ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
Οψές, κερ’ Ανεζινιό, επιάσανε, οι μυτατόροι κ’ εκαλέσανε τσι κοπελλιές και τσι
κοπελλολόγους του χωριού, να πάνε -γροικάς- στο μυτάτο, για να κάμουνε, λέει
χεύκι. Λοιπός επήρανε κι αυτοί αποπαδά αυγά, ψωμί , κρασί…ό,τι χενε πασαείς
και πήρανε και το μαντολίνο για να γλεντίσουνε ετσά που πρέπει. Πρίχου να
ξεκινήσουνε, κάνει , κάνει η Καδιανή: λω: Φωνιάξετε, μπρέ, και τ’ Ανεζηνιού μην
πάει και τση κακοφανή πως δεν τη σαϊντίζομε να γράφη στη φημερίδα ότι τση
φανή για την παρέα μας. Κι όντιμως κάνει η Μαρούλη- Σαλεύγετε, μωρή, στη
δουλειά σας, μα κείνο πάει στου Γερακάρι, για να τη φουσκώση κερασιά.
- Επήγες κιόλας, Ανεζηνιό;
- Ναίσκε, κερά θεία… επήγα σαν απού πάει ούλος , ο ντουνιάς κι όντιμως, ότι ώρα
μ’ είδανε, εμπήκανε στην κακαφόρεσι πως μ΄έκλεψε κιαείς και το τηλεφωνήσανε
στον Τύπο και μη χαντάς τον ντουσουλμέ, απού βάλανε, μπεσπελί, το Διευθυντή
μας. - Θωρείς, μωρή παιδί μου;… και θα έφαες λωδά κεράσια, απού θα την έκαμες κόζι!
Τρώει κιαείς όσα θέλει; - Κιαμέ τρώει μόνον και καλάθια βαστούνε κείνοινά, απού πηγαίνουν, κι΄απής
ξεκοιλιδώσουνε, λένε των κακοροίζικω, τω χωριανώ να γεμώσουν του καθενούς
και το καλάθι! - Ίντα μου λες εκειδά,Ανεζηνιό;… δεν ντέπουνται να τρώνε και να ζητούν κιόλας;
- Ανάθεμα το ψωμά, απού σου λέω! Και χαντάς πως τρώνε μόνο κεράσια; Πάνε
και στα σπαθιά και τωνέ κάνουνε ραέτι! - Και πάνε, μωρή παιδί μου, πολλοί;
- Πολλοί λέει; Εγώ εστούπιρα να θωρώ τόσο λαό, απού τη χ’ωρα, γυναίκες ,
άντρες, κοπέλια, λοής- λογιώ, καθηγητάδες, δικηγόρους, τζαγκάριδες, εμπόριδες,
μεγαλοκυρίες κι΄απού τα χωργιά μην τα ρωτάς! Θεόψυχά μου, μούδε
στσ΄εκλογές , μούδε σε πανεγύρι, μουδέ στα Καλύβια στην Παναγία δε
συνάζουντια τοσοινά! - Για τον αφέντη του κόσμου και πώς νταγιαντούνε, οι -γι- άζουδοι, οι χωριανοί;
Πρέπει Ανεζηνιό μου, πως είναι καλοί άνθρωποι!… - Καλοί λέει; Ίντα ποιοί άλλοι δεν ήθελα γκουχιστούνε, να θωρούνε στο πράμα-ν-
τωνε τόση ζημιά; Να σε τύχη εκειδά, ο Θεός, θειαδάκι να θωρής κοράκους,
απάνω στσί κερασές – σπουργίτες , μπουρμπούρους , σφίγγες κι΄ανθρώπους να
κρέμουνται και να πής, το κύριε ελέησον! Εγώ κερά θεία, των ήλεγα πως είναι
καλλιά–ν– τωνε, να ξεπατώσουν τσι κερασές! - Μα τη φεδέ μιυ, ετσά που σου γροικώ, καλλιά –ν–τωνε μοίρα ‘ναι!
Απού τ΄Ακτούντα
Τ’ ΑΝΕΖΗΝΙΟ