Φεβρουάριος 1967

ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΜΑΣ (ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ)

-Απρόοπτο επισκέπτη είχαν χθες το πρωί τα τυπογραφεία της εφημερίδος μας.

-Σκαπτικό μηχανάκι με ρυμούλκα επέπεσεν μετά βίας επί της θύρας του Τυπογραφείου κατόπιν ντελαπαρίσματος.

-Αποτέλεσμα: Το ολοκληρωτικό σπάσιμο της τσαμαρίας και μερικά μελοκοπανίσματα των κοριτσιών του τυπογραφείου.

-Πάλι καλά που δεν είχαμεν και μεγαλύτερα κακά.

ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΚΤΙΡΙΑ

Υπό του συνεργάτου μας κ. Τ. ΠΥΞ

Το πρόβλημα των Σχολικών κτιρίων της Δημοτικής και της Μέσης εκπαιδεύσεως στη πόλι μας είναι οξύ κι έχει ανάγκη αμέσου λύσεως.

Διότι οι μαθητές τα τελευταία χρόνια και ιδίως την τελευταίαν διετίαν με την περίφημη Εκπαιδευτική μεταρρύθμισι και την δωρεάν παιδείαν, αυξήθηκαν απότομα.

Δημιουργήθηκαν νέα σχολεία, εχωρίσθηκαν τα παλαιά κ.ο.κ.

Κι έτσι οι κτιριακές ανάγκες ανεπήδησαν αυτομάτως.

Από ένα νηπιαγωγείον 20-30  παιδιών (για ν’ αρχίσωμεν από την πρώτη σχολική βαθμίδα) έχομεν τώρα δυο με 60-70 παιδάκια το καθένα.

Τα Δημοτικά σχολεία ανέβηκαν στον αριθμόν των 7 τον τελευταίο καιρό στον Δήμο Ρεθύμνης.

Και τα Γυμνάσια με τη τελευταία διαίρεσι από τρία έγιναν έξ (τρία Γυμνάσια και τρία Λύκεια).

Κι όλη αυτή η διαφοροποίησις της παιδείας στη πόλι μας εγέννησε άμεσον το στεγαστικόν πρόβλημα.

Γιατί εκτός από τη κτιριακή επέκτασι του τέως Γυμνασίου Θηλέων κι από τα πρόχειρα παραπήγματα του Ε΄ Δημοτικού Σχολείου όλος αυτός ο αυξημένος μαθητικός συμφέτος στοιβάζεται στα παλιά σχολικά συγκροτήματα, τα οποία όταν ανηγέρθησαν προωρίζοντο για το εν τέταρτον περίπου του σημερινού Ρεθυμνιακού σπουδαστικού πληθυσμού.

Βέβαια το θέμα απασχόλησε κι απασχολεί τους αρμοδίους κι ιδιαιτέρως τον διδακτικόν κόσμον της Ρεθύμνης, που τραβά στη πλάτη του τις συνέπειες του.

Κι ως προς τα Γυμνάσια και Λύκεια Αρρένων επιτεύχθη μια Κρατική επιχορήγησις ενός και ημίσεως εκατομ. δραχμών για την επέκτασι του παλαιού γυμνασιακού συγκροτήματος Μασταμπά ή για την αγορά οικοπέδου και θεμελίωσι νέου σ’ άλλον χώρον.

Και πάνω σ’ αυτό το σημείον κατήλθε με τους Υπουργούς Παιδείας της τελευταίας διετίας το αρμόδιον κλιμάκιον της Δ/σεως Σχολ. Κτιρίων του Υπουργείου Παιδείας για να διαλέξη τον κατάλληλο χώρο και να προβή στη δημοκράτησι του έργου.

Δεν κατέληξε όμως πουθενά. Ή μάλλον υπέδειξε σαν κατάλληλη την πιο ακατάλληλη δηλ. την ανάμεσα στα Εργοστάσια ΕΤΕΛ, ΓΑΓΑΝΗ, ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΙ περιοχή.

Για την ακαταλληλότητα αυτή που πλάι στην ανθυγεινότητα, έχει και την μακρυνότητα από το κέντρον της πόλεως και προ πάντων από τα δυτικά και νότια διαμερίσματα; Του Νομού Ρεθύμνης, έγινε συντονισμένη αντίδραση εκπαιδευτικών και Γονέων μαθητών της πόλεως. Κι εκεί έχει σταματήσει το πράγμα.

Και θάναι στάσιμο ποιος ξέρει ως πότε.

Έτσι καθώς ζητά αφορμή το Κέντρο να μην προωθή ό,τι συνεπάγεται Κρατικές δαπάνες, πραγματογνωμοσύνες, δημοκρατήσεις κ.τ.λ.

Εκτός αν βρεθή ένα δυνατό Ρεθεμνιώτικο χέρι ν’ αρπάξη την υπόθεσι δυνατά και να τη ξεκουνίση απ’ την αδράνεια και την καθυστέρησι.

Γιατί αλλοιώς κινδυνεύει να χαθή κι η αρχική χρηματοδότησις του ενάμισυ εκατομμυρίου και κάθου γύρευε πάλι.

Κι όμως το πράγμα βιάζει.

Γιατί το στεγαστικό πρόβλημα της σπουδάζουσας Ρεθεμνιώτικης Νεολαίας όλο και μεγαλώνει με την ανάλογη (χρόνο με το χρόνο) αύξησι του αριθμού των μαθητών.

Τι πρέπει λοιπόν να γίνη;

Έτσι μοιρολατρικαί θ’ ανεχώμαστε την κατάστασι οι δάσκαλοι κι οι γονείς των παιδιών μας κι όπου το βγάλει η βράσι;

Ή πρέπει να ξεσηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος όλοι μας και ν’ απαιτήσωμεν από τον σημερινόν υπουργό Παιδείας τον κ. Θεοδωρακόπουλον που είναι κι εκπαιδευτικός την ταχίστη επιλογή του χώρου, την δημοκράτησι του έργου και την έναρξι της ανεγέρσεως του νέου Γυμνασιακού κτιρίου.

Μάλιστα πάνω στο ζήτημα του χώρου έχομεν να παρατηρήσωμεν και πάλιν ότι εφ’ όσον δεν θεωρείται κατάλληλος ο προς νότον του παλαιού Γυμνασίου Αρρένων τοιούτος του περιβόλου του, ενδείκνυται η αρμοδία Αρχή να στραφή προς την πλησίον του Ορφανοτροφείου Ρεθύμνης ανοικτή οικοπεδικήν έκτασιν ή επί τέλους στην περιοχή των σημερινών στρατώνων της Σωχώρας εφ’ όσον η μεταφορά τους στη νέα τους περιοχή περί τον Κουμπέ δεν θ’ αργήση ούτως ή άλλως.

Και θα πρέπη από τούδε οι αρμόδιοι, τη υποκινήσει των ενδιαφερομένων Ρεθυμνιακών παραγόντων, να προβάλουν την υπόδειξίν των πριν βρεθή κάποιος άλλος επιτηδειότερος και διεκδικήση προτεραιότητα στην κατοχή του ενός ή του άλλου. Οπότε το στεγαστικό πρόβλημα των σχολείων μας θα χειροτερεύση εις βάρος της μορφώσεως και της προκοπής των παιδιών μας ή θα μείνη δια παντός άλυτον.

Πάνω σ’ αυτό επιβάλλεται να πρωτοστατήσουν οι εκπρόσωποι του Νομού μας, ο κ. Νομάρχης, ο κ. Δήμαρχος, οι Σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, κι όλες οι Ρεθυμνιακές  οργανώσεις γενικά.

Και μάλιστα το γρηγορώτερον.

Πριν τελειώσωμεν δεν θεωρούμεν άσκοπον να σημειώσωμεν ότι επείγει να εξευρεθή χώρος και να επισπευθή η στέγερσις του δευτέρου νηπιαγωγείου Ρεθύμνης. Καθ’ όσον το κτίριον κι η περιοχή όπου στεγάζεται σήμερα προσωρινώς είναι σχεδόν ακατάλληλον, αλλά κι επιλήψιμον σανιδιωτικόν.

Υπάρχει άλλως τε τόσος χώρος στον πορίβολο του Δευτέρου Δημοτικού σχολείου (Καμαράκι) ώστε να περιττεύη η προσπάθεια εξευρέσεως αλλαχού.

Ας κινηθούν λοιπόν οι αρμόδιοι να βρουν τη σχετικήν πίστωσιν και να βάλουν μπροστά τη δουλειάν. Είναι καιρός πιά …….

Εθίξαμεν το όλον κτιριακόν και στεγαστικόν θέμα της Πρωτοβαθμίου και Δευτεροβαθμίου Εκπαιδεύσεως Ρεθύμνης και προτρέπομεν τους υπευθύνους να κινητοποιηθούν αμέσως γιατί είναι απαράδεκτον εν μέσω 1967, που η Επιστήμη βρίσκεται στα πρόθυρα της κατακτήσεως του διαστήματος, να υπάρχουν κτίρια στα οποία να στοιβάζωνται εκατοντάδες μαθητές και αίθουσες διδ/λίας που να ζητούν να μορφωθούν 60 και 70 κι 80 ακόμα μαθητές με τις χειρότερες και πιο απαιδαγώγητες συνθήκες.

Θα επανέλθωμεν

Τ. ΠΥΞ.

Κρούσματα Λοιμώδους Ηπατίτιδος εις την πόλιν μας

Συμπτώματα – Μεταδόσεις και τρόποι προστασίας

Εξ εγκυροτάτης πηγής πληροφορούμεθα ότι επαρουσιάσθησαν κρούσμα λοιμώδους ηπατίτιδος και εις την πόλιν μας.

Δια τον σκοπόν του το δημοσιεύομεν κατωτέρω στοιχεία διά τα συμπτώματα τον τρόπον μεταδώσεως και τον τρόπον προστασίας.

Η λοιμώδης ηπατίτις που λέγεται και οξύς καταρροϊκός ίκτερος ή κοινός χρυσή είναι για τον τόπο μας μια πολύ γνωστή αρρώστεια. Πριν λίγες μέρες είχαν σημειωθή αρκετές περιπτώσεις λοιμώδους ηπατίτιδος εις τον Νομόν Σερρών και Μυτιλίνης όπως θα διαβάσατε σε αθηναϊκές εφημερίδες κυρίως μεταξύ των παιδιών.

Η ασθένεια αυτή που οφείλεται σε ένα διηθητό ιό, προσβάλει περισσότερον την παιδικήν ηλικίαν ολιγώτερον τους νεαρούς ενήλικας και σπανίως τους ανθρώπους προχωρημένης ηλικίας. Πολλές φορές η λοιμώδης ηπατίτις παίρνει την μορφήν σοβαράς επιδημίας με μεγάλη έκτασι. Γι’ αυτό είναι αξιοπρόσεκτος αρρώστεια.

Τα συμπτώματα της αρρώστειας αυτής είναι:

Πονοκέφαλοι, ανορεξία ναυτία και κάποτε έμμετοι ατονία πόνοι στην πλάτη και στα άκρα, ενοχλήσεις στην κοιλιά και πυρετός που πολλές φοράς περνά απαρατήρητος. Έπειτα από 4 έως 5 μέρες ο πυρετός πέφτει παρουσιάζεται χολή στα ούρα και εμφανίζεται ο ίκτερος η «χρυσή» όπως την λέει ο πολύς κόσμος που άλλοτε δίνει στον ασθενή ένα ελαφρό  κίτρινο χρώμα και άλλοτε φθάνει στο βαθύ κίτρινο το μπρούτζινο.

Τρόπος μεταδόσεως

Ο ακριβής τρόπος μεταδόσεως του μικροβίου είναι άγνωστος. Πιστεύεται ότι κατά την έναρξιν της νόσου ο ιός είναι δυνατόν να μεταδοθή με τα εκκρίματα τού στοματορινοφάρυγγος. Επίσης η μόλυνσις μπορεί να γίνει με τας απεκρίσεις του πεπτικού σωλήνος και να μεταδοθή ο ιός με μολυσμένο νερό ή γάλα ή και δι’ αμέσου επαφής. Ακόμα η νόσος είναι δυνατόν να μεταδοθή με μολυσμένες σύριγγες ή βελόνες. Ο χρόνος επωάσεως του μικροβίου είναι μακρός και ποικίλλει από τρεις εβδομάδες ως ένα μήνα.

Συνήθως η επώασις διαρκεί 23 ως 24 ημέρες σε ωρισμένες όμως επιδημίες περιορίζεται στις 10 έως 15 μέρες.

Τρόπος προστασίας

Έχομε όλοι καθήκον να φροντίσουμε για να μη μεταδοθή η αρρώστεια και σε άλλους.

Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή.

Όλα όσα χρησιμοποιούνται κατά την θεραπείαν του ασθενούς πρέπει να βράζωνται πολύ καλά.

Κατά την πρώτη εβδομάδα είναι προτιμώτερον να αποφεύγομαι κάθε επαφή με τον άρρωστο.

Επίσης τόσο η οικογένεια, όσο και η κοινότης πρέπει να φροντίζει ώστε τα κόπρανα του ασθενούς να μη γίνουν αιτία μεταδόσεως της νόσου. Γενικώς όταν παρουσιασθή ένα κρούσμα λοιμώδους ηπατίτιδος απαιτείται η τήρησις μεγάλης καθαριότητος κατά την περιποίησιν του ασθενούς ή απομόνωσις του εκ των λοιπών μελών της οικογενείας και να ειδοποιηθή αμέσως ο  ιατρός.  

Για την λοιμώδη ηπατίτιδα δεν υπάρχουν ειδικά φάρμακα.

Θεραπεύονται μόνον οι επιπλοκές. Σημασία έχει η διαιτική αγωγή του ατόμου (ελαφρά τροφή πλούσια σε βιταμίνες και προτεΐνες) και ν’ αποφεύγεται η κόπωσις.

Η κίνησις του ασθενούς εφ’ όσον δεν είναι υπερβολική είναι ικανή να συντελέση εις την θεραπείαν.

Μίνως Αλεφαντινός

                                                                            Διδάσκαλος

Εις βαθύ γύρας απεβίωσεν την π. Κυριακήν και εκηδεύθη χθες ο συνταξιούχος Διδάσκαλος Μίνως Αλεφαντινός.

Ο μεταστάς υπήρξεν πρότυπου οικογενειάρχου και ηξιώθη να δη τα τέκνα του αποκατεστημένα.

Στα τελευταία έτη της ζωής του η μοίρα σκληρά τον δοκίμασε με τον πρόωρο χαμό της αξέχαστης Μαρίκας του.

Γι’ αυτό και ο θάνατος του υπήρξεν λύτρωσις για τον χαροκαμένο πατέρα.

Την κηδείαν του παρηκολούθησεν εκλεκτή μερίς της κοινωνίας μας, τον αποχαιρέτησεν δε με λίγα λόγια ο Γραμματεύς του Διδασκαλικού Συλλόγου κ. Ορφανός καταθέσας στέφανον επί της σωρού του.

Εμμ. Ι. Τσουδερός

Κάθε φορά που το ξαναγύρισμα του χρόνου φέρνει στην μνήμη μας τον θάνατο στην Ιταλία του Προέδρου Εμμ. Ι. Τσουδερού, δεν είναι δυνατόν παρά να συγκινήται η ψυχή του Ρεθέμνου που τόσο πολύ είχεν αγαπήσει ο Μεγάλος Ρεθεμνιώτης στην ζωή του.

Από την πρώτη του νεότητα ο αείμνηστος Πρόεδρος έδωκεν εις το Ρέθεμνος την καρδιά του, και την ψυχή του, και το Ρέθεμνος του έδωκεν την αγάπη του, φτερά αητίσια να πετάξη ψηλά να μεσουρανήση και να τιμήση τον τόπο του, την γενιά του, την Κρήτη και την Ελλάδα με τα έργα του.

Ο Εμμ. Ι. Τσουδερός εσημείωσεν εις όλην του την ζωήν μίαν ανοδικήν πορείαν που δεν έχει πουθενά ανακοπήν. Πάντοτε ψηλά, όλο πιο ψηλά; Όσο κι αν οι περιστάσεις του αντιστάθηκαν δύσκολες και όσο κι αν αμέτρητοι κακοί κι επίβουλοι εφθόνησαν την προσωπικότητά του.

Έτσι έγινεν ο πρώτος κι ως τώρα ο αξεπέραστος Ρεθεμνιώτης. Γι’ αυτό το Ρέθεμνος τον θυμάται πάντα με την θερμή ευχή: «ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ».

Μίνως Αλεφαντινός

Αντί παραστάσεώς μου  εις το 9ήμερον μνημόσυνο σου παραθέτω την επικήδειο προσφώνησή μου.

Ταπεινέ ιερουργέ του άσβεστου βωμού της Παιδείας

-Αλησμόνητε δάσκαλε-

Εκτελόνταν κάποια παλιά υπόσχεση μου απέναντι σου, κατά τα παγερά βράδυα του χειμώνα γύρω απ’ το τζάκι του σπιτιού σου και σαν ελαχίστη αμοιβή των περιποιήσεων σου, αναλαμβάνω το βαρύ φορτίο να σε προσφωνήσω λόγω του μικρού μου αναστήματος εμπρός σου.

Ο δρόμος που πέρασες είναι κατάμεστος δάφνης για σένα γιατί πέρα για πέρα εξετέλεσες το αποστολικό σου καθήκον. Εδίδαξες χρόνια και  χρόνια πάνω στ’ άψυχο ξύλο  που του χάρισες με την διδαχή σου αξία.

Το παρουσίασες μια σωστή εξέδρα από την οποία σαν ένας από τους επιδέξιους μαέστρους της Παιδείας, καλλιέργησες στην εύπλαστη και ακατέργαστη ύλη τ’ αγαθά της θρησκείας και του πολιτισμού. Πόσα ματάκια, πόσα αυτάκια και πόσα στόματα κρεμόταν από τα μελίρρυτα χείλη σου σαν τ’ άνοιγες να μεταμοσχεύσης την άγνοια σε γνώσεις τις οποίες διεμόρφωνες με την λογικότητα σου και τις πολύπειρες γνώσεις σου. Δεν είχες βγη από Ακαδημία σαν τις τωρινές που χαρίζουν αφόδια μεγάλα στον καινούργιο λειτουργό της σήμερον. Μόνος σου με τις πενιχρές επιχορηγήσεις του παρελθόντος αλλά με την μεγάλη σου εφυΐαν εργάστικες ζηλευτά. Επέτυχες τον σκοπόν σου γιατί 35 χρόνια ολόκληρα, καλλιεργητής άριστος, έριχνες τον υγειά σου σπόρο στη γη που την έκανες εσύ καρπερή.

Γι’ αυτό απ’ όπου περνούσες άκουγες σαν ευγνωμοσύνη τις λέξεις «Καλώς τον κ. Αλεφαντινό τον παλιό μου δάσκαλο». Την ευγενική φυσιογνωμία σου την χάριζε όχι μόνο το θείο επάγγελμα σου αλλά και η μεγάλη σου γεννιά. Στο σπιτικό σου τ’ αληθινό αρχοντόσπιτο στον Αη-Γιάννη που,  είχα την καλή τύχη να φιλοξενηθώ, τι δεν υπήρχε;

Και του πουλιού το γάλα. Μα πιο πολύ ακόμα τ’ ομόρφιζε η ευγένια σου και της εκλεκτής συζύγου σου που κατέβαλε κάθε προσπάθεια με την γλυκύτητα και νοικοκυρωσύνη της να προσφέρη στο χωριό μ’ άνεση, απλότητα και  κέφι τα δώρα στον ξένο. Κωνάκι αληθινό, όπως τ’ ονόμαζαν οι φιλοξενούμενοι, είχε να σου προσφέρη και το ζεστό του καναπέ και το κρασί στην κούπα.

Ξεχώριζες σε αξία, σε μόρφωση, σε οικογενειακή υπόσταση από τους χωριανούς σου που φημίζονται για μπέηδες, αγάδες, και προύχοντες τ’ Άη-Γιάννη. Στην εκκλησία πρώτος και καλύτερος φίλος, ευεργέτης και δωρητής.

Στις ιεροτελεστείες πρόσφερες την ψαλμωδία σου και γέρος ακόμα, γιατί το θερμό Θρησκευτικό συναίσθημα σου ικανοποίαν και ολοκληρωνόταν και  μ’ αυτή την προσφορά σου προς «ΕΚΕΙΝΟΝ» που σου τάχε στείλει όλα με απλοχεριά. Παλληκάρι δεν σε γνώρισα και δεν μπορώ να σκιαγραφίσω στην πλευρά αυτή την δράση σου και τα προτερήματα του. Μα η παροιμία του λαού λέγει πολύ σωστά:

«Το καλό παπούτσι κάνει και καλό κλαπούτσι»

Σαν μπήκες στο Ρέθυμνο στα Τούρκικα Σχολεία κι εδώ δεν υστέρησες. Σε κάθε συζήτηση που έπαιρνες μέρος τα κατάφερνες και μάλιστα σου έπαιρναν συμβουλή σε ορισμένα ζητήματα δασκαλικά και γεωργικά. Ήσουνα καλός παντού και στο επάγγελμά σου μα και στα ζητήματα της γης ξύπνιος και ένθερμος ζηλωτής. Μα μέσα στα τόσα καλά κι αγαθά μέσα στην τόση ευτυχία της οικογένειας σου ο Θείος Δικαστής θέλησε να σε δοκιμάση.

Γι’ αυτό επανερχομένη στην αρχή της προσφωνήσεως μου αναφέρω ότι όχι μόνο δάφνη στον απολογισμό του διδακτικού σου έργου έδρεψες δάφνη εκ δευτέρου γιατί ύστερα από το φοβερό χτύπημα που σε βρήκε με τον άδικο χαμό της λατρευτής σου μοναχοκόρης Μαρίας χριστιανικά τ’ αντιμετώπισες. Μάλιστα με τόση δύναμι ψυχική όσο χαρίζει ο Κύριος στις ψυχές των Αληθινών χριστιανών.

Έζησες για το γιό σου το ζηλευτό μονακλάδι και την ευγενική σου νύφη μα και εγγόνιο που τόσο ξεχωριστά συμπεριφέρθησαν μέχρι το τέλος της πικραμένης ζωής σου.

Η ζωή σου πηγή συνεχούς προσφοράς θα συνεχίζει να χαρίζη την ευεργετική της ικανότητα έστω και με το ένα δένδρο που άφησες πίσω σου γιατί άνεμος καταστρεπτικός για σένα, όπως έλεγες, ξερίζωσε το άλλο και σου τ’ αφάνισε.

Κι αφού τον νόμον πιστά ετήρησες τον δρόμον τελείωσες σου αξίζει ο στέφανος της αιωνιότητος.

Αιωνία η μνήμη σου

Χ. Μαθιουδάκη Δ/σσα

Σε λίγο καιρό κάνει έναρξιν των εργασιών του το  νέον κινηματοθέατρον του φίλου Βαγγέλη Καφάτου.

Έτσι οι Ρεθεμνιώτες θα απολαύσουν ταινίες ποιότητος, μια και ο Βαγγέλης είναι γνωστός από την θερινήν σαιζόν που πάντα τα ΑΣΤΕΡΙΑ παρουσιάζουν εκλεκτές ταινίες

Επικήδειος

Εκφωνηθείς εις την κηδείαν του συνταξιούχου διδασκάλου Μίνωος Αλεφαντινού υπό του Διδασκαλικού Συλλόγου Ρεθύμνης κ. Νικ. Ορφανού.

Αξέχαστε Συνάδελφε

Μην παραξενευτής δια τη δασκαλομάζωξη τη σημερινή. Δεν είναι παιδαγωγικό συνέδριο ούτε συνδικαλιστική συνέλευση, για να ζητηθή η γνώμη σου, που πάντοτε βάρυνε γύρω από τα προβλήματα της παιδείας και του κλάδου μας.

Κι ο κόσμος ο πολύς, που ναι ολόγυρά σου, δεν είναι γονιοί πούρθαν να ρωτήσουν σχετικά με την πρόοδο των παιδιών τους, μαθητών σου.

Είναι δασκάλοι μα ήρθαν να αποχαιρετήσουν το συνάδελφό τους, εσένα αξέχαστε Μίνω, που φεύγεις για το μεγάλο ταξίδι.

Κι ο κόσμος ο πολύς είναι οι περισσότεροι παλιοί μαθητές σου, πούρθαν να σου  πουν: «Στο καλό σεβαστέ μας δάσκαλε».

Να μπορούσες να δης την κοσμοπλημμύρα γύρω σου! Κι όμως το πιο μεγάλο ποσοστό απ’ όλους τούτους, ξαίρουν για σένα, μονάχα, πως ήσουν ένας άριστος δάσκαλος, ένας οικογενειάρχης!

Νοιώθω την υποχρέωση γι’ αυτό, να προσθέσω ακόμα ένα σοβαρό στοιχείο που συμπλήρωνε την προσωπικότητα του γόνου τούτου μιας πατριαρχικής Μυλοποταμίτικης οικογενείας. Τα πρώτα δασκαλίστικα χρόνια του, το χωριό του, ήταν ένα κεφάλαιο φιλοξενίας, λες και του δινε κατεύθυνση το Ιδαίον Άντρον που βρίσκεται εκεί κοντά, ο τόπος της ανατροπής του Ξένιου Δία.

Όποιος νάταν ο ξένος, ο περαστικός από τον Άη-Γιάννη του Μυλοποτάμου, στο σπίτι του δασκάλου του Μίνου, θαύρισκε τροφή και στέγη. Κείνα που δίδασκε για την φιλοξενία και την φιλανθρωπία στο σχολείο τα εφάρμοζε στη ζωή.

Τι ζωντανή εποπτική διδασκαλία αλήθεια, για τους μαθητές του! Μα και στη Πόλη πούρθε ύστερα από χρόνια, για να υπηρετήση στα Ρεθεμνιώτικα σχολεία, δεν ξέχασε τις συνήθειες και τους τρόπους, πούχε παρμένους από την αρχοντική πατρική του οικογένεια.

Και το διαλεχτό ζευγάρι -ο γυιός κι η θυγατέρα- που απόκτησε κληρονόμησαν τις αρετές του πατέρα τους.

Κι όταν ο Κύριος, θέλησε να του επιβάλη τη μεγάλη δοκιμασία παίρνοντας του τη μοναχοθυγατέρα του, πάνω στα νειάτα της, ετούτος με ιώβεια υπομονή, δέχτηκε το χτύπημα.

Και τώρα που ο Κύριος, ο μεγάλος διδάσκαλος σε κάλεσε κοντά του, αξέχαστε Μίνω να πορευθής ήσυχος.

Στο έργο το διδαχτικό σου, στο έργο το φιλανθρωπικό σου, στην υπομονή πάνω στις σκληρές δοκιμασίες βγήκες νικητής.

Η απολογία σου, μπροστά στο μεγάλο Κριτή, θάναι σύντομη και τυπική.

Κι ύστερα βλέπω την ψυχή σου να φτάνη στον πλούσιο κήπο, εκεί που κάτω από τη δροσιά κανενός παραδείσιου δένδρου, η θυγατέρα σου η ακριβή, η Μαρία σου, η δασκάλα, θάχη μαζεμένα όλα τα παιδάκια πούφυγαν πρόωρα απ’ τον υλικό κόσμο, να τους μαθαίνη τραγουδάκια και παιγνίδια.

Δάσκαλε Μίνω Αλεφαντινέ

Ο Διδασκαλικός Σύλλογος Ρεθύμνης, μ’ εξουσιοδότησε να καταθέσω στο νεκρό σου το φτωχό τούτο στεφάνι, που  συμβολίζει τα ψυχικά δάκρυα όλων των μελών του κι εύχομαι νάναι ελαφρό το χώμα που θα σε σκεπάση.

Για τους αδικοπνιγμένους μας

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ

                                                                ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΔΑΛΕΝΤΖΑ

Άγρια τρικυμία. Νύχτα βαθειά. Το Πέλαγος αφρισμένο φοβερίζει. Συγκρυώνει την καρδιά, θολώνει τα μάτια.

Σκαμπανεβάζει ολότρεμο το Καράβι τρίζουν τα ξάρτια. Μουγκρίζουν οι άνεμοι τα στοιχειά μανιάζουν.

Στις γωνιές του μεγάλου καραβιού ζαρώνουν οι άνθρωποι. Ελπίζουνε – προσεύχονται – να τα βγάλει πέρα το βαπόρι. Είναι οι ρεκλάμες που φέρνουν τις μάταιες ελπίδες – μιλάνε για το μεγάλο, το σταθερό, το γρήγορο και στέρεο καράβι.

Παγίδες στεμένες, τραβούν τον ακάτεχο, τον αθώο ταξιδιάρη. Κολλά σαν τη μύγα στης ρεκλάμας τη ψεύτικη διαβεβαίωση και πάντα ελπίζει…

Ξαφνικά ακούγεται τρανταγμός μεγάλος. Βουή αντάρας και χαλασμού μπουκάρει στο εσωτερικό του βαποριού.

Χόχλος τρομαχτικός αντηχάει.

Ανεβαίνει με βρόντο το νερό

Πνιγόμαστε…

Ορμούν ξέφρενοι οι άνθρωποι από τις καμπίνες, σκαρφαλώνουν τρελλαμένοι τις σκάλες, βγαίνουν στο κατάστρωμα. Κοπάδι ξαγριεμένων θεριών, τυφλά ορμούν, σπρώχνονται απελπισμένοι να βρουν τις βάρκες. Τσιριχτά, ουρλιαχτά ανάκατα με τη φοβερή βουή των πελώριων κυμάτων.

Σκαμπανεβάσματα του βαποριού. Σύγκληση κάνει ο ουρανός. Σκοτάδι, απεραντωσύνη, απελπισιά.

Κλάματα ξεσπούν, επικλήσεις αντηχούν.

Το βαπόρι βουλιάζει…

Η φρίκη σταίνει τον ξέφρενο χορό της. Πιάνει χέρι – χέρι το Χάροντα και σέρνει έναν-ένα τους μύριους επιβάτες στο βυθό. Στο βασίλειο της βαριάς σιωπής που δεν μπορεί να ξαλαφρώνει το δάκρυ.

Όλη η θάλασσα κι η βροχή της τρομερής τούτης νύχτας, είναι τα δάκρυα της Κρήτης, της Ελλάδας, των ανθρώπων όπου Γης, για τον άδικο χαμό των ανύποπτων, των ξεγελασμένων από τις ρεκλάμες αδίστακτων εκμεταλλευτών της ανάγκης.

Φριχτός εφιάλτης.

Ο νους μου αναπλάθει τα γεγονότα όπως τάζησα σαν ναυαγός του «Αδρία» τον Οχτώβρη του 1951. Στο ίδιο μέρος, με τις ίδιες συνθήκες. Φέρνω στη σκέψη τις φοβερές στιγμές της μαύρης αγωνίας των απελπισμένων φωνών στο μεγάλο χάος.

Ο «Αδρίας» σώθηκε από αστάθμητους παράγοντες. Το «Ηράκλειο» όμως βούλιαξε. Πήρε μαζί του στο χάος των βυθών αθώες ζωές. Προσμονές κι  ελπίδες. Πίκρες και βάσανα. Αγωνίες και αγώνες πολλών εκατοντάδων ψυχών βιοπαλαιστών, ανθρώπων της ανάγκης που ταλαποδέρνονταν χειμωνιάτικα για το  μαύρο ψωμί τους.

Μπιστεύτηκαν στο δολοφονικό βαπόρι. Η στεμένη παγίδα ολέθρου ξέκαμε τους ανύποπτους. Θύματα κι αυτοί, μύρια τα θύματα των μεγάλων μπεζαχτάδων.

Αξεδίψαστη λύσσα η χρυσομανία τους. Παθιασμένη η εκμετάλλευση του Νησιού μας από τους ανελέητους πλουτοκράτες.

Μπεζαχτάς:

Αυτόν έχουν για θεό τους για πατρίδα τους, για οικογένεια.

 Το τρίπτυχο αυτό προβάλλουν σαν τάχα ιδανικό τους, σαν έμβλημά τους. Όταν νοιώσουν λιγώτερα τα κέρδη τους, αδίστακτοι σηκώνουν ξένες σημαίες στα βαπόρια τους κι ακόμα υστερικά φωνάζουν πως κιντυνεύουν τα… ιδανικά τους.

Ο ξεπερασμένος πια κόσμος τους  έχει σαν τροπάρι την τάχα θρησκευόμενη υποκρισία τους για τον κίντυνο του μπεζαχτά. Αυτός νάναι γεμάτος και τίποτες άλλο δεν νοιάζονται  οι εκμεταλλευτές του μαύρου ιδρώτα και του Νησιού μας.

Η Κρήτη δέχτηκε κατάστηθα το χτύπημα. Θρηνεί, μαυρομαντηλώθηκε, μα άραγες θ’ άνοιξε τα μάτια να δει ποιοι είναι αυτοί που διαφεντεύουν το γιαλό της, που ρουφούνε το αίμα της, που αδίστακτοι βάζουν στα σαπιοκάραβα τους βασανισμένους και τους πνίγουν με την απληστία των μπεζαχτάδων; Τους πολιτικάντηδες έχουν συμπαραστάτες τους με το αζημίωτο βέβαια και τους ψευτοηθικολόγους και ψευτοδιανοητές κράχτες τους.

Παντέρμη Κρήτη ως πότε θα αντέχεις, ως πότε θα ανέχεσαι;

Είναι η οργή κι η πίκρα μας μεγάλη για όλους που χάθηκαν με το σαπιοκάραβο είναι ο καϋμός μας και το δάκρυ μας.

Η διαμαρτυρία είναι δίκηα για ένα παραπάνω λόγο, γιατί χάθηκαν αγαπημένοι συμπατριώτες, φίλοι καλοί, οικογενειάρχες. Απαντοχές γονιών, αδελφών, παιδιών, μανάδων και συζύγων πήρε στο βυθό η αδικία, η απληστία, ο αντιανθρώπινος πλουτισμός.

Πόσο  λυπητερός γυρνάει ο στοχασμός στο αγαπημένο μου Ρέθεμνος;

Βλέπω με το αντρίκιο περπάτημα στο πλακόστρωτο του Ρεθεμιώτικου Λιμανιού το Λεβέντη νέο Ατσιπουλιανό – τον Κώστα Δημητρακάκη.

Από τους βαθύσκιωτους προγονικούς Δρυγιάδες του Μεγάλου χωριού μας είχε πάρει την αξιόπρεπη συμπεριφορά, το ντρέτο κύτταγμα της ζωής.

Καμάρωνα το βλαστάρι μας να μεγαλώνει σύγκορμα στην Ατσιπουλιανή παράδοση.

Γροικούσα με χαρά και περιφάνεια τα καλλίτερα λόγια εκτίμησης και αγάπης να συνοδεύουν το πέρασμά του ανάμεσα και από τους βασανισμένους φαμελιάρηδες του Λιμανιού.

Στοργικός γυιός, αφοσιωμένος στο πατρικό του, ωράιζε και θάρρευε με την παρουσία του και με τις στοργικές προσφορές του.

Το χαιρέτισμά του το πρόσχαρο αντηχεί στην ακοή μου.

Ο καϋμός της πονεμένης μάνας, ο λυγμός του πατέρα, τα δάκρυα των καλών αδελφών του, το σύθρηνο του χωριού μας και το μοιρολόι της πολιτείας μας είναι μέσα στους στίχους του ποιητή:

Γυιέ μου σπλάχνο των σπλάχνων μου,

καρδούλα της καρδιάς μου,

πουλάκι της φτωχιάς αυλής,

ανθέ της ερημιάς μου,

πως κλείσαν τα ματάκια σου

και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε γροικάς

τα που πικρά σου λέω;

……………………………………

Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός

κι είχες τις χάρες όλες

όλα τα χάδια του αγεριού

του κήπου όλες τις βιόλες.

Το πόδι αλαφροπάτητο σαν τρυφερούλι  ελάφι

πάταγες το κατώφλι μας

κι έλαμπε σα χρυσάφι.

…………………………………….

Σ’ αυτόν το Λιμανιώτικο χώρο που τ’ άνεργα πλεούμενα χορταριάζουν από την αναδουλειά, λυπησάρης ο στοχασμός τρέχει.

Στοχάζομαι τους καϋμούς και τα βάσανα ολοχρονίς, ολοζωής.

Στους μικρούς καφενέδες Βυζαντινές αγιογραφίες οι άνθρωποι της στερημένης ζωής, του σκληρού μόχθου  κάθονται και κομπολόι ο καϋμός στάλα στάλα πέφτει ξεμετρώντας την άχαρη ζήση.

Κοντά τους πάντα με φιλία και ανθρώπινη συμπαράσταση ένας καλός και τίμιος Τελωνιακός, ένας ντρέτος και ψυχωμένος άνθρωπος. Ένας γενναίος και αλτρουιστής μαχητής της Ανωγειανής Αντίστασης, ένας πολύτιμος και ντόμπρος φίλος, ο αλησμόνητος, ο αγαπημένος μας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΗΛΙΑΚΗΣ

Με το αετίσιο ανάβλεμμα στη καθαρή ματιά του. Με το αστραφτερό πνεύμα, το λεπτό παιχνιδιάρικο της Ανωγειανής Γενιάς. Με την αγαθωσύνη του απλού τίμιου ανθρώπου αισθηματίας και αληθινός φιλάνθρωπος.

Γραφική μορφή του Λιμανιού καθώς περνούσε με αναγερτό από τις έγνοιες το κεφάλι.

Στο υπαλληλικό χρέος αφοσιωμένος. Προστάτης της οικογένειας στοργικός υπέροχος.

Να γνοιάζεται τα τέσσερα παιδιά του, την εξαίρετη σύντροφό του, τους γονιούς του, τ’ αδέλφια, τους συγγενείς, τους φίλους. Άπλωνε πλατύ γκαρδιακό το ενδειαφέρο του για όλο τον Κόσμο.

Έχτισε το σπιτάκι του παλαίβοντας σκληρά το βίο. Ανάσταινε με πρεπιά και αξιωσύνη την οικογένεια. Γνοιαζόταν να ολοκληρώσει την προσπάθειά του.

Με ανθρωπιά, με ανωτερότητα ο Βασίλης Ηλιάκης στις σκληρές ώρες της αλληλομαχιάς -έναν καιρό- έδειξε γενναιοφροσύνη στους αντίπαλους.

Πάσχιζε ν’ αλαφρώσει τα βάσανα και τον κατατρεγμό των συνανθρώπων του.

Ψυχή γενναία παλλόμενη αντρίκια καρδιά.

Θαρρετός κι αξιόπρεπος, έμπνεε αισθήματα αγάπης και μένει πάντα στη μνήμη μια μορφή υπέροχη.

Στα «ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΡΕΘΕΜΝΟΥ», στους «καϋμούς του Λιμανιού»  ο Βασίλης Ηλιάκης είναι ο Τελωνοφύλακας που τώρα κύτταζε τη ζωή με καθάριο βλέμμα, περαδιώχνοντας τα πλανέματα και τα θάμπη ενός κόσμου -που σήμερα τόφερε έτσι η άδικη μοίρα- να του πάρει την τόσο χρειαζούμενη, την τόσο πολύτιμη ζωή του.

Μακάρια η μνήμη σου αγαπημένε μας Βασίλη.

Δεν στέγνωσαν τα δάκρυά μας κι ο νους μας μερόνυχτα τρέχει κοντά στο σπιτικό σου με καϋμό και πόνο ασίγαστο:

Φουρτουνιασμένος άνεμος

που σκούζει και φωνάζει

λύπη πολύ λυπητερή για να γενεί τραγούδι.

Μπόρα άγρια που άθυμα

πνίγει και συννεφιάζει.

Αχός καμπάνας νεκρικής όλη τη μακρυά νύχτα.

………………………………………….

Βαθειές και μυστικές σπηλιές ρέματα και λιθάρια

Κλαίνε και δέρνονται όλα

τους για τ’ άδικα του Κόσμου.

………………………………………………..

Στέκω κυττάζοντας δυο μάτια αγαθιάρικα, άκακα, μεγάλα, θλιμένα.

Σταλάξουν πικρό παράπονο.  Δυο χείλη π’ αναδεύουν λόγια πονεμένα, λόγια σπαραγμού, λόγια θλίψης βαθιάς.

Σαν το φθινοπωριάτικο πρωτοβρόχι η θλιφτή όψη. Είναι για την άδικη μοίρα, για τη πικρή ζήση και το τραγικό της αφάνισμα.

Πλησιάζω ακόμα πιο πολύ και γροικώ τους ήχους μιας καρδιάς πονεμένης:

Στάσου ν’ ακούσης τους

παλμούς της πικραμένης μου καρδιάς

που ολοζωής την χτύπησαν φουρτούνες μαύρης αδικιάς

φίλε που τόσο ένοιωσες τον άδικο χαμό μου

φίλε που τόσο γεύτηκες τον ίδιος στοχασμό μου!

Αυτός ο πονεμένος άνθρωπος που λιγοστές είδε χαρές και μαύρες πίκρες πλήθος είναι:

Ο Κ. ΜΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ

«Κώστα, φίλε μου , αγαπημένε συνάδελφε. Ποιος σου κούρσεψε τη ζωούλα σου; Ποιος σου έκοψε το ανάσασμά σου; Ποιος σου πότισε στερνή σταλλαματιά φαρμάκι το θάνατο; Ποιος έρριξε στην ερημιά τα παιδάκια σου τη γυναίκα σου; Ποιος ο ανελλέητος εχτρός;

Ποιος άλλος -Κώστα μου- ποιος άλλος παρά κείνος που χρόνια και χρόνια αφανίζει μυριάδες ανυπεράσπιστους. Ο ίδιος εχτρός είναι πάντοτε, αλλάζει μονάχα προσωπείο  και όνομα. Τον γνώρισες μικρό αγόρι στην τρελλή φυγή της Σμύρνης, σ’ ένα ερείπιο, σε μια γωνιά έκρυβες την αγωνία σου μαζί με τη μανούλα σου, ορφανεμένος. Μπροστά σου απλωνόταν η φωτιά, η σφαγή, ο πανικός, ο Τσέτης και λίγο  πιο πέρα στη θάλασσα οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι, ζεμάτιζαν, κομμάτιαζαν με τα τσεκούρια, τα χέρια των απελπισμένων που φτάνανε ως τα καράβια τους.

Τα παιδικά σου μάτια είδαν τη φρίκη που σύνθεταν με τα ματωμένα χέρια, ο ιμπεριαλισμός  κι οι ψευτομεγαλλοϊδεάτες. Φώληασε μέσα σου ο φόβος, αλλά και το μίσος για τους φονιάδες, για τους Τυράννους.

Κι όταν μεγάλωσες πρόσφυγας, έρημος, ζητώντας καταφύγιο στη προγονική Γη, έννοιωθες πάλι γύρω την αγνωσιά, την εγκατάλειψη. Ζήτησες τη προστασία του πολλιτικάντη για μια θεσούλα σαν τέλειωσες το Γυμνάσιο, ήσουν ένας από τους καλύτερους μαθητές. Δε σε λογάριασε, δεν είχες ψήφους. Η δουλειά δεν ήταν δικαίωμα, ήταν εύνοια με αντιπαροχές. Ο πολιτικάντης της εποχής, ήταν ο αναβιώμενος Φεουδάρχης, ήταν ο ξαναζωντανεμένος Αγάς που τώρα φορούσε ρεμπούπλικα, άνοιγε τις μεγάλες πόρτες για το μαβλίση κομματάρχη και για τα ευνοούμενα βουλευτοσόγια, για τους ψηφολόγους. Σώρευαν πλούτη κι αγαθά, πατώντας πάνω στις πλάτες του «πάντα ευκολόπιστου και πάντα προδομένου» Λαού μας.

Όταν πάλλι άστραψε το πνεύμα σου σε φωτισμένη κριτική και αληθινή γνώση της ζωής – πάλι ο ίδιος εχθρός σε χτύπησε, σε ξώρισε σε πλήγωσε…

«Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν

Το φως να το σηκώσουν..»

Στη Γερμανική Κατοχή εκτελλώντας το χρέος σου στη σκλαβωμένη Πατρίδα, έδωσες το ηρωικό παρόν σου, ανέβηκες στα βουνά, έκαμες τις προσφορές σου κατά συνείδηση.

Ύστερα ήρθαν άλλα σκοτεινά χρόνια. Ο ίδιος εχτρός πάλι έκοβε τα χέρια αυτών που ζητούσαν να σπάσουν τα δεσμά της ξενικής επιβουλής.

Πήρες την πέννα σου – κι όσο μπορούσες- κάτω από σκληρές συνθήκες ζωής, που ποθούσε η ψυχή σου. Παραφύλαγε η φοβέρα, έτοιμη να χτηπήση…

Ο δρόμος σου γεμάτος παγίδες και χαμογελαστούς υποκριτές που ήθελαν μονάχα υμνολογήματα από την πέννα σου για ένα ψίχουλο από τα νεοπλουτικά τους τραπέζια.

Δεν απορρούσες, περίπαιζες τους ματαιόδοξους στα θερμά γεμάτα ανθρωπιά γράμματά σου και αγανακτούσες μ’ αυτούς που αδιατάραχοι και κομπαστικοί συνέχιζαν τη φθοροποιό δραστηριότητά τους.

Πόσο καταλάβαινα, πόσο πονούσα τη σκυμμένη επαγγελματική σου δουλειά. Όταν πάλι έμενες άνεργος, έβρισκες καταφύγιο και στέγαστρο  στοργικό στην αγαπητή μας «Κρητική Επιθεώρηση». Μοιραζόσαστε το λιγοστό πικρό ψωμί του συνθετήριου με τον αλησμόνητο φίλο μας Γιάννη Καλαϊτζάκη, τον αληθινό αυτό Χριστιανό, τον  υπέροχο άνθρωπο.

Εκεί  στην ήσυχη γωνιά του γραφείου ανιστορούσες τα παθήβολά σου, που είναι η μοίρα της Γενιάς σου και  που ωστόσο κλείνει μέσα της το μεγάλο αγωνιστικό Πιστεύω για ένα καλύτερο Κόσμο, απαλλαγμένον από την ανέχεια, από την ανάγκη.

Τώρα Κώστα μου στα βαθειά νερά του φουρτουνιασμένου πόντου, γαλληνεμένος λικνίζεις το κορμί το κουρασμένο…

Μέσα στο βόγγο του πνιγμού σας, αντιχούν γεμάτες προσδοκία οι στροφές του ηρωικού τραγουδιού, σα θάρρεμα της Λευτεριάς και της Δημοκρατίας που παλεύουν ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις του πνιγμού σας:

…-«Τώρα κι εγώ θα λυτρωθώ απ’ την Αχερούσια λίμνη,

ν’ ανέβω εκεί που ασίγητα αντηχούν οι ακάθιστοι ύμνοι».

-«Αχ, να φτερώσω και να ρθώ κι εγώ κι εγώ μαζί σας,

να με αναστήθηκα «θανάτω θάνατον πατήσας.

Και  στα ψηλά που ανέβηκαν της λευτεριάς τα κάστρα.

σέρνουν εκείθε μια φωνή ζεστή κι αναγελάστρα.

Τώρα σ’ απάτητες κορφές φτασμένοι κράζουν, «αέρα»!

ορθοί σα φλόγες να διώχνουνε κάθε εχθρού φοβέρα.

«Αέρα»! στα στενά της ζωής τα σύνορα πλαντάει

η αδάμαστη ψυχή, να πιει το Διάστημα διψάει.

Κι όπως υψώνεται η φωνή η λυτρωτική – χαρά τους.

Ι.Μ.Δ.

Σημ. Οι στίχοι είναι των Ποιητών Ρίτσου, Σέλεϋ και Αυγέρη.

Χαρίκλεια Επαμ. Καπετανάκη

Πλήρης ημερών και εν μέσω των συμπαθών οικείων και της κοινωνίας Ρεθύμνης εκηδεύθη το παρελθόν Σάββατον 11 Φεβρουαρίου ε.ε. η Χαρίκλεια Επ. Καπετανάκη, επίλεκτον μέλος της κοινωνίας μας το γένος Βαρούχα.

Τους οικείους της η Εφημερίς μας συλλυπείται.

Από τας αναμνήσεις των πρώτων ετών της ζωής του

Ο Ευστράτιος Φωτάκης ως μαθητής και διδάσκαλος στην Κρήτη

Υπό Γεωργίου Δ.Α. Χατζηκώστα

Τα παλαιά έχουν πάντα μίαν ιδιαιτέραν σαγήνην, όταν μάλιστα αφορούν πρόσωπα γνωστά και  ενδιαφέροντα. Διότι δεν αναπαριστούν μόνο εις την μνήμην μας, την ζωήν των ανθρώπων εκείνων, φωτίζοντας την μέσα εις το ημίφως των περασμένων, αλλά και, καθώς εμπλουτίζονται εις την νέαν εμφάνισίν των από άγνωστα περιστατικά και  αναφέρονται και εις πλείστα άλλα εκλιπόντα από μακρού πρόσωπα, αποκτούν ένα συναρπαστικόν ενδιαφέρον.

Είναι περιττόν βέβαια να τονισθή η υπεροχή, εις τα παλαιά αυτά ανιστορήματα, των ημερολογιακών καθημερινών σημειώσεων του ίδιου του πρωταγωνιστού απελθόντος, καθώς παρουσιάζονται ζωντανές και κυριολεκτικώς σπαρταριστές, έτσι όπως το ολοζώντανο ψάρι, όταν μάλιστα προέρχωνται από την γραφίδα ενός τόσον φωτισμένου, τετραγωνισμένου, φλεγματικού και ευρύτατου μυαλού, ο οποίος ήταν ο αείμνηστος νομικός, συγγραφεύς και πολιτικός Ευστράτιος Εμμαν. Φωτάκης -που αφήκε κυριολεκτικώς εποχήν- και καλύπτουν μέγιστον μέρος της ζωής του.

Είναι βέβαια φανερόν ότι αι ημερολογιακαί αυταί σημειώσεις είναι πάντα γνήσιες, καθώς ο άπεφθος χρυσός, ειλικρινή εξομολογήματα του γράψαντος προς τον ίδιον τον εαυτόν του.

Τέτοια ακριβώς ομολογήματα και εξομολογήματα γνήσια και  ειλικρινή είναι αι σημειώσεις του αειμνήστου συμπατριώτου μας Ευστρατίου Εμμαν. Φωτάκη, που κατά καλήν τύχην απεσπάσθησαν και περιεσώθησαν από τον παμφάγον χρόνον και έπεσαν σήμερον εις τα τόσον άξια χέρια του εξαιρέτου, πανελληνίου φήμης συγγραφέως και μελετητού κ. Γεωργίου Δ.Α. Χατζηκώστα, δικηγόρου, διά να τιμηθούν και πλουτισθούν και σχολιασθούν και φωτισθούν κατά τον τρόπον που αληθινά τους αξίζει. Ένα ιδιάζοντα τρόπον που μόνον ο κ. Χατζηκώστας -γνωστός και εις το Ρεθυμνιακόν κοινόν από δημοσιεύματά του εις την «Κρητικήν Επιθεώρησιν»- γνωρίζει με την εξαιρετικήν συγγραφικήν, παραστατικήν και υποβάλλουσαν δεξιοτεχνία του.

ΣΠΥΡΟΣ Τ. ΛΙΤΙΝΑΣ

1ον

Δεν πιστεύω να υπάρχη Κρης, πολύ δε περισσότερον κάτοικος του Νομού Ρεθύμνης, που να μη διατηρή την μνήμην του Ευστρατίου Φωτάκη, του διαπρεπούς νομικού, του αψόγου ανθρώπου, του ιδανικού πολιτευτού, του πραγματικού φιλοσόφου. Η φιλία ήτις με συνέδεσε με τον αείμνηστον εκείνον άνθρωπον και η μετ’ αυτού συναναστροφή με έκαναν να αντιλαμβάνωμαι πόσον εκλεκτή φυσιογνωμία υπήρξεν, αλλά και πόσην συγκρότησιν είχεν εις την επιστήμην και την φιλοσοφίαν.

Η κατ’ επανάληψιν εκλογή του ως αντιπροσώπου του Νομού Ρεθύμνης εις το Ελληνικόν Κοινοβούλιον και την επί των ημερών του Γερουσίαν, μου φέρει αθελήτως εις την σκέψιν περί των εκλογέων του Ρεθυμνιωτών, τους οποίους άλλωστε το λαϊκόν λόγιον τους ενώνει με τα γράμματα, μήπως εν τη εκλογή του Φωτάκη ως αντιπροσώπου των, δεν εφήρμοζον κατά κάποιαν αναλαγίαν εκείνο το οποίον έγραψεν ο Πλάτων δια την ευδαιμονίαν ενός λαού, ότι δηλαδή οι λαοί θα ευδαιμονήσωσιν όταν «οι βασιλείς φιλοσοφήσωσιν». Οι βασιλείς της εποχής του Πλάτωνος, εις τα δημοκρατικά πολιτεύματα της σήμερον, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ταυτίζονται με τους αντιπροσώπους του λαού και συνεπώς και αυτοί όταν είναι φιλόσοφοι μέγα όφελος προκύπτει δια την ευδαιμονίαν του λαού.

Με αυτό άλλωστε το γνώρισμα ως φιλοσόφου του Φωτάκη, ούτος έγινεν αντικείμενον θαυμασμού και εκτιμήσεως εις ευρύτατον κύκλον της Πρωτευούσης όπου επί μακρόν ήσκει το λειτούργημα του δικηγόρου καθώς και όπου αλλού κατά την βραχείαν δικαστικήν υπηρεσίαν του διήλθεν. Αι μελέται του, όλαι απαύγασμα μιας καθαράς σκέψεως, η έμφυτος καλωσύνη και η ευγένεια του τρόπου του τον έκαμαν ενσάρκωσιν του ρητού του αρχαίου Έλληνος σοφού πόσον χαρίεν πράγμα είναι ο άνθρωπος «όταν άνθρωπος η». Και ήτο πράγματι ο Φωτάκης ο χαρίεις άνθρωπος.

Η προς την ιδιαιτέραν πατρίδα του αγάπη του Φωτάκη και η προς τους νέους συμπατριώτας του στοργή ήτο αφάνταστος. Με πόσην αγάπην τους περιέβαλεν, όταν μάλιστα διέκρινεν εις αυτούς ηθικά και πνευματικά προσόντα, και με πόσον ενθουσιασμόν μου ωμίλει δι’ ένα έκαστον εξ αυτών. Από τους πολλούς Ρεθυμνίους φίλους του, νεοσούς τότε της Επιστήμης, ενθυμούμαι τον αείμνηστον Στέλιον Δημητρακάκην, διατελέσαντα Υπουργόν της δικαιοσύνης εις την εν τη ξένη εμπερίστατον Ελληνικήν Κυβέρνησιν μετά την εισβολή των Γερμανών, και τον τέως Υπουργόν της Δικαιοσύνης Βουλευτήν Ρεθύμνης κ. Κ. Στεφανάκιν, δια τον οποίον νεώτατον τότε και μόλις περαττώσαντα τας νομικάς του σπουδάς, μου ομίλει τόσον ενθουσιωδώς δια το ήθος τας αρετάς και την επιστημονικήν του κατάρτισιν.

Όσα και να γράψη κανείς δια τον Ευστράτιον Φωτάκην θα είναι λίγα εν σχέσει με την προσωπικότητα και την δράσιν του ανδρός, αν δε τα ολίγα αυτά γράφω, τα γράφω ως ένα πρόλογον του κυρίου θέματός μου το οποίον είναι το εξής:

Όταν προ διετίας εξέδιδα εις αυτοτελή έκδοσιν το βιβλίον μου «Μορφαί Ελλήνων ποινικολόγων» αφιέρωσα, ως έπρεπε, σελίδας και δια την μορφήν του Ευστρατίου Φωτάκη, εν τη μελέτη μου δε εκείνη ο αγαπητός ανεψιός του και εκλεκτός δικηγόρος Αθηνών κ. Ευστρ. Βίγλης είχε την καλωσύνην να μου παραχωρήση, ως βοήθημα, ένα χειρόγραφον του ιδίου του Φωτάκη εις το οποίον ούτος περιελάμβανε τας αναμνήσεις του από της παιδικής του ηλικίας μέχρι της φοιτητικής του ζωής ήτοι των ετών 1882- 1903.

Αυτό γράφη άλλωστε ο ίδιος ο Φωτάκης εις το τετράδιον του μεγάλου σχήματος και εκ 55 σελίδων, σημειών εν αρχή «Μικραί σημειώσεις 1882 – 1903 του Ευστρ. Εμμαν. Φωτάκη, φοιτητού – Ελληνοδιδασκάλου εις Μοναστηράκι Αμαρίου».

Τας σημειώσεις αυτάς φαίνεται ότι έγραψεν όταν ήτο Ελληνοδιδάσκαλος, διότι και την ιδιότητα αυτήν αναφέρει και τούτο προκύπτει από την σημείωσιν ότι μια αδελφή του, μεταγενεστέρα αυτού, απέθανεν εις ηλικίαν 15 ετών, αλλ’ εκτός τούτων και από το φραστικόν ύφος, την διατύπωσιν των σκέψεων του και τας παρατηρήσεις προκύπτει πως είχε προχωρήση αρκετά εις τα γράμματα και ίσως – ίσως κατά τας ώρας της σχολής, ότε ήτο διδάσκαλος, εις το Μοναστηράκι, έγραφε τας αναμνήσεις του. Πολλά λοιπόν σημεία αναφερόμενα εις την εποχήν της Τουρκοκρατίας Κρήτης και την ταραχώδη δια τους Έλληνας της μεγαλονήσου ζωήν, κρίνω σκόπιμον να μεταφέρω.

2ον

Εις την αρχήν των σημειώσεών του ο Φωτάκης αναφέρει τα της γεννήσεώς του (4 Ιανουαρίου 1882), τα της οικογενείας του, πως δηλαδή ο πατήρ του ονομάζετο Εμμανουήλ Μ. Φωτάκης η δε μήτηρ του Αννεζίνα Πελεκανάκη εκ του χωρίου Βάτου, πως απέκτησαν οι γονείς του δέκα τέκνα (εξ άρρενα και 4 θήλεα), πως πολλά απέθανον εις βρεφικήν ηλικίαν, πως ένα αδελφάκι του ησθένησε τριών μηνών και οι γονείς του το μετέφεραν εις Σπήλι όπου υπήρχεν ιατρός και τον οποίον δεν ηύρον, αναγκασθέντες να μεταβούν εις Μιξόρρουμα, προφανώς αναζητούντες τον ιατρόν, όπου όμως το ασθενές βρέφος εξέπνευσε και το οποίον επανέφερον νεκρόν εις Μέλαμπες προς ταφήν.

Εις το σημείον τούτο δεν μπορώ να μη αναμνησθώ μιας ανεξηγήτου ιστορίας την οποίαν μου διηγείτο ο ίδιος ο μακαρίτης Φωτάκης, πως δηλαδή κάποτε εις ένα μοναστήρι της Κρήτης μια καλόγρηα, είπεν εις την μητέρα του πως θα ζήση πολλά χρόνια και θα πεθάνη ύστερα από τα παιδιά της! Το πράγμα επηλήθευσε και μόνος επιζών εκ των τέκνων της εν ζωή υπεργήρου μητρός του ήτο αυτός, χαριτολογών δε έλεγεν ότι θα επαληθεύση η προφητεία της Καλογρηάς. Και όντως αύτη επηλήθευσεν αφού έτη μετά τον θάνατον του Ευστρατίου Φωτάκη απέθανε και η μητέρα του.

Εις τας σημειώσεις του έπειτα ο Φωτάκης αναφέρει πως ο πατήρ του ότε ήτο πέντε ετών τον έστειλεν εις το σχολείον του χωριού του, όπου διδάσκαλος ήτο ο Ιωάννης Φαράντος εξ’ Αδράκτου, αλλά λόγω της ηλικίας του μόνο δέκα φοράς εφοίτησεν εις το σχολείον καθ’ ας έμαθε την αλφάβητον.

Το επόμενον έτος διωρίσθη διδάσκαλος ο Ηλίας Φωτάκης, συγγενής του, και όπως γράφει, «παρά του οποίου έφαγα και μερικό ξύλο», καίτοι σπανιώτατα μετέβαινα εις το μάθημα».

Και το επόμενον έτος δηλαδή ως υπολογίζω κατά το 1888 διωρίσθη άλλος διδάσκαλος, ο Νικόλαος Παπαδάκης, εξ Αδράκτου και αυτός, κατά το έτος δε τούτο μετέβαινε τακτικά εις το σχολείον, έμαθεν ανάγνωσιν και γραφήν και ετελείωσε την πρώτην τάξιν, χαρακτηριστικώς δε αναφέρει ότι και ο  διδάσκαλος ούτος «έπαιζε ξυλιές, και εγώ δε είχον την τιμήν να ξυλοκοπηθώ πολλάκις ουχί ένεκα της αμελείας μου αλλ’ ένεκα των αταξιών μου».

Και το άλλο έτος διωρίσθη εις Μέλαμπες διδάσκαλος ένας που ύστερα έγινεν ιερεύς και υπό την διδασκαλίαν του ετελείωσε την δευτέραν τάξιν «χωρίς όμως να τύχω», όπως γράφει, εντελώς άμοιρος του ξύλου ως επί το πλείστον ένεκα αταξίας».

Και τον άλλον χρόνον πάλιν τα ίδια είχεν ο μικρός μαθητής Φωτάκης όταν εις το χωριό του διωρίσθη διδάσκαλος ο  εξάδελφός του Νικόλαος Φωτάκης, ο οποίος ήτο άπειρος εις το διδασκαλικόν επάγγελμα και μόνον προσόν είχε να δέρη ανηλεώς τους μαθητάς του.

Το παιδαγωγικόν σύστημα της εποχής, δηλαδή το διαρκές ξυλοκόπημα των μαθητών, έκανε τον Φωτάκη να γράφη πως «αν εξηρτάτο εκ της θελήσεώς μου εντελώς, θα απεφοίτων και θα έμενα αιωνίως αμαθής». Αυτό υπήρξεν αφορμή ώστε ο Πατέρας του να τον στείλη δια να συνεχίση το   σχολείον εις Βάτο όπου διδάσκαλος ήτο ο εξάδελφος του Ευάγγ. Φωτάκης εκ του χωρίου Ακούντα, όστις καίτοι όχι τελείας μορφώσεως ως διδάσκαλος «κάτι έκανε». Κατά κακή του όμως τύχη όταν εκεί ετελείωσε την τρίτην τάξιν και θα επανήρχετο δια την παρακολούθησιν της Τετάρτης εις Μέλαμπες πάλιν εκεί ήτο διδάσκαλος ο Νικόλαος Φωτάκης που τον έτρεμε δια το ξυλοκόπημα των μαθητών του. Αυτό ήτο αιτία να μη πηγαίνη εις το σχολείον, να κρύβεται εδώ και εκεί, να το αντιλαμβάνεται η μητέρα του, να τον επιπλήττει ο πατέρας του χωρίς να λέγη την αιτίαν, εν τη παιδική αφελεία έως ότου τέλος πάλιν ευρέθη η λύσις της αποστολής του εις Βάτον όπου εύρε διδάσκαλον ένα τόσον δύσμορφον ώστε, Φωτάκης, όταν γράφει τας αναμνήσεις του, τον παρομοιάζει με τον θερσίτην του Ομήρου. Έτσι ετελείωσε το δημοτικόν σχολείον εις Βάτο αλλ’ επειδή ο πατέρας του τον εύρισκεν αδύνατον εις τα μαθήματα τον εκράτησεν πάλιν εις Μέλαμπες να ακολουθήση την Δ΄ τάξιν όπου ήλθε νέος διδάσκαλος ο Μιχαήλ Καραμανωλάκης, δια τον οποίον ο Φωτάκης εκφράζεται πολύ κολακευτικά διότι ο διδάσκαλος εκείνος χάρις στην επιμέλειάν του, ενώ δεν είχε τελειώσει καλά καλά το Ελληνικό σχολείον, εν τούτοις είχε καταστή καλός διδάσκαλος και ως ομολογεί ο Φωτάκης τότε ηγάπησε το σχολείον. Μόνη συγκίνησις του μικρού Φωτάκη το έτος εκείνο ήτο μία άδικος κατηγορία κατ’ αυτού και των συμμαθητών του Γεωργ. Μαθιουδάκη και Ιωάννου Πετράκη υπό του αγροφύλακος Γεωργ. Παραδεισιανού, ότι έκλεπτεν στα φύλα!!! Καθώς και μία ξυλιά που έφαγε από τον διδάσκαλόν του.

Εις τας 16 Αυγούστου εγένοντο αι  εξετάσεις και ο Φωτάκης ανεδείχθη πρώτος των συμμαθητών του, κατ’ αυτάς δε παρευρέθησαν ο Επίσκοπος Λάμπης και Σφακίων Ευμένιος (ο μετέπειτα Μητροπολίτης Κρήτης) ο μηχανικός Σαββάκης, ο τότε έπαρχος Μιχ. Παπαδάκης ο πατήρ του, ο ιερεύς του χωρίου του και άλλοι πολλοί. Μακαρία εποχή. Πόσον συγκινητικόν είναι το ενδιαφέρον των αξιωματούχων εκείνων διά τα Ελληνικά γράμματα, εν πλήρει Τουρκοκρατία της μεγαλονήσου! Ποιος σημερινός εξ αυτών θα κατεδέχετο να παρακολουθήση εξετάσεις δημοτικού Σχολείου εις ένα χωριό της υπό την διοίκησιν του επαρχίας; Αυτό και μόνον μας εξηγεί πόσον δυνατά εκράτησαν την Εθνικήν ιδέαν οι ταχθέντες επί κεφαλής του Ελληνισμού την μαύρην εκείνην περίοδον της ιστορίας μας. Ακόμη αποδεικνύεται ορθοτάτη η παρατήρησις του ιστορικού περί του Έθνους μας, ότι δηλαδή ημείς οι Έλληνες παρουσιάσαμεν αρετάς μεγαλυτέρας ως υπόδουλοι παρά ως ελεύθεροι.

Το Ελληνικόν Σχολείον ο Φωτάκης κατά την πρώτην τάξιν παρηκολούθησεν εις μα έμενε και εις το Σπήλι Λαμπινήν, επί τι δε διάστημα όπου ο Πατέρας του ήτο Πάρεδρος εις τον Ειρηννοδικείον, δια να τον προγυμνάζη ο δημοδιδάσκαλος εις το Σπήλι Αλέξ. Καλογρίδης, μετά όμως τα Χριστούγεννα κατώκησεν εις Λαμπινήν μαζί με τους ομοχωρίους συμμαθητάς του Γ. Σηφάκην, Γ. Μαθιουδάκην και Ι. Παπαδάκην εκ Σακτουρίων.

Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο Αριστόδημος εξ Άνω Μέρους, διδάσκαλος των δε ήτο θείος του Π. Φωτάκης. Φαίνεται πως οι μικροί αυτοί μαθηταί είχον κοινόν συσσίτιον διότι ο Φωτάκης συχνά μετέβαινε εις Σπήλι και εμπρομηθεύετο τρόφιμα, επί πιστώσει, και αλλού αναφέρει πως εμαγείρευον τραγουδούσαν και αστειεύοντο.

4ον

Η αυτή Επιτροπή εκτός της φυσικής αντιδράσεως εκ  μέρους των Τούρκων συνήντησε και ομοίαν μερικών πολιτευομένων, οι οποίοι εθεώρουν το έργον της ως «τόλμημα παράλογον». Εν τω μεταξύ δε η αναρχία, ιδία εις τας δυτικάς Επαρχίας ολοέν ηύξανε. Φόνοι Χριστιανών διεπράττοντο συχνά και  αι συγκοινωνίαι της υπαίθρου διεκόπησαν.

Τον Φεβρουάριον του 1896 έλαβε χώραν μάχη μεταξύ Τούρκων στρατιωτών ομού και εντοπίων αφ’ ενός και Χριστιανών αφ’ ετέρου πλησίον των Σελλιών καθ’ ή εφονεύθησαν περί τους 20 Τούρκους.

Οι Τούρκοι της Ρεθύμνου, εξηγριωμένοι εφόνευσαν τότε τον διδάσκαλον Ηλιακάκην και η κατάστασις οσημέραι καθίστατο κρισιμωτέρα. Τότε (Μάρτιον 1896 ένεκα της ανωμάλου καταστάσεως διεκόπησαν τα μαθήματα, διότι άπαντες οι Τούρκοι που έμενον εντός των επαρχιών του Νομού Ρεθύμνης εισήλθον μετά των γυναικοπαίδων των προς ασφάλειαν εντός της πόλεως του Ρεθύμνου «βαναυσότατα φερόμενοι προς τους Χριστιανούς».

Εις αυτήν την περίστασιν εγκαταλείπει και ο Φωτάκης το Ρέθυμνον δια να επιστρέψη εις Μέλαμπες. Ένας χωρικός από το Άδελε του προσφέρει τον όνον του διά να μεταβή εις Μέσην και εις την πορείαν του αυτήν ουδέν άλλο έβλεπε παρά συνοδείας Τούρκων ωπλισμένων οδηγούντος τα πράγματά των επί ζώων και ερχομένων εις Ρέθυμνον. Το θέαμα ήτο οικτρόν, αι δε μετακινήσεις και των Χριστιανών ήσαν σπαραξικάρδιοι, διότι μετά κλαυθμών και οδυρμών και αυτοί εγκατέλειπον τα χωρία των μεταβαίνοντες εις Ρέθυμνον.

Το απόγευμα της 22 Μαΐου 1896 ο Φωτάκης με τον θείον του Νικόλαον Λίτιναν εκ Μέσης που τον παρέλαβεν από τον αδελφόν του Αντώνιον Λίτιναν, ευρίσκεται εις Αρκάδι.

Εκεί η απογοήτευσις του Φωτάκη μεταβάλλεται εις χαράν και ενθουσιασμόν, διότι στο Αρκάδι ήσαν συγκεντρωμένοι πάρα πολλοί ένοπλοι Χριστιανοί! Εκεί ονειροπωλεί ο μικρός Ευστράτ. Φωτάκης να γίνη αρματωλός. Πρωί πρωί όμως μια και έφευγε δια το Σπήλι ένας φίλος του καταγόμενος από το χωρίον Μαριού Αγ. Βασιλείου απεφάσισε να φύγη και αυτός χωρίς να περιμένη, όπως είχεν υποσχεθή στον θείον του Αντώνιον Λίτιναν από την Μέσην.

Με τον συνοδοιπόρον του ο Φωτάκης εξεκίνησε πεζή διά τον Μύρωνα, αλλά στον δρόμον τους επλανήθησαν και παρ’ ολίγον να κινδυνεύσουν διότι μεταβαίνοντες από Θρόνουό εις Μέρωνα συνήντησαν 15-20 Νιζάμιδες (Τούρκους χωροφύλακας) που μετέφεραν τας αποσκευάς των εξ ενός κουλέ εις άλλον έχοντες μαζί των και ένα ασθενή Τούρκον, του οποίου ο όψις ήτο απαισία.

Από αυτούς τους Τούρκους ηπειλήθη η ζωή του Φωτάκη και του φίλου του, αλλ’ εσώθησαν από τον φόβον που είχον οι Τούρκοι ένεκα των εκεί πλησίον κατοίκων του Μέρωνα, οι οποίοι ήσαν ωπλισμένοι και κάθε κακοποίησιν Χριστιανών θα την ανταπέδιδαν.

Στας 20 Μαΐου 1896 έφθασαν οι δύο νέοι εις το Σπήλι. Στην πορείαν αυτήν ούτοι όπως γράφει ο Φωτάκης «εθραύσαμεν ουκ ολίγους υαλίνους κώδωνας των τηλεγράφων σημαδεύοντες αυτούς».

5ον

Στο Σπήλι άλλος ενθουσιασμός καταλαμβάνει τον Φωτάκην διότι εκεί ευρίσκει τους θείον του Παναγιώτην Φωτάκην και τον εξάδελφόν του Νικόλαον Φωτάκην με πλείστους κατοίκους των χωρίων ενόπλους με σκοπόν να περιορίσωσι  τους Τούρκους Ατσιπάδων.

Ο Φωτάκης έμπλεως χαράς δια το επαναστατημένον φρόνημα των πατριωτών του μεταβαίνει διαρκώς από Σπήλι εις Μέλαμπες ένοπλος μαζί με τον εξάδελφόν του Λεωνίδαν Γιαννικάκην, που είχε φθάσει εκεί από τας Αθήνας.

Πόσον ήσαν αποφασισμένοι οι Κρήτες να διεκδικήσουν τα δίκαιά των φαίνεται και  από μίαν μικράν ιστορίαν που περιγράφει ο Φωτάκης.

Μίαν ημέραν δηλαδή του Ιουλίου (1896) που ο Φωτάκης με τον Ιωάν. Φωτάκην και ένα φίλον του Βασίλην από τα Σακτούρια διεσκέδαζον εις του Ζωνού το χάνι ήλθεν ένας από την Κρύα Βρύσιν ονόματι Μπριτζόλης, ο οποίος μαζί με δύο άλλους «δολίως» επήρε το όπλον του φίλου του Φωτάκη Βασίλη, τους κατεδίωξεν έως ότου ξαναπήραν το αρπαγέν όπλον. Σε λίγο όμως ένας Ακουμιανός επήρε πάλιν το αυτό όπλον εκ των χειρών των και με νέας περιπετείας επανέκτησαν το πολύτιμον δια την περίστασιν εκείνην όπλον.

Μετά εις του Χλιασίτη το χάνι είχον συγκεντρωθή περί τους 1.000 εκ της επαρχίας Αγ. Βασιλείου, οι οποίοι ανεκήρυξαν αρχηγόν των τον Στυλιανόν Φωτάκην.

Τα πράγματα χάρις εις την μεταπολιτευτικήν Επιτροπήν επήραν κάποιαν καλήν τροπήν και απεκατεστάθη κάπως η τάξις. Δι’ αυτόν τον λόγον ο Φωτάκης τον Οκτώβριον του 1896 μετέβη εις Ηράκλειον, όπως παρακολουθήση την β’  τάξιν του Γυμνασίου. Από τους εκεί συμμαθητάς του μνημονεύει τους Μηνάν Λιναρδάκην, τον Γεώργιον Μαρήν, τον Μιχ. Μονιουδάκην και τον Διονύσ. Νικολούδην.

Η φαινομενική ησυχία όμως δεν εβράδυνε να διαταραχθή, διότι τον Ιανουάριον του 1897 οι μανόμενοι Τούρκοι είχον προετοιμάσει την σφαγήν των Χριστιανών του Ηρακλείου. Ευτυχώς οι χωρικοί των Νομών Ρεθύμνης και Χανίων ως και οι της Σητείας απέκλεισαν τους εκ των επαρχιών τούτων Τούρκους άλλως η σφαγή θα ήτο τραγικωτέρα. Ως τόσον όμως οι Τούρκοι του Ηρακλείου εισβαλόντες εις τας αποθήκας όπλων ωπλίσθησαν και ήρξαντο του έργου των. Ο τακτικός στρατός των Τούρκων επήγε να τους αναχαιτίση κατόπιν εορτής, η δε κατάστασις εις το Ηράκλειον ήτο φρικτή, αφού εκ των Χριστιανών άλλοι είχαν φύγη εις Αθήνας και οι κάτοικοι της Τουρκικής συνοικίας κατέφυγον εις την Μητρόπολιν και τα Προξενεία των Δυνάμεων.

Ο μικρός Ευστράτιος Φωτάκης ευρέθη εις απόγνωσιν. Εγύριζε τους δρόμους χωρίς να ξεύρη καλά-καλά τον κίνδυνον. Και εις αυτήν την τραγικήν στιγμήν ο βιβλιόφιλος Φωτάκης εσκέπτετο  τα βιβλία του, τα οποία είχε δώσει εις ένα Οθωμανόν βιβλιοδέτην και όστις όμως παραδόξως όταν την επομένην έφευγε δια Μαλεβίζη του τα παρέδωσεν.

Ζωηρά ενθυμείται ο Φωτάκης από τας τραγικάς εκείνας ημέρας ένα επεισόδιον, όταν δηλαδή ήθελε να μεταβή εις την οικίαν του προτίμησε να διέλθη από τον δρόμον όπου ήτο στρατών τακτικού Τουρκικού Στρατού, νομίζων αυτόν ασφαλή αν και οι στρατιώται ήσαν τοποθετημένοι εις δύο γραμμάς με εφ’ όλου λόγχην. Δεν έκαμεν όμως παρά ολίγα βήματα και εδέχθη την καταδίωξιν δύο Οθωμανών κατωτάτης κοινωνικής υποστάθμης από τους οποίους εσώθη τραπείς εις φυγήν χωρίς όμως να γλυτώση ένα σφοδρόν κόλαφον εκ μέρους παρατυχόντος Τούρκου αξιωματικού. Διήρχετο τρέχων ο Φωτάκης τους δρόμους και παντού αντίκρυζε απαισίους Τούρκους, οίτινες τον ύβριζον. Ένας μάλιστα χυδαίος και απαίσιος την μορφήν τον ύβριζε με τας λέξεις «πότε θα χ… στον κούκο σου (σκούφον της Κρητικής ενδυμασίας) σκ… τόπιστε; «Τόσον εξηγριώθη ο νεαρός Φωτάκης, ώστε ηύχετο να ευρεθή με Χριστιανούς και να εκδικηθή τον βάναυσον αυτόν υβριστήν του, φαίνεται δε ότι η δίκαια αγανάκτησις του Φωτάκη εισηκούσθη από την Νέμεσιν και ο χυδαίος εκείνος Τούρκος εφονεύθη εις τινα μάχην εις την περιοχής των Αχαρνών.

Από την τουρκοκρατουμένη πόλιν του Ηρακλείου ο Φωτάκης και άλλοι εξήλθον τη συνοδία Τουρκικού στρατού. Μεταξύ αυτών μνημονεύει τον Ευθύμιον Φουντανάκην τον Δημήτριον Ποτσιδάκην και άλλους. Πρώτος σταθμός το χωρίον Ασούτες όπου εφιλοξενήθη διανυκτερεύσας εις την οικίαν φίλου του τινός και την επομένην μετά τινός κατοίκου Κουρουτών, υπό βροχήν έφθασε εις την οικίαν του εν Βορίζη ιερέως πατρός του Συμμαθητού του Διονυσίου Παπαδάκη ή Νικολούδη φιλοξενηθείς δι’ εξαιρετικών περιποιήσεων. Εκεί αφήνει το σακκίδιον του με τα βιβλία του, το μόνον  εφόδιον που είχε λάβει φεύγων από το Ηράκλειον, διότι τα ενδύματά του και άλλα πράγματά του αφήκεν εκεί και ακολουθεί τον δρόμον φθάνων τέλος εις Καμάρες. Εδώ ο Φωτάκης διηγείται εις τους κατοίκους τα όσα έζησεν εις το Ηράκλειον γινόμενος αντικείμενον συμπαθείας.

7ον

Από το  Σπήλι λοιπόν έφθασαν οι Χριστιανοί των διαφόρων χωρίων εις το ανώτερω χωριό Αμπελάκι έχοντες τας σημαίας των που ήσαν δια κάθε χωριό και διάφορές σχήμα και χρώμα.

Εκεί κατέλυσαν εις διαφόρους οικίας με επαναστάται που ήσαν περί τους χιλίους και ηλικίας από 17 – 70 ετών, την μεν ημέραν εμαγείρευαν χόρτα ως επί το πλείστον, το δε βράδυ εκοιμώντο «αδελφικώτατα ενηγκαλισμένοι 5 και 6 και 10 εξ αυτών». Τα Ελληνικά ζωύφια ήσαν εν αφθονία μεταξύ των στρατιωτών, αλλά τι να κάνουν; Τα βράδυα επίσης εφύλασσον βάρδια οι δικοί μας παρακολουθούντες τας κινήσεις των εχθρών. Τέτοιου είδους βάρδια εφύλαξε και ο Φωτάκης κατά το πενθήμερον που έμειναν εκεί εν αναμονή  της συγκρούσεως.

Και  το σιτηρέσιον καθ’ όλας αυτάς τας ημέρας, όπως σημειώνει ο ίδιος ο Φωτάκης, δι’ έκαστον στρατιώτην ήτο 5 κουραμάνες και 300 δράμια κρέατος βοείου. Την πέμπτην ημέραν ήσαν έτοιμοι δια την μάχην. Ήτο όπως γράφει ο Φωτάκης, η ιερωτέρα ημέρα της ζωής του και όλα τα βλέπει μ’ ενθουσιασμόν, με συγκίνησιν δε αυτός και όλον το στράτευμα εκείνο ακούει την δέησιν που αναπέμπει εις τον Θεόν ο Επίσκοπος Λάμπης και Σφακίων Ευμένιος (ο μετέπειτα Μητροπολίτης Κρήτης).

Αμέσως εξεκίνησεν ο στρατός προς τα καθορισθέντα μέρη, ½ ώρας κατωτέρω, μεταξύ των υπωρείων του όρους Βρύσινα και του χωρίου Σωματά που κατωκείτο υπό Τούρκων. Εις το κέντρον της παρατάξεως ήταν οι εκ Μελάμπων 180 τον αριθμόν με καπετάνιον τον πατέρα του Φωτάκη Εμμανουήλ Μ. Φωτάκην, εις το αριστερόν οι κάτοικοι Ακουμίων, Λευκωγίων, Σακτουρίων προς τον Σωματάν οι κάτοικοι Σελλιών, Ροδακίνου κλπ., οι δε κάτοικοι κρύας Βρύσης και Αρδάκτου. Γενικός αρχηγός αυτού του ιδίου τύπου στρατού ήτο ο Στυλιανός Φωτάκης, θείος του γράψαντος τας σημειώσεις. Μαζί με αυτόν τον στρατόν εις απόστασιν 800 μέτρων όπισθεν ευρίσκετο και ο απεσταλμένος της Ελληνικής Κυβερνήσεως λοχαγός Μιχ. Γρηγοριάδης καταγόμενος εκ Βρυσών. Οι Τούρκοι ήσαν επί δύο λόφων ορατών εκ Ρεθύμνης παρά την βρύσιν του Κουμαρίτη, όπου είχον τους κουλέδες των (στρατώνας). Μόλις οι Τούρκοι είδον τους Χριστιανούς έκαμαν ντουπί (προσευχήν) και αμέσως ήρχισεν η μάχη. Όλα τα γύρω αντιλαλούσαν από πυροβολισμούς, πανδαιμόνιον δε αποκαλεί την περίστασιν ο Φωτάκης. Πέντε Χριστιανοί εν οις και ο Στέφανος Μακρομιχελάκης έκαμον έφοδον προς το χωρίον Σωματά, όπου οι Χριστιανοί ήρχισαν οπισθοχωρούντες, ο δε μικρός Φωτάκης ήτο έτοιμος να τους ακολουθήση αν δεν τον συνεκράτει ο πατέρας του. Αι έφοδοι των Τούρκων ανεχαιτίζοντο υπό των ιδικών μας, οι οποίοι τους ηνάγκαζον να επανέρχωνται εις τα οχυρώματά των αφίνοντες και πολλούς νεκρούς.

Οι Χριστιανοί κατά το απόγευμα επυρπόλησαν τον Σωματάν αλλ’ ετράπησαν εις φυγήν διωκόμενοι υπό των Τούρκων, ότε ο γενναίος οπλαρχηγός Τσικνιάς με 300 άνδρας επετέθη κατά των Τούρκων, οίτινες οπισθοχώρησαν και τότε πλέον με ορμήν εξηκολούθησαν την μάχην. Οι Κρυοβρυσιανοί και οι Αρδακτιανοί κατήλθον με ταις σημαίες των από το όρος και  επλησίασαν τόσον πολύ εις τα προχώματα των Τούρκων, ώστε αυτοί θα τα εγκατέλειπαν, αλλά δυστυχώς τότε έφθασε δύναμις Τουρκικού στρατού από το Ρέθυμνο με δύο πυροβόλα τα οποία αδιακόπτως έβαλλον κατά των Χριστιανών με την επελθούσαν δε νύκτα η μάχη ετερματίσθη. Και από τους Χριστιανούς επληγώθησαν πολλοί και εφονεύθη και ένας από τον Ακτούντα, πατήρ πέντε τέκνων.

Το εσπέρας ο στρατός των Χριστιανών επανήλθεν εις Αμπελάκι. Εκεί ερωτά τον Φωτάκην ο θείος του αν εσκότωσε κανένα Τούρκον, αυτός δε απαντά ότι έρριξε 80 φυσέκια, ώστε θα εσκότωσε τουλάχιστον πέντε Τούρκους, και υπό τους γέλωτας των παρισταμένων δια τον ενθουσιασμόν του νεωτέρου μαχητού ο θείος του, του λέγει «Και δεν λες δέκα»!.

Το βράδυ ο Χριστιανικός στρατός απεσύρθη εις Σπήλι όπου ο Αρχηγός Φωτάκης προσέφερεν άφθονον οίνον, άρτους, τυρός, εληές ιδία δαπάνη, λέγων «φάτε μωρέ παιδιά και πιέτε γιατί έχετε δίκαιο» εκείθεν δε κάθε ομάς δια το χωριό της. Οι Μελαμπαίοι, μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Φωτάκης μόλις έφθαναν εις το χωριό των έρριξαν πολλούς πυροβολισμούς δια την νίκην των και εισήλθον εις τα χωριά τους σώοι και αβλαβείς ύστερα από την μάχην.

Αφήστε μια απάντηση