ΦΤΟΥΣΟΥ ΜΑΡΚΟ

Απής εδειπνήσανε είχανε και μυζηθρόπιττες ψημένες κι έφανε το Μανωλιό πληθιερές κι εστρυφογυρίζεντονε τη νύχτα στην κοιμητέ.

Με το στρυφογύρισμα πούκανε πάει μια πλεξούδα του Δεσποινιού στο λαιμό ντου πετά και το μπρότζο τζη στη μασέλα ντου κοιμεσμένα και τα δυο. Το Μανωλιό ονειρεύγεται τσι μαϊμούδες πως επετάχτηνε ο Μάρκος κι έκατσενε στο κούτελο ντου γιατί γροίκανε την κρυγιάδα τση χέρας τση κοπελιάς και την πλεξούδα στο λαιμό και θαρρεί πως είναι η γιορά του μάρκο και γαργαλίζει το λαιμό ντου και κάνει.

«Φτούσου Μάρκο»

Και γνώθει το Δεσποινιό και λέει είντάκαμες μωρέ και φτείς το μπράτσο μου;

Ω κάνει το Μανωλιό φέρε πάλι τη χέρα σου στην καρδιά μου να δεις πως χτυπά;

Καλά τόκαμες και μέγνωσες. Ονειρεύγουμουνε πως η Μαϊμού επετάχτηνε στην κεφαλή μου κι άκουσα τη κρυγιάδα του πισινού ντου κι εφοβήθηκα.

Φτούσου άλλου μια φορά.

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

16 Φεβρουαρίου 1972

Αφήστε μια απάντηση