλη ακτίνα.

ΒΛΥΧΑΔΑ
Οικισμός της κοινότητας Μελιδονίου Μυλοποτάμου. Χωρίζεται σε Κάτω και Πάνω
Βλυχάδα και κατοικείται μόνο από έναν κάτοικο. Είναι κτισμένος σε υψόμ. 50μ. Το όνομά
του ίσως να το οφείλει στην ύπαρξη γλυκού νερού, βλυχό, όπως λέγεται στην τοπική
διάλεκτο.
Στον οικισμό υπάρχει η Μονή του Αγίου Ιωάννου που ανήκει στο μοναστήρι του
Μπαλί. Επίσης υπάρχουν και οι εκκλησίες Παναγίας, Αγίας Τριάδας και Αγίου Νικολάου.

ΒΟΛΙΩΝΕΣ ή ΒΩΛΙΩΝΕΣ*
Χωριό στο βόρειο μέρος της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται νοτιοανατολικά του
Ρεθύμνου και σε απόσταση 24χμ. από αυτό, στη δυτική πλευρά του υψώματος Βένη. Έχει
υψόμ 252μ. και 210 κατοίκους, που ασχολούνται με τη γεωργία (λάδι, κηπευτικά, πολλά
φρούτα, κυρίως αχλάδια) και την κτηνοτροφία.
Είναι κτισμένο σε βαλτώδες μέρος, όπου φυτρώνουν πάρα πολλά λουλούδια
διαφόρων ειδών, που στην περιοχή τα λένε βιόλες. Από τα λουλούδια αυτά πήρε το χωριό
την ονομασία Βολιώνες.
Η γραφή Βωλιώνες με ω δικαιολογείται από το ότι το χώμα στην περιοχή ήταν
δύσκολο να καλλιεργηθεί, γιατί αποτελούνταν από μεγάλους βώλους.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας το χωριό ήταν Τουρκοχώρι. Δε γνωρίζουμε ποιοι ήταν
οι κάτοικοί του πριν από τους Τούρκους. Προφανώς όμως πρέπει να ήταν Χριστιανοί,
εφόσον εκεί βρέθηκαν βυζαντινές εκκλησίες του 8 ου αιώνα, γεγονός που οδηγεί στο
συμπέρασμα ότι κατοικήθηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο.

Οι Έλληνες κατοίκησαν στο χωριό μετά το 1900. Οι πρώτοι δε κάτοικοι απ’ αυτούς
ήρθαν από τα γύρω χωριά Φουρφουρά, Άνω Μέρος, Οψιγιά, Όρος Ρεθύμνης, Πλατάνια,
Παντάνασσα, όλα της επαρχίας Αμαρίου και από το χωριό Ακούμια της επαρχίας Αγίου
Βασιλείου. Τα κτήματά τους τα αγόρασαν από τους Τούρκους κατοίκους. Το 1922 με την
ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθαν στο χωριό πολλοί Μικρασιάτες πρόσφυγες. Οι
τελευταίοι δε Τούρκοι κάτοικοι έφυγαν το 1924.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι Κεχαγιαδάκηδες, οι
Καραγιαννάκηδες, οι Ανδρουλάκηδες, οι Σταυρουλάκηδες, οι Μανιαδάκηδες και οι
Σαρμάνηδες.
Στην περιοχή των Βολιώνων ανακαλύφθηκαν δύο υστερομινωικοί τάφοι. Όπως μας
είπε ο Δημήτρης Ιερωνυμάκης βρήκε όστρακα και τα παρέδωσε στον Πάνο Μοσχάκη που
ζει στον Πειραιά και έχει ιδιωτικό ναυτικό μουσείο. Σύμφωνα με τη γνώμη του Μοσχάκη
αλλά και γεωλόγων που εξέτασαν τα όστρακα είναι ηλικίας 39 εκατομμυρίων χρόνων. Ας
σημειωθεί ότι στην περιοχή του χωριού υπάρχει ακόμη μεγάλη ποσότητα θαλασσινής
άμμου καθώς και απολιθωμένοι σκελετοί θαλάσσιων ζώων, όπως και στο βουνό Βένη,
γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το βουνό ήταν νησί και κει που είναι σήμερα
το χωριό ήταν θάλασσα.
Στην περιοχή του χωριού υπάρχει ένα φαράγγι, καθώς επίσης και το λεγόμενο
Μαύρο Σπήλαιο χωρίς όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η παράδοση αναφέρει ότι πριν από 60 χρόνια περίπου είχε πέσει στο χωριό μια
θανατηφόρα αρρώστια, από την οποία πέθαναν πολλά παιδιά. Στις 6 Σεπτέμβρη έγινε
παράκληση από τους κατοίκους στο Μιχαήλ Αρχιστράτηγο και από τότε δεν πέθανε πλέον
κανένα παιδί απ’ αυτήν την αρρώστια. Έτσι από κείνη την εποχή καθιερώθηκε η 6 η
Σεπτέμβρη σαν μέρα γιορτής του Αρχιστράτηγου. Το όνομά του προέρχεται από
παραφθορά των λέξεων Άγιος Ευστράτιος.
Οι εκκλησίες που υπάρχουν στο χωριό ανήκουν στη βυζαντινή εποχή και είναι ο
Μιχαήλ Αρχάγγελος (Ευστράτιος), 900 περίπου χρόνων με τοιχογραφίες. Είναι η εκκλησία
του νεκροταφείου. Επίσης η Μεταμόρφωση του Σωτήρα, πολύ παλιά με τοιχογραφίες, που
αναστηλώθηκε το 1983. Ο Άγιος Κωνσταντίνος παλιό ξωκλήσι, η Αγία Παρασκευή, παλιά
δίπλα στην οποία ξανακτίστηκε καινούρια, ο Άγιος Ονούφριος, η Αγία Φωτεινή
ερειπωμένη, ο Άγιος Παύλος μέσα σε σπηλιά, η Παναγία Ελεούσα παλιά έξω από το χωριό
και η Παναγία στο Μεσοχώρι της οποίας αναστηλώθηκε ένα μέρος.

ΒΡΥΣΕΣ ΑΚΟΥΜΙΩΝ
Ο οικισμός Βρύσες βρίσκεται σε υψόμ. 420μ., σε περιοχή με πλούσια βλάστηση
στους βόρειους πρόποδες του υψώματος Σιντέρωτος (υψόμ. 1.179μ.) σε μικρή απόσταση
από τα Ακούμια και 41 χμ. από το Ρέθυμνο με 200 κατοίκους.
Αναφέρεται σε απογραφή της Ενετοκρατίας, περίοδο από την οποία σώζεται και
ένας ενετικός πύργος στο κέντρο του χωριού. Δίπλα του βρίσκεται άλλος ένας μικρότερος
που φαίνεται πως είναι της ίδιας κατασκευής.

Το 1868, το μήνα Δεκέμβριο, έγινε μια πολύνεκρη μάχη κοντά στο Βρυσανό ποταμό
όπου σκοτώθηκαν 200 επαναστάτες του Πετροπουλάκη.
Το όνομά του, σύμφωνα με τις απόψεις των κατοίκων του, το πήρε από τα πολλά
νερά που υπάρχουν στον οικισμό. Ακόμη, πολλές είναι και οι πηγές απ’ όπου αντλούνται τα
νερά αυτά.
Ο οικισμός Βρύσες έχει και τρεις εκκλησίες: του Αγίου Στεφάνου, του Αγίου
Γεωργίου και της Παναγίας, η οποία έχει σκαλιστό μαρμάρινο τέμπλο.

ΒΡΥΣΕΣ ΑΜΑΡΙΟΥ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται σε απόσταση 45χμ. από το
Ρέθυμνο και έχει υψόμ. 630μ. Σήμερα κατοικείται από 180 κατοίκους.
Στο χωριό υπάρχουν πολλές πηγές και γι’ αυτό ονομάστηκε Βρύσες. Σύμφωνα με
μια εκδοχή στα παλιά χρόνια ολόκληρο το λεκανοπέδιο ήταν μια λίμνη, η οποία έσπασε σε
κάποιο σημείο της, τα νερά έφυγαν και έτσι δημιουργήθηκαν πολλές πηγές και το φαράγγι
της Καλαμαύκας που έχει μήκος 100μ. και πλάτος 20μ. Το ποτάμι που περνά από το
φαράγγι λέγεται Λιγιώτης και καταλήγει στην Αγία Γαλήνη.
Το χωριό είναι κτισμένο στους πρόποδες του βουνού Κέντρος. Είναι καταπράσινο
και έχει πολλά πλατάνια. Σ’ αυτό βοηθούν πολύ τα τρεχούμενα νερά του που είναι
άφθονα.
Δε γνωρίζουμε ποτέ ακριβώς κτίστηκε. Αρχικά υπήρχαν ο δήμος Σ μ ι λ έ ς και άλλο
ένα χωριό που λεγόταν Ε λ λ η ν ι κ ό. Σε μια εκκλησία των Σμιλιών, που είναι σήμερα
ερειπωμένη, υπάρχουν πολύ παλιές αγιογραφίες, πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε χωριό
από πολύ παλιά. Οι κάτοικοι από τις Σμιλιές έκτισαν το χωριό Βρύσες, το οποίο στην εποχή
της Τουρκοκρατίας κατοικούνταν από Τούρκους αγάδες. Αυτό συμπεραίνεται από το
γεγονός ότι στο χωριό υπάρχει τζαμί και σπίτια τούρκικα.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι Φουντεδάκηδες, οι Χανιωτάκηδες και
οι Γιαννουλάκηδες.
Στο χωριό το 1940-1944 υπήρχε οργανωμένη αντίσταση, στην οποία πήραν μέρος
πολλοί κάτοικοί του. Στη διάρκεια της Κατοχής οι άνδρες του χωριού έμεναν στα κοντινά
βουνά απ’ όπου κατέβηκαν στο χωριό, τον Αύγουστο του 1944, όταν μαθεύτηκε η
οπισθοχώρηση των Γερμανών. Όμως αιφνιδιάστηκαν από την απρόοπτη παρουσία των
Γερμανών κατακτητών που βρίσκονταν ακόμα εκεί, οι οποίοι στις 22 Αυγούστου 1944,
αφού τους συγκέντρωσαν, τους εκτέλεσαν. Στη συνέχεια άρπαξαν ό,τι αξιόλογο βρήκαν και
κατέστρεψαν τελείως το χωριό, που μετά τον πόλεμο το ανοικοδόμησαν οι επιζώντες
κάτοικοί του. Τα γυναικόπαιδα με αυστηρή φρουρά οδηγήθηκαν προς το Ρέθυμνο. Στο
δρόμο όμως τα άφησαν στα χωριά Μ έ ρ ω ν α και Α π ο σ τ ό λ ο υ ς.
Αιτία της παραπάνω καταστροφής ήταν η απαγωγή του Γερμανού στρατηγού
Κράιπε, τον οποίο πέρασαν από τα χωριά Ά ν ω Μ έ ρ ο ς, Β ρ ύ σ ε ς, Γ ε ρ α κ ά ρ ι, Κ ρ ύ α
Β ρ ύ σ η και Ρ ο δ ά κ ι ν ο.

Ανάμεσα στο συνοικισμό Κ α ρ δ ά κ ι και στο χωριό υπάρχει ένας πανύψηλος
βράχος, που ονομάζεται Πρασοχάρακας. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας λένε ότι από την
κορυφή του φαινόταν το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.
Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση πάντα, ένας Έλληνας και ένας Τούρκος
λογομαχούσαν. Ο Τούρκος υποστήριζε ότι αν πέσει ο Πρασοχάρακας, πράγμα που το
θεωρούσε απίθανο, τότε θα ελευθερωθεί η Κρήτη. Όμως αυτό συνέβη εξαιτίας ενός
κεραυνού, τότε που ελευθερώθηκε η Κρήτη. Τα συντρίμμια του φαίνονται ακόμα και
σήμερα.
Στη θέση Μ ο υ γ δ ά ν α υπάρχει ένας πλάτανος, όπου οι οπλαρχηγοί της Κρήτης
έκαναν τις συγκεντρώσεις τους. Κατά την παράδοση, αν κοπεί αυτός ο πλάτανος θα χαθεί
το χωριό.
Επίσης στο χωριό υπάρχει μια πηγή που ονομάζεται Ξερόβρυση. Αυτή έχει νερό
μόνο το χειμώνα. Πολλές φορές παρατηρήθηκε το εξής παράξενο φαινόμενο: Σε περίοδο
ξηρασίας έτρεχε νερό, μόλις ο καιρός συννέφιαζε, προτού βρέξει.
Στην κοινότητα Βρυσών υπάγονται τα μετόχια Κ α ρ δ ά ρ ι και Σ μ ι λ έ ς.
Το χωριό έχει δύο εκκλησίες. Την Παναγία που κτίστηκε την εποχή της
Ενετοκρατίας, αλλά γκρεμίστηκε επί Γερμανικής Κατοχής. Τώρα εκεί υπάρχει εικονοστάσι.
Και τον Άγιο Γεώργιο που άρχισε να κτίζεται το 1910 και περατώθηκε το 1961. Την εκκλησία
έκτισε μια καλόγρια, η Μαρία Προσκυνητή που όταν πέθανε, θάφτηκε έξω απ’ αυτήν.

ΒΡΥΣΗ
Οικισμός της κοινότητας Λιβάδια. Βρίσκεται σε υψόμ. 500 περίπου μ. και ζουν εδώ
10-12 οικογένειες.
Λέγεται Βρύση, γιατί εδώ είναι η πηγή που έπαιρνε νερό όλο το χωριό πριν από λίγα
χρόνια. Εδώ βρίσκεται και η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

ΒΥΖΑΡΙ ή ΒΙΖΑΡΙ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται στο κέντρο της επαρχίας,
42χμ. νοτιοδυτικά του Ρεθύμνου. Αποτελεί κοινότητα με 202 κατοίκους και βρίσκεται σε
υψόμ. 360μ. Κύριο προϊόν της περιοχής είναι το λάδι και σε μικρότερες ποσότητες τα
σιτηρά, το κρασί και τα κτηνοτροφικά.
Η ονομασία του χωριού, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, προήλθε από το «βυζί του
Άρεως». Η λέξη βυζί δικαιολογείται από το γεγονός ότι το Βυζάρι ήταν το κέντρο της
επαρχίας και η λέξη Άρεως από το γεγονός ότι οι Βυζαρινοί ήταν πολεμιστές. Άλλοι όμως
υποστηρίζουν ότι η λέξη Βυζάρι παράγεται από τη λατινική λέξη visum, που σημαίνει
ωραία θέα.
Φαίνεται ότι κατά τη Β΄ βυζαντινή περίοδο το χωριό ήταν φέουδο της οικογένειας
των Βλαστών. Επί Ενετοκρατίας αναφέρεται από τον «Καστροφύλακα» με 130 κατοίκους.

Τότε πρέπει να ήταν σπουδαίο χωριό, όπως δείχνουν στην πρόσοψη του μεγάρου τα
υπολείμματα του Palazzo dei Saonazzi και το ηλιακό ρολόι στην πρόσοψη του μεγάρου,
όπου σημειώνονται με λατινικά στοιχεία οι ώρες.
Από όστρακα ρωμαϊκών χρόνων που βρέθηκαν στα νότια του χωριού,
συμπεραίνεται ότι στην περιοχή υπήρξε σπουδαίος οικισμός στην αρχαιότητα.
Το χωριό Φ ο υ ρ φ ο υ ρ ά ς λένε ότι οφείλει την ίδρυσή του στους Βυζαρινούς
βοσκούς που ανέβαιναν στον Ψηλορείτη. Η απόσταση από κει μέχρι το Βυζάρι ήταν
μεγάλη, γι’ αυτό αναγκάζονταν να κάνουν μια στάση ενδιάμεσα. Έτσι σ’ ένα συγκεκριμένο
μέρος έφτιαχναν καλύβες και σιγά σιγά δημιουργήθηκε ο Φουρφουράς.
Στις παλιότερες οικογένειες του χωριού ανήκουν οι Βλαστοί, οι Φραγκάκηδες, οι
Παντελάκηδες, οι Σιλιγάρδοι, οι Βυδάκηδες και οι Σταυρουλάκηδες που ήρθαν από τη
Σύρο.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας στο Βυζάρι δεν κατοίκησαν ποτέ Τούρκοι, γιατί
σύμφωνα με την παράδοση πίστευαν ότι θα τους έδερνε τη νύχτα ο Άγιος Νικόλαος μ’ ένα
μαστίγιο (κριμπάτσι).
Παρ’ όλα αυτά όμως και οι κάτοικοι του Βυζαρίου γνώρισαν τη βαρβαρότητα των
γενίτσαρων, εξαιτίας ενός περιστατικού, το οποίο περιγράφει ο Γ. Ανδρεδάκης στο βιβλίο
του «Ιστορικά σημειώματα» και έχει ως εξής: «Οι γενίτσαροι σκότωσαν τον Τζίτζεβρο,
κάτοικο του χωριού και μετά πήγαν στο σπίτι για να πάρουν τη γυναίκα του, η οποία όμως
μόλις τους αντιλήφθηκε, αφού έκλεισε την πόρτα του σπιτιού, άρχισε να πυροβολεί και
τραυμάτισε δυο απ’ αυτούς. Οι γενίτσαροι εξοργίστηκαν πολύ και μια μέρα για εκδίκηση
έβαλαν φωτιά στο σπίτι της και την έκαψαν με τα δυο της παιδιά».
Στη Γερμανική Κατοχή, οι Γερμανοί είχαν φυλάκιο στο χωριό και υποχρέωναν τους
κατοίκους του σε αγγαρείες. Τον Κωνσταντίνο Βιδάκη, που δεν πειθάρχησε στις εντολές
τους, τον σκότωσαν. Όμως και οι υπόλοιποι κάτοικοι, ο καθένας με τον τρόπο του, πήραν
μέρος στην αντίσταση κατά των Γερμανών.
Το Βυζάρι πριν τη Γερμανική Κατοχή βρισκόταν σε ακμή. Το 1929 ήταν έδρα πέντε
γιατρών που εξασκούσαν το επάγγελμα του φαρμακοποιού, στα τρία φαρμακεία που
υπήρχαν. Δυστυχώς όμως σήμερα το χωριό βρίσκεται σε παρακμή και κατοικείται μόνο
από ηλικιωμένους.
Στη θέση Ε λ λ η ν ι κ ά οι ανασκαφές έφεραν στο φως μια παλαιοχριστιανική
τρίκλιτη βασιλική που είχε διατελέσει καθεδρικός ναός της επισκοπής Συβρίτου. Η
εκκλησία χρονολογείται μεταξύ 7 ου και 9 ου αιώνα και η παράδοση αναφέρει ότι ήταν
αφιερωμένη στην Παναγία, στον Άγιο Βλάσιο και στον Άγιο Θεόδωρο (βλ. τόμο 15), όμως
καταστράφηκε από τους Άραβες το 824.
Παλιά επίσης είναι και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου που έχει τοιχογραφίες. Εκεί
λέγεται ότι ήταν το παλιότερο νεκροταφείο της επαρχίας.
Ακόμη στο Βυζάρι βρίσκεται ο καθεδρικός ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου και το
ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία που είναι και αυτές παλιές εκκλησίες.
Από το Βυζάρι κατάγονται δύο ξεχωριστές προσωπικότητες, που η καθεμιά έδρασε
σε διαφορετικό χρόνο και τόπο.

Η πρώτη είναι ο οπλαρχηγός Ανυφαντής ο Βυζαριανός που, αφού ανδραγάθησε
πολεμώντας στο πλευρό του Ναπολέοντα στην εκστρατεία της Αιγύπτου, γύρισε στο
Βυζάρι και οργάνωσε αρματολικό σώμα για να πολεμήσει τους Αμπαδιώτες (Τούρκοι
κάτοικοι χωριών της Κρήτης, ιδιαίτερα αιμοχαρείς). Μετά από πολλές συμπλοκές οι
Τούρκοι κατάφεραν να τον πολιορκήσουν στην εκκλησία του χωριού Εισόδια της Θεοτόκου
και να τον σκοτώσουν. Λέγεται μάλιστα ότι του πήραν την καρδιά για να είναι σίγουροι ότι
πέθανε (βλ. τόμους βιβλιογραφιών).
Η δεύτερη προσωπικότητα είναι ο Εμμανουήλ Λεων. Καούνης, μέλος της ιστορικής
εθνολογικής εταιρείας της Ελλάδας και της φιλοτελικής εταιρείας. Γεννήθηκε το 1872 και
πέθανε το 1944. Ήταν πλούσιος έμπορος. Το 1896 ενώ ζούσε στην Αθήνα, κατέβηκε στην
Κρήτη για να πολεμήσει. Το 1905 έγινε ενεργό μέλος του κινήματος του Θερίσου και ήταν
ένας από τους οργανωτές του συλλαλητηρίου της Μονής Ασωμάτων.
Αργότερα με δικά του έξοδα έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και έφερε στο φως
αξιόλογα ευρήματα, από τα οποία τα περισσότερα ήταν νομίσματα. Όλα τα ευρήματα τα
παρέδωσε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ρεθύμνου, όπου βρίσκονται και σήμερα.

ΓΑΛΗΝΟΣ
Μικρός οικισμός που ανήκει στο χωριό Σίσες. Σήμερα ζουν σ’ αυτόν μόνο δυο
οικογένειες. Βρίσκεται σε υψομ. 50μ.
Το μέρος που είναι κτισμένος ο οικισμός αποτελεί ένα μεγάλο βοσκότοπο, με καλής
ποιότητας χορτάρι. Αυτό συντελεί στο καλής ποιότητας γάλα που δίνουν τα πρόβατα γι’
αυτό και ονομάστηκε Γαλήνος.
Είναι ένα από τα λίγα μέρη που δεν πάτησαν οι Τούρκοι, μιας και ήταν ιδιοκτησία
της μονής του Αγίου Παντελεήμονα, που βρίσκεται στο Φ ό δ ε λ ε. Από κάποιο χρόνο και
ύστερα, τα περισσότερα κτήματα των μονών περιήλθαν στο δημόσιο και λίγο αργότερα
πουλήθηκαν σε ιδιώτες. Αυτό έγινε και στην περίπτωση του Γαλήνου.
Οι κάτοικοι του οικισμού λειτουργούνται σε δυο εκκλησίες, του Αγίου Θωμά και του
Αγίου Αντωνίου, που είναι παλιά εκκλησία βυζαντινής εποχής με αξιόλογες τοιχογραφίες.

ΓΑΡΑΖΟ*
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου, του νομού Ρεθύμνου. Βρίσκεται σε απόσταση
37χμ. από το Ρέθυμνο, σε υψόμ. 270μ. Στην κοινότητα υπάγονται οι συνοικισμοί:
Μ ο υ ρ τ ζ ι α ν ά, Ο μ ά λ α και Φ α ρ ά τ σ ι. Κύρια απασχόληση των 500, περίπου,
κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Παράγονται εδώ λάδι, κρασί, χαρούπια,
σταφίδες, εσπεριδοειδή και πολλά κίτρα, γίνεται μάλιστα και γιορτή κίτρου.
Όσον αφορά την ονομασία του χωριού υπάρχει η εξής παράδοση: Λέγεται ότι στην
περιοχή που βρίσκεται το χωριό ζούσαν δυο αδέλφια. Από κει περνούσε ο δρόμος που
οδηγούσε στο Ρέθυμνο. Πολλοί περαστικοί σταματούσαν εκεί για λίγο και συζητούσαν με
τα αδέλφια. Κάποια μέρα ο ένας έφυγε και ταξιδιώτες ρώτησαν το αδελφό του τι απόγινε.
Εκείνος τους αποκρίθηκε ότι γκαράζωσαν (μάλωσαν). Από αυτή την τούρκικη λέξη,
πιθανότατα, προέρχεται η ονομασία του χωριού. Πιθανόν όμως το όνομα του χωριού να
προέρχεται από την αραβική λέξη garaz που σημαίνει πάθος, εμπάθεια, φθόνος.
Η ίδρυση του χωριού ανάγεται στη βυζαντινή εποχή. Από τις παλιότερες οικογένειες
είναι οι Δαφνομήληδες, που φέρεται σαν η αρχαιότερη οικογένεια του χωριού, καθώς και
οι Μανιούδηδες, Πλούμηδες, Σκουλάδες, Χατζάκηδες και Κλάδηδες.
Σύμφωνα με την παράδοση, σχετικά με το βουνό Κουλουκόνας (Ταλός), που
βρίσκεται απέναντι από το χωριό, λέγεται, ότι κατεβαίνοντας ο Διγενής από τον Ψηλορείτη
και περνώντας από το Γαράζο ένιωθε ότι το βουνό του έκοβε τη θέα. Έτσι για να διευρύνει
την ορατότητά του, πήρε μια πέτρα, την πέταξε στο βουνό και έκοψε την κορυφή του.
Στο χωριό, επίσης, λέγεται ότι υπήρχε η μεγαλύτερη βελανιδιά της Κρήτης που από
κάτω της μπορούσαν να καθίσουν 500 άτομα, κατά τη διάρκεια όμως της Κατοχής το
δένδρο αυτό έπεσε.

Στο χωριό αρκετές φορές έχουν βρεθεί κομμάτια από αγγεία που ανήκουν στη
μινωική εποχή. Στη βόρεια πλευρά του βουνού (Τάλος) Κουλούκονας υπάρχει ένα σπήλαιο,
που λεγόταν Ταλαίον άντρον, ενώ σήμερα ονομάζεται Κουλουνάς. Σ’ αυτό έχουν βρεθεί
ίχνη ύπαρξης θυσιαστηρίου.
Επίσης, οι κάτοικοι πολλές φορές βρίσκουν νομίσματα της ενετικής εποχής, τα
ονομαζόμενα τορνέσια, που στη μια όψη τους απεικονίζουν κάποια μορφή και στην άλλη
γράφουν «Δουξ Ιωάννης Κορνήλιος». Εξάλλου και ο «Καστροφύλακας» αναφέρει το
Γαράζο, το 1583, με 314 κατοίκους.
Οι κάτοικοι έχουν πάρει μέρος σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Κρήτης
και της Ελλάδας, και πολλοί έχουν δώσει το αίμα τους. Μάχες στο χωριό δεν έγιναν, αλλά
κατά τις περιόδους των διάφορων πολέμων έγιναν στο χωριό συγκεντρώσεις των
οπλαρχηγών και αρχηγών των επαναστατών, λόγω της καλής οχυρωματικής θέσης του.
Οι εκκλησίες που υπάρχουν στο χωριό είναι οι εξής: Η Αγία Κυριακή, που κτίστηκε
το 12 ο αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε από το 1882 μέχρι το 1925 σαν σχολείο και μετά
κατεδαφίσθηκε. Το 1974 όμως στο ίδιο μέρος κτίσθηκε μεγαλύτερη. Πριν ήταν
μοναστηριακός ναός της μονής Βοσάκους. Ο Άγιος Γεώργιος, που κτίστηκε το 1890
περίπου, ο Άγιος Ιωάννης, που είναι παρεκκλήσι ρυθμού βασιλικής, ο Τίμιος Σταυρός, που
είναι 500 περίπου χρόνων ξωκλήσι στην κορυφή του Κουλούκονα. Ονομάστηκε έτσι, γιατί
στην περιοχή εκείνη ένας βοσκός βρήκε ένα σίδερο σταυροειδές.
Στην τοποθεσία Ν η σ ί υπάρχουν σήμερα 2 εκκλησίες η Αγία Φωτεινή, που έχει
ανακαινισθεί, και η Παναγιά, βυζαντινής εποχής, το καμπαναριό της οποίας έχει το ίδιο
σχέδιο μ’ αυτό του Αρκαδίου.
Το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκεται στην τοποθεσία Κ α κ ά Κ ε φ ά λ ι α,
δυτικά του Γαράζου και κτίσθηκε επί Τουρκοκρατίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Γαράζο φημίζεται για τις πολύ όμορφες γυναίκες που
έχει.

ΓΑΡΙΠΑΣ
Οικισμός της κοινότητας Χουμερίου Μυλοποτάμου με 30 κατοίκους. Πρόκειται για
οικισμό 700 χρόνων όπως φαίνεται από την εκκλησία του Αγ. Ιωάννη του Ριγολόγου, η
οποία αναφέρεται από το Gerola.
Το όνομά του το οφείλει στον πρώτο οικιστή του χωριού.
Οι δυο εκκλησίες του Αγίου Ιωάννου και του Αγίου Γεωργίου στολίζουν το Γαρίπα.

ΓΕΝΗ
Οικισμός της κοινότητας Γουλεδιανών της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε υψόμ.
500μ. και έχει 50 κατοίκους. Το όνομά του το οφείλει στο πολύ εύφορο έδαφός του, που
δέχεται όλες τις καλλιέργειες και τις αναπτύσσει με μεγάλο βαθμό.

Έχει μια εκκλησία της Παναγίας και ένα ξωκλήσι, τον Άγιο Γεώργιο, του οποίου
σώζονται μερικά ερείπια.

ΓΕΝΝΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Οικισμός της κοινότητας Αποστόλων, από την οποία απέχει 2χμ., της επαρχίας
Αμαρίου. Κατοικείται από 80 άτομα και βρίσκεται σε υψόμ. 500μ.
Τη μινωική εποχή πρέπει να αποτελούσε συνοικισμό της Ά ν ω Σ υ β ρ ί τ ο υ, όπως
μαρτυρούν αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής. Άλλα ευρήματα φανερώνουν την ύπαρξή
του στην ελληνορωμαϊκή εποχή. Η ύπαρξη βυζαντινών εκκλησιών, όπως της Αγίας
Φωτεινής και του Άγιου Ονούφριου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατοικούνταν στη
βυζαντινή περίοδο.
Για την περίοδο της ενετοκρατίας δεν υπάρχουν στοιχεία, αλλά πρέπει να ήταν
αγροτική περιοχή, γεγονός που μαρτυρεί και η ονομασία του από το ρήμα γεννώ (εύφορο
μέρος).
Δίκαια ονομάστηκε Γέννα, γιατί παράγει πάρα πολλά προϊόντα, όπως λάδι,
εσπεριδοειδή, καρύδια, κεράσια, μήλα, αχλάδια, ρόδια, κυδώνια, αμύγδαλα, σύκα,
λαχανικά, ξηρά φασόλια, καλαμπόκι κ.α.
Όταν το νησί κυριεύτηκε από τους Τούρκους, εκτοπίστηκαν από τον οικισμό όλοι οι
Χριστιανοί και έγινε Τουρκοχώρι μέχρι το 1922. Τότε, με την ανταλλαγή των πληθυσμών,
Έλληνες από τα γύρω χωριά αγόρασαν τις περιουσίες των Τούρκων και κατοίκησαν εδώ. Τα
ονόματα αυτών των Ελλήνων ήταν: Ηλίας Δρετουλάκης από τον Ο ψ υ γ ι ά, Εμμανουήλ
Ζαμπετάκης από το Μ ο ν α σ τ η ρ ά κ ι, Ζουμπουλάκης από τον Κ α λ ό γ ε ρ ο, Στυλιανός
Χριστονάκης, Κωνσταντίνος Σπυριδάκης από το Ν έ ρ ω ν α και Εμμανουήλ Πηγουνάκης
(Τούρκος που εκχριστιανίστηκε).
Στη Γέννα βρίσκονται οι εκκλησίες του Άγιου Ονούφριου, που κτίστηκε στις αρχές
του 14 ου αιώνα και είναι αγιογραφημένη. Σώζεται σε καλή κατάσταση και βρίσκεται στο
σημερινό νεκροταφείο του οικισμού. Σαν κτήτοράς της μαρτυρείται ο Μιχάλης Βαρούχας.
Η Αγία Φωτεινή που κτίστηκε από το Νικηφόρο Φωκά. Σύμφωνα με την παράδοση,
κάθε Σάββατο βράδυ τον Οκτώβρη, τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή
φαινόταν ένα φως που πήγαινε μόνο του στα εκκλησάκια του Χριστού και της Θεοτόκου,
μετά γύριζε πίσω κι έσβηνε. Το φως σταμάτησε να εμφανίζεται, όταν γκρεμίστηκε η
εκκλησία. Σήμερα δεν υπάρχει, αλλά στη θέση της κτίζεται καινούρια.
Υπάρχουν ακόμη οι παλιές εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Νικολάου,
για την οποία διασώζεται και η εξής ιστορία:
Κάποτε, στον καιρό της Τουρκοκρατίας η εκκλησία μετατράπηκε σε τζαμί. Κάποιος
Χριστιανός θέλοντας να σώσει την εκκλησία από τους άπληστους Τούρκους, πήγε κρυφά
μια νύχτα και έβαλε κάτω από την πόρτα της ένα εικόνισμα του Αγίου Νικολάου. Την
επομένη το πρωί διέδωσε ότι είδε σε όνειρό του το εικόνισμα του Αγίου Νικόλα κρυμμένο
κάπου στην εκκλησία. Πήγαν οι χωριανοί να δουν αν αληθεύει το όνειρο και πράγματι

βρήκαν το εικόνισμα. Το έμαθαν οι Τούρκοι, φοβήθηκαν και αναγκάστηκαν να
εγκαταλείψουν την εκκλησία – τζαμί.

ΓΕΡΑΚΑΡΙ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Είναι χτισμένο στους βόρειους
πρόποδες του βουνού Κέντρος, σε υψόμ. 766μ. Βρίσκεται στα νότια του Ρεθύμνου, από το
οποίο απέχει 41 χμ. Σήμερα ζουν στο χωριό 365 κάτοικοι, που ασχολούνται με την
παραγωγή κερασιών και βύσσινων. Στην κοινότητα του Γερακαριού ανήκει ο οικισμός
Γ ο υ ρ γ ο ύ θ ο ι.
Το Γερακάρι είναι από τα παραγωγικότερα χωριά της επαρχίας Αμαρίου. Στα
οροπέδια της περιοχής Γ η ο ύ ς Κ ά μ π ο ς και Χ ω ν ή ς Κ ά μ π ο ς παράγονται το
ονομαστά γερακαριανά κεράσια, βύσσινα, μήλα, αχλάδια, καρύδια, κυδώνια κλπ.
Ο Χριστ. Σταυρουλάκης ψάλλει για την κερασιά του Γερακαριού:
«Περήφανή μου κερασά με την κορμοστασιά σου
την πράσινή σου φυλωσά, τα κόκκινα κεράσα…
Ψηλή και λυγερόκορμη στο κορφοβούνι πέρα
του Γερακάρι τις πλαγιές εσύ στολίζεις μόνη…»

(Κρητική Εστία, τευχ. 51, σελ.6)
Σχετικά με την προέλευση του ονόματος του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η
πρώτη δέχεται αυτή την ονομασία επειδή στο χωριό υπήρχαν παλιά πολλά γεράκια, η
δεύτερη ότι πήρε το όνομα από έναν μοναχό, που έμενε στην εκκλησία του Αι Γιάννη και
λεγόταν Γερακάρης και η τρίτη ότι ονομάστηκε έτσι από τον πρώτο κάτοικο του χωριού που
ήταν γερακάρης, δηλαδή έτρεφε και εμπορευόταν κυνηγετικά γεράκια με τα οποία, παλιά,
γινόταν το κυνήγι της πέρδικας και του λαγού.
Αρχαιολογικά ευρήματα στις θέσεις Φ ά ρ ε ς, Ά γ ι ο ς Ι ω ά ν ν η ς και
Π α λ α ι ο κ κ λ η σ ι ά δείχνουν ότι η περιοχή κατοικούνταν κατά τη ρωμαϊκή εποχή.
Το χωριό δεν είναι γνωστό πότε εμφανίστηκε, πρέπει όμως να άκμαζε κατά
βυζαντινή περίοδο, όπως μαρτυρούν οι πολλές ερειπωμένες βυζαντινές εκκλησίες που
υπάρχουν στην περιοχή.
Στην ενετική περίοδο το Γερακάρι ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής.
Ο «Καστροφύλακας» το αναφέρει Gieraccari με 484 κατοίκους το 1583. Στην εκκλησία δε
της Παναγίας βρέθηκε ενετική καμπάνα με χρονολογία 1618.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κατοικήθηκε από γενίτσαρους και άλλους
Τούρκους. Δεν έλειψαν όμως και οι γενναίοι πατριώτες. Για έναν απ’ αυτούς, τον
Ταταρογιάννη, η λαϊκή μούσα ψάλλει:

«Το σύννεφο που πέρασε κι έπιασε το λαγκάδι
Αφουκραστήτε να σας πω για τον Ταταρογιάννη.
Τση δεκαφτά του Γεναριού του μήνυσεν ο χάρος
Έμπα χαζίρι Τάταρη, γιατί ήρθα να σε πάρω.

Άφησμε χάρε, άφησμε τούτη την εβδομάδα
να παραγγείλω των παιδιών και τση καημένης μάνας
Εσίμωσε το τέρμενο κι εσίμωσε το τέλι
απόψε θα σε πάρω γω, αν θέλεις και αν δεν θέλεις.
Κι εξεμυγίστη το χωριό και ούλη η επαρχία
Και όλοι μαζευτήκανε πάνω στην Παναγία.
Κι ερώταν ο Χασάν αγάς άραγες είν’ αλήθεια;
Απόθανεν ο Τάταρης, να περπατώ τη νύχτα;
Απόθανεν ο Τάταρης, κι εγώ δα τση παπάδες
κι ανεβοκατεβαίνανε απάνω στση παπιάδες.
Εις του Κακάλη τον οντά εστέσανε το γλέντι.
Κι ούλη η Τουρκιά μαζώχτηκε καφέδες τόνε φέρνει».

Κατά την επανάσταση του 1866 είχε στο χωριό το στρατηγείο του ο Πάνος
Κορωναίος. Το 1867-68 έγιναν στην περιοχή σφοδρές μάχες που στις περισσότερες
νίκησαν οι επαναστάτες.
Στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής οι κάτοικοι πήραν μέρος στην αντίσταση και
αυτό υπήρξε η αιτία της καταστροφής του χωριού. Το Γερακάρι στις 22 Αυγούστου του
1944 κυκλώθηκε από τους Γερμανούς. Πριν όμως γίνει αυτό, ο δραγάτης Κωνσταντίνος
Αντωνίου Κωκονάς τους αντιλήφθηκε και φώναξε τους χωριανούς να φύγουν. Οι Γερμανοί
συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στην πλατεία και ένα μέρος απ’ αυτούς τους
οδήγησαν σ’ ένα σπίτι. Τους υπόλοιπους, αφού προηγουμένως πήραν από τα σπίτια τους
ό,τι μπορούσαν, τους πήγαν στο χωριό Αποστόλους, όπου και τους άφησαν ελεύθερους.
Τους διέταξαν δε να μη γυρίσουν πίσω.
Αυτούς που κράτησαν μέσα στο σπίτι, αφού τους έβγαλαν δυο δυο τους πήγαν σ’
ένα άλλο σπίτι και κει τους εκτέλεσαν. Μετά έριξαν βενζίνη, έβαλαν δυναμίτες και τους
έθαψαν στα ερείπια του σπιτιού.
Ο μόνος που γλίτωσε ήταν ο Νικόλαος Τζωρτζάκης του Γεωργίου, ο ιδιοκτήτης του
σπιτιού, ο οποίος είχε κρυφτεί στην καμινάδα, πριν συγκεντρώσουν τους μελλοθάνατους
στο σπίτι του. Αυτός δε είναι ο μοναδικός μάρτυρας της εκτέλεσης.
Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού είναι γνήσιοι Κρήτες. Οι παλιότερες οικογένειες
είναι οι Γενεράληδες, οι Ταταράκηδες, οι Κουτελιδάκηδες, οι Κωκονάδες, οι Δασκαλάκηδες
και οι Μανιουδάκηδες.
Έξω από το χωριό στην κορυφή του βουνού Κέντρος υπάρχει η σπηλιά του Προφήτη
Ηλία χωρητικότητας 3.000 ατόμων, που πήρε το όνομά της από την ομώνυμη μικρή
εκκλησία που βρίσκεται μέσα εκεί. Η σπηλιά αυτή χρησίμευσε σαν καταφύγιο των
κατοίκων στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Γερμανικής Κατοχής. Αριστερά της
σπηλιάς υπάρχει μια τρύπα που λέγεται, ότι φθάνει μέχρι την Κ ρ ύ α Β ρ ύ σ η. Επίσης,
σύμφωνα με την παράδοση, κάποτε μια γουρούνα εγκυμονούσα μπήκε μέσα στη σπηλιά
και βγήκε μετά από εννιά γέννες.

Ένας άλλος μύθος λέει πως στο βουνό Κέντρος υπάρχουν 101 βρύσες. Οι 100 έχουν
βρεθεί. Όμως η τελευταία που το νερό της είναι αθάνατο δεν έχει βρεθεί ακόμη.
Εκτός από την εκκλησία του Προφήτη Ηλία υπάρχουν και πάρα πολλές άλλες. Ο
Ευαγγελισμός της Θεοτόκου τρίκλιτη ρυθμού βασιλικής, ο Άγιος Χαράλαμπος μονόκλιτη
βυζαντινού ρυθμού, ο Άγιος Γεώργιος που κατεδαφίστηκε από τους Γερμανούς, η Αγία
Παρασκευή που βρίσκεται στο νεκροταφείο και οι μεν Τούρκοι την είχαν μετατρέψει σε
τζαμί, οι δε Γερμανοί την κατεδάφισαν.
Ο Άγιος Βασίλειος που επίσης κατεδαφίστηκε από τους Γερμανούς και σήμερα είναι
πρόχειρα αναστηλωμένη. Ο Άγιος Ιωάννης του Φώτη τοιχογραφημένη είναι από τις πιο
παλιές βυζαντινού ρυθμού. Λέγεται πως κάποτε εκεί ήταν μοναστήρι. Ο Άγιος Γεώργιος στη
θέση Μ ε ρ τ α κ ο ν έ. Όπως και η παραπάνω είναι βυζαντινού ρυθμού με τοιχογραφίες,
αλλά έχει καταστραφεί. Ο Άγιος Ιωάννης που βρίσκεται στην τοποθεσία Γ η ο ύ ς
Κ ά μ π ο ς . Είναι παλιά καταστράφηκε δε πριν πολλά χρόνια και ξανακτίστηκε στην
τελευταία 20ετία. Ο Άγιος Αντώνιος μονόκλιτη που βρίσκεται στη θέση Π ε ρ ι σ τ ε ρ α ί,
σήμερα είναι ερημοκλήσι. Η Κερά Παναγιά παλιά εκκλησία, ανακαινισμένη βρίσκεται στη
θέση Λ α τ σ ί δ α και ο Σωτήρας Χριστός που είναι παλιά κατεστραμμένη, πρόσφατα δε
ξανακτίστηκε.

ΓΕΡΑΝΙ ΡΕΘΥΜΝΗΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης, με 400 κατοίκους. Βρίσκεται στο 7 ο χμ.
της εθνικής οδού, δυτικά του Ρεθύμνου, σε απόσταση 1χμ. περίπου από τη θάλασσα. Έχει
υψόμ. 90μ. και είναι άξιο απορίας πως χτίστηκε το χωριό εδώ, αφού το έδαφος είναι
πετρώδες. Θάμνοι, ελιές και χαρουπόδεντρα δίνουν έναν πράσινο τόνο στην περιοχή.

«Χρωμοναστήρι άφηκα και τ’ όμορφο Γεράνι,
Πρινέαν και Ατζιμπόπουλο, που ‘χασιν οι Τυράννοι»

(Μαρίνου Τζάνε – Μπουνιαλή)
Το όνομα του χωριού προέρχεται προφανώς από το γεράνι, ένα είδος γερανού, με
τον οποίο οι κάτοικοι αντλούσαν νερό από το μοναδικό πηγάδι που υπήρχε εκεί.
Άγνωστο είναι πότε ακριβώς χτίστηκε το χωριό. Διατηρημένοι ενετικοί πύργοι
ωστόσο, μαρτυρούν την ύπαρξή του επί Ενετοκρατίας.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το χωριό αποτελούνταν από 7 οικισμούς.
Σύμφωνα με την παράδοση, όταν έπεσε χολέρα στην Κρήτη, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα
σπήλαια που υπάρχουν άφθονα στην παραλία, για να σωθούν. Τελικά όμως πέθαναν κι
επέζησαν μόνο όσοι έμειναν στο Γεράνι. Τον καιρό της Τουρκοκρατίας υπήρχε στο χωριό
αστυνομία, το λεγόμενο καρακόλι. Ενάντια στην κατάσταση αυτή έδρασε (γύρω στα 1865)
ο οπλαρχηγός Αποστόλης Γερανιώτης, που γεννήθηκε στο Γεράνι. Ο Γερανιώτης υπήρξε ο
τρόμος των Τούρκων της περιοχής και μετονομάστηκε Τουρκοφάγος (βλ. τόμ. 25
«Πάνθεον»).

Στο Γεράνι, στη θέση Κ α μ ά ρ ι αποκαλύφτηκε τυχαία μεγάλο σπήλαιο με
θεαματική λιθωματική διακόσμηση. Από τα ευρήματα διαπιστώθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε
σαν τόπος λατρείας ή και ταφής. Μέσα στο σπήλαιο βρέθηκαν οστά και σκελετοί ψηλών
ανθρώπων και ζώων, καθώς και μαχαίρια από πέτρα. Βρέθηκε ακόμη ο σκελετός ενός
είδους τρωκτικού, κάτι μεταξύ ποντικού και λαγού, το οποίο οι αρχαιολόγοι ονόμασαν
τζεράνια από το όνομα του χωριού. Σήμερα ο παραπάνω σκελετός ανήκει στα χαμένα
ευρήματα, για την ανεύρεση των οποίων η κοινότητα κάνει ενέργειες.
Λίγο πιο κάτω από το χωριό υπάρχει η εκκλησία η Παναγία στο Καμάρι. Μπροστά
στην πόρτα της, κάτω από ένα κοφίνι, κρύφτηκε -σύμφωνα με την παράδοση- μια γυναίκα
κυνηγημένη από Τούρκους. Τελικά οι Τούρκοι δεν την βρήκαν, γιατί δεν έβλεπαν την κόφα,
αν και ήταν μπροστά τους.
Ένας δεύτερος θρύλος αναφέρει ότι κάποιος Τούρκος καβαλάρης μπήκε στην
εκκλησία με το άλογό του. Ύστερα όμως δε μπορούσε να κουνηθεί, ούτε ο ίδιος ούτε το
άλογο και έμειναν κι οι δυο μαρμαρωμένοι. Τότε ο Τούρκος επικαλέστηκε την Παναγία:
«Παναγία των Χριστιανών, σώσε με και θα σου φέρω ένα ασκί λάδι». Έτσι μόνο μπόρεσε
να βγει από την εκκλησία.

ΓΙΑΝΝΙΟΥ
Οικισμός της κοινότητας Λευκογείων, σε υψόμ. 200μ.,με πληθυσμό 130 περίπου
κατοίκους. Το όνομά του προήλθε από το όνομα κάποιου βοσκού Γιαννιό.
Στην περιοχή εκείνη υπήρχαν λίγα σπίτια κτηνοτρόφων, ανάμεσα στα οποία ήταν
και του βοσκού Γιαννιού, που φαίνεται πως ήταν ο αξιολογότερος του χωριού.
Το χωριό πρωτοκατοικήθηκε κατά την ενετική εποχή. Υπάρχουν ακόμα
νεκροταφεία, τα οποία δεν έχουν χρονολογηθεί.
Οι κάτοικοι του είναι γνήσιοι Κρητικοί.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι Γεωργούληδες, Σπυταδάκηδες, Γαρηζολάκηδες,
Ψαρουδάκηδες, Πατεράκηδες, Μιχιελιουδάκηδες, Παπαδάκηδες.
Επί Τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να πατήσουν το πόδι τους στο χωριό.
Λέγεται, μάλιστα, ότι ο Άγιος Γεώργιος ήταν εκείνος που τους εμπόδισε. Μια παραλλαγή
της παράδοσης αναφέρει ότι ένας καβαλάρης και μια μαυροφόρα δεν άφησαν τους
Τούρκους να περάσουν.
Στην τοποθεσία Π λ ά τ η, υπάρχει ο βράχος Ριζοβιτσιλές. Εδώ, την εποχή της
Τουρκοκρατίας είχαν κρυφτεί τα γυναικόπαιδα του χωριού, ενώ ο σκοπός τους
(βιγλάτορας) Μελετομανώλης, φύλαγε πάνω στο βράχο. Οι Τούρκοι είδαν τη φωτιά που
είχε ανάψει να ζεσταθεί, ανέβηκαν στο βουνό και τον συνέλαβαν.
Στη συνέχεια, υπέκυψε στα βασανιστήρια, χωρίς να αποκαλύψει στους Τούρκους
το μέρος που είχαν κρυφτεί τα γυναικόπαιδα. Επίσης, στην τοποθεσία
Κ α λ ο γ ε ρ ο β ώ λ α κ α υπάρχει ένα μεγάλο σπήλαιο, που αν εξερευνηθεί ίσως ν’
αποκαλύψει σπουδαία ευρήματα. Στη θέση Δ ρ α κ ό τ ρ υ π α του σπηλαίου, λέγεται ότι

έριξαν άχυρα και το ρεύμα τα πήγε σε τέσσερις μεριές (Γ ι α ν ν ι ο ύ Β ρ ύ σ η –
Π ρ έ β ε λ η – Μ α κ ρ ι τ σ ί γ κ ο μ ν α και Χ ο χ λ ά κ ο υ ς).
Υπάρχει, ακόμα, το ποτάμι Σπηλιακός και ο Μέλας Ποταμός, που περνάει από το
Κουρταλιώτικο φαράγγι.
Στο χωριό Γιαννιού υπάρχουν και οι παρακάτω εκκλησίες: Τα Εισόδια της Θεοτόκου,
η Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Γεώργιος, με αγιογραφίες και μια εικόνα 200 χρόνων. Μάλιστα,
σ’ ένα σημείο της εκκλησίας υπάρχει και μια τρύπα από σφαίρα. Άλλες εκκλησίες είναι ο
Άγιος Νεκτάριος, ο Άγιος Αντώνιος και ο Τίμιος Σταυρός.

ΓΟΥΛΕΔΙΑΝΑ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 16χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται στους νότιους πρόποδες του Βρύσινα, σε υψόμ. 500μ. και κατοικείται από 150
περίπου άτομα. Στην κοινότητα υπάγεται και ο οικισμός Γ ε ν ή.
Η ονομασία του χωριού προέρχεται από τον πρώτο κάτοικό του, έναν Αλγερινό
πειρατή, που ονομαζόταν Γουλέτας, από το γουλέ, δηλαδή τη γαλέρα, που είχε. Ο πειρατής
έκτισε πολλά οικοδομήματα, ανάμεσα στο οποία κι έναν υδρόμυλο, του οποίου τα ερείπια
σώζονται μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια, νοίκιασε τα κτίσματα αυτά στους κατοίκους, που
κατέβηκαν από την υψηλή θέση Ο ν υ θ έ. Κοντά στην παραπάνω τοποθεσία κατοικούσαν
από τα αρχαία χρόνια, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών.
Ο αρχαιολόγος Ν. Πλάτωνας αποκάλυψε σπίτια του 8 ου – 7 ου αιώνα π.Χ., κτισμένα με
μεγάλες πέτρες. Ένα μάλιστα απ’ αυτά είναι το μεγαλύτερο απ’ όσα έχουν βρεθεί μέχρι
σήμερα στην Κρήτη, με οχτώ ευρύχωρα δωμάτια και προαύλιο. Στους αρχαϊκούς χρόνους,
παράλληλα, ανάγεται με μεγάλη πιθανότητα και το πώρινο άγαλμα ανδρός από το στήθος
και κάτω. Είναι καθισμένος πάνω σε δίφρο, σε ιερατική στάση και βρέθηκε το 1939. Την
ίδια εποχή ήρθε στο φως και χάλκινη περικεφαλαία του 6 ου αιώνα π.Χ. με ανάγλυφο άρμα.
Τα παραπάνω ευρήματα βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Ρεθύμνου. Στην ίδια περιοχή
σώζεται κρήνη από το 700 π.Χ., ενώ στη βόρεια πλευρά του υψώματος υπάρχουν τείχη
ρωμαϊκής περιόδου. Παράλληλα, βρέθηκαν πιθάρια με ανάγλυφη διακόσμηση, από γύπες,
σφίγγες, ελάφια και λιοντάρια.
Ο Ν. Πλάτωνας υποστηρίζει ότι κοντά στην τοποθεσία Ονυθέ βρισκόταν η αρχαία
πόλη Φ ά λ α ν ν α. Αντίθετα ο Pendlebury πιστεύει ότι πρόκειται για την αρχαία πόλη
Ο σ μ ί δ α. Ο τελευταίος βρήκε, προπολεμικά, στην ίδια τοποθεσία, όστρακα κλασικής,
ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου. Εκεί κοντά αποκαλύφθηκε μεγάλη βασιλική τρίκλιτη
εκκλησία με μωσαϊκά η πόλη συνεχίζει, επομένως, να υπάρχει την πρώτη βυζαντινή
περίοδο.
Στην κορυφή του υψώματος υπάρχει ο πύργος. Ακόμη στην περιοχή βρέθηκαν
δέστρες κι ένα είδος φάρου. Τα παραπάνω οδηγούν στην εκδοχή ότι παλιότερα υπήρχε
εκεί θάλασσα με εμπορικό λιμάνι.
Στην τοποθεσία Ονυθέ έγιναν μεγάλες μάχες στα 1821, 1878 και 1897. Στους
αγωνιστές που χάθηκαν αναφέρονται οι ακόλουθοι στίχοι:

«Αχ καϋμένε Ονυθέ, που έφαγες τα παλικάρια
και τώρα δεν κάνεις τσίποτις, εκτός κουκιά και ψάρια.
Ακόμα και οι λίθοι σου στο αίμα είναι βαμμένοι
και άνθρωπος δε μπορεί να πει πόσοι ‘ναι σκοτωμένοι…»

Οι παλιότερες οικογένειες των Γουλεδιανών που υπάρχουν μέχρι και σήμερα είναι
οι Χριστοδουλάκηδες, οι Βιδιαδάκηδες, οι Ψαρουδάκηδες, οι Πιοτογιαννάκηδες, οι
Μυλωνάκηδες, οι Γκογεράκηδες, οι Κοτζαμπασάκηδες, οι Γουμενάκηδες, οι
Κουτσουδάκηδες, οι Αγγελιδάκηδες, οι Βασιλάκηδες, οι Κατσαγαδάκηδες, οι
Τζενευράκηδες, Φουρναράκηδες και Χαμογιωργάκηδες.
Από την περίοδο της Τουρκοκρατίας σώζονται στα Γουλεδιανά δυο θολωτά ισόγεια
και η εκκλησία της Αγίας Κυριακής, που βρίσκεται 400μ. βόρεια του χωριού. Ο θρύλος
αναφέρει ότι οι Τούρκοι θέλησαν να πάρουν το εικονοστάσι της, αλλά δεν μπόρεσαν,
επειδή οι μέλισσες το είχαν κάνει κυψέλη. Ύστερα, έφεραν κανόνι, για να γκρεμίσουν την
εκκλησία έριξαν δυο φορές, αλλά και τις δυο σκοτώθηκαν Τούρκοι, ενώ η εκκλησία
σώθηκε. Άλλες εκκλησίες είναι της Αγίας Ελεούσας και του Αγίου Αντωνίου.
Στο χωριό βρίσκεται και η εκκλησία της Κυράς. Η παράδοση αναφέρει ότι έξω από
την εκκλησία υπήρχε μια βελανιδιά. Στην κουφάλα της είχαν κρύψει τα χρυσά αντικείμενα
της εκκλησίας, αλλά το δέντρο εξαφανίστηκε. Στην τοποθεσία Κ ε ρ ά υπάρχει και η
εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής.
Στην τοποθεσία Π έ ζ ο υ λ ο ς υπάρχει ένας τρόχαλος (=σωρός από πέτρες).
Σύμφωνα με το θρύλο, μέσα στον τρόχαλο βρίσκεται ένα χρυσό τελάρο (αργαλειός), που
παλιότερα χτυπούσε όλη μέρα.

ΓΟΥΡΓΟΥΘΟΙ
Οικισμός της κοινότητας Γερακαρίου, της επαρχίας Αμαρίου. Απέχει 2χμ. από το
Γερακάρι που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της κοινότητας. Είναι κτισμένος σε υψόμ.
680μ. και κατοικείται μόνο από 4 άτομα.
Στη Γερμανική Κατοχή το χωριό κάηκε σε αντίποινα των Γερμανών εξαιτίας της
απαγωγής του στρατηγού Κράιπε.
Στον οικισμό σώζεται η βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η οποία
κατεδαφίσθηκε για να ανοιχθεί δρόμος. Σώζεται, όμως, μια άλλη ομώνυμη εκκλησία που
είναι και αυτή αρκετά παλιά. Η εκκλησία της Παναγίας της Κεράς Ζωοδόχου Πηγής ανήκει
και αυτή στην ίδια περίπου εποχή με τις προηγούμενες.

ΓΩΝΙΑ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης, σε απόσταση 10χμ. νοτιοδυτικά του
Ρεθύμνου. Έχει υψόμ. 150μ. και κατοικείται σήμερα από 470 άτομα. Λέγεται και Μ ι κ ρ ή
Γ ω ν ι ά, προς διάκριση από τη Μ ε γ ά λ η Γ ω ν ι ά ή Α σ ή γ ω ν ι ά.

Το χωριό παράγει λάδι, κτηνοτροφικά προϊόντα, κρασί και λιγοστά φρούτα. Στην
κοινότητα Γωνιάς υπάγεται και ο ωραίος οικισμός Ά γ ι ο ς Α ν δ ρ έ α ς. Πιθανότατα η
ονομασία Γωνιά έχει κάποια σχέση με την τοποθεσία του χωριού.
Κτίστηκε γύρω στα 1350-1500 από αυτόχθονες Κρήτες, που ήρθαν από τις γύρω
περιοχές.
Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η Γωνιά ήταν το μοναδικό χριστιανικό χωριό της
περιοχής, γεγονός που δυσκόλεψε τη ζωή των κατοίκων του. Αρκεί ν’ αναφερθεί ότι από το
1770 μέχρι το 1897 το χωριό κάηκε τέσσερις φορές από τους Τούρκους (το 1770, το 1821,
το 1866 και το 1897) και ξανακτίστηκε άλλες τόσες από τους χωριανούς.
Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής έμειναν στη Γωνιά, Γερμανοί, που επέβαλαν
στους κατοίκους την υποχρεωτική αγγαρεία σε οχυρωματικά έργα. Οι Χριστιανοί ωστόσο
κράτησαν μακριά από τη ζωή τους τους Γερμανούς και αντιστάθηκαν οργανώνοντας
διάφορα σαμποτάζ.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι: οι Σπανουδάκηδες, οι Αποστολάκηδες,
οι Δασκαλάκηδες, οι Φραγκιαδάκηδες, οι Σουρμελήδες, οι Μανουσάκηδες, οι
Πολιουδάκηδες, οι Χαριτάκηδες κ.α.
Στην Γωνιά υπήρχαν δύο κοινόβια μοναστήρια, η Αγία Ειρήνη, που κατά την
παράδοση είναι πολύ παλιά (ίσως υπήρχε από το 1480) και η Αγία Αναστασία. Εκεί ζούσαν
καλόγριες, που κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας χρηματοδοτούσαν τους επαναστάτες
και τους κατοίκους της Γωνιάς.
Τα δυο αυτά μοναστήρια καταστράφηκαν από τους Τούρκους το 1770 και οι
καλόγριες σκοτώθηκαν. Η Αγία Ειρήνη ξαναχτίστηκε το 1905, ενώ από το μοναστήρι της
Αγίας Αναστασίας υπάρχουν μόνο ερείπια.
Η παράδοση αναφέρει ότι οι καλόγριες της Αγίας Αναστασίας, για να διασώσουν
τους θησαυρούς του μοναστηριού (καμπάνες, δισκοπότηρα κι ό,τι άλλο πολύτιμο υπήρχε),
τους έριξαν σ’ ένα πηγάδι που ήταν εκεί κοντά. Το πηγάδι υπάρχει ακόμη, αλλά παραμένει
από τότε κλειστό.
Η κεντρική εκκλλησία του χωριού είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, που κτίστηκε
το 1887. Παράλληλα ξανακτίστηκε η εκκλησία της Παναγίας.

ΔΑΛΑΜΒΕΛΟΣ ή ΔΑΛΑΜΠΕΛΟΣ
Οικισμός της κοινότητας Αγγελιανών. Βρίσκεται 1.500μ. βόρεια του χωριού. Σήμερα
είναι εγκαταλειμμένος. Ζει μόνο μια οικογένεια κτηνοτρόφων. Κτίστηκε επί Ενετοκρατίας.
Αργότερα κατοικήθηκε από Τούρκους.

ΔΑΜΝΟΝΙ
Οικισμός που το ένα μέρος του ανήκει στην κοινότητα Μύρθιο ( από τη μεριά του
ποταμού και δεξιά προς την περιοχή του Πλακιά). Παλιά ήταν μεγάλο χωριό. Σήμερα
κατοικείται μόνο από 5 άτομα και αποτελεί καλοκαιρινό θέρετρο. Έχει μια παλιά εκκλησία
τους Άγιους Σαράντα.

ΔΑΜΟΒΟΛΟΣ*
Ο Δαμόβολος είναι χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου και απέχει 33 χμ. από το
Ρέθυμνο. Βρίσκεται στους πρόποδες της Ίδης και του όρους Κουλούκουνα, σε υψόμ. 250μ.,
και έχει 145 κατοίκους. Στο χωριό υπάγονται οι οικισμοί Ά γ ι ο ς Σ ύ λ λ α ς, Α λ ι ά κ ε ς
και Α β δ α ν ί τ ε ς.
Η αρχική ονομασία του χωριού, σύμφωνα με τα λεγόμενα των κατοίκων, ήταν Ά ι-
Γ ι ώ ρ γ η ς. Λέγεται λοιπόν ότι επί Τουρκοκρατίας, επειδή οι Τούρκοι δε συμφωνούσαν για
την ονομασία του χωριού, αποφάσισαν να παίξουν το όνομα του χωριού στη ντάμα. Αν
κέρδιζε ο Χριστιανός, το χωριό θα λεγόταν Άι-Γιώργης, αν κέρδιζε ο Τούρκος θα δινε το
όνομα που ήθελε. Κέρδισε ο Τούρκος και από το παιχνίδι ντάμα + βόλος προήλθε το όνομα
του χωριού.
Πρόκειται για ενετική ονομασία (Damovolu), όπως αναφέρουν οι παλιές
απογραφές. Επίσης, υπάρχει και τοποθεσία Νταμοβόλου στις Ιταλικές Άλπεις.
Το χωριό πρέπει να ιδρύθηκε μετά το 1204 και πριν το 1583.
Στην Τουρκοκρατία, και στις μάχες που δόθηκαν για την απελευθέρωση της Κρήτης
από τους Τούρκους, πολλοί κάτοικοι του χωριού έδωσαν τη ζωή τους.
Την ίδια γενναιότητα επέδειξαν και στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, όπου
αρκετοί χωριανοί σκοτώθηκαν στα διάφορα μπλόκα που έκαναν οι κατακτητές.
Στο χωριό υπάρχει κι ένα σπήλαιο, το Καταφεγγιό, που είναι ανεξερεύνητο.
Στο Δαμόβολο υπάρχουν δύο εκκλησίες: της Αγίας Άννας, που λέγεται ότι είναι η
δεύτερη σε αρχαιότητα εκκλησία σ’ ολόκληρη την Κρήτη, και του Αγίου Πνεύματος, που
κτίστηκε στην ενετική περίοδο.

Παλιότερες οικογένειες είναι οι Παπαδάκηδες, Πρινεράκηδες, Μαραβελάκηδες,
Παρασύρηδες.

ΔΑΦΝΕΔΕΣ
Οικισμός της κοινότητας Επισκοπής Μυλοποτάμου, με 175 κατοίκους. Βρίσκεται σε
υψόμ. 160μ.
Στην περιοχή υπήρχε μια δάφνη. Εκεί κοντά οι κτηνοτρόφοι έχαναν τα ζώα τους και
τα ξανάβρισκαν με βρεγμένο το μουσούδι τους. Ψάχνοντας, βρήκαν την πηγή της Δάφνης
και έδωσαν το όνομά της στο χωριό.
Στον οικισμό υπάρχουν οι εκκλησίες των Αγίων Σαράντα και του Αγίου Γεωργίου.

ΔΑΦΝΗ ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ
Οικισμός της κοινότητας Περάματος. Έχει δέκα σπίτια και είναι χτισμένος σε υψόμ.
100μ. Παλιότερα λεγόταν Μ π ρ α χ ί μ ο -τούρκικο όνομα.
Το όνομά του το οφείλει στο δένδρο δάφνη που υπάρχει στον οικισμό. Υπάρχουν
τέσσερα τέτοια δένδρα.
Υπάρχει και μια εκκλησία, η Αγία Φωτεινή στην οποία εκκλησιάζονται οι κάτοικοι
του οικισμού.

ΔΟΞΑΡΟ
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 42 χμ. ανατολικά του Ρεθύμνου. Είναι
κτισμένο σε υψόμ. 350μ., στους πρόποδες του Κουλούκουνα, και έχει 130 κατοίκους. Στο
χωριό υπάγονται και οι οικισμοί Κ ά μ π ο ς Δ ο ξ α ρ ο ύ, Χ ε λ ι α ν α κ ά και
Μ α κ ρ υ γ ι ά ν ν η.
Πριν 100 χρόνια λεγόταν Κ ο κ κ ι ν ο χ ώ ρ ι και πριν πάρει τη σημερινή του
ονομασία λεγόταν Κ λ ε ψ ί μ ι α, επειδή είχαν κλέψει εκεί μια κοπέλα στα χρόνια της
Τουρκοκρατίας. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών νίκησαν τους Τούρκους σε μια μάχη που
έγινε στην τοποθεσία Δ ο ξ α ρ ό και τους ανάγκασαν να φύγουν. Από τότε, το χωριό για να
θυμίζει τη μάχη αυτή, πήρε το όνομα Δοξαρό.
Το χωριό ιδρύθηκε πριν 200 χρόνια. Παλιότερες οικογένειες, πελοποννησιακής
κυρίως καταγωγής, είναι οι Μαυρουδήδες, Παπαδάκηδες, Κουγιουμτζήδες, Πλαΐτηδες,
Κονιδάκηδες, Σταματουλήδες, Αντιμισάρηδες. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και
την κτηνοτροφία. Καλλιεργούν ελιές και σταφίδες.
Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας έδρασε εδώ ο Σοπασής ή Κούβος, οπλαρχηγός που
πέθανε στο Αρκάδι το 1866.

Τον καιρό της Κατοχής, υπήρχε στο χωριό αντιστασιακή ομάδα 40 ανδρών, με
αρχηγό το Γεώργιο Σοπασή. Αυτή η ομάδα πήρε μέρος και στην απαγωγή του Κράιπε.
Στο χωριό ανήκει και η Μονή Βωσάκου, η οποία, με τον ηγούμενο Τιμόθεο, πήρε
μέρος στον αγώνα κατά των Γερμανών. Κοντά στη μονή, υπάρχει η σπηλιά Μουγγρί, με
σταλαγμίτες. Δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η εξερεύνησή της.
Στο Δοξαρό υπάρχει και η δίκλιτη εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου και του
Αγίου Χαραλάμπους, ρυθμού βασιλικής.

ΔΡΟΣΙΑ
Οικισμός που ανήκει στο χωριό Χώνου της επαρχίας Μυλοποτάμου. Έχει 72
κατοίκους και βρίσκεται κτισμένο σε υψόμ. 260μ.
Μέχρι το 1958 ονομαζόταν Γ ε ν ί Γ κ α β έ, δηλαδή νέο καφενείο. Αργότερα, μετά
τα γεγονότα της Κύπρου, ονομάστηκε Ν έ α Α ξ ό ς, αλλά για να αποφύγουν τη σύγχυση με
την Αξό, μετονομάστηκε σε Δροσιά, γιατί έχει πολλά πλατάνια που στη σκιά τους βρίσκει
κανείς μεγάλη δροσιά.
Ένας Τούρκος διοικητής του Ηρακλείου, με το όνομα Χαν Αλής, έφτιαξε τον Κουμπέ
-τη βρύση- του χωριού και άνοιξε καφενείο κι έτσι ονομάστηκε Γενί Γκαβέ.
Παλιότερα, πριν γίνει ο εθνικός δρόμος που συνδέει τις τέσσερις μεγάλες πόλεις της
Κρήτης, το Γενί Γκαβέ, τωρινή Δροσιά, ήταν τόπος στάθμευσης και αναψυχής κάθε
ταξιδιώτη.

ΔΡΥΓΙΕΣ
Οικισμός της κοινότητας Άνω Μέρους Αμαρίου, βρίσκεται 4χμ. δυτικά από την έδρα
της κοινότητας. Είναι κτισμένος σε υψόμ. 550μ. και έχει 60 κατοίκους.
Σύμφωνα με τη παράδοση, ιδρύθηκε μετά την επανάσταση του 1821 από κατοίκους
του χωριού Κ ε ν τ ο υ κ λ ά, που το 1583 ήταν μεγαλύτερο από το Άνω Μέρος. Η ονομασία
του προέρχεται από τις πολλές δρυς (βελανιδιές) που υπήρχαν παλιά στον οικισμό. Στην
τοπική διάλεκτο τις βελανιδιές τις ονόμαζαν δρυγιές.
Παρόλο ότι ο οικισμός σήμερα έχει σχεδόν ερημωθεί, οι λιγοστοί κάτοικοί του
συνεχίζουν να κτίζουν εκκλησίες. Έτσι, οι εκκλησίες της Αγίας Βαρβάρας και της
Ευαγγελίστριας είναι πρόσφατα κτισμένες, ενώ οι εκκλησίες των Αγίου Γεωργίου και Αγίου
Νικολάου είναι παλιές. Μάλιστα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου διασώζονται και
μερικές τοιχογραφίες.

ΔΡΥΜΙΣΚΟΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, του νομού Ρεθύμνου. Βρίσκεται
σε απόσταση 45χμ. από το Ρέθυμνο και σε υψόμ. 450μ. περίπου. Έχει 87 κατοίκους.

Σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές. Άλλοι
υποστηρίζουν ότι προήλθε από τη λέξη δρομίσκος, ένα μικρό δρόμο που περνούσε μέσα
από το δάσος και άλλοι από το δρόμο, το απέραντο δάσος που λέγεται ότι υπήρχε στην
περιοχή. Μια ακόμα εκδοχή, λιγότερο πιθανή, αναφέρει ότι η ονομασία αυτή οφείλεται
στο δριμύ αέρα που φυσούσε στην περιοχή.
Δεν είναι ακριβώς γνωστό το πότε δημιουργήθηκε το χωριό. Η παλιά όμως εκκλησία
της Γέννησης της Θεοτόκου που έχει κτιστεί με δωρεά του Γεωργίου Μελισσινού γύρω στα
1317-18, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το χωριό πρέπει να υπήρχε από την εποχή
εκείνη.
Τον καιρό της Τουρκοκρατίας, ο Δρύμισκος πυρπολήθηκε δυο φορές από τους
Τούρκους, το 1823, και στη διάρκεια της επανάστασης του 1866 από το Ρεσίτ Πασά.
Σύμφωνα με την παράδοση του χωριού, οι Τούρκοι άρπαξαν κάποτε 200 περίπου
παιδιά του Δρύμισκου και των γύρω χωριών και τα πήγαν στη θέση Τ α λ ι ε ρ ά δ ω ν,
κοντά στη μονή Πρέβελη, όπου και τα σκότωσαν μ’ ένα φρικτό τρόπο. Έβαλαν όλα τα
παιδιά σ’ ένα αλώνι και τα αλώνισαν με άλογα. Από το μαρτύριο αυτό δε γλίτωσε κανένα.
Το αλώνι αυτό του μαρτυρίου λέγεται ότι υπάρχει ακόμα.
Οι κάτοικοι του Δρύμισκου είναι γνήσιοι Κρητικοί και πολλοί απ’ αυτούς
προέρχονται από άλλα χωριά της Κρήτης. Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι
Σφακιανοί Σταυριανάκηδες, οι Περισσάκηδες, οι Σερδάκηδες, που ήρθαν από το χωριό
Κ α ρ ί ν ε ς, και οι Φαρσεδάκηδες από τις Α λ ώ ν ε ς.
Κατά την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, το χωριό είχε 350 περίπου κατοίκους.
Πολλοί απ’ αυτούς όμως σκοτώθηκαν και άλλοι ξενιτεύτηκαν.
Στον Δρύμισκο θα συναντήσουμε αξιόλογες βυζαντινές εκκλησίες και σε πολλές απ’
αυτές σώζονται ακόμα εξαιρετικές τοιχογραφίες. Οι σπουδαιότερες είναι η Κοίμηση της
Θεοτόκου, η Γέννηση της Θεοτόκου και ο Άγιος Κωνσταντίνος.
Τα παλιότερα χρόνια η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου ήταν μοναστήρι.
Πολλές φορές οι Τούρκοι περνούσαν από τη μονή και οι μοναχοί για να σώσουν τους
θησαυρούς της εκκλησίας, τους έριχναν σ’ ένα άγνωστο σήμερα πηγάδι. Η παράδοση
ακόμα αναφέρει ότι ένας Τούρκος στρατιώτης λέρωσε κάποτε την εκκλησία και τις εικόνες
της. Φεύγοντας όμως τυφλώθηκε. Σήμερα έχουν απομείνει μόνο μερικά χαλάσματα που
θυμίζουν το παλιό μοναστήρι.
Στην περιοχή πάνω ακριβώς από την εκκλησία της Παναγίας (Γέννηση Θεοτόκου)
και κρυμμένο ανάμεσα σε ψηλούς θάμνους βρίσκεται το ονομαζόμενο Ελληνικό τείχος.
Είναι κατασκευασμένο από μεγάλους και σκληρούς λίθους (σιδηρόπετρες), αλλά
διακρίνεται ελάχιστα μέσα στη θαμνώδη έκταση.
Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται το ηρώο που θυμίζει όλους τους ένδοξους αγώνες
των κατοίκων του Δρύμισκου. Αξίζει ακόμα να αναφερθεί ότι ο παλιός γερό-πλάτανος που
στέκει δίπλα στη βρύση του ωριού είναι πάνω από 1.000 χρόνων.

ΕΡΦΟΙ
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται στα βορειοδυτικά της επαρχίας και
απέχει 180 μ. και έχει 400 περίπου κατοίκους, μαζί με τους κατοίκους των συνοικισμών:
Ν έ α Μ α γ ν η σ ί α, Ά γ ι ο ς Ν ι κ ό λ α ο ς και Β ι ρ ά ν Ε π ι σ κ ο π ή.
Το όνομα του χωριού προέρχεται από τα ερίφια που έτρεφαν και τρέφουν ακόμα
στο χωριό.
Οι πρώτοι κάτοικοι του σημερινού χωριού ήρθαν εδώ στις αρχές του αιώνα. Οι
παλιότερες οικογένειες είναι οι Λαγγουβάρδοι, Μονιάκοι, Ουρανοί, Αποστολάκηδες και
Τσιλιγκάκηδες.
Στην περιοχή υπάρχει σπηλιά μήκους 4 χμ. με σταλαγμίτες και υπόγειο ποταμό που
λέγεται Αγιασμάτσι (δυόσμος). Εδώ υπάρχουν τεχνικά έργα ύδρευσης άγνωστο ποιας
εποχής. Από αυτό το νερό υδρεύονται τα χωριά Έρφοι και Πρίνος.
Στο χωριό υπάρχει και μια εκατόμβη που στην Τουρκοκρατία χρησίμευσε σαν
κρυφό σχολείο. Αυτό υποστηρίζουν οι κάτοικοι γιατί υπάρχουν δύο ανοίγματα που το ένα
έβγαζε στην τότε εκκλησία. Τώρα πάνω στα ερείπια της εκκλησίας έχουν κτίσει το σχολείο.
Στους Έρφους υπάρχουν οι εκκλησίες του Αγίου Ιωάννη και του Αγίου Βλάση του

  1. Υπήρχε ακόμα μια παλιότερη αφιερωμένη στο Σωτήρα Χριστό που σήμερα έχει
    γκρεμιστεί.
    Συμπλήρωμα
    Η ονομασία του χωριού προέρχεται από το αρχαίο όνομα Αρίφιοι ή Αρύφιοι όπως
    αναφέρει ο δάσκαλος πληροφορούμενος από κάποιον περαστικό το 1950. Οι κάτοικοι του
    χωριού είναι 150 άτομα.
    Ο Τσαγκαράκης Κωνσταντίνος του Δημητρίου ηλικίας 75 χρόνων μας αναφέρει ό,τι
    θυμάται από τον πατέρα του, ο οποίος ζούσε στο χωριό μαζί με τους Τούρκους.
    Η φυγή των Τούρκων από το χωριό έγινε το 1922. Τις περιουσίες τους μοιράστηκαν
    οι Μικρασιάτες πρόσφυγες.
    Στο κέντρο του χωριού υπήρχε το Τούρκικο Κονάκι, το οποίο γκρεμίστηκε από τους
    Έλληνες και στη θέση του κτίστηκαν σύγχρονα σπίτια. Στο χώρο του Κονακιού και σήμερα
    στην αυλή του σπιτιού του Νικολουδάκη βρίσκεται κατακόμβη με αγιογραφίες.
    Το 1969 κτίστηκε με τσιμέντο και χρησιμοποιήθηκε από τους κατοίκους ως
    σκουπιδότοπος. Την εποχή της Τουρκοκρατίας χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους ως
    στέρνα όπου μαζεύονταν το νερό της βροχής, που τους ήταν απαραίτητο για την
    καθημερινή χρήση.
    Σε είκοσι μέτρα απόσταση από την κατακόμβη υπήρχε Διμάρτυρη εκκλησία με δυο
    ιερά. Το ένα ιερό ήταν του Χριστού του Σωτήρα. Θυμούνται ακόμη μια μεγάλη ξύλινη

εικόνα η οποία έγραφε: «Ο Χριστός ευλογεί τα παιδιά». Η εκκλησία γκρεμίστηκε το 1930
και στη θέση της κτίστηκε το σχολείο. Ήταν Βυζαντινού ρυθμού και λέγεται πως κτίστηκε
ταυτόχρονα με την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη η οποία χρονολογείται το 315 μ.Χ. από το
Βυζαντινολόγο Κωνσταντίνο Καλοκύρη, ο οποίος πέρασε από το χωριό το 1965. Στο
εσωτερικό της εκκλησίας υπάρχουν τοιχογραφίες μεγάλης αξίας. Πάνω από τη βορεινή
πόρτα υπάρχει η αγιογραφία «Η Κρίση του Σολομώντα». Το κατώφλι της εκκλησίας του
Αγίου Ιωάννη, το οποίο έχουν χρησιμοποιήσει από άλλο κτίσμα της γύρω περιοχής, έχει
επάνω σκαλισμένα δυο φίδια οι κεφαλές των οποίων ενώνονται.
Το 1905 στην τοποθεσία Κουλές, που σημαίνει φυλάκια, υπήρχε ένα άνοιγμα μέσα
στο οποίο έπεσε ένα ρυφάκι του Κουντουρογιάννη. Ο Κουντουρογιάννης ζήτησε βοήθεια
από το φυλάκιο να το βγάλουν και να το φάνε. Ο Τούρκος που κατέβηκε να το βγάλει είδε
πολλά αγάλματα με διάφορες μορφές. Μετά από την φυγή των Τούρκων ο φρουρός
ενημέρωσε τον τότε αρμοστή της Κρήτης Γεώργιο, ο οποίος έσπευσε για την αναζήτησή
τους αλλά δεν βρήκε το σημείο. Πιστεύεται ότι ακόμη είναι εκεί.
Το 1983 μια ομάδα νέων του χωριού βλέποντας στην είσοδο της σπηλιάς Αγιαμάτσι,
οστά, κάνοντας ανασκαφή σε μικρό βάθος, βρήκαν τρία κρανία. Το ένα ήταν κολλημένο
στους βράχους περιβαλλόμενο από σταλακτίτες.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του χωριού και από τα λεγόμενα των κατοίκων φαίνεται
πως η περιοχή είχε κατοικηθεί σε όλες τις εποχές με μια μικρή απομάκρυνση των Ελλήνων
την εποχή της Τουρκοκρατίας.
Από τις παλαιότερες οικογένειες ήταν οι: Μονιάκηδες, Λαγγουβάρδοι,
Τσαγκαράκηδες, Ουρανοί, Καραβάνηδες και Μποτόνηδες.

ΕΛΕΝΕΣ
Χωριό της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται νότια του Ρεθύμνου, σε απόσταση 38χμ.
απ’ αυτό και σε υψόμ. 720μ. έχει 200 κατοίκους. Αποτελεί κοινότητα μαζί με τα Μ ε σ ο ν ή
σ ι α.
Το όνομά του το πήρε, σύμφωνα με την παράδοση, από δυο καλόγριες που
ονομάζονταν Ελένες και αντιπροσώπευαν το μοναστήρι Καλοείδαινα, που ήταν μετόχι στις
Ελένες.
Είναι το αρχαιότερο γνωστό χωριό της περιφέρειας. Με τη σημερινή του μορφή
εμφανίστηκε τον 4 ο αιώνα μ.Χ. Τα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής πιστοποιούν ότι
στην ίδια τοποθεσία πρέπει να υπήρχε χωριό κατά τη μινωική εποχή. Οι πολλές βυζαντινές
εκκλησίες του χωριού φανερώνουν ότι αυτό άκμασε κατά την βυζαντινή εποχή.
Οι κάτοικοι του χωριού είναι γνήσιοι Κρήτες. Οι παλιότερες οικογένειες είναι: οι
Μαρκαντώνηδες, οι Χριστοδουλάκηδες, οι Κουκλινοί, οι Χειμωνάκηδες, οι Γιανναράκηδες,
οι Λαρεντζάκηδες, οι Πολιτάκηδες, οι Πατεράκηδες, οι Μανουσάκηδες, οι Αλεξανδράκηδες
και οι Χαιρέτηδες.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το χωριό καταλήφθηκε από τους Τούρκους.
Στο γεγονός αυτό οφείλονται και τα τούρκικα τοπωνύμια που έχουν διατηρηθεί μέχρι
σήμερα στη περιοχή, όπως Μ π έ η, Γ ι ο υ σ ο ύ φ Α γ ά ς κλπ.
Οι κάτοικοι του χωριού, στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, περιέθαλψαν
πολλούς συμμάχους Άγγλους, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς και Αμερικάνους. Επιπλέον, εδώ
το καλοκαίρι του 1941, εγκαταστάθηκε από τους συμμάχους ο πρώτος ασύρματος όλης της
Κρήτης.
Στη θέση Κ ο υ κ ο γ ι ά ν ν η οι αρχαιολογικές ανασκαφές που έκανε ο κ.
Μαρινάτος έφεραν στο φως αρχαίο τείχος.
Ο ίδιος αρχαιολόγος ανακάλυψε, το 1927, την τρύπα Μαριελέ, που είναι σπήλαιο
με στοές, στις οποίες υπάρχουν σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Βρίσκεται απέναντι από το
χωριό και δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί.
Στη διάνοιξη του δρόμου του χωριού, που έγινε μετά το 1930, βρέθηκαν δυο
πέλεκεις μινωικής εποχής, οι οποίοι βρίσκονται στο Μουσείο του Ρεθύμνου. Στο χωριό
επίσης υπάρχουν δυο φυλάκια Τούρκων ερειπωμένα.
Σ’ ένα φαράγγι του χωριού υπάρχει μια πηγή, «της Παπαδιάς η Βρύση» που το νερό
της βγάζει μικρούς κοριαλούς (οστρακοειδή). Το φαινόμενο αυτό δε συμβαίνει πουθενά
αλλού στην επαρχία Αμαρίου. Στη θέση Δ ι σ κ ι α ν ά φημολογείται ότι είναι θαμμένη μια
χρυσή γουρούνα και δώδεκα χρυσά γουρουνάκια.
Οι εκκλησίες του χωριού είναι ο Άγιος Νικόλαος, δίκλιτη βυζαντινή, το δεύτερο
κλίτος η Κοίμηση της Αγίας Άννας (1780). Βάσει των τοιχογραφιών της χρονολογείται στον
11 ο με 12 ο αιώνα. Το κτίριο όμως πιθανολογείται ότι κτίστηκε νωρίτερα. Ήταν μικρό
εκκλησάκι του 8 ου αιώνα μαζί με νεκροταφείο. Ο Σωτήρας Χριστός (Μεταμόρφωση)
βρίσκεται στο σημερινό νεκροταφείο του χωριού και σώζεται απ’ αυτή μόνο ένας τοίχος.
Θεωρείται προγενέστερη του Αγίου Νικολάου και έχει μερικές τοιχογραφίες. Ο Άγιος
Γεώργιος, πολύ παλιό παρεκκλήσι βυζαντινής εποχής, από το οποίο σωζόταν ένας τοίχος με
τοιχογραφίες, που καταστράφηκε, όταν ανακαινίστηκε το 1950. Τέλος η Αγία Ειρήνη, πολύ
παλιό ξωκλήσι, το οποίο ανακαινίστηκε το 1982. Δε σώζεται πια τίποτα από τα παλιά του
στοιχεία παρά μόνον μια βυζαντινή εικόνα.

ΕΛΕΥΘΕΡΝΑ*
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 25χμ. ανατολικά από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται σε υψόμ. 370μ. και έχει 225 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κύρια με την
κτηνοτροφία και λιγότερο με τη γεωργία. Τα προϊόντα τους είναι γάλα, λάδι, δημητριακά,
σταφίδα κρασί, κρέας και μαλλί.
Το σημερινό χωριό της Ελεύθερνας βρίσκεται κοντά στην αρχαία ομώνυμη πόλη
από την οποία πήρε το όνομά του. Το όνομα της αρχαίας πόλης προήλθε από τον Κουρήτη
Ελευθέρνο, που κάποτε ήταν άρχοντάς της και αντικατέστησε το προηγούμενο όνομα Σ ά τ
ρ α. Η αρχαία πόλη της Ελεύθερνας βρισκόταν στο δυτικό μέρος του όρους της Ίδης.

Μέχρι το 1934 το σημερινό χωριό της Ελεύθερνας αποτελούσε μαζί με άλλα πέντε
χωριά, μια κοινότητα με τον Πρινέ, που ήταν έδρα κοινότητας. Σήμερα, η Ελεύθερνα
αποτελεί ξεχωριστή κοινότητα, ενώ τα υπόλοιπα χωριά ανήκουν στην κοινότητα
Μαργαρίτες. Οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού αναφέρουν, ότι το χωριό τους πήρε το
όνομά του από το γεγονός ότι παλιά, όποιος ζητούσε άσυλο, η πόλη του έδινε και έτσι
αποκτούσε την ελευθερία του. Γι’ αυτό λοιπόν το χωριό ονομάστηκε Ελεύθερνα. Το χωριό,
πριν πάρει τη σημερινή του μορφή, αποτελούνταν από πολλά μετόχια, τα Α ν α χ ο ρ δ ο μ έ
τ ο χ α που με την ένωσή τους αποτέλεσαν την κοινότητα της Ελεύθερνας.
Το πότε εμφανίζεται το χωριό με τη σημερινή του μορφή δε μας είναι γνωστό. Από
διηγήσεις των κατοίκων καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το χωριό εμφανίζεται πριν 300
περίπου χρόνια. Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Νικολουδάκηδες, Τζανιδάκηδες,
Τζιλιγκάκηδες, Ξεκάκηδες, Τσικουδάκηδες, Κατσαμάδες.
Το 1866, στην ανατίναξη της Μονής Αρκαδίου, μετείχαν πέντε καλόγεροι από την
Ελεύθερνα, που έδωσαν, μαζί με όλους τους κλεισμένους στη μονή, τη ζωή τους για την
αποτίναξη του τούρκικου ζυγού. Αργότερα, στη Μάχη της Κρήτης, πολλοί κάτοικοι της
Ελεύθερνας πήραν μέρος στην εξόντωση των Γερμανών αλεξιπτωτιστών στη θέση
Π α τ ζ ι μ ά και Ε σ τ α υ ρ ω μ έ ν ο. Μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς,
το χωριό της Ελεύθερνας δεν κατοικήθηκε από τους κατακτητές, οι οποίοι αποσπούσαν με
εφόδους τρόφιμα και ζώα για το στρατό τους και τους κατοίκους τους έστελναν για
αγγαρείες στο Τυμπάκι.
Στην τοποθεσία Ν η σ ί, στο κάτω μέρος του χωριού, υπάρχουν 99 δεξαμενές της
αρχαίας Ελεύθερνας. Οι δεξαμενές αυτές ήταν εκατό, η εκατοστή έχει χαθεί λένε μάλιστα,
ότι την έχουν κρύψει, γιατί περιέχει πολλούς θησαυρούς και γιατί εκεί είναι η είσοδος της
αρχαίας πόλης. Στην περιοχή Μ ν ή μ α τ α, βόρεια του χωριού, έχουν βρεθεί αρκετοί
λαξευμένοι τάφοι -γι’ αυτό και η περιοχή αυτή πήρε το όνομα Μνήματα. Στην τοποθεσία
Π ε ρ ι σ τ ε ρ έ ς υπάρχει ένα μεγάλο σπήλαιο. Στα σύνορα του Πρινέ και της Ελεύθερνας
υπάρχει ο Χαϊνόσπηλιος, όπου ήταν το λημέρι των ανταρτών χαΐνηδων. Νότια του χωριού
υπάρχουν τα ερείπια αγγειοπλαστείου της αρχαίας Ελεύθερνας, στην τοποθεσία
Ε λ λ ε ν ι κ ό. Επίσης, στη θέση Κ α μ ά ρ α -στο χώρο της αρχαίας Ελεύθερνας- υπάρχει η
αρχαιότερη, όπως λένε, γέφυρα.
Στο χωριό υπάρχουν και οι εκκλησίες της Κοίμησης της Θεοτόκου, βυζαντινής
εποχής, με εικόνες μεγάλης αξίας, που ήταν μετόχι της Μονής Αρκαδίου και το 1895
ανακαινίσθηκε, και της Αγίας Παρασκευής, που κτίστηκε επί Τουρκοκρατίας και έχει
διακοσμηθεί με τοιχογραφίες.

ΕΞΑΝΤΗΣ
Οικισμός της κοινότητας Μελιδονιού Μυλοποτάμου, με 150 κατοίκους, σε υψόμ.
100μ. Γύρω από τον οικισμό, παλιά, υπήρχαν εξήντα μικρά χωριά, των οποίων σώζονται τα
ερείπια, γι’ αυτό και πήρε το όνομα Εξάντης.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το χωριό λεγόταν Αξέντης. Στην εποχή των
Σαρακηνών το χωριό κάηκε από τους φοβερούς πειρατές.

ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 35,5χμ. από το Ρέθυμνο,
βρίσκεται σε υψόμ. 270μ.. και έχει 400 κατοίκους. Στην κοινότητα υπάγονται και οι
οικισμοί Δ α φ ν έ δ ε ς, Κ ε φ ά λ ι και Μ ο ύ σ ε ς.
Το όνομα του χωριού δικαιολογείται από το ότι παλιά εκεί υπήρχε η έδρα της
επισκοπής Αυλοποτάμου, η οποία καταστράφηκε από τις επιδρομές των φοβερών
Σαρακηνών και μεταφέρθηκε στο Ρέθυμνο. Αργότερα, όταν έφυγαν οι Σαρακηνοί,
ιδρύθηκαν πάλι οι επισκοπές που υπήρχαν εκεί και έτσι το χωριό πήρε το όνομα Επισκοπή
για να θυμίζει ότι στη θέση αυτήν παλιά ήταν η έδρα της επισκοπής.
Το χωριό πρέπει να υπήρχε από πολύ παλιά. Ήδη το 12 ο αιώνα μ.Χ. εμφανίζει
μεγάλη ανάπτυξη, είχε βυρσοδεψείο και νομισματοκοπείο. Η επισκοπική εκκλησία είχε
σύνθρονο, που σημαίνει ότι εκεί γίνονταν και σύνοδοι. Μάλιστα, κοντά στην εκκλησία
βρέθηκαν και 1.000 τρίκορφοι τάφοι, γεγονός που δηλώνει ότι παλιά ήταν τιμή να
θάβονται σε κείνο το μέρος.
Στο χωριό της Επισκοπής υπάρχουν και δυο πύργοι που κτίστηκαν την εποχή της
Τουρκοκρατίας. Ο ένας πύργος κτίστηκε το 1450 και ανήκε στους Κερίμηδες. Ο πρώτος
κάτοικος του πύργου ήταν κάποιος Κερίμης Αγάς, που ήταν κρυπτοχριστιανός, και η
σύζυγός του ήταν Κρητικιά. Στον πύργο αυτό σκοτώθηκαν 400 Κρητικοί και Τούρκοι
Χριστιανοί μετά από 8 μέρες πολιορκίας. Μάλιστα, στις τελευταίες δραματικές ώρες των
πολιορκουμένων, όταν το νερό δεν μπορούσε να έλθει απ’ έξω, άρχισαν να πίνουν από ένα
πιθάρι, τη Γούμπα.
Το νερό το πέρναγαν μέσα από μαντήλια, γιατί το πιθάρι είχε σκουλήκια. Η Γούμπα
αυτή υπολογίζεται να είναι 600 χρόνων. Στο υπόγειο του πύργου, λένε ότι υπάρχει
εκκλησία η οποία δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Η εκκλησία αυτή υπήρχε για να μπορούν
να κοινωνούν οι Τούρκοι Χριστιανοί. Επίσης, μέσα στον πύργο, υπάρχει μύλος,
ελαιοτριβείο κι ένας φούρνος που μπορεί να ψήσει 40 κιλά ψωμί, και λίγο πιο κει ο
επίσημος φούρνος που έψηναν του αγά το φαΐ. Ακόμα διασώζονται και οι πολεμίστρες
του. Έχει βρεθεί ένα καριοφίλι εκείνης της εποχής και ένα μαχαίρι σκαλιστό. Σώζεται ακόμη
η μεγάλη τραπεζαρία του πύργου, το βορδώνα, όπως τη λέγανε.
Όταν προδόθηκε το μυστικό, έγινε μεγάλο τραπέζι για χάρη ενός Τούρκου
αξιωματικού που πήγε να διαπιστώσει αν η καταγγελία που είχε γίνει για τους Τούρκους
ήταν βάσιμη. Πήγε λοιπόν Μεγάλη Παρασκευή για να δει αν τρώνε κρέας. Όμως, εκείνοι
έμαθαν έγκαιρα τον ερχομό του Τούρκου αξιωματικού, έσφαξαν ένα μεγάλο τράγο και τον
μαγείρεψαν. Μόνο ένας Τούρκος παππούς, με το όνομα Γρηγόρης, δεν έτρωγε κρέας, όμως
κι αυτός είχε δέσει παραπλανητικά το λαιμό του.

Ο δεύτερος πύργος βρισκόταν νοτιοανατολικά της Επισκοπής. Ήταν βυζαντινός και
το 1645 καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Αυτός ονομαζόταν Πύργος του Κουλέ.
Οι εκκλησίες της Επισκοπής είναι οι εξής: Η εκκλησία της Φραγκοκλησιάς ή Αγίου
Ιωάννου Προδρόμου, που βρίσκεται μέσα στην Επισκοπή, κτίστηκε επί Νικηφόρου Φωκά
και είναι μερικώς αναστηλωμένη, του Αγίου Αντωνίου, που χτίστηκε από τους Τούρκους
Χριστιανούς και της Αγίας Θεοδώρας κτισμένη μέσα σε μεγάλη σπηλιά.
ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΡΕΘΥΜΝΗΣ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Λέγεται και Μ ε γ ά λ η Ε π ι σ κ ο π ή.
Βρίσκεται σε απόσταση 18χμ. δυτικά του Ρεθύμνου, βόρεια της Αργυρούπολης και της
αρχαίας Λάππας. Έχει υψομ. 90μ. Στο χωριό ζουν γύρω στα 800 άτομα. Η Επισκοπή είναι το
κυριότερο κέντρο της περιοχής με αρκετή εμπορική, τουριστική και πνευματική ζωή.
Από τα κυριότερα προϊόντα της περιοχής είναι το λάδι, τα σιτηρά, τα κηπευτικά και
τα χαρούπια.
Η ονομασία Επισκοπή δηλώνει ότι το χωριό υπήρξε έδρα επισκοπής τη δεύτεερη
βυζαντινή περίοδο, όπως εξάλλου κι άλλα οχτώ ομώνυμα χωριά στην Κρήτη.
Αρχικά, το χωριό ήταν έδρα της Επισκοπής Καλαμώνα, που αντικατέστησε την
παλιότερη Επισκοπή Λάππας. Όταν οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν την Κρήτη, το 961 μ.Χ.
βρήκαν την αρχαία Λ ά π π α καταστρεμμένη και στη θέση της ίδρυσαν την Επισκοπή
Καλαμώνα, η οποία αρχικά είχε ως έδρα της τη Λ ά π π α ή Λ ά μ π η. Μετά την παρακμή
όμως της Λάππας, από το τέλος του 10 ου αιώνα, η Επισκοπή Καλαμώνα αποτέλεσε τη
μητέρα τριών Επισκοπών: του Καλαμώνα, της Ρεθύμνης του Αυλοποτάμου και της Λάμπης
(και Σφακίων). Ο επισκοπικός ναός ήταν ο Άγιος Νικόλαος, που σήμερα είναι ερείπιο. Το
χωριό ωστόσο, κατοικούνταν από την πρώτη βυζαντινή περίοδο, όπως μαρτυρούν ερείπια
παλαιοχριστιανικού ναού, που ανακαλύφθηκαν κοντά στην πηγή Φουντάνα, στον ποταμό
Μουσέλλα. Ο ναός είχε μωσαϊκά δάπεδα σε σχήματα σταυρού.
Η Επισκοπή κατοικήθηκε από Ενετούς, όπως μαρτυρούν τα ερείπια των μεγάρων
τους. Όταν στις αρχές του αιώνα μας ο Gerola επισκέφθηκε το χωριό, είδε λατινικές
επιγραφές και ενετικές πόρτες.
Οι κάτοικοί του είναι γηγενείς Κρητικοί, άποικοι από τα γύρω χωριά, και κυρίως
από τα Σ φ α κ ι ά, την Α σ ή Γ ω ν ι ά κ.α.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Βαρδινογιάννηδες, Μενεγάκηδες, Μπαρσιόνηδες,
Λαμπρινουδάκηδες, Λουρνιδάκηδες, Κελαϊδήδες, Μακρυγιαννάκηδες, Σταυριανήδες,
Μιαρούληδες, Δελενάδηδες, Μπριλάκηδες, Πενθερουδάκηδες κ.α.
Ας σημειωθεί ότι η ιστορία της Επισκοπής είναι στενά συνδεμένη με τις ιστορικές
περιπέτειες των αρχαίων πόλεων Υ δ ρ α μ ί α ς και Λ ά π π α ς. Η περιοχή αυτή υπήρξε
ανέκαθεν (από τη μινωική εποχή και μέχρι σήμερα) αξιόλογο πολιτιστικό κέντρο.
Το 1583 κατοικούσαν στο χωριό -σύμφωνα με τα σημειώματα του
«Καστροφύλακα»- 446 κάτοικοι. Η Επισκοπή παρέμεινε αρκετά μεγάλη ως την επανάσταση
του 1821. Τότε έγιναν μεγάλες μάχες στην περιοχή, καθώς απ’ αυτήν περνούσαν οι Τούρκοι
του Ρεθύμνου για τον Α π ο κ ό ρ ω ν α. Το αποτέλεσμα ήταν να ερειπωθούν πολλά σπίτια,

που μαρτυρούσαν έντονα την τούρκικη δουλεία, όταν το 1834 ο Pashley ήρθε στο χωριό.
Στην περιοχή της Επισκοπής έγιναν σπουδαίες μάχες και το 1866.
Το χωριό πρέπει να υπήρχε από τους αρχαίους ήδη χρόνους, μια και έχουν βρεθεί
ερείπια αρχαίων κτισμάτων στη γύρω περιοχή. Πιστεύεται μάλιστα ότι η Επισκοπή ήταν
πολύ πιο κοντά στη θάλασσα -στα όρια του νομού Χανίων και Ρεθύμνης. Ο ισχυρισμός
αυτός ενισχύεται από την ύπαρξη ενός τεράστιου σιδερένιου δοκού απ’ αυτούς που
έδεναν τα καράβια. Ίσως και ένα μέρος του τμήματος του χωριού ήταν καλυμμένο από
θάλασσα, όπου με την πάροδο του χρόνου και με τις ανακατατάξεις στο γεωλογικό πεδίο
που έγιναν στην Κρήτη, τραβήχτηκε πιο μέσα. Πάντως, το χωριό πρωτοεμφανίστηκε με τη
σημερινή του μορφή από τους βυζαντινούς χρόνους.
Στις συμβολές, μάλιστα, του ποταμού Μουσέλλα υπάρχει μια στοά -ίσως να είναι
και αρχαίο κτίσμα- που πηγαίνει παράλληλα με τη θάλασσα και χρησιμοποιήθηκε σαν
κρησφύγετο επί Γερμανικής Κατοχής. Επίσης, κοντά στον ποταμό έχουν βρεθεί ερείπια,
που ίσως αποτελούν τα ερείπια της αρχαίας πόλης Υ δ ρ α μ ί α.
Στα σύνορα Επισκοπής – Δραμίων, 2χμ. δυτικά του χωριού, έχει βρεθεί δάπεδο
ψηφιδωτό. Σε πολλές όπως είπαμε περιοχές γύρω από το χωριό έχουν βρεθεί αρκετά
ευρήματα όπως βύσαλα, αγγεία, πιθάρια κ.α.
Επειδή η Επισκοπή παλιά αποτελούσε έδρα εκκλησιαστικής επισκοπής, φυσικό
είναι να υπάρχουν και αρκετές εκκλησίες όπως, ο Προφήτης Ηλίας που αποτελεί το
μητροπολιτικό ναό του χωριού, η Παναγία, ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Γεώργιος, η
Μεταμόρφωση Χριστού, η Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Παντελεήμονας, η Αγία Παρασκευή –
είναι κτισμένη πάνω σε βράχο- ο Άγιος Κωνσταντίνος, αποτελεί την εκκλησία του
νεκροταφείου του χωριού, ο Άγιος Δημήτριος, άλλη μια εκκλησία αφιερωμένη στην
Παναγία και επίσης, μια εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου, στη θέση
Μ π ι ρ μ α ν ή καθώς και η εκκλησία του Αγίου Ευστρατίου. Για την εκκλησία μάλιστα του
Αγίου Ευστρατίου λέγεται ότι η Αικατερίνη Βαρδινογιάννη, είδε θαμμένη σε μια στέρνα
στον περίβολο της εκκλησίας, την καμπάνα που πιθανόν να την είχαν κρύψει από τα
άπληστα χέρια των Τούρκων. Αυτή ζήτησε τη βοήθεια των χωριανών που μαζί με την
καμπάνα ξέθαψαν και πολλά πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη. Στο σημείο εκείνο κτίστηκε η
σημερινή εκκλησία του Αγίου Ευστρατίου. Μάλιστα, λέγεται ότι η παλιά εκκλησία
αποτελούσε έδρα επισκόπου. Από αυτήν την εκκλησία βρέθηκαν μόνο ερείπια.
Από το χωριό αυτό κατάγεται και ο αξιόλογος αποθανών πολιτικός Παύλος
Βαρδινογιάννης και τα αδέλφια του, οι οποίοι είναι γνωστοί στην οικονομική ζωή της
Ελλάδας και του εξωτερικού. Έχουν ενισχύσει οικονομικά το χωριό τους και χρηματοδοτούν
πολλές πολιτιστικές πρωτοβουλίες των κατοίκων της περιοχής.

ΖΟΥΡΙΔΙ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 20χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται σε υψόμ. 60μ. κι έχει σήμερα 90 κατοίκους.
Οι χωριανοί υποστηρίζουν ότι η ονομασία Ζουρίδι προέρχεται από τη λέξη ζουρίδα,
που σημαίνει κουνάβι και ονομάστηκε έτσι γιατί στην περιοχή υπήρχαν πολλά κουνάβια.
Σύμφωνα πάντα με μαρτυρίες των κατοίκων, ζουρίδα στην τοπική διάλεκτο σημαίνει
ενέδρα. Στην Τουρκοκρατία, λοιπόν έστηναν συνεχώς ενέδρες στους Τούρκους. Έτσι λοιπόν
το χωριό από τις πολλές ενέδρες ονομάστηκε Ζουρίδα.
Ο Pendlebury αναφέρει ότι στην περιοχή του χωριού βρέθηκαν ερείπια
υστερομινωικού ΙΙΙ πολιτισμού και ρωμαϊκών χρόνων. Σώζεται επίσης ένα κτίριο ενετικής
εποχής, με ένα λιοντάρι στην πόρτα και θόλους. Από τα παραπάνω συνάγεται το
συμπέρασμα ότι το χωριό υπήρχε από παλιά, όχι όμως στην ίδια θέση.
Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Δρανδάκηδες, Αγριμάκηδες, Σπαντιδάκηδες,
Σηφογιαννάκηδες, Καβρουλάκηδες, Λελεδάκηδες, Μπιράκηδες, Κουτσουδάκηδες,
Κουντουράκηδες κ.α. Από το χωριό κατάγεται και ο πρώην υπουργός και βουλευτής
Σταύρος Μπίρης.
Η παράδοση αναφέρει ότι το 1866 οι Τούρκοι έκλεισαν όλους τους χωριανούς σ’
ένα κατώι. Μόνο ένας Δρανδάκης είχε διαφύγει. Έριξε μια μπαταριά, έσβησε το λυχνάρι
και δημιουργήθηκε πανικός. Οι Τούρκοι φοβήθηκαν πως είχαν κυκλωθεί κι έφυγαν, χωρίς
να πειράξουν τους έγκλειστους.
Λέγεται επίσης ότι τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας η ομάδα Μπίρης-
Νικόδημος-Αποστολάκης προκαλούσε πολλές συμφορές στους Τούρκους. Υπάρχει και η
σχετική μαντινάδα:

«Ο Μπίρης, ο Νικόδημος και το Γερανιωτάκι
εκάνανε την Τουρκιά κι ήπιανε το φαρμάκι».

Αυτή η ομάδα έσφαζε τους Τούρκους μέσα στα σφαγεία. Την περίοδο της
Γερμανικής Κατοχής, οι Γερμανοί συνέλαβαν μόνο τον πρόεδρο του χωριού. Τον μετέφεραν
στο Ρέθυμνο, τον δίκασαν για ανύπαρκτη αιτία και τελικά τον ελευθέρωσαν.
Έξω από το χωριό υπάρχει το ξωκλήσι Μεταμόρφωση του Σωτήρα. Είναι βυζαντινής
εποχής με τοιχογραφίες.
Πριν από 100 περίπου χρόνια, κτίστηκε ο Άγιος Παντελεήμονας, η κεντρική
εκκλησία του χωριού.

ΖΩΝΙΑΝΑ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 52χμ. από το Ρέθυμνο, σε
υψόμ. 640μ. στις βόρειες πλαγιές του Ψηλορείτη και έχει, σύμφωνα με τη στατιστική του
έτους 1977, 1.450 κατοίκους.
Για την προέλευση του ονόματος του χωριού δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες.
Λέγεται πάντως πως όταν ήλθε ο Νικηφόρος Φωκάς με το στράτευμά του, κάποιοι
στρατιώτες οι οποίοι φορούσαν διακριτικές ζώνες εγκαταστάθηκαν στο χωριό. Ίσως λοιπόν
απ’ αυτούς να πήρε το χωριό το όνομά του. Λέγεται επίσης πως η παλιότερη ονομασία του
χωριού ήταν Ζ ο υ-Λ ά κ κ ο ς ή Ζ ώ η Λ ά κ κ ο ς ή Λ ά κ κ ο ς τ ο υ Δ ί α (Ζευς + λάκκος).
Το Ζου-λάκκος σημαίνει μάλλον οροπέδιο του ζώου.
Η κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι η κτηνοτροφία -παράγουν φημισμένα
κτηνοτροφικά προϊόντα- και η γεωργία με ελαιοκαλλιέργεια και αμπελοκαλλιέργεια.
Η συμμετοχή των χωριανών σ’ όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες στάθηκε
μεγάλη και σπουδαία. Από την πρώτη ήδη επανάσταση του γένους, το 1821, οι Ζωνιανοί
πήραν τα όπλα εναντίον των Τούρκων. Ο Ζωνιανός Μιχάλης Μαυρογιάννης ή Μελιτάκας
έφερε στην Κρήτη τη φλόγα της επανάστασης, αφού προηγουμένως είχε φθάσει μέχρι την
Κωνσταντινούπολη και είχε συναντηθεί με μέλη της Φιλικής Εταιρείας που του είπαν πως
άρχισαν την επανάσταση.
Η πρώτη μάχη που έδωσε ο Μαυρογιάννης ήταν στο Μύρωνα Ηρακλείου. Κατόπιν,
έγινε αρχηγός, όχι μόνο της επαρχίας Μυλοποτάμου, αλλά ολόκληρου του νομού. Σε μια
μάχη, στο χωριό Μ π ρ ά χ ι μ ο, πληγώθηκε και πέθανε του Άγιου Μάμα. Το 1866, στην
επανάσταση του Αρκαδίου δεκαεπτά Ζωνιανοί, μαζί με άλλους Κρητικούς, βρέθηκαν
κλεισμένοι στο κελάρι της μεγάλης τραπεζαρίας της μονής, συνολικά τριάντα επτά άτομα.
Οι Τούρκοι ήδη είχαν μπει στη μονή και είχαν κατασφάξει όλους όσους βρίσκονταν μέσα.
Μόνο οι 37 αυτοί Κρητικοί είχαν μείνει τελευταίοι, γι’ αυτό και αποφάσισαν να κλειστούν
στο κελάρι για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Οι Τούρκοι όμως μόλις κατάλαβαν
ότι οι έγκλειστοι δε θα προέβαλαν καμιάν αντίσταση, τους έβγαλαν με δόλο έξω από το
κελάρι και τους κατέσφαξαν, έναν έναν κόβοντας τα κεφάλια τους επάνω στο τραπέζι.
Στην ίδια επανάσταση του 1866, οι Ζωνιανοί μετά από μια μάχη στη Μονή Χαλέπας,
πάνω από το Γ ε ν ί Γ κ α β έ, κατέλαβαν ένα πυροβόλο, το οποίο με πολύ κόπο ανέβασαν
στο βουνό και το έκρυψαν. Την επομένη οι Τούρκοι περικύκλωσαν το χωριό των Ζωνιανών
και προσπαθούσαν με κάθε μέσο να μάθουν που είχαν κρύψει το πυροβόλο. Οι Ζωνιανοί
παρά τις πιέσεις δεν ενέδωσαν μόνο ένας ήταν έτοιμος να το μαρτυρήσει, όμως, όταν τον

προειδοποίησαν ότι όποιος μαρτυρήσει το μυστικό θα εκτελεστεί αμέσως, τον απέτρεψαν
από την προδοσία.
Οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να φύγουν άπρακτοί. Έτσι το πυροβόλο διασώθηκε και
τοποθετήθηκε μέσα στην εκκλησία του χωριού σαν ιερό κειμήλιο των αγώνων τους. Το
πυροβόλο όμως αυτό δεν έμελλε να μείνει για πολύ στα χέρια τους. Με την απελευθέρωση
της Κρήτης και με την έλευση του αρμοστή Κρήτης πρίγκιπα Γεωργίου, οι κάτοικοι θέλησαν
να τον υποδεχτούν με κανονιοβολισμούς. Μόλις ο Γεώργιος άκουσε τους
κανονιοβολισμούς απόρησε πως βρέθηκε το πυροβόλο στα χέρια τους και επειδή η
εφαρμογή της συνθήκης ειρήνης προέβλεπε τον αφοπλισμό των κατοίκων, ο πρίγκιπας
έμαθε την ιστορία του πυροβόλου και διέταξε τη μεταφορά του στο Ρέθυμνο, όπου
σήμερα βρίσκεται στο Πολεμικό Μουσείο Ρεθύμνου.
Στον αγώνα του 1912-22, δεκατρείς Ζωνιανοί έχασαν τη ζωή τους για το μεγάλο
όνειρο της πατρίδας τους.
Τέλος, στον πόλεμο του 1940, δεκαεπτά Ζωνιανοί δίνουν και αυτοί τη ζωή τους για
να μην πέσει η Κρήτη στα χέρια των Γερμανών. Και μετέπειτα στην Εθνική Αντίσταση κατά
των Γερμανών κατακτητών έδειξαν τη γενναιότητά τους, με αρχηγό τον παπά-Γιάννη Ζερβό,
προσφέροντας καταφύγιο στους συμμάχους αξιωματικούς και οπλίτες.
Στα Ζωνιανά υπάρχει και το σπήλαιο Τρύπα του Σεντόνη. Την ονομασία του οφείλει
στο βυζαντινό εκκλησάκι Άγιο Αντώνιο, Sain-Antonio. Έχει βάθος 400μ. και είναι φημισμένο
για τις πολλές αίθουσές του και για τον περίφημο διάκοσμό του από σταλαγμίτες και
σταλακτίτες.
Ο Άγιος Γεώργιος αποτελεί τον ενοριακό ναό του χωριού. Τώρα όμως κτίζεται ένας
άλλος μεγαλύτερος ενοριακός ναός, του Τιμίου Σταυρού. Υπάρχει και το ξωκλήσι του
Τιμίου Σταυρού στα βορειοανατολικά του χωριού.
Στο χωριό τη Μεγάλη Βδομάδα οι κάτοικοι, κυρίως τα παιδιά, μαζεύουν κλαδιά και
κάνουν ένα μεγάλο σωρό, ύψους τεσσάρων μέτρων, οφανό όπως τον λένε οι κάτοικοι. Στην
κορυφή του τοποθετούν ένα ομοίωμα του Ιούδα και το Μεγάλο Σάββατο με το άκουσμα
του «δεύτε λάβετε φως» καίνε τον Ιούδα.
Επίσης αφορμή για μεγάλο πανηγύρι δίνει και το κούρεμα των προβάτων.

ΘΕΟΔΩΡΑ*
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 44χμ. από το Ρέθυμνο. Βρίσκεται σε
υψόμ. 320μ. και έχει 193 κατοίκους.
Το όνομά του το χωριό το οφείλει στην πρώτη γυναίκα που το κατοίκησε και που
λεγόταν Θεοδώρα Φετοκάκη, δεν έμεινε όμως πολύ εδώ και δεν άφησε απογόνους γιατί
την αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι.
Οι πρώτοι κάτοικοι του σημερινού χωριού ήρθαν το 1808 από το διπλανό Αϊμόνα
και είναι οι Φλουρήδες που κατάγονται από το Λ α σ ί θ ι.
Το καιρό της Κατοχής στο χωριό είχε συσταθεί αντιστασιακή ομάδα, με επικεφαλής
τον ε.α. υποστράτηγο Βάμβουκα.
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ
Με την τελευταία απογραφή οι κάτοικοι του χωριού ήταν 123 άτομα. Τη
μεγαλύτερη άνθηση παρουσίαζε το χωριό την εποχή του 1940. Οι κάτοικοί του τη
χρονολογία αυτή ήταν 283 άτομα. Έχει αναδείξει πολλούς επιστήμονες αλλά στο χωριό
μέσα παραμένουν ελάχιστοι νέοι.
Κοντά στο χωριό Θεοδώρα υπάρχει ερειπωμένο ένα άλλο χωριό με το όνομα
Αμυγδαλιά. Κατοικήθηκε μόνο από τους Τούρκους, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τους
κατοίκους του χωριού Θεοδώρα σαν Ραγιάδες. Οι κάτοικοι της περιοχής έδιωξαν τους
Τούρκους χωρίς όπλα, καταστρέφοντάς τους τα σπαρτά, κλέβοντας τα ζώα και έτσι έμεινε
και το προνόμιο της ζωοκλοπής. Όπως αναφέρεται οι Τούρκοι δεν κατοίκησαν στο χωριό
Θεοδώρα.
Οι εκκλησίες του χωριού είναι ο Άγιος Γεώργιος, κτισμένος το 1914 ο οποίος είναι
και ο πολιούχος. Επίσης η εκκλησία Μεταμόρφωση του Σωτήρα, κτίστηκε το 1964.
Έξω από το χωριό υπάρχει ένα ερειπωμένο σπήλαιο με την ονομασία «Αράπη
σπήλαιο» ή Λεοντόσπηλο». Η παράδοση αναφέρει ότι εκεί κατοικούσε άνθρωπος
υπερφυσικής δύναμης ο οποίος σκότωνε, λεηλατούσε και έτρωγε τους περαστικούς
ανθρώπους. Το σπήλαιο αυτό δεν είναι φυσικό αλλά φτιαγμένο με τεράστιες πέτρες
ακατέργαστες, η δε οροφή είναι σκεπασμένη με πλάκες μεγάλου πάχους. Είναι κτισμένο
μέσα σε φυσικό άνοιγμα που κάνει το βουνό Σταυρομούρη. (Διασταύρωση δρόμων έδωσε
την ονομασία στο βουνό). Για να ανακαλύψουν σε ποιο σημείο χάνονταν οι άνθρωποι
έκτιζαν πύργους. Ο πρώτος Πύργος κτίσθηκε στη θέση Δοξαρού – Μασκάλη, της κοινότητας
Απλαδιανών. Ο δεύτερος στην τοποθεσία Σαμιόλη της κοινότητας Δοξαρού. Ο τρίτος στην
τοποθεσία Μαυρόματο της ίδιας κοινότητας. Ο τέταρτος στην τοποθεσία Λαμπίρη της

κοινότητας Θεοδώρα. Και ο πέμπτος στην τοποθεσία Ρουσομάσκαλα της κοινότητας
Αλόϊδες. Οι πύργοι επικοινωνούσαν μεταξύ τους με κάποιο τρόπο. Είχαν φτιαγμένα
βούκινα από τα κέρατα του βοδιού. Όταν περνούσαν οι διαβάτες ο κάθε πύργος έδινε
σήμα ότι πέρασαν. Ο επόμενος άκουγε και περίμενε να τους δει. Αν περνούσαν σφύριζε, αν
όχι τότε καταλάβαιναν ότι χάθηκε στη συγκεκριμένη περιοχή. Έτσι εντοπίστηκε ότι το
τέρας βρισκόταν ανάμεσα στον πύργο Μαυρομάτου και Θεοδώρα. Ο πιο δυνατός άντρας
της περιοχής, ο Μανουράς από τα Ανώγια ήρθε να τον σκοτώσει. Σε μάχη που δόθηκε
μεταξύ τους σκοτώθηκε ο λεοντάνθρωπος, ελευθερώθηκε η περιοχή, ο δε Μανουράς πήρε
σαν πληρωμή 300 πρόβατα.
Στην τοποθεσία Άγιος Ιωάννης, υπάρχει ερειπωμένη εκκλησία και στη γύρω περιοχή
υπάρχουν τάφοι και οστά.
Μάλλον πρόκειται για χριστιανικούς τάφους. Ο συγκεκριμένος τάφος που βρέθηκε
από το γραμματέα της κοινότητας ήταν κτισμένος με λάσπη. Επάνω ήταν σκεπασμένος με
πλάκα και μέσα βρέθηκε ένα μόνο κρανίο μεγάλου ανθρώπου κι ενώ ο τάφος ήταν μικρός
η περιοχή αυτή ονομάζεται «Οβραίων μνήματα».
Στην τοποθεσία Στέρνες – Μουρί ο αγρότης Φραγκίσκος Πουπαδάκης
καλλιεργώντας τα χωράφια του, βρήκε αγάλματα μικρού μεγέθους από πηλό και σε
ποσότητα τουλάχιστον 250. Η αρχαιολογική υπηρεσία Ηρακλείου πιστεύει πως είναι
αναπαράσταση του συμποσίου του Πλάτωνα. Επίσης στη γύρω περιοχή έχουν βρεθεί
κτίσματα και πιθάρια τα οποία θρυμματίστηκαν από τις καλλιέργειες.

ΘΡΟΝΟΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου, κτισμένο σε υψόμ. 520μ. στους
δυτικούς πρόποδες του Ψηλορείτη. Απέχει από το Ρέθυμνο 31 χμ. και έχει 114 κατοίκους.
Είναι κτισμένο στη θέση της αρχαίας Σ υ β ρ ί τ ο υ, όπου στην α’ βυζαντινή περίοδο
υπήρχε επισκοπικός θρόνος, απ’ όπου πήρε το σημερινό του όνομα το χωριό. Στην
τοποθεσία Θ ρ ο ν ι α ν ή Κ ε φ ά λ α υπάρχουν ίχνη της αρχαίας πόλης.
Στην περιφέρεια του χωριού υπάρχει μια ιαματική πηγή «της πέτρας το νερό», που
γιατρεύει όσους πάσχουν από ψαμμίαση.
Από το Θρόνο καταγόταν ο αρματολός Μάρκος Κουφάκης που, σύμφωνα με την
παράδοση, γέμισε ένα πηγάδι με πτώματα Τούρκων.
Στη μέση του χωριού, θεμελιωμένο σε επίπεδο με ρωμαϊκά ψηφιδωτά βρίσκεται το
βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγίας της Θρονιώτισσας που κτίστηκε το 14 ο αιώνα. Στην
κόγχη του ιερού υπάρχει μια ωραία τοιχογραφία με την επιγραφή «Η Θρονιώτισσα». Στο
χωριό ανήκει και η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, στην οποία υπάρχει τμήμα σαρκοφάγου με
στέμμα του Καλλέργη του 16 ου αιώνα.

ΚΑΛΑΜΑΣ
Οικισμός της κοινότητας Καλανδαρές της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται στα
ανατολικά του χωριού Καλανδαρές, σε υψόμ. 320μ. κι έχει 25 κατοίκους. Τον οικισμό του
χωριού χωρίζει, διασχίζοντάς το, ο Καλανταριανός ποταμός.
Η ύπαρξη του ποταμού που είναι γεμάτος από καλαμιές, έδωσε την αφορμή να
δοθεί το όνομα στον οικισμό.
Αν και μικρός, ο οικισμός έχει αρκετές εκκλησίες. Ο Άγιος Γεώργιος είναι ρυθμού
βασιλικής κι έχει κτιστεί τρεις φορές εξαιτίας αντίστοιχων καταστροφών.
Η Αγία Μαρίνα είναι παλιά ανακαινισμένη εκκλησία. Ο Άγιος Φανούριος βρίσκεται
κτισμένος μέσα σε σπηλιά. Η Αγία Παρασκευή είναι κι αυτή παλιά εκκλησία, με
κατεστραμμένες τοιχογραφίες.

ΚΑΛΑΝΔΕΡΕΣ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Μυλοποτάμου που κατοικείται σήμερα από 120
περίπου άτομα. Η προέλευση της ονομασίας του χωριού είναι άγνωστη. Η παράδοση
αναφέρει ότι πρώτος κάτοικος του χωριού υπήρξε ένας Τούρκος μουλά – πασάς, που ήταν
και ο αφέντης της περιοχής. Έφυγε όμως από δω, μετά την επανάσταση του 1866 και
εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο. Πριν φύγει, πούλησε τα κτήματά του στους κατοίκους του
Μ υ λ ο π ο τ ά μ ο υ, Χαλκιαδάκη και Μαθιουδάκη, που ήταν και οι πρώτοι Έλληνες
κάτοικοι του χωριού.
Οι κάτοικοι των Καλανδερών, κατά τη Γερμανική Κατοχή αντιστάθηκαν γενναία
στους κατακτητές, χύνοντας αρκετό αίμα στο βωμό της ελευθερίας.
Στο χωριό υπάρχουν οι εκκλησίες της Αγίας Παρασκευής, από την οποία πήρε και το
όνομά της η σπηλιά που βρίσκεται εκεί κοντά, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Αγίας
Μαρίνας και του Τίμιου Σταυρού.

ΚΑΛΗ ΣΥΚΙΑ
Συνοικισμός που ανήκει στην κοινότητα Αγίου Ιωάννη της επαρχίας Αγίου
Βασιλείου. Είναι κτισμένος σε υψόμ. 540μ. και έχει 150 κατοίκους. Την ονομασία του
οφείλει στην ύπαρξη μιας συκιάς, που φημιζόταν για τα καλά της σύκα.

Από το χωριό της Καλής Συκιάς καταγόταν και η οικογένεια Χαρισάκη,
αποτελούμενη από εννέα αδέλφια, απ’ τα οποία σκοτώθηκαν όλα, εκτός από ένα, στις
συμπλοκές που είχαν σε διάφορες εποχές με τους Τούρκους. Το ένα παιδί της οικογένειας,
που σώθηκε, μετανάστευσε το 1897 στην Αθήνα. Ο Ξενοφών -όπως ήταν τ’ όνομά του-
κατόρθωσε να διακριθεί σκοτώνοντας κάποιο φίδι που ζούσε στη λίμνη του Μαραθώνα και
αποτελούσε το φόβο των κατοίκων. Ο βασιλιάς Όθωνας, μάλιστα, είχε τάξει πως όποιος
σκοτώσει το φίδι, θα αμειφθεί καλά. Τότε, ο Ξενοφών -γνωστός περισσότερο με το
παρατσούκλι Ξηρούχης, πήρε το καριοφίλι του και κυνήγησε να σκότωσε το φίδι. Ήρθε η
ώρα της αμοιβής και το μόνο που ζήτησε από τον Όθωνα ήταν να κυκλοφορεί ελεύθερος
με τα άρματά του, πράγμα που έγινε. Τελικά, πέθανε στα Μ υ ρ ι ο κ έ φ α λ α Ρεθύμνης,
από γεράματα.
Ο Άγιος Πέτρος και ο Άγιος Ιωάννης αποτελούν τις δυο εκκλησίες του συνοικισμού.

ΚΑΛΛΕΡΓΩ ή ΚΑΛΛΕΡΓΟΣ
Οικισμός που ανήκει στην κοινότητα Αλφά Μυλοποτάμου. Έχει 8 μόνο κατοίκους.
Το όνομά του προέρχεται από το Βυζαντινό άρχοντα Αλέξιο Καλλέργη, έναν από τους
πρώτους επαναστάτες της Κρήτης εναντίον των Ενετών.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι Κατσιράκηδες και οι Λεμπιδάκηδες.
Ο Καλλέργος είναι χτισμένος ανάμεσα σε ερείπια από παλιά χωριάτικα σπίτια,
δείγμα ότι κάποτε είχε περισσότερους κατοίκους. Πιθανό να ήταν τόπος διαμονής των
δουλοπάροικων της φεουδαρχικής οικογένειας των Καλλέργηδων.
Στον οικισμό υπάρχει η εκκλησία της Παναγίας – Γέννηση της Θεοτόκου.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται νοτιοανατολικά του
Ρεθύμνου και σε απόσταση 33χμ. απ’ αυτό. Είναι κτισμένο σε υψόμ. 480μ. και έχει 170
κατοίκους. Τα κυριότερα προϊόντα που παράγονται στο χωριό είναι το λάδι, τα
εσπεριδοειδή, τα αμύγδαλα, τα καρύδια και τα κτηνοτροφικά. Εδώ υπάρχουν επίσης δυο
τυροκομεία.
Αρχικά το χωριό ονομαζόταν Κ ά σ τ ε λ λ α ς από το ενετικό φρούριο που βρίσκεται
ερειπωμένο πλέον σήμερα, στην περιοχή Κ ά σ τ ε λ λ α ς. Σύμφωνα μ’ ένα θρύλο πήρε το
όνομα Καλογέρου από έναν καλόγερο, ο οποίος πριν 350 χρόνια περίπου, απαρνήθηκε το
μοναχικό σχήμα και αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, που σήμερα δεν
υπάρχει, παντρεύτηκε, δημιούργησε οικογένεια και κατοίκησε πρώτος στο χωριό.
Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας κανένας Τούρκος δεν κατοίκησε εδώ.
Στη Γερμανική Κατοχή, το 1941, οι Γερμανοί κύκλωσαν το χωριό αναζητώντας
Άγγλους στρατιώτες. Δεν συνέλαβαν όμως κανέναν κάτοικο. Τραυμάτισαν όμως δυο και

σκότωσαν έναν γιατί προσπάθησε να φύγει. Στο χωριό υπάρχει και ηρώον στη μνήμη των
πεσόντων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι κάτοικοί του είναι γνήσιοι Κρήτες και ήρθαν από διάφορα μέρη της Κρήτης. Οι
παλιότερες οικογένειες είναι οι Δασκαλάκηδες, οι πρώτοι που ήρθαν μετά τον καλόγερο, οι
Δραμιτινοί, οι Κοντζαμπασάκηδες, οι Τριποδιανοί από το χωριό Τριπόδω του
Μυλοποτάμου, οι Πιγουνάκηδες από τα Πιγουνιανά, οι Σφακιανάκηδες από τα Σφακιά, οι
Μαρκίδηδες, οι Κυδωνάκηδες από την Κυδωνία Χανίων, οι Τσιουδάκηδες (παλιό επίθετο
Λινοξυλάκηδες), οι Ζουμπουλάκηδες, οι Σκουλουφιανάκηδες, οι Πανταγιάδες και οι
Θωμαδάκηδες.
Στο χωριό σώζονται ορισμένες παλιές και αξιόλογες εκκλησίες: της Αγίας Μαρίνας,
γοτθικού ρυθμού, αγιογραφημένη. Αναστηλώθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Του
Αγίου Ιωάννη (1347) γοτθικού ρυθμού, αγιογραφημένη και του Αγίου Γεωργίου του
μοναστηριού (1500). Οι αγιογραφίες που έχει είναι σε κακή κατάσταση. Επίσης του Αγίου
Αθανασίου και Κυρίλλου (1874), γοτθικού ρυθμού. Είναι η μητρόπολη του χωριού.

ΚΑΛΟΝΥΧΤΗΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται 18χμ. δυτικά του Ρεθύμνου.
Είναι κτισμένο σε λόφο με υψόμ. 250μ., στην τοποθεσία Ν ι κ η φ ό ρ ο ς. Στο χωριό ζουν
σήμερα 154 κάτοικοι. Κυριότερα προϊόντα της περιοχής είναι το λάδι και τα κτηνοτροφικά.
Σύμφωνα με την παράδοση το χωριό οφείλει το όνομά του στο πιο κάτω
περιστατικό: Όταν ο Νικηφόρος Φωκάς βρισκόταν στην Κρήτη, στρατοπέδευσε μια νύχτα
στον παραπάνω λόφο. Όταν ξημέρωσε, κάποιος τον ρώτησε: «Πως περάσατε τη νύχτα
σας;» κι εκείνος απάντησε: «Καλή νύχτα!» Έτσι το χωριό ονομάστηκε Καλονύχτης και η
τοποθεσία, όπου στρατοπέδευσε ο Νικηφόρος Φωκάς, Ν ι κ η φ ό ρ ο ς.
Ο Καλονύχτης κτίστηκε γύρω στο 10 ο αιώνα. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν γνήσιοι
Κρητικοί, άποικοι από άλλα χωριά.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι Γαλεροί, οι Γιουλούντηδες, οι
Μαθιουδάκηδες, οι Ηλιάκηδες, οι Χαλίκηδες, οι Σταυρουλάκηδες κ.α.
Στον Καλονύχτη υπάρχει ένας μύλος που θεωρείται ενετικό κτίσμα. Σήμερα
διατηρείται μόνο το κτίριο, χωρίς να λειτουργεί. Ενετικής περιόδου θεωρείται και η παλιά
διατηρητέα εκκλησία της Παναγίας που βρίσκεται στο κέντρο του χωριού.
Η παράδοση αναφέρει ότι τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μπήκαν οι Τούρκοι για να
την καταστρέψουν. Πήραν μια βαριά (σφυρί) και χτύπησαν την Αγία Τράπεζα στο σημάδι
υπάρχει και σήμερα. Με το χτύπημα ωστόσο πετάχτηκαν σπίθες, ενώ παράλληλα μια
μεγάλη μέλισσα εμφανίστηκε στο καμπαναριό. Οι Τούρκοι φοβήθηκαν κι έφυγαν, χωρίς να
πειράξουν την εκκλησία.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αναφέρεται και ο εξής θρύλος: Στον Καλονύχτη ζούσε
ο αλευρομυλωνάς Λαμπρινός Γάσπαρης. Όταν ήταν 18 χρονών, έκλεψε την Τουρκαμέτη,
την κόρη του αγά από τον Καλονύχτη, την έκανε Χριστιανή κι έφυγαν για τον Αποκόρωνα.
Για εκδίκηση ο αγάς έσφαξε το Μανόλη Ηλιάκη που ήταν επίσης μυλωνάς.

Στον Καλονύχτη, εκτός από την εκκλησία της Παναγίας, υπάρχει και το παλιό
εκκλησάκι Μιχαήλ Αρχάγγελος, στην τοποθεσία Μ ε τ ό χ ι. Ακόμη, πάνω σε ερείπια παλιάς
εκκλησίας κτίστηκε το 1965 η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου.

ΚΑΛΥΒΟΣ*
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Απέχει 37χμ. νοτιοανατολικά από το Ρέθυμνο.
Είναι κτισμένο σε υψομ. 570μ. και έχει 399 κατοίκους, που ασχολούνται με την
ελαιοκαλλιέργεια, την αμπελοκαλλιέργεια και την κτηνοτροφία.
Το όνομά του το οφείλει στις καλύβες, τα πρώτα σπίτια του χωριού που τα έκτιζαν
σε μεγάλο υψόμ. για να αποφεύγουν τους Τούρκους. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
λεγόταν Π α ν ω χ ώ ρ ι και αργότερα Ν έ α Α ξ ό ς και αυτό γιατί βρισκόταν σε μικρή
απόσταση (5-6χμ.) από την Αξό.
Το χωριό πρέπει να υπήρχε επί Ενετοκρατίας, όπως μαρτυρούν οι πολεμίστρες που
βρέθηκαν στο φαράγγι Ραπανέ. Ίσως να υπήρχε και στους βυζαντινούς χρόνους.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι Κοζορώνηδες και οι Νικηφόροι.
Στο χωριό υπάρχει και το βουνό Ποροφωκάς, που ονομάστηκε έτσι, σύμφωνα με τις
διηγήσεις των κατοίκων, από μια μάχη που έδωσε κάποιος Φωκάς κατά των Αράβων, ή
από το ότι πέρασε από εκεί ο Νικηφόρος Φωκάς. Υπάρχει πάντως και άλλο τοπωνύμιο Π ο
ρ ο-Φ ω κ ά, από το γνωστό αυτοκράτορα του Βυζαντίου, ο οποίος ανακατέλαβε την Κρήτη
από τους Άραβες.
Η σπηλιά Τσουπά έχει σταλαγμίτες και σταλακτίτες με πολλά νερά. Λέγεται μάλιστα
ότι παλιά βάλανε μέσα έναν κόκορα κι αυτός ανέβηκε γύρω στα 500μ. και βγήκε σ’ ένα
σημείο του βουνού. Ακόμη λέγεται ότι βρέθηκαν εδώ και παλιά εικονίσματα που σήμερα
δεν υπάρχουν. Μάλλον οι Χριστιανοί τα έκρυβαν εδώ για να τα γλιτώσουν από τους
Τούρκους.
Το χωριό έχει δύο φαράγγια, το Φαράγγι Ραπανέ, όπου βρέθηκαν οι πολεμίστρες
και το Φαράγγι Μαχής, που βρίσκεται απέναντι από το Ραπανέ.
Οι εκκλησίες του χωριού είναι: η δίκλιτη εκκλησία του Μιχαήλ Αρχαγγέλου και του
Αγίου Χαραλάμπους. Είναι η κεντρική εκκλησία του χωριού. Στο κλίτος που λατρεύεται ο
Άγιος Χαράλαμπος υπάρχει η χρονολογία κτίσης του, 1876. Το τέμπλο της εκκλησίας του
Μιχαήλ Αρχαγγέλου είναι ξυλόγλυπτο και οι κολόνες του στολισμένες με λεπτό σκάλισμα.
Η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου είναι νεόκτιστη. Υπάρχει και μια παράδοση
η οποία αναφέρει ότι επί Τουρκοκρατίας έζησε εδώ κάποιος πολεμιστής που τον έλεγαν
Πεντακόσαρχο.

ΚΑΜΠΟΣ ΔΟΞΑΡΟΥ
Οικισμός της κοινότητας Δοξαρού Μυλοποτάμου με 58 κατοίκους. Πρόκειται
πραγματικά για κάμπο. Οι παλιότεροι το λέγανε Π α ρ ά γ κ ε ς.

ΚΑΜΠΟΥ ΜΕΤΟΧΙΑ
Ο οικισμός Κάμπου Μετόχια ήταν μετόχι της Μονής Αρκαδίου. Τα αγόρασαν οι
ακτήμονες το 1960 σε χαμηλή τιμή.
ΚΑΝΕΒΟΣ
Συνοικισμός που ανήκει στην κοινότητα Αγίου Ιωάννη της επαρχίας Αγίου
Βασιλείου. Είναι κτισμένος σε υψόμ. 520μ. και έχει 30 κατοίκους. Έχει μια μόνο εκκλησία,
τον Άγιο Σπυρίδωνα.

ΚΑΠΕΔΙΑΝΑ
Οικισμός της κοινότητας Χρωμοναστηρίου Ρεθύμνης του νομού Ρεθύμνου. Απέχει
από το Χρωμοναστήρι 2χμ. Εντάχτηκε στην κοινότητα στις 16 Μαρτίου 1925. Το όνομά του,
σύμφωνα με τη παράδοση, το πήρε από μια καπέ (=πόρνη) που την εξόρισαν εδώ οι
Τούρκοι.
Ήταν τούρκικο χωριό, το οποίο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή κατοικήθηκε από
27 πρόσφυγες. Στον οικισμό ζούσε ο αιμοβόρος Τούρκος Χαμουτζάς, που είχε σκοτώσει 18
Έλληνες, αφήνοντας έτσι 117 παιδιά ορφανά. Ένα απ’ αυτά, ο Στέφανος Καλογεράκης τον
σκότωσε στο Σ π ή λ ι.
Στα Καπεδιανά ανήκει η εκκλησία Μεταμόρφωση του Σωτήρα, η οποία κτίστηκε στα
θεμέλια παλιότερης εκκλησίας, γεγονός που σημαίνει ότι το χωριό προϋπήρχε των Ενετών.

ΚΑΡΔΑΚΙ
Είναι οικισμός της κοινότητας Βρυσών, της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται κτισμένος
σε υψόμ. 500μ. Σήμερα έχει 20 μόνο κατοίκους. Το όνομα του χωριού προέρχεται από τις
πολλές καρυδιές που υπήρχαν παλιά (καρυδιά – καρυδάκι – καρδάκι).
Στις 22 Αυγούστου 1944, οι Γερμανοί εκτέλεσαν 19 κατοίκους του και έκαψαν τον
οικισμό.
Στον οικισμό υπάρχουν και δυο εκκλησίες. Η Αγία Παρασκευή και ο Μιχαήλ
Αρχάγγελος. Και οι δυο είναι αρκετά παλιές. Η δεύτερη μάλιστα, είναι διακοσμημένη με
αξιόλογες τοιχογραφίες.

ΚΑΡΕ*

Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 16χμ. από το Ρέθυμνο και
βρίσκεται σε υψόμ. 500μ. στο Καρέ υπάγεται και οικισμός Α μ π ε λ ά κ ι. Ζουν εδώ σήμερα
113 κάτοικοι που καλλιεργούν ελιές, αμπέλια και κηπευτικά. Παράλληλα ασχολούνται και
με την κτηνοτροφία.
Υπάρχουν δυο εκδοχές σχετικά με την προέλευση του ονόματός του. Σύμφωνα με
την πρώτη το χωριό ονομάστηκε Καρέ, επειδή είναι κτισμένο ανάμεσα σε τέσσερις λόφους,
που σχηματίζουν έτσι ένα καρέ. Η δεύτερη εκδοχή συνδέει το όνομα του χωριού με μια
μεγάλη καρυδιά που υπήρχε παλιά σ’ αυτό. Σήμερα υπάρχουν στο χωριό πολλές καρυδιές.
Οι πρώτοι κάτοικοι του Καρέ ήταν Κρητικοί. Ύστερα όμως από τις καταστροφές που
προκάλεσαν στην Κρήτη οι Σαρακηνοί, εγκαταστάθηκαν στο χωριό και Βυζαντινοί άποικοι.
Το Καρέ υπήρχε επομένως κατά τη β΄ βυζαντινή περίοδο (961-1204 μ.Χ.).
Από την περίοδο της Ενετοκρατίας σώζονται καμπυλωτές στέρνες με πελέκια, όπως
ακριβώς τις κατασκεύαζαν οι Ενετοί.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έγινε μια μάχη στη θέση Κ α λ ο γ ε ρ έ, στην οποία
σκοτώθηκαν 3 Έλληνες και 10 Τούρκοι.
Στη Μάχη της Κρήτης πολέμησαν 10 περίπου άτομα από το χωριό. Στο Καρέ υπήρχε
εξάλλου οργανωμένη αντίσταση στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής. Από δω γινόταν η
διακίνηση των Άγγλων στο νησί.
Οι παλιότερες οικογένειες ήταν οι Βαλέργηδες, οι Αλεξανδράκηδες και οι
Φραγκούληδες.
Στη βορειοδυτική πλευρά του βουνού Βρύσινας υπάρχει το σπήλαιο Δόλωνας.
Σχετικός με το σπήλαιο είναι ο εξής θρύλος: Οι κάτοικοι του χωριού βάλανε κάποτε έναν
κόκορα μέσα στο σπήλαιο κι αυτός βγήκε στην ανατολική πλευρά του βουνού, που
βρίσκεται 8χμ. μακριά, στο χωριό Χ ρ ω μ ο σ τ ή ρ ι.
Ένα δεύτερος θρύλος αναφέρει ότι σε κάποιο βράχο του βουνού Βρύσινας υπάρχει
μια δάφνη. Κάπου εκεί κοντά είναι κρυμμένος ένας θησαυρός. Σχετικοί είναι και οι στίχοι:

«Στην άσπρη δάφνη στο Κελί
να ξέρανε οι Κρητικοί
τι θησαυρός κρύβεται εκεί».

Προστάτης του χωριού θεωρείται ο Άγιος Στέφανος, του οποίου η εκκλησία
κτίστηκε τελευταία και είναι η κεντρική του χωριού. Λέγεται πως όταν οι Γερμανοί
βομβάρδιζαν το Καρέ, ούτε μια βόμβα δεν έπεσε στο χωριό.
Στο Καρέ υπάρχουν ακόμα οι παλιές εκκλησίες: του Αγίου Γεωργίου, που ήταν
πρώτα η κεντρική του χωριού, του Αγίου Ιωάννη, που βρίσκεται έξω από το χωριό, του
Σωτήρα Χριστού, που βρίσκεται στην τοποθεσία Ζ ο υ ρ δ ά, έξω από το χωριό, του Αγίου
Ευστρατίου και της Αγίας Μαρίνας, που είναι σχεδόν καταστραμμένες εκκλησίες
βυζαντινής εποχής, με τοιχογραφίες και του Τιμίου Σταυρού, που βρίσκεται στο
νεκροταφείο του χωριού. Όλες οι εκκλησίες στο Καρέ είναι ρυθμού βασιλικής.
Στην τοποθεσία Μ υ ρ μ ή γ κ ι παρουσιάζεται ορισμένες μέρες του χρόνου ένα
αργοκίνητο φως. Το παραπάνω φαινόμενο παρατήρησαν οι κάτοικοι του αντικρινού
χωριού Ό ρ ο ς και το ονόμασαν Σεΐτης.

ΚΑΡΙΝΕΣ
Το χωριό Καρίνες ανήκει στην επαρχία Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Είναι
κτισμένο σε υψόμ. 645μ. Απέχει 33χμ. από το Ρέθυμνο και έχει 239 κατοίκους, οι οποίοι
ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Παράγουν κυρίως λάδι, σιτηρά
και ελάχιστα κηπευτικά.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν υπάρχει ακριβής χρονολογία. Είναι γνωστό μόνο
ότι κτίστηκε κατά τη βυζαντινή εποχή. Οι πρώτοι κάτοικοί του ήταν Κρητικοί που ήρθαν
από άλλα κοντινά ή μακρινά χωριά.
Παλιότερες οικογένειες είναι οι: Νικολουδάκηδες, Στελιουδάκηδες, Παλπιράκηδες,
Καπτσάκηδες, Τζουρμπάκηδες, Στεφανάκηδες, Σχοινάκηδες, Λουλουδάκηδες.
Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για την προέλευση του ονόματος του χωριού.
Είναι απίθανο να πήρε το όνομα από την ενετική λέξη carina, ούτε δικαιολογούνται στην
περιοχή μαρίνες πλοίων. Ίσως πιο σωστή γραφή θα ήταν Καρήνες.
Στο χωριό ποτέ δεν κατοίκησαν Τούρκοι και ούτε κάηκε καμιά φορά σ’ όλη τη
διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Στην εποχή της Γερμανικής Κατοχής οι κάτοικοι έλαβαν μέρος
στην Εθνική Αντίσταση. Το χωριό γλίτωσε από την καταστροφή τότε.
Στο χωριό υπάρχουν οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου, ερειπωμένος ναός που
φαίνονται αμυδρά μόνο οι τοιχογραφίες, του Αγίου Αντωνίου και αυτός ερειπωμένος ναός,
του Τιμίου Σταυρού, βυζαντινή εκκλησία αναστηλωμένη, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου
Ιωάννη και των Αγίων Πάντων.

ΚΑΡΩΤΗ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε απόσταση 22χμ. από το
Ρέθυμνο σε υψόμ. 300μ. Στην Καρωτή ζουν σήμερα 224 κάτοικοι.
Η προέλευση της ονομασίας του χωριού στηρίζεται στον εξής θρύλο: Τα χρόνια της
Τουρκοκρατίας κάποιος Έλληνας σκότωσε έναν Τούρκο κόβοντάς του την καρωτίδα. Μετά
την περίοδο της Τουρκοκρατίας κατοίκησαν στο χωριό κάτοικοι από τα Σ φ α κ ι ά και τον
Κ α λ λ ι κ ρ ά τη.
Στα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί κατέλαβαν το σχολείο και τα σπίτια του χωριού
και οχυρώθηκαν στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη, που βρίσκεται 2,5χμ. έξω από το χωριό.
Το εκκλησάκι ήταν παλιό με τοιχογραφίες, αλλά οι Γερμανοί το ανατίναξαν.
Ο Άγιος Ιωάννης ξανακτίστηκε μεταπολεμικά.
Οι παλιότερες οικογένειες της Καρωτής είναι: οι Βουρβαχάκηδες, οι Κιμιωνήδες, οι
Σταγάκηδες, οι Αποστολάκηδες, οι Τζουγανάκηδες, οι Μανουσάκηδες, οι Βανταράκηδες, οι
Αντουράκηδες κ.α.

Στο χωριό υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Όταν εορτάζει ο Αι-Γιώργης,
συγκεντρώνουν εκεί οι βοσκοί γύρω στα 2.000 πρόβατα. Μέσα σε ατμόσφαιρα χαρούμενη
από τα κουδουνίσματα, αρμέγουν 500 κιλά γάλα περίπου, το βράζουν σε μεγάλα καζάνια
και το μοιράζουν στους προσκυνητές, ξένους και χωριανούς.
Η ποιμενική αυτή γιορτή διατηρείται και στο χωριό Ασή Γωνιά Αποκορώνου. Στην
τοποθεσία Α γ ί α Π α ρ α σ κ ε υ ή υπάρχει ένα σπήλαιο με σταλακτίτες που στάζουν το
καλοκαίρι. Σύμφωνα με το θρύλο οι σταλακτίτες στάζουν «αγίασμα», γιατί είναι ανεξήγητο
το γεγονός ότι με τη βροχή οι σταλακτίτες σταματούν να στάζουν. Στην περίοδο της
κατοχής το σπήλαιο ήταν το καταφύγιο όλων των κατοίκων του χωριού.
Από την Καρωτή περνάει το ποτάμι Πετρές. Στο κάτω μέρος του υπάρχει ένα
επιβλητικό φαράγγι, του οποίου οι όχθες φτάνουν τα 150-200μ. ύψος. Το τοπίο ωστόσο
αλλοιώθηκε με την προσχωμάτωση που έγινε το 1968, για την κατασκευή μιας γέφυρας.
Στο Φαράγγι της Καρωτής βρίσκεται το παλιό εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου.
Στην Καρωτή, εκτός από τις εκκλησίες του Αγίου Ιωάννη, του Αγίου Γεωργίου και
του Αγίου Αντωνίου που αναφέρθηκαν παραπάνω, βρίσκεται και το παλιό μοναστήρι του
Τιμίου Σταυρού.

ΚΑΣΤΕΛΟΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 13χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται σε υψόμ. 480μ. κι έχει σήμερα 75 κατοίκους, που είναι εργατικοί και πολύ
φιλόξενοι. Υπάρχουν δυο εκδοχές σχετικά με την προέλευση του ονόματος του χωριού. Και
οι δυο στηρίζονται στη λατινική λέξη castellum, που σημαίνει μικρό φρούριο.
Σύμφωνα με την πρώτη το χωριό ονομάστηκε έτσι, επειδή αποτελεί το ίδιο ένα
μικρό φρούριο, καθώς βρίσκεται σε στρατηγική θέση, που επιτρέπει την εποπτεία της γύρω
περιοχής.
Η δεύτερη εκδοχή συνδέει το όνομα του χωριού με τα ερείπια φρουρίου που
βρίσκεται σ’ ένα βραχώδες ύψωμα. Λέγεται ότι το παραπάνω φρούριο, το Καστέλλι,
κυριεύτηκε από το Νικηφόρο Φωκά, που εγκατέστησε εκεί έναν από τους άρχοντές του,
το Μελισσηνό από τον οποίο και σήμερα η γύρω τοποθεσία ονομάζεται Μ ε λ ι σ σ η ν ό ς.
Στον Κάστελλο σώζεται ακόμη ο βυζαντινός δίκλιτος ναός της Αγίας Παρασκευής και του
Αγίου Παντελεήμονα.
Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι το χωριό υπήρχε κατά τη βυζαντινή
περίοδο.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι: οι Βιβυλάκηδες, οι Ζουλάκηδες, οι
Πολογιώργηδες, οι Ζανιδάκηδες κ.α. Από τον Κάστελλο καταγόταν ο Καλησπέρης Ποθητός,
που έγινε αρχίατρος των Τούρκων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Στο χωριό σώζεται μια μεγάλη πόρτα κτισμένη με ενετικό σχέδιο. Βρίσκονται επίσης
σε καλή κατάσταση τμήματα παλιών μεγάλων οικοδομών, στις οποίες κατοικούσαν οι
εκάστοτε αξιωματούχοι των Ενετών και Τούρκων. Μέσα στις οικοδομές σώζονται λουτρά

και ίχνη αναβρυτηρίων. Οι γεροντότεροι κάτοικοι του χωριού διηγούνται ότι ακόμη
θυμούνται τους μπέηδες που κατοικούσαν εκεί.
Στη θέση Ρ ε γ ο ύ ζ ο υπάρχει το σπήλαιο Βροντερό. Ονομάστηκε έτσι από το
θόρυβο που ακούγεται συνεχώς μέσα σ’ αυτό.
Η παράδοση αναφέρει ότι στον Κάστελλο υπάρχει ένας κρυμμένος θησαυρός: Στις
αρχές του αιώνα πέθανε ο Μπιξιώνης που θεωρούνταν ο πλουσιότερος άνθρωπος του
χωριού. Λέγεται ότι πριν πεθάνει μετέτρεψε όλα τα υπάρχοντά του σε χρυσές λίρες και τα
έθαψε. Πολλοί έχουν ψάξει από τότε να βρουν το θησαυρό, κανένας όμως δεν τα
κατάφερε.
Σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε στο χωριό παλιά μια μικρή εκκλησία, η
Μεταμόρφωση του Σωτήρα. Λέγεται ότι κάποιος τη χάλασε κι από την άλλη μέρα έμεινε
παράλυτος για όλη του τη ζωή.
Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου,
πολιούχου του χωριού και σε μικρή απόσταση από το χωριό το ξωκλήσι του Αγίου
Φανουρίου.

ΚΑΣΤΡΙ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ
Οικισμός της κοινότητας Αγίου Μάμαντος σε υψόμ. 360μ. στους βόρειους πρόποδες
του Ψηλορείτη. Έχει πληθυσμό 100 κατοίκους. Το όνομά του το χωριό το οφείλει στο
κάστρο που υπάρχει εκεί από την ενετική εποχή, το Πανωκάστρι. Το σημερινό Καστρί
βρίσκεται στη θέση της αρχαίας πόλης Π ο λ υ θ ό λ π η ς. Βρίσκεται στο κέντρο των γύρω
χωριών Α λ ι α κ ώ ν, Α β δ α ν ι τ ώ ν, Α β δ ε λ ώ ν, Α γ ί ο υ Μ ά μ α ν τ ο ς και
Α ρ γ α λ ε ι ώ ν.
Το Καστρί έχει σχήμα πορτοκαλιού, όπου στην κορυφή του βρίσκεται το κάστρο και
μια δεξαμενή. Η δεξαμενή είναι λαξευμένη πάνω σε πέτρα. Το τείχος του κάστρου ήταν
κτισμένο από λεία πέτρα για να μην μπορούν οι Τούρκοι να ανεβαίνουν. Σώζονται επίσης
και οι πολεμίστρες του.
Στα ανατολικά του κάστρου και επάνω σε ύψωμα, υπάρχουν λαξευτές πέτρες που
σχηματίζουν κερκίδες, εκεί θα πρέπει να υπήρχε θέατρο ή στάδιο, μπορεί όμως και να ήταν
τόπος λατρείας, γιατί είχε βρεθεί ένα χρυσό κεφάλι κριαριού -από τον Ιωάννη Φακιδάρη-
του οποίου η τύχη αγνοείται, καθώς κι ένα δακτυλίδι με την οικογένεια του Ιουστινιανού,
και διάφορα πήλινα αγγεία. Στη βόρεια πλευρά, εκεί που τελειώνουν οι πρόποδες του
Ψηλορείτη, υπάρχουν πηγές που τις έχει παραχωρήσει η κοινότητα σε τέσσερα χωριά.
Οι κάτοικοι του χωριού παράγουν λάδι από χαρούπια, κίτρα και ειδικότερα βγάζουν
το κούκουμο, ενώ παράλληλα, ασχολούνται και με την κτηνοτροφία.
Στο Καστρί υπάρχουν και οι εκκλησίες: του Αγίου Στεφάνου, βυζαντινής εποχής, και
της Αγίας Ειρήνης με μοναστήρι.
Το 1673, στις 17 Ιουλίου, έγινε η δίκη του Νικολού, γιου της Λουγανής και του
Μιχαήλ Χαρκιολούλου γιατί σκότωσαν το Χουσεΐν Μεχμέτ.

Εδώ βρισκόταν ο 5 ος επισκοπικός θρόνος Αυλοποτάμου. Στο Καστρί τριάντα εννιά
Κρητικοί, στις 18 Ιανουαρίου του 1826, περικυκλώθηκαν από τους Αχμέτ Κερίμη και
Τουφεξήμπασι, αλλά κατόρθωσαν να ξεφύγουν, αφού σκότωσαν σαράντα Τούρκους.

ΚΑΤΣΟΓΡΙΔΑ
Συνοικισμός της κοινότητας Κοξαρές με 30 κατοίκους, σε υψόμ. 350μ. Το όνομα
είναι τούρκικο. Βρίσκεται στο 23 ο χμ. του ασφαλτοστρωμένου δρόμου προς τη Μονή
Πρέβελη πριν από την είσοδο στο Κουρταλιώτικο φαράγγι στο λεκανοπέδιο του Αγίου
Βασιλείου.
Οι γενίτσαροι του χωριού θεωρήθηκαν οι σκληρότεροι της Κρήτης. Οι Γερμανοί
συνέλαβαν ένα κάτοικο του χωριού και τον εκτέλεσαν.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που ήταν πολύ παλιά ερειπωμένη, άρχισε να
αναστηλώνεται πριν από τη Γερμανική Κατοχή και τελείωσε λίγο μετά.

ΚΑΤΩ ΒΑΛΣΑΜΟΝΕΡΟ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε απόσταση 16χμ. από το
Ρέθυμνο κι έχει υψόμ. 70μ. Σήμερα, ζουν στο χωριό 200 εργατικοί και φιλήσυχοι κάτοικοι,
που ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία.
Το χωριό ονομάστηκε Βαλσαμόνερο, από το νερό μιας πηγής που ανάβλυζε εκεί.
Ήταν τόσο καλό, που οι κάτοικοι το θεωρούσαν βάλσαμο.
Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού ήταν Ενετοί. Αργότερα, κατοικήθηκε από Τούρκους
και τελικά από Κρητικούς, που ήρθαν από τα γύρω χωριά.
Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Πετρόχειλοι, οι Καλλιτσουνάκηδες, οι
Μενουδάκηδες, οι Λιονήδες, οι Παπαδοπετράκηδες, οι Ανδρουλιδάκηδες, οι Μαρινάκηδες,
οι Τυλιπάκηδες κ.α.
Στο Κάτω Βαλσαμόνερο υπάρχουν τρία σπήλαια: το ένα βρίσκεται στη θέση
Β α σ ι λ έ ς, το άλλο στη θέση Τ ρ υ π η τ ή και το τρίτο στη θέση Κ ο υ ρ ο υ π ω τ ό ς.
Ένας θρύλος αναφέρει ότι το 1897, οι κάτοικοι του χωριού σκότωσαν 6 Τούρκους
και τους πέταξαν στο φαράγγι που υπάρχει στο Κάτω Βαλσαμόνερο. Τα πτώματά τους,
ωστόσο, δε βρέθηκαν ποτέ.
Στο χωριό υπάρχουν δυο μοναστήρια: το μοναστήρι της Παναγιάς, που κτίστηκε
πριν από την Τουρκοκρατία, και το μοναστήρι του Αγίου Πνεύματος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Κάτω Βαλσαμόνερο σώζεται μια πολύ αξιόλογη
εκκλησία, του Αγίου Ιωάννου. Είναι βασιλική, μονόκλιτη, καμαροσκεπής, με πολύ
ενδιαφέρουσες βυζαντινές τοιχογραφίες.

ΚΑΤΩ ΜΑΛΑΚΙ
Χωριό της επαρχίας Ρεθύμνης του νομού Ρεθύμνου. Βρίσκεται σε απόσταση 22χμ.
από το Ρέθυμνο και σε υψόμ. 360-420μ. Στο Κάτω Μαλάκι ζουν σήμερα 70 περίπου
κάτοικοι.
Μια παράδοση αναφέρει ότι το Κάτω Μαλάκι είναι το παλιό χωριό
Μ α λ ο υ φ ι α ν ά, πράγμα που πιθανολογείται και από τα ερείπια που υπάρχουν στην
περιοχή.
Την ονομασία Μαλάκι, που μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν Μαλλάκι, την πήρε το χωριό
από έναν Ενετό στρατηγό που ονομαζόταν Μαλλάκιος ή Μαλλέκιος και που σκοτώθηκε σε
μια μάχη που έγινε στην τοποθεσία Λ υ κ ο μ ο ύ ρ ι, μεταξύ Τούρκων και Ενετών ή ντόπιων
και Ενετών.
Το 1330, στο Κάτω Μαλάκι υπήρχε μόνον ένα σπίτι που κατοικούνταν από έναν
άρχοντα Ιταλό που ονομαζόταν Λυγίζος. Αργότερα ήρθε και εγκαταστάθηκε και κάποιος
άλλος Ιταλός που ονομαζόταν Γάσπαρης. Το 1630 έμεναν στο χωριό 13 οικογένειες.
Πριν από το 1630 υπήρχαν γύρω από το Κάτω Μαλάκι οι οικισμοί:
Μ α λ ο υ φ ι α ν ά, Ε λ λ η ν ι κ ά, Κ α ψ ό σ π ι τ α και Λ ε λ ι ζ ι α ν ά, οι οποίοι όμως
σήμερα δεν υπάρχουν. Όλοι οι κάτοικοι τους εγκαταστάθηκαν στο Κάτω Μαλάκι. Το χωριό
ήταν φέουδο ενετικό, γεγονός που φανερώνουν τα ενετικά ονόματα: Βιντζέτζο, Δραγανίνο,
Βίγλα και Τσεβδακιό.
Οι παλιότερες οικογένειες του Κάτω Μαλάκιου είναι οι Γασπάρηδες και οι
Ηλιάκηδες (Φοινόκαλοι) που ήρθαν από τις Σ α ϊ τ ο ύ ρ ε ς, οι Μαθιουδάκηδες
(Πατέρηδες) που προέρχονταν από το Μ ο ύ ν δ ρ ο και οι Φουσταλιεράκηδες και
Βιλανδρέδοι.
Διασώζονται πολλές παραδόσεις που αναφέρονται στο χωριό. Στη σπηλιά που
ονομάζεται στης αρχόντισσας το σπηλιάρι λέγεται ότι έμενε μια νιόπαντρη αρχοντοπούλα
περιμένοντας τον άντρα της που έφυγε για να πολεμήσει. Επειδή όμως πληγώθηκε και
αιχμαλωτίστηκε, γύρισε μετά από πολλά χρόνια.
Σ’ ένα μετόχι, το Μ ο υ λ α λ ί, που υπήρχε λίγο πιο κάτω από το χωριό, δυο
γενίτσαροι είχαν κτίσει έναν πύργο, που σήμερα σώζονται τα ερείπιά του, για να
προστατευτούν από τις επιθέσεις των Ελλήνων. Αφού κλείστηκαν μέσα, δεν επέτρεπαν σε
κανέναν άλλον Τούρκο να μπει στον πύργο, ούτε καν να πλησιάσει στην περιοχή. Τα
ονόματα των δυο γενιτσάρων ήταν Καντάλιο και Μουλαλής.
Στην τοποθεσία Π ε τ ρ ο κ ο π ι ά, υπάρχει το αποτύπωμα της αριστερής παλάμης
του Διγενή πάνω σε μια πέτρα, γι’ αυτό και λέγεται Στου Διγενή το λακκούδι.
Στο μετόχι Λ ά κ κ ο ς, υπάρχει μια ελιά με περιφέρεια κορμού 75 πόδια. Λέγεται
πως είναι από την εποχή του Μίνωα. Μια παρόμοια ελιά υπάρχει και στην Χ ώ ν η.

Όταν ο πρίγκιπας Γεώργιος επισκέφτηκε το Άνω Μαλάκι, ο λυράρης Κωνσταντίνος
Καψαλάκης τον υποδέχτηκε με αυτούς τους στίχους:
«Άνοιξε πόρτα των Χανιών
και πλάτανε λιγάκι,
για να περνά να σε πατεί
της Όλγας το παιδάκι.
Άνοιξε μαρμαρόπορτα
με το βαρύ κερκέλι
για να περνά να σε πατεί
του Γεώργιου τ’ ασκέρι.
Και (σ)την Κωνσταντινούπολη
που είναι κληρονομιά σας
να την ελευθερώσετε
και να γενεί δικιά σας»

Λέγεται ότι ο πρίγκιπας ευχαριστήθηκε πολύ και έδωσε στο λυράρη πέντε χρυσά
ναπολεόντεια.
Στην Μάχη της Κρήτης πήραν μέρος 4 κάτοικοι του χωριού. Κατά την περίοδο της
Κατοχής, οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν άτομα του χωριού για αγγαρείες στους δρόμους.
Οι εκκλησίες που υπάρχουν στο χωριό, εκτός απ’ αυτήν της Αγίας Τριάδας, είναι το
εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας που κτίστηκε πριν 1.200 χρόνια περίπου. Έχει αγιογραφίες
που σήμερα βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που
ανακαινίστηκε πρόσφατα και το κοινόβιο μοναστήρι Οι Παναγιές, που σήμερα είναι
ερειπωμένο. Παλιά είχε καεί από τους Σαρακηνούς και ξανακτίστηκε.
Στην εκκλησία του μοναστηριού υπήρχε μια δεξαμενή βάθους 2μ., μέσα στην
οποία, από ανασκαφές που έκανε ο αρχαιολόγος Καλοκύρης, βρέθηκε μια πέτρα που πάνω
της υπήρχαν δυο νομίσματα. Στο ένα απεικονιζόταν ο Λέων του Αγίου Μάρκου και στο
άλλο ο Νικηφόρος Φωκάς με την αυτοκράτειρα. Το τελευταίο είχε κοπεί στην Κύζικο της
Προποντίδας. Βρέθηκε επίσης μια τετράγωνη πλάκα που είχε χαραγμένο στο μέσον ένα
βυζαντινό σταυρό, ο οποίος ήταν κατάγραφος από αρχαία ελληνικά και βυζαντινά
γράμματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ανασκαφές βοήθησαν και οι κάτοικοι του χωριού
Ιωάννης Σταγάκης και Ευάγγελος Γασπαράκης.

ΚΑΤΩ ΠΟΡΟΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 23χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται σε υψόμ. 250μ. και έχει σήμερα 80 κατοίκους. Στην κοινότητα, υπάγεται και το
χωριό Ν η σ ί, που σήμερα είναι ερειπωμένο. Στο Νησί υπάρχουν πέντε βυζαντινές
εκκλησίες.
Η παράδοση αναφέρει ότι το χωριό ονομάστηκε Κάτω Πόρος από το εξής
περιστατικό: Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήρθε στο χωριό κάποιος Τούρκος, για να

εισπράξει τον καθιερωμένο φόρο. Αλλά ένας λεβέντης χωρικός, ο Μανόλης Χαντουμάκης
σκότωσε τον Τούρκο και τον έθαψε στο σπίτι του, κάτω από το πέρασμα του τζακιού του.
Έτσι το χωριό ονομάστηκε Κάτω Πόρος, δηλαδή κάτω πέρασμα.
Την ύπαρξη του Κάτω Πόρου στα χρόνια των Βυζαντινών, μαρτυρεί η βυζαντινή
εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου με αξιόλογες τοιχογραφίες.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Κάτω Πόρος δεν κατοικήθηκε από Τούρκους,
αλλά οι χωρικοί ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν τον απαραίτητο φόρο.
Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής, εξαιτίας της απαγωγής του στρατηγού Κράιπε,
κινδύνεψαν να σκοτωθούν πολλοί χωρικοί από τους κατακτητές, στην τοποθεσία
Α ν α β ά λ λ ο υ σ α, αλλά τελικά γλύτωσαν.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι οι Τζανετάκηδες, οι Φραγκιαδάκηδες, οι
Μακρυγιαννάκηδες και οι Χαντουμάκηδες.
Ο Κάτω Πόρος είναι κτισμένος στην αρχή ενός φαραγγιού που ονομάζεται «Κολλητό
Φαράγγι» κι έχει βαθείς γκρεμούς και μεγάλη ρεματιά. Στις σπηλιές αυτής της ρεματιάς
έβρισκαν καταφύγιο της περίοδο του 1940-45 οι κάτοικοι του χωριού και των γύρω
περιοχών. Στη σπηλιά του Κράιπε εξάλλου, είχαν κρύψει οι Άγγλοι το Γερμανό στρατηγό.
Στο φαράγγι υπάρχει και η σπηλιά Κορωναίου με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, αλλά δεν
έχει ακόμη αξιοποιηθεί.
Τη ρεματιά διασχίζει ο Κατωποριανός ποταμός που πηγάζει από το βουνό Άγιο
Πνεύμα και χύνεται στο ποταμό Πετρέ. Ο ίδιος ποταμός διασχίζει τη Φ τ ε ρ ο ύ δ η, μια
καταπράσινη τοποθεσία, ανάμεσα σε δύο γκρεμούς, με μεγάλες ανεξάρτητες σπηλιές.
Στη Φτερούδη, μέσα στο γκρεμό, υπάρχει μια πηγή, που τρέχει το καλοκαίρι και
στερεύει το χειμώνα. Ονομάζεται Β ρ ύ σ ε ς και με το νερό της ποτίζονται τα περιβόλια.

ΚΑΤΩ ΠΟΥΛΙΕΣ
Οικισμός που υπάγεται στην κοινότητα Λευκοχωρίου της επαρχίας Μονοφατσίου.
Απέχει από το Ηράκλειο 40,9χμ. και από την έδρα της κοινότητας 2χμ. Είναι κτισμένος σε
υψόμ. 355μ. Οι κάτοικοί του είναι 100.
Η ονομασία του οικισμού προήλθε από το όνομα ενός ερειπωμένου σήμερα
χωριού, της Π ο υ λ ι α ν ό π ε τ ρ α ς.
Το 1583 αναφέρεται ως Pulea Catto με 25 κατοίκους και στην τουρκική απογραφή
του 1671 ως Pulye Cato με 5 χαράτσια.
Στον οικισμό υπάρχει η εκκλησία Κοίμηση της Θεοτόκου και τα ερείπια της
εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα.

ΚΑΤΩ ΤΡΙΠΟΔΟ
Οικισμός της κοινότητας Μαργαριτών της επαρχίας Μυλοποτάμου. Είναι κτισμένος
σε υψόμ .250μ.. και έχει μόνο 2 κατοίκους. Το Κάτω Τριπόδο είναι αρχαιότερος οικισμός

από το Άνω Τριπόδο, κι εδώ υπήρχε μαντείο και δικαστήριο, πολύ πριν ιδρυθεί το
τελευταίο.
Έχει ένα μικρό ξωκλήσι του Αγίου Ανδρέα.

ΚΕΡΑΜΕΣ
Ο Κεραμές είναι χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Απέχει 47χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται κτισμένο σε υψόμ. 300μ. και έχει 440 κατοίκους. Στην κοινότητα υπάγεται και ο
οικισμός Α γ α λ ι α ν ό ς.
Το όνομά του το οφείλει σ’ ένα λόφο που ονομάζεται Κέραμος και βρίσκεται λίγο
πιο πάνω από το χωριό, ή από παραφθορά του κεραμεύς.
Το πότε κτίστηκε το χωριό δεν είναι ακριβώς γνωστό. Πάντως έχει τη σημερινή του
μορφή εδώ και 280 χρόνια, σύμφωνα με εκτιμήσεις των κατοίκων του. Ήταν κτισμένο στην
παραλία κατά την προμινωική εποχή και η θάλασσα με την πάροδο των χρόνων το βύθισε.
Έχουν βρεθεί πήλινα αγγεία και ερείπια τείχους μέσα και έξω από τη θάλασσα. Το
παραλιακό χωριό το απειλούσαν και οι πειρατές και έτσι οι κάτοικοί του άρχισαν να
μετακινούνται προς το εσωτερικό, για να αποφύγουν τις επιδρομές τους.
Στην Τουρκοκρατία κατοικήθηκε μόνο από Κρητικούς. Οι παλιότερες οικογένειες
είναι οι Αποστολάκηδες, Σαβοργινάκηδες, Κοπανάκηδες, Μαρκάκηδες, Πετυχάκηδες,
Μαρκουδάκηδες και Σπυριδάκηδες.
Στο χωριό υπάρχει και η τοποθεσία Σ α ρ α κ ή ν α που πήρε το όνομα της από τους
Σαρακηνούς που είχαν εγκατασταθεί εκεί. Άλλη τοποθεσία είναι οι Σ υ ρ ι ά τ ε ς . Από εκεί
λέγεται ότι πέρασαν δυο Σύριοι αδελφοί, όπου και έκτισαν μια εκκλησία του Αγίου
Γεωργίου. Έτσι η περιοχή πήρε το όνομά τους.
Υπάρχει ιστορικό – λαογραφικό μουσείο, το οποίο ίδρυσε και οργάνωσε ο Κώστας
Σπυριδάκης. Στο μουσείο μπορεί να δει κανείς όπλα των Κρητών επαναστατών, νομίσματα,
έργα τέχνης κ.α.
Οι εκκλησίες του χωριού είναι οι: Άγιος Ιωάννης, Άγιος Δημήτριος, Άγιος
Παντελεήμονας, Σωτήρας Χριστός, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Ονούφριος, Άγιος Νικόλαος, Αγία
Φωτεινή, Αγία Βαρβάρα, Άγιος Αντώνιος -όλη η εκκλησία είναι μέσα σε βράχο.

ΚΕΡΑΜΩΤΑ

Οικισμός της κοινότητας Χουμερίου Μυλοποτάμου, με 160 κατοίκους. Το όνομά του
προέρχεται από τη λέξη κέραμος.

ΚΕΦΑΛΙ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
Οικισμός της κοινότητας Επισκοπής Μυλοποτάμου με 70 κατοίκους. Βρίσκεται σε
υψόμ. 360μ. Το όνομά του το οφείλει στο ότι είναι κτισμένο σε υψίπεδο 360μ. και δεσπόζει
των άλλων οικισμών. Η γεωγραφική θέση του συντέλεσε ώστε να βοηθήσει στα
επαναστατικά κινήματα της Κρήτης.
Στο χωριό υπάρχει το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, που καταστράφηκε το 1629
και ανακαινίστηκε το 1962. Οι Χριστιανοί κάτοικοι του χωριού πριν κοιμηθούν έκαναν την
εξής προσευχή προς την Αγία Παρασκευή: «Αγία Παρασκευή μου και παραστεκούμενή μου,
προσκυνώ παρακαλώ σε, στο Θεό με παραδώσε».
Στον οικισμό υπάρχουν και οι εκκλησίες της Παναγίας των Εισοδίων, παλιά,
ανακαινισμένη, του Αγίου Νικολάου, που καταστράφηκε το 1630 και ξανακτίστηκε το 1962,
του Αγίου Γεωργίου, καινούρια εκκλησία του 1890, και της Αγίας Άννας.

ΚΙΣΣΟΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Κτισμένο στις νοτιοδυτικές ρίζες
του βουνού Κέντρος σε υψόμ. 650μ. Απέχει από το Ρέθυμνο 35χμ. Οι κάτοικοί του
ανέρχονται στους 204.
Πριν το 1925, ανήκε διοικητικώς στο Δήμο Α γ ί ο υ Π ν ε ύ μ α τ ο ς (η ονομασία
του δήμου αυτού προέρχεται από το ομώνυμο ιστορικό μοναστήρι). Στο διάστημα 1925-
1935, υπαγόταν στην κοινότητα Α δ ρ ά κ τ ο υ. Στην κοινότητα του Κισσού υπάγεται και ο
οικισμός Κ ά μ π ο ς.
Για την προέλευση του ονόματος του χωριού δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Σε
αναφορά του Εμ. Λαμπρινάκη στη «Γεωγραφία της Κρήτης» 1890 σημειώνεται ότι «ο
Κισσός κώμη κατάρρυτος και δενδρόφυτος έπαυλις άλλοτε της πλουσίας Μαρίας,
φημίζεται δια τους κισσώδεις της θάμνους όθεν φέρει το όνομα».
Για το πότε κτίστηκε ο Κισσός δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα. Το βέβαιο
είναι ότι υπήρχε στη δευτεροβυζαντινή περίοδο της Κρήτης και ήταν οικισμός με μεγάλη
ακμή. Απόδειξη αυτού είναι τα πολλά μνημεία που υπάρχουν μέχρι σήμερα μερικά από τα
οποία είναι μοναδικά.
Τα πιο παλιά έγγραφα στα οποία αναφέρεται το χωριό με λατινικούς χαρακτήρες
είναι ο κατάλογος του Barozzi (1577) και η απογραφή του «Καστροφύλακα» (1583).
Ο Κισσός τουρκοκρατήθηκε μέχρι το 1897. Τα χρόνια της δράσης των γενίτσαρων οι
περισσότεροι Έλληνες είχαν φύγει από το χωριό και όσοι είχαν μείνει ζούσαν
απομονωμένοι στην ανατολική συνοικία του χωριού Π έ ρ α Ρ ο ύ γ α, καταφεύγοντας στις
πλαγιές του Κέντρος και στο μοναστήρι του Αγίου Πνεύματος. Το μοναστήρι αυτό ανήκει

στην περιφέρεια του Κισσού και δημιουργήθηκε από κάτοικο του Κισσού. Κτίστηκε από την
αρχόντισσα Μαρία και στάθηκε το προπύργιο της ορθοδοξίας στην εποχή της Ενετοκρατίας
και Τουρκοκρατίας. Στις 15 Ιουνίου 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τον ηγούμενο και τους
μοναχούς της μονής. Εδώ υπήρχε κρυφό σχολείο, ιεροδιδασκαλείο και στα τέλη του 19 ου
αιώνα η Σχολή του Αγίου Πνεύματος. Σήμερα δυστυχώς χρησιμοποιείται σαν στάβλος. Στη
σχολή του Αγίου Πνεύματος σπούδαζαν τα χριστιανόπουλα από το ακριτικό νησί Γ α ύ δ ο
και από άλλα χωριά της Κρήτης. Υπήρξε το τελειότερο εκπαιδευτήριο στην Κρήτη τον
περασμένο αιώνα. Δίκαια πρέπει να απονεμηθεί σ’ αυτή τη μονή ο τίτλος «Το πρώτο
Πανεπιστήμιο της Κρήτης». Στο κέντρο του χωριού υπάρχει ένας πύργος μάλλον
βυζαντινός. Πρέπει να ήταν κατοικία της βυζαντινής αρχόντισσας Μαρίας που αναφέρει ο
Λαμπρινάκης.
Τον πύργο χρησιμοποίησαν οι εκάστοτε κατακτητές ανάλογα με τις ανάγκες τους.
Ένα μέρος απ’ αυτόν χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους ως χαμάμ, δηλαδή ως λουτρό.
Ελάχιστα υπολείμματα του μέρους αυτού σώζονται μέχρι σήμερα. Χρησιμοποιήθηκε και
για κατοικία επιφανών Τούρκων. Μετά την απελευθέρωση του 1897 τον χάλασαν οι
Χριστιανοί, όπως όλα τα τουρκόσπιτια εκτός από ένα τοίχο που λόγω στερεότητας δεν
μπορούσαν να χαλάσουν.
Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1867, οι Τούρκοι έκαψαν τον Κισσό μαζί με τα χωριά
Δ ο υ μ α ε ρ ι ό, Α κ ά μ ι α και Π λ α τ α ν έ εκδικούμενοι τους Χριστιανούς για τις σοβαρές
απώλειες που είχαν στις μάχες στο Γ ε ρ α κ ά ρ ι και στον Τ ρ ά χ η λ α. Ένα χρόνο αργότερα
στα υψώματα πάνω από τη μονή του Αγίου Πνεύματος σκοτώθηκαν 200 εθελοντές
Μανιάτες από το σώμα του Πετροπουλάκη που ονομαζόταν «Πιάπηδες» και τους
φιλοξενούσαν στον Κισσό.
Εκτός από το βυζαντινό πύργο στο χωριό υπάρχει και ένα υδραγωγείο, βυζαντινής
εποχής και αυτό με πολλά διακοσμητικά στοιχεία. Στο χωριό του Κισσού υπάρχουν ακόμη
τέσσερις εκκλησίες: της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, που αναφέρεται και από τον
Giuseppe Gerola. Κτίστηκε τον 13-15 αιώνα. Κτήτορας της εκκλησίας είναι ο Δημήτριος
Βεργίλης. Υπάρχει και τοπωνύμιο στην περιφέρεια του Κισσού που ονομάζεται
Β ε ρ γ ί λ η ς. Ασφαλώς θα ήταν κτήματα της οικογένειας Βεργίλη που έζησαν στο χωριό
την υστεροβυζαντινή με πρωτοενετική περίοδο, της Γέννησης της Θεοτόκου, το
καμπαναριό της οποίας κτίστηκε το 1901 και είναι σπουδαίας τέχνης, του Αγίου Ιωάννη στο
βορειοδυτικό άκρο του χωριού, που σώζονται πολύ καλά οι αγιογραφίες του, της Αγίας
Παρασκευής, ερειπωμένος ναός, που όμως σε μερικά σημεία του φαίνονται αρκετά καλά
οι τοιχογραφίες του.
Στο βουνό Κέντρος πάνω στο οποίο είναι κτισμένος ο Κισσός, ο θρύλος το θέλει με
εκατόν μία πηγές που μια από αυτές είναι αθάνατη. Η πηγή αυτή είναι κρυμμένη και δεν
φανερώνεται. Όποιος βρει την πηγή αυτή και πιει από το αθάνατο νερό της δεν πεθαίνει.
Μια μακρινή αφήγηση του θρύλου, που σώζεται μέχρι τις μέρες μας είναι η εξής:
Κάποτε η αθάνατη πηγή φανερώθηκε σε κάποιους οδοιπόρους, μερικοί απ’ αυτούς
πήγαν να πλύνουν σαρδέλες για να φάνε και αυτές ζωντάνεψαν και έφυγαν. Ξαφνιασμένοι,
δεν εκμεταλλεύτηκαν το περιστατικό να πιούν από το νερό της πηγής, αλλά έτρεξαν να

φωνάξουν τους συντρόφους τους, γυρίζοντας όμως η πηγή είχε εξαφανιστεί. Επίσης
υπάρχει και η εξής παραλλαγή δημοτικού τραγουδιού σχετική με το βουνό Κέντρος.

Τρία βουνά μαλώνανε κ’ είναι να σκοτωθούσι,
το Κέντρος, και το Σφακιανό και τ’ άλλο ο Ψηλορείτης
το Κέντρος το μικρότερο τωνε μηνά μαντάτα:
Σωπάτε σεις το δυο βουνά μην περισσοκαυχάστε
μα γω ‘μαι το μικρότερο μ ‘χω εκατό μια βρύση
κι έχω αθάνατο νερό, π’ άνθρωπος δε το βρίσκει.

ΚΙΣΣΟΥ ΚΑΜΠΟΣ
Νέος οικισμός της κοινότητάς Κισσού στο δρόμο προς την Αγία Γαλήνη. Βρίσκεται
κτισμένος σε υψόμ. 150μ. και έχει 30 κατοίκους.
Ο οικισμός βρίσκεται στον κάμπο του χωριού Κ ι σ σ ο ύ. Γι’ αυτό και λέγεται
Κάμπος Κισσού. Όπως και το ομώνυμο χωριό, πήρε το όνομά του από τους θάμνους του
πετροκισσού που φυτρώνουν σε μεγάλη έκταση στη γύρω περιοχή.
Από τον Κισσό αρχίζει το φαράγγι που φτάνει κοντά στο χωριό Αμάρι και λέγεται
Κισσανό Φαράγγι.

ΚΛΕΙΣΙΔΙ
Οικισμός που ανήκει στην κοινότητα του Θρόνου της επαρχίας Αμαρίου. Βρίσκεται
σε 550μ. υψόμ. και έχει 35 κατοίκους. Το μέρος που είναι κτισμένος ο οικισμός αποτελεί
θέση κλειδί για το πέρασμα στα άλλα χωριά της επαρχίας. Ίσως λοιπόν από αυτό το
γεγονός πήρε και το όνομά του.

ΚΟΞΑΡΕ
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Βρίσκεται σε υψόμ. 270μ. και
έχει 250 κατοίκους. Στην κοινότητα υπάγονται και οι οικισμοί Ά τ σ ι π ά δ ε ς,
Κ α τ σ ο γ ρ ί δ α και Τ σ ι κ ο λ α ρ ι ά.
Το όνομα του χωριού προέρχεται από το Κοξαρέας (βυζαντινό επώνυμο Κοξαρής) ή
από κάποιον που στο χωριό τον φώναζαν Κόξη, δηλ. «φεύγω τσατισμένος».
Το χωριό μάλλον ιδρύθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν
Κρητικοί. Παλιότερες οικογένειες είναι οι Βαβουράκηδες, Πετρουλάκηδες, Νικολιδάκηδες,
Αλεβιζάκηδες, Μαθιουδάκηδες, Γεωργαδάκηδες, Σταυρουλιδάκηδες. Τόπος καταγωγής των
παλιών αυτών κατοίκων είναι η Κρύα Βρύση, το Ροδάκινο και ο Άγιος Ιωάννης.

Από τον καιρό της Ενετοκρατίας χρονολογούνται τα ερείπια μιας βίλας που υπάρχει
στο χωριό.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο μισός πληθυσμός του χωριού ήταν τούρκικος. Οι
Τούρκοι για ασφάλεια έκτισαν το 1866 ισχυρό αμυντικό πύργο -Κουλέ- τον οποίο
κατεδάφισαν οι επαναστάτες τριάντα χρόνια αργότερα (1896).
Το 1941 ήρθαν οι Γερμανοί με τη χωροφυλακή για να πάρουν την παραγωγή
σιταριού. Το χωριό ξεσηκώθηκε και έτσι δεν μπόρεσαν οι Γερμανοί να επιτύχουν το σκοπό
τους. Βέβαια όπως ήταν φυσικό για κείνη την περίοδο μετά από αυτό το περιστατικό
έγιναν αρκετές συλλήψεις χωρικών.
Στο σπήλαιο Φακουλά το 1944 δόθηκε μεγάλη μάχη μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών
με μεγάλες απώλειες των κατακτητών. Σκοπός της σύγκρουσης ήταν η απελευθέρωση
κάποιων αιχμαλώτων που μετέφεραν οι Γερμανοί. Όμως παρά τις προσπάθειες που
κατέβαλαν οι Έλληνες οι αιχμάλωτοι δεν μπόρεσαν να ελευθερωθούν. Οι Γερμανοί σε
αντίποινα για τη συμμετοχή των κατοίκων του χωριού Κοξαρέ έκαψαν το χωριό.
Εκτός από το σπήλαιο του Φακουλά υπάρχουν δύο ακόμα σπήλαια, η Αχνότρυπα
και το Μπελεγρινέ. Επίσης υπάρχει και το φαράγγι του Αγή.
Την περιοχή που γίνονται οι σημαντικότερες καλλιέργειες διασχίζει ο Κοξαρές
ποταμός. Στη θέση Φ α τ ρ ε λ ι α ν ά υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κτήτορας της
οποίας είναι ο Θεόδωρος Ζαγιαμάς. Η εκκλησία είναι τοιχογραφημένη.

ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΑΝΑ
Οικισμός της κοινότητας Λιβάδια της επαρχίας Μυλοποτάμου. Είναι κτισμένος σε
υψόμ. 700μ. και έχει μόνο 3 κατοίκους. Το όνομά του οφείλεται στον πρώτο οικιστή του,
στον Κουγιουμτζή.

ΚΟΥΜΟΙ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Απέχει 15χμ. από το Ρέθυμνο.
Βρίσκεται σε υψόμ. 420μ. κι έχει σήμερα 210 κατοίκους. Υπάρχουν δυο εκδοχές σύμφωνα
με την προέλευση του ονόματός του.
Σύμφωνα με την πρώτη, επειδή υπήρχε παλιά στο χωριό αναπτυγμένη
κτηνοτροφία, οι κάτοικοι έβαζαν τα μικρά αρνιά και κατσίκια (αμνοερίφια) σε κουμιά,
δηλαδή σε χαμόσπιτα. Πρβλ. Και τα ρήματα: κουμιάζω, ξεκουμιάζω κλπ.
Σύμφωνα με την άλλη εκδοχή, ο πρώτος κάτοικος του χωριού ήταν ο Ψαθάς από
την Κύμη Ευβοίας έτσι το χωριό έμεινε με το όνομα Κούμοι.
Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι Κούμοι κάηκαν 2-3 φορές. Οι κάτοικοί του
πήγαιναν για ένα διάστημα σε γειτονικά χωριά και στη συνέχεια επέστρεφαν και
ξανάκτιζαν το χωριό τους.

Κατά την περίοδο της Κατοχής οι Γερμανοί δεν έμειναν στο χωριό. Οι κάτοικοί του
πήγαιναν στους Α ρ μ έ ν ο υ ς και δούλευαν στους κατακτητές.
Οι παλιότερες οικογένειες είναι οι Ψαθάκηδες, οι Μακρυδάκηδες, οι Σταγάκηδες, οι
Βελονάκηδες κ.α.
Στην περιοχή του χωριού βρέθηκαν υπολείμματα υστερομινωικής εποχής. 1,5χμ.
έξω από τους Κούμους βρίσκεται το σπήλαιο του Χαλκιά. Έχει μεγάλη χωρητικότητα και σ’
αυτό κατέφευγαν οι κάτοικοι τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Την περίοδο εκείνη έγινε στο
σπήλαιο μια φοβερή σφαγή. Η παράδοση αναφέρει ότι για πολύ καιρό οι κάτοικοι άκουγαν
έξω απ’ το σπήλαιο το θόρυβο που κάνει το σφυρί.
Υπάρχουν πολλές εκκλησίες στο χωριό πιο παλιές θεωρούνται ο Άγιος Γεώργιος και
η Μεταμόρφωση του Σωτήρα.
ΚΟΥΡΟΥΤΕΣ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αμαρίου, του νομού Ρεθύμνου. Είναι κτισμένο
στους δυτικούς πρόποδες του Ψηλορείτη σε υψόμ. 510μ., στην πλαγιά όπου σύμφωνα με
τη μυθολογία οι Κουρήτες ιερείς της Ρέας, ανέθρεψαν τον Δία κρυφά από τον πατέρα του
Κρόνο. Σήμερα κατοικείται από 250 άτομα που η κύρια απασχόλησή τους είναι η
κτηνοτροφία.
Η ονομασία του χωριού, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Ιωσήφ Χατζηδάκη, έχει σχέση
με τους Κουρήτες.
Στην περιοχή πρέπει να υπήρχε οικισμός κατά τη ρωμαϊκή εποχή, γιατί κατά τις
ανασκαφές που έγιναν το 1935 στην τοποθεσία Αμυγδαλές, ήρθαν στο φως ρωμαϊκά
όστρακα. Ο οικισμός αυτός καταστράφηκε από τις κατολισθήσεις βράχων και χωμάτων του
Ψηλορείτη.
Το χωριό με τη σημερινή του μορφή εμφανίζεται από τον 14 ον αιώνα. Οι κάτοικοί
του είναι γνήσιοι Κρήτες, που ήρθαν εδώ από άλλα χωριά της Κρήτης. Οι παλιότερες
οικογένειες του χωριού είναι: οι Πλατύρραχοι, οι Καπελώνηδες και οι Στεφανάκηδες.
Ένας θρύλος του χωριού αναφέρει ότι στη θέση Σ τ ή μ ο ν α ς, είναι θαμμένος ένας
χρυσός αργαλειός μαζί με την υφάντρα του. Κάποια μέρα δε του Μάη κατά την ανατολή, ο
ήλιος χτυπάει ακριβώς πάνω στο σημείο που βρίσκεται ο αργαλειός.
Επίσης λέγεται ότι στην τοποθεσία Φ α ρ ά γ γ α, υπάρχει ένας ντάφκος (βάραθρο)
που έχει βάθος πάνω από 200μ. και στον οποίον, όποιος πέσει, δεν ξαναβγαίνει.
Το χωριό έχει και άλλο φαράγγι, πιο βαθύ από το προηγούμενο, που βρίσκεται στην
τοποθεσία Π ρ ι ν ο λ ά κ ι.
Την ύπαρξη του χωριού από τον 14 ον αιώνα μαρτυρούν οι εκκλησίες Άγιος Μηνάς
και Άγιος Τίτος. Κτίστηκαν τον 14 ον αιώνα και οι δυο.
Ο Άγιος Μηνάς, έχει καταστραμμένες τοιχογραφίες. Η εκκλησία του Αγίου Τίτου
ήταν ερημωμένη και αγνώστου αγίου. Το σημερινό της όνομα το έδωσαν οι κάτοικοι του
χωριού. Βρίσκεται στην τοποθεσία Π α ρ δ ί. Και οι δυο παραπάνω εκκλησίες
ανακαινίσθηκαν από την κοινότητα Κουρουτών.

Άλλες εκκλησίες είναι του Ευαγγελισμού, σε επιγραφή που βρέθηκε αναφέρεται ότι
κτίστηκε το 1856, και της Ανάληψης.

ΚΟΥΦΗ*
Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε απόσταση 18χμ. από το
Ρέθυμνο και έχει υψόμ. 130μ. Σήμερα ζουν στο χωριό 147 κάτοικοι.
Σχετικά με την προέλευση του ονόματός του, υπάρχουν δυο εκδοχές, που
στηρίζονται σε θρύλους. Σύμφωνα με την πρώτη, τα παλιά χρόνια ζούσε στο χωριό μια
κουφή γυναίκα. Ήταν πολύ καλή και γνώριζε τα διάφορα βότανα και γιατροσόφια. Έτσι,
κάθε φορά που αρρώσταιναν οι κάτοικοι του χωριού, αλλά και των γειτονικών χωριών,
έλεγαν: «Πάμε στην κουφή». Έτσι, από τη φήμη της κουφής γυναίκας, όλο το χωριό
ονομάστηκε Κουφή – Κούφη.
Η δεύτερη εκδοχή στηρίζεται στο θρύλο ότι το χωριό είναι κτισμένο πάνω σε μια
μονοκόμματη πλάκα, που από κάτω είναι κούφια. Έτσι, το χωριό ονομάστηκε Κούφη.
Πριν από την Τουρκοκρατία, οι κάτοικοι της Κούφης ήταν συνολικά 7 οικογένειες: οι
Κυσάκηδες, οι Κανακάκηδες, οι Πενθερουδάκηδες, οι Ορφανουδάκηδες, οι Τσουκνάκηδες,
οι Βουρεξάκηδες και οι Τριπολιτάκηδες. Απ’ αυτές τις οικογένειες δεν υπάρχουν παρά μόνο
οι Πενθερουδάκηδες. (Υπάρχουν, όμως, σε άλλα μέρη, όπως π.χ. στην Επισκοπή Ρεθύμνης
κ.α.).
Στην Κούφη βρίσκεται η Αγία Μαρίνα, εκκλησία που κτίστηκε το 1902-1907, από τον
πρωτομάστορα Δεληγιώργη. Σχετική με την εκκλησία και τον πρωτομάστορα είναι η
ακόλουθη παράδοση. Μια γιορτινή μέρα ο Δεληγιώργης πήγαινε να δουλέψει στην
εκκλησία. Στο δρόμο του συνάντησε μια μαυροφόρα γυναίκα, που τον σταμάτησε και του
είπε: «Δε θέλω σήμερα να δουλέψεις στο σπίτι μου». Εκείνος, όμως, την έβρισε λέγοντας:
«Φύγε, πατσογρέ!» (παλιόγρια). Κάποια στιγμή δίψασε και θέλησε να πιει νερό από το
σταμνί που είχε μαζί του. Δεν πρόσεξε όμως το γκρεμό που ήταν μπροστά του, έπεσε και
σκοτώθηκε, ενώ το σταμνί έμεινε ακέραιο.
Λέγεται, ακόμα, ότι η εικόνα της Αγίας Μαρίνας είναι θαυματουργή, αφού πολλές
φορές προστάτεψε το χωριό από τα βόλια των κατακτητών. Γίνεται εδώ και πανηγύρι στη
χάρη της.

ΚΟΥΦΟΣ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
Οικισμός της κοινότητας Χουμεριού Μυλοποτάμου, με 80 κατοίκους. Είναι
κτισμένος σε υψόμ. 220μ.
Τ’ όνομά του το οφείλει στα πολύ καλής ποιότητας κρασιά που έβγαζε, μιας και
παλιά υπήρχαν πολλά αμπέλια και πατητήρια.

Υπάρχουν δυο εκκλησίες για να εξυπηρετούν τους κατοίκους του οικισμού: η
εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Σώζονται, επίσης, και τα
ερείπια δύο ακόμα εκκλησιών, του Αγίου Δημητρίου και του Δεσπότη Χριστού.

ΚΡΑΝΑ
Οικισμός της κοινότητας Λιβαδιών σε υψόμ. 610μ. με 190 κατοίκους, σε απόσταση
1,5χμ. από τα Λιβάδια. Το όνομα του είναι δωρικός τύπος της κρήνης (βρύσης). Λένε πως
έχει σχέση με τον Κραναίο Ερμή. Καμιά αρχαιότητα ή παράδοση όμως δεν το επιβεβαιώνει.
Υπάρχει μόνο το σπηλιάρι του παπα-Κρανιώτη πολεμιστή του 1866 που όπως λέει ο
ποιητής:

Στο Σίναχτο ‘ποπανωθιό στη βουλισμένη Κέρη
εκειά σκοτώθηκε ο παπάς απού δεν είχε ταίρι.

ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ*
Χωριό της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Είναι κτισμένο στους πρόποδες του βουνού
Κέντρος σε υψόμ. 503μ. ανάμεσα στο λόφο της Κεφάλας και το ύψωμα Βίγλα. Απέχει 43χμ.
από το Ρέθυμνο και έχει 280 κατοίκους. Παλιά υπήρχαν άλλοι τέσσερις οικισμού, η Κ ά τ ω
Κ ε ρ ά, η Α γ ί α Κ υ ρ ι α κ ή, ο Ά γ ι ο ς Α ν τ ώ ν ι ο ς και το Π ε ρ α χ ώ ρ ι, που χάθηκαν
όμως όταν η πανούκλα κτύπησε όλη την Κρήτη. Όσοι σώθηκαν από αυτά τα χωριά
κατέφυγαν στην Κρύα Βρύση ή πήγαν σε άλλα γειτονικά.
Στα νότια του χωριού, στην τοποθεσία Κ ά τ ω Β ρ ύ σ η, υπάρχει μια πηγή που
αναβλύζει πάντα παγωμένο νερό. Απ’ αυτή την πηγή πήρε το όνομά του το χωριό Κρύα
Βρύση. Υπάρχει μάλιστα και ένα σχετικό ριζίτικο τραγούδι.

«Θε μου να ξαναπάτουνε στα πρωτινά λημέρια
στου Κέντρους τσι βουνοπλαγιές και τσ’ όμορφες κορφές του
να δω κουράδια με βοσκούς, βιτσίλες και γεράκια
ν’ ακούσω πετροπέρδικες, πουλάδες και μεζάλες
κι άλλα πουλάκια αμέρωτα, λεύτερα να λαλούνε
να πάω στα μητάτα που τυριά να με φιλέψουν
να πεταχτώ και στο Βρουλέ να πιώ νερό δροσάτο»

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκε το χωριό. Η παράδοση αναφέρει, ότι
κάποιος βοσκός, ο οποίος ήθελε να έχει ένα σπίτι εξασφαλισμένο από τις επιδρομές των
κουρσάρων, να είναι δηλ. απόμερο, και να είναι απρόσβλητο από την επιδημία της
πανώλης, έκτισε το πρώτο σπίτι σε απόσταση 200μ από την πηγή του χωριού.
Στην περίοδο της Ενετοκρατίας, οι κάτοικοι του νησιού εξαιτίας των αδικιών και της
πίεσης που τους εξασκούσαν οι Ενετοί αναγκάζονταν να καταφύγουν στα ορεινότερα μέρη
του νησιού και να ζουν ήρεμοι μακριά από τους κατακτητές. Έτσι άρχισαν σιγά-σιγά να
καταφθάνουν στο χωριό άποικοι από άλλα μέρη της Κρήτης. Παλιότερες οικογένειες είναι
οι: Βαβουράκηδες, Πετρακάκηδες, Μανουσάκηδες, Κανακάκηδες, Ασημανάκηδες,
Λαγουδάκηδες κ.α.

Στο χωριό ποτέ δεν κατοίκησαν Βενετοί ούτε Τούρκοι. Κάηκε όμως οκτώ φορές, από
Βενετούς, Τούρκους και Γερμανούς.
Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, στην περιοχή του χωριού δόθηκε μια σκληρή μάχη
με τους Τούρκους. Η μάχη άρχισε στη θέση Τ ρ ά χ η λ ο ς σε απόσταση 15χμ. από την
Κρύα Βρύση και τελείωσε κοντά στο χωριό, όταν τελικά οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή και
έθαψαν αργότερα εκεί τους νεκρούς τους. Γι’ αυτό το λόγο το μέρος εκείνο από τότε
λέγεται Μ ν ή μ α τ α.
Κατά τη διάρκεια της πτώσης των αλεξιπτωτιστών πολλοί από την Κρύα Βρύση
αντιστάθηκαν γενναία στους κατακτητές, με αποτέλεσμα στις 22 Αυγούστου 1944 οι
Γερμανοί να κάψουν το χωριό. Μετά την απαγωγή του Κράιπε, οι Γερμανοί άρχισαν τα
αντίποινα με βασανιστήρια, πυρπολήσεις και ομαδικές εκτελέσεις. Έτσι καταστράφηκαν
ταυτόχρονα τα χωριά Γ ε ρ α κ ά ρ ι, Κ α ρ δ ά κ ι, Σ μ ι λ έ ς, Γ ο υ ρ γ ο ύ θ ι, Β ρ ύ σ ε ς,
Δ ρ υ γ ι έ ς, Ά ν ω Μ έ ρ ο ς και Κ ρ ύ α Β ρ ύ σ η.
Λόγω της ορεινής θέσης του χωριού, έβρισαν καταφύγιο όσοι αντιστέκονταν στο
Γερμανό κατακτητή. Οι κάτοικοι του χωριού βοηθούσαν τους Άγγλους, μετέφεραν εφόδια
στα υποβρύχια και γενικά έκαναν τα πάντα για να φθείρουν τους Γερμανούς.
Στο κάτω μέρος του χωριού, στη θέση Κ ά τ ω Ρ ο ύ γ α, βρίσκεται ένας γιγάντιος
βράχος, ο Χάρακας, που σύμφωνα με την παράδοση είναι στοιχειωμένος κι όποιος
προσπαθήσει να τον σπάσει θα βρει σύντομα άσχημο θάνατο.
Στο χωριό, που δεν είναι παραλιακό, φυσάει πολύ δυνατά ο βορές, άνεμος βόρειος
πολύ δυνατός, που κάποιος θρύλος αναφέρει ότι ο πατέρας του βορέ είναι από την Κρύα
Βρύση και η μητέρα του από το Κ ε ρ α μ έ ή τα Σ ε λ ζ ί α της ίδιας επαρχίας.
Δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρίσουμε το βοριά δυνάστη της περιοχής γιατί απ’
αυτόν καθορίζεται η βλάστηση της περιοχής, τα είδη της καλλιέργειας και οι ασχολίες των
κατοίκων.
Στην Κρύα Βρύση υπάρχουν και οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου, που είναι τελείως
καταστραμμένη, του Αγίου Αντωνίου, της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Γεωργίου, στην
τοποθεσία Κ ά τ ω Κ ε ρ ά και η εκκλησία του Αγίου Πνεύματος. Εδώ βρίσκεται και το
νεκροταφείο του χωριού.

ΚΡΥΟΝΕΡΙ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ
Χωριό της επαρχίας Μυλοποτάμου. Βρίσκεται ανάμεσα στο όρος Κουλούκουνα και
τον Ψηλορείτη σε υψόμ. 345μ. Απέχει 49χμ. από το Ρέθυμνο και έχει μόνο 66 κατοίκους
λόγω της μετανάστευσης των περισσότερων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Όσοι κάτοικοι
έμειναν ασχολούνται με τη γεωργία και ειδικότερα με την αμπελοκαλλιέργεια, την
ελαιοκαλλιέργεια και τα κηπευτικά. Στο χωριό υπάγονται και τα χωριά Τ σ α χ ι α ν ά και
Α γ ρ ί δ ι α.
Το όνομά του το χωριό το οφείλει στο κρύο νερό που βγαίνει από την πηγή Γούλα.
Το όνομα του χωριού προήλθε μετά από σχετική αίτηση του Βασιλείου Βερτούδου στο

Υπουργείο Εσωτερικών το 1930 όπου μεταξύ άλλων έγραφε «δια το Θείο δώρο (νερό) που
εμείς έχομε άφθονο και το στερούνται 8 γύρω χωριά».
Μέχρι το 1954 το χωριό λεγόταν Α σ υ ρ ώ τ ο ι. Η ονομασία αυτή δόθηκε γιατί ήταν
το μόνο χωριό στην περιφέρεια που είχε πηγή καθαρή και δεν χρειαζόταν να διυλίσουν το
νερό (να το συρώσουν όπως λένε οι κάτοικοι) σε αντίθεση με τα άλλα οκτώ χωριά που
βρίσκονταν γύρω και έπρεπε με διάφορους τρόπους να συρώσουν το νερό για να το
κάνουν πόσιμο.
Για το πότε κτίστηκε το χωριό δεν έχουμε ακριβείς πληροφορίες. Σήμερα οι
οικογένειες που ζουν είναι οι: Βερτούδηδες (πιθανοί ιδρυτές του χωριού μετά το 1770),
Βατσινάδες, Βενιανάκηδες, Σκουραδάκηδες, Βεργίσηδες, Παρασύρης, Τσαχάκης, Τζεδάκης,
Τερζάκης, Χριστοδουλάκηδες, Χρονιάρηδες, Μιχελιουδάκηδες.
Οι κάτοικοι του χωριού πήραν μέρος στους αγώνες που έγιναν για την
απελευθέρωση της πατρίδας μας το 1912-22, το 1940 στην Αλβανία, αλλά και στη Μάχη
της Κρήτης.
Στο Κρυονέρι υπάρχει εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου που είναι η κεντρική
εκκλησία του χωριού. Μάλιστα από διηγήσεις των κατοίκων, διατηρείται η παράδοση ότι η
Παναγία έσωσε κάποτε το χωριό από την πανώλη που έπεσε στη γύρω περιοχή και
ερήμωσε όλα τα χωριά. Η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου είναι ερειπωμένη.
Στην τοποθεσία Μ υ ρ ω δ ι ά υπάρχει μια έντονη οσμή όπου οι κάτοικοι ακόμα δεν
έχουν βρει από που προέρχεται.
Επίσης στο χωριό υπάρχει και το σπίτι της μητέρας του Νίκου Καζαντζάκη όπου
σώζεται ακόμα.
Κοντά στο μοναστήρι της Χαλέπας -που ανήκει η κοινότητα- υπάρχει μια σπηλιά με
το ίδιο όνομα, δηλ. Χαλέπα, που όμως είναι ανεξάρτητη. Παλιά ζούσαν 70 καλόγεροι στη
μονή, όλοι με το ίδιο επίθετο (Βεργίτσηδες). Σήμερα το μοναστήρι είναι έρημο και το
διευθύνει ο ηγούμενος της μονής Διοκαρίου. Κάτω από το μοναστήρι της Χαλέπας, κοντά
στο χωριό, υπήρχε η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, ερειπωμένη τώρα, που είχε
τοιχογραφίες. Η εκκλησία του μοναστηριού ήταν η Αγία Μαρίνα με τοιχογραφίες κι αυτή.

ΚΥΝΗΓΙΑΝΑ
Συνοικισμός της κοινότητας Μαργαριτών Μυλοποτάμου. Στην τοποθεσία Λ ι β ά δ α
υπάρχει παλιό τείχος, ένδειξη για την ύπαρξη της πόλης Ο σ μ ί δ α ς. Ο Σκύλαξ ο
Καρυνδεύς γράφει «Μετά δ’ Οσμίδαν, προς Βορέαν Ελευθέρνα». Ίσως το τοπωνύμιο
Ζ ό κ ι θ ε ς είναι παραφθορά της αρχαίας πόλης.

ΚΥΡΙΑΝΝΑ*

Η Κυριάννα είναι χωριό και κοινότητα της επαρχίας Ρεθύμνης. Βρίσκεται 14χμ.
ανατολικά του Ρεθύμνου. Είναι κτισμένο ανάμεσα σε λόφους σε υψόμ. 240μ. Στο χωριό
ζουν σήμερα 377 κάτοικοι, που διακρίνονται για την εργατικότητα, την ευσέβεια και την
καλοσύνη τους. Τα κυριότερα προϊόντα στην Κυριάννα είναι λάδι και σταφίδα.
Παλιότερα το χωριό ονομαζόταν Π α τ σ ό ς. Η ονομασία Κυριάννα στηρίζεται στην
ακόλουθη παράδοση: Γύρω στο 1400 κάποια κυρία Άννα έκτισε στο χωριό την εκκλησία της
Παναγίας. Έτσι η άγνωστη κυρία Άννα έγινε η Κυριάννα της Ρεθύμνης. Μια άλλη εκδοχή
αναφέρει ότι, επειδή πέρασε από εδώ ο Αι Κυρ-Γιάννης, ονομάστηκε Κυριάννα.
Στο χωριό σώζονται σε καλή κατάσταση δυο ενετικά κτίσματα, που πιστοποιούν την
ύπαρξη της Κυριάννας κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας. Ένα φάντασμα, το φραγκάκι,
περιφερόταν -σύμφωνα με την παράδοση- στα κτίσματα αυτά. Όλα αυτά τα χρονια της
Ενετοκρατίας.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κατοικούσαν στην Κυριάννα Τούρκοι και
Έλληνες. Η παρουσία των Τούρκων ήταν έντονη, ακόμη και στα νεκροταφεία του χωριού.
Οι χωριανοί κάλυπταν τους τάφους με μεγάλες πλάκες γιατί οι Τούρκοι απαγόρευαν την
ακολουθία της ταφής των νεκρών.
Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1922, ήρθαν στην Κυριάννα πολλοί
Μικρασιάτες, στους οποίους δόθηκε η περιουσία των Τούρκων αγάδων. Σήμερα το 40%
του πληθυσμού κατάγεται από τη Μ. Ασία.
Οι παλιότερες οικογένειες του χωριού είναι: οι Θωμαδάκηδες, οι Μπιρλιράκηδες, οι
Μακρυδάκηδες, οι Πισκοπάκηδες, οι Δοκιμάκηδες, οι Φραγκιαδάκηδες, οι Πετρακάκηδες,
οι Λεφάκηδες κ.α.
Στην Κυριάννα βρίσκεται η αξιόλογη διμάρτυρη εκκλησία Κοίμηση της Θεοτόκου
και Αγία Παρασκευή, που είναι ο ενοριακός ναός της.
Η εκκλησία θεωρείται κτίση του 12 ου αιώνα. Στο κλίτος της Αγίας Παρασκευή
φυλάσσεται η εικόνα «Δέηση του Χριστού», που ζωγραφίστηκε -σύμφωνα με τη μαρτυρία
των κατοίκων- από το Μιχαήλ Δαμασκηνό.
Στο χωριό υπάρχουν επίσης οι παλιές εκκλησίες του Σωτήρα Χριστού, του Αγίου
Γεωργίου και του Αγίου Νικολάου στην τοποθεσία Φ α ρ ά γ γ ι.
Το 1880 κτίστηκε η εκκλησία Παναγία της Τάφρας. Η παράδοση αναφέρει ότι κατά
την ανέγερσή της οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να βρουν πουθενά το ανάλογο χώμα. Τελικά
ένας χωριανός είδε στο όνειρό του την περιοχή όπου υπήρχε ένα αγκούτσακας (είδος
αγριαχλαδιά), και στην οποία βρέθηκε το κατάλληλο χώμα.

Αφήστε μια απάντηση