ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

του Νικολάου Αλεξ. Κοκονά
Ιατρού

Π ρ ο λ ε γ ό μ ε ν α

Το να προλογίζεις κάτι που έγραψες πριν από τριάντα εφτά χρόνια δεν είναι
εύκολο.
Στην προκειμένη περίπτωση η δυσκολία δεν οφείλεται στη λήθη των ιστορουμένων
γεγονότων. Οπωσδήποτε όμως τώρα δεν μπορώ να νοιώσω ό,τι τόσο έντονα και σε λίγο
χρόνο -το Σεπτέμβριο του ’43- έζησα, ούτε να ξαναζωντανέψουν με τον ίδιο τρόπο στη
σκέψη μου τα συμβάντα, όπως τούτο έγινε όταν έγραφα την περιπέτειά μου, μετά την
παρέλευση έτους περίπου, κατά τη νοσηλεία μου σε στρατιωτικό νοσοκομείο της Μέσης
Ανατολής.
Γι’ αυτό εξάλλου πολλές περικοπές ή και ολόκληρα περιστατικά που αναφέρονται
στο κείμενό μου, αν γραφόταν πολύ αργότερα ή και σήμερα, θα εμφανίζονταν κατ’ άλλον
τρόπο: Πιο συστηματικά, διακριτικότερα στην έκφραση, ενδεχομένως και στη διατύπωση.
Θα έλειπαν όμως σ’ αυτή την περίπτωση ουσιαστικά στοιχεία όπως είναι το στοιχείο της
νωπότητας των γεγονότων, του νεανικού αυθορμητισμού και της αμεσότητας, λόγω της
παρελεύσεως δεκαετιών.
Δεν αποκρύπτω πάντως ότι και τώρα παραμένει ακέραιος ο προβληματισμός μου,
γιατί έγραψα τα όσα θα ακολουθήσουν. Προτού δώσω μια απάντηση, με τα δικά μου
κριτήρια, στο ερώτημα αυτό, θεωρώ σκόπιμη την παρεμβολή ορισμένων διευκρινίσεων.
Όσοι από την κατεχόμενη Ελλάδα κατάφευγαν στη Μέση Ανατολή -δεν εξετάζομε
κατά ποιο τρόπο έφταναν εκεί- και είχαν ηλικία μέχρι 18 χρόνων πήγαιναν σε στρατόπεδα
συγκεντρώσεως προσφύγων. Από της ηλικίας 18-20 χρόνων μπορούσαν να καταταγούν
στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις ή να πάνε και αυτοί στα στρατόπεδα προσφύγων. Όσοι
είχαν ηλικία μεγαλύτερη των 20 χρόνων στρατευόταν υποχρεωτικά. Γινόταν βέβαια και
μερικές εξαιρέσεις -οι Έλληνες όπου κι αν βρεθούμε συνηθίζομε τις εξαιρέσεις- για τους
ηλικίας κάτω των 20 χρόνων. Δηλαδή αν είχες κανένα μέσον και ήσουν κάτοχος
απολυτηρίου Γυμνασίου με λίγες έστω γνώσεις αγγλικής, μπορούσες να βρεθείς σε
Πανεπιστήμιο της Αμερικής ή την Ν. Αφρικής. Μου έγινε σαφής πρόταση να ακολουθήσω
αυτό το δρόμο. Μήτε που το σκέφτηκα. Όνειρό μου ήταν να συνεχίσωμε τον Αγώνα μέχρι
της τελικής νίκης και την απελευθέρωση της πατρίδας μας.
Κατατάχτηκα αμέσως εθελοντικά στην πολεμική αεροπορία και ύστερα από
σαράντα ημέρες βασική εκπαίδευση μπήκα στη Σχολή Ιπταμένων. Σε ενάμιση χρόνο
έβγαινες αεροναυτίλος, πιλότος ή ιπτάμενος πολυβολητής. Τελείωσα κανονικά την
προκαταρκτική τάξη στη Γάζα. Το φύλλο πορείας μου είχε υπογραφτεί, προκειμένου να
περάσω το τελικό στάδιο εκπαιδεύσεως στη Ροδεσία. Τότε ακριβώς με κτύπησε σοβαρή
αρρώστεια και βρέθηκα ψυχικό και σωματικό ράκος στο κρεβάτι του νοσοκομείου και
χάρις στην πενικιλλίνη που για την αφεντιά μου έφτασε από το Λονδίνο σώθηκα, χωρίς να

γνωρίζει ο FLEMING ότι με την ανακάλυψή του, ανάστησε κι ένα που έμελλε να γίνει
συνάδελφός του.
Ίσως λοιπόν η αναπάντεχη αρρώστεια μου δίνει, μια ευλογοφανή απάντηση στους
προβληματισμούς μου. Συνειδητοποίησα μάλλον τότε -πολύ δύσκολο σε μικρή ηλικία-
πόσο εύκολα μπορεί κανείς να περάσει στους άλλους κόσμους και ήθελα φαίνεται να μη
σβύσουν τα όσα συνέβηκαν κατά τη σύλληψη και απόδρασή μου από τους Γερμανούς και η
περιπέτεια της διαφυγής μου στη Μέση Ανατολή, που την γνώριζε μόνο ο συγχωριανός και
φίλος μου Κωστής Ν. Κουτελιδάκις, αλλά όπως έτρεχε πάντα σε δύσκολες αποστολές, ποιος
μπορούσε να είναι βέβαιος, πως δεν θα χαθεί κι αυτός στον πόλεμο.
Επίσης είχα ενδόμυχα την επιθυμία να μαθευτεί η προδοσία του Αλβανού Τζέλιο,
κάτι που δεν έπρεπε να περάσει απαρατήρητο. Εκείνο πάντως που επιθυμώ να βεβαιώσω
είναι ότι δεν έγραψα προκειμένου να αποθανατίσω ηρωικές πράξεις ή θυσίες δικές μου. Η
περιπέτεια μου, παραλίγο θανάσιμη, με τα μέτρα της κατοχικής περιόδου, ανήκε στα
συνηθισμένα περιστατικά.
Έγραψα λοιπόν από την προσωπική μου ιστορία, ένα κομμάτι που σημάδεψε τη
ζωή μου και συγχρόνως συνδέεται με τη γενική εικόνα των δύσκολων ημερών, που
πέρασαν πάρα πολλοί άνθρωποι στην Κρήτη, όσοι είχαν αναμιχτεί ενεργά στην Εθνική
Αντίσταση. Ας δούμε όμως πως έρχεται στη δημοσιότητα, με ευχαρίστησή μου, από τις
στήλες του έγκριτου Ρεθεμνιώτικου περιοδικού «Προμηθείς ο Πυρφόρος».
Τις χειρόγραφες σημειώσεις, ούτε καν τις διάβασα, όπως συνέπεσε να τελειώσουν
με την έξοδό μου από το νοσοκομείο. Τις τύλιξα σ’ ένα αδιάβροχο, τις σφράγισα με
«λευκοπλάστ» και τις έριξα στον γυλιό μου. Έτσι ακολούθησαν μαζί μου, όλες τις κατοπινές
στρατιωτικές περιπέτειές μου.
Σαν φοιτητής και ειδικευόμενος γιατρός αργότερα, έμειναν στον πάτο του
μπαούλου μου. Όταν εγκαταστάθηκα μόνιμα στο Ρέθυμνο (1952) παραπετάχτηκαν, πάντα
απείραχτες, σ’ ένα απόμερο σημείο της βιβλιοθήκης του σπιτιού μου.
Αν ο Μιχάλης, ο γιός μου, δεν ήταν τόσο περίεργος και να κάνει το σπίτι άνω –
κάτω, ποτέ ίσως δεν θα βρισκόταν. Μήτε θυμόμουνα πια την ύπαρξη των χειρογράφων.
Όταν τα βρήκε ο μικρός, προσπαθούσε να τα διαβάσει χωρίς να καταφέρνει πολλά
πράγματα. Μια μέρα διαμαρτυρήθηκε έντονα, πως κρύβω τόσο σημαντικά γεγονότα του
προσωπικού βίου μου, από τα παιδιά μου. Αλλά και πάλι δεν θα είχε συνέχεια το πράγμα,
αν δεν έπαιρνε χαμπάρι ο Σπύρος Μαρνιέρος, που κι αυτός είχε ένα ρόλο στην ιστορία
μου, όταν έψαχνε για άλλα πράγματα στη βιβλιοθήκη μου. Έτσι ο φάκελος ανοίκτηκε,
ύστερα από τόσα χρόνια.
Εύκολα συνάγεται από τα προηγούμενα, ότι το κείμενο που παρουσιάζεται είναι
αυτό ακριβώς που γράφτηκε τότε, χωρίς καμμιά διόρθωση ή επεξεργασία. Μόνο σε δύο
μέρη υπήρχε κάποια ασάφεια άνευ σημασίας άλλωστε, που διευκρινίστηκε πλήρως.
Επίσης έγινε κάποιος διαχωρισμός του κειμένου σε ενότητες έτσι που να γίνει προσιτότερο
και προστέθηκαν λίγες επεξηγηματικές υποσημειώσεις.
Θεωρώ υποχρέωσή μου να ζητήσω την επιείκεια των αναγνωστών. Ο γράφων ήταν
τότε ηλικίας μόλις 19 χρόνων, άρρωστος, προβληματιζόμενος και πάρα πολύ ανήσυχος, για

την τύχη αυτών που άφησε πίσω του, στην Πατρίδα. Πολλοί απ’ αυτούς έλειψαν για πάντα
κι όταν γύρισε, πολλά χωριά, μαζί και το δικό του, τα είδε ισοπεδωμένα.
Με την ευκαιρία αυτή θέλω να ευχαριστήσω από τα βάθη της ψυχής μου, όσους με
βοήθησαν σε πολύ δύσκολες στιγμές με κίνδυνο της ζωής των. Δεν παράλειψα να το κάνω
αυτό και προσωπικά, όταν επέστρεψα από την Αίγυπτο, σε όσους μπόρεσα. Ασφαλώς θα
υπάρχουν και άλλοι πολλοί που βοήθησαν και δεν αναφέρονται καθόλου στα
ιστορούμενα, ή άλλοι που βοήθησαν ανώνυμα ή δεν τους αντιλήφτηκα. Οι ευχαριστίες
μου, προς αυτούς κυρίως, απευθύνονται.
Ρέθυμνο, Νοέμβριος 1980

Η σύλληψη και η απόδρασή μου από τους Γερμανούς

Ένα αξέχαστο πρωινό.
Ήταν ένα καλοκαιριάτικο πρωινό. Ένα πρωινό αξέχαστο, που έμελλε να αλλάξη τη
ζωή μου, τα όνειρά μου…

  • 4 Σεπτεμβρίου 1943
    Δεν ξέρω τι μ’ έκανε να ξυπνήσω τόσο νωρίς. Ίσως κάποιο προαίσθημα, ίσως το
    ανατριχιαστικό όνειρο που ‘βλεπα στον ύπνο μου, ίσως η πρωινή μαγεία του γοητευτικού
    τοπίου που απλωνόταν τριγύρω μου…
    Έστρεψα μηχανικά και κύτταξα το φίλο και σύντροφό μου Δημήτρη 1 που κοιμόταν
    δίπλα μου ήρεμα, με το κεφάλι κουκλωμένο, να μην τον ενοχλεί το αμυδρό φως της
    χαραυγής και του ταράξει το γλυκό πρωινό ύπνο. Πόσο θα ‘θελα κι εγώ να κοιμόμουν
    ακόμα έτσι, ξένοιαστος με το γλυκό νανούρισμα των αηδονιών της γειτονικής ρεματιάς.
    Άφησα τη σκέψη μου να ταξιδεύη στα πελάγη του παρελθόντος και άθελά μου
    θυμήθηκα τους στίχους του Εθνικού μας ποιητού «περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα
    να κλαις». Αλήθεια τι είναι τούτη η ζωή. Πριν τρία χρόνια η πατρίδα μας ήταν ελεύθερη
    από ξένη κυριαρχία. Τώρα σκλαβωμένη. Στην πιο σκληρή, μπορεί, σκλαβιά της ιστορίας
    της. Σκλαβωμένη, όχι όμως και νικημένη. Απέδειξε στην δύναμη της βίας, πως πρέπει να
    πολεμά ένα έθνος για τη Λευτεριά του. Και να τώρα, ο λαός που έγραψε την εποποιΐα της
    Αλβανίας, της Μακεδονίας και της Κρήτης, ζη σε συνθήκες αδυσώπητης τυραννίας. Για
    πόσο καιρό ακόμη είναι άγνωστο. Και ενώ η πλάστιγγα του πολέμου άρχισε να κλίνη εις
    βάρος του δυνάστου μας, αντί τα δεινά της δουλείας να ελαττώνονται, συνέχεια
    πολλαπλασιάζονται. Κάθε μέρα διωγμοί, τουφεκισμοί, πυρπολήσεις και συλλήψεις. Ιδού τα
    αγαθά που προσφέρουν οι Γερμανοϊταλοί, στους λαούς που δήθεν ελευθερώνουν. Ιδού η
    «νέα τάξις πραγμάτων» που σκέπασε την Ευρώπη με το μαύρο πέπλο της.

Αντικρύζω το σπίτι μας
Σηκώνομαι νωχελικά, κάθομαι στο διπλανό βραχάκι και το πλευρό μου είναι
πληγωμένο από την άνεση που προσφέρει το μυρωδάτο θυμάρι, όταν το χρησιμοποιήσης
στρωσίδι σου. Κυττάζω μακρυά σ’ ένα σπίτι που ασπρίζει ανάμεσα σε κερασιές και
καρυδιές. Είναι το σπίτι μας. Θεέ μου τι γλυκειά λέξη. Σ’ αυτό το σπίτι που το ‘χτισε ο
πατέρας μου, μόλις γύρισε από τη Μικρασιατική καταστροφή πάνω σε παλιά θεμέλια,
ποιος ξέρει ποιανής πυρπόλησης, κουβαλώντας τα κεραμίδια της στέγης του με τα
γαϊδουράκια, επτά ώρες δρόμο από το Σίμα την Καμάρα 2 -απ’ εκεί που ‘φτανε τότε το
αυτοκίνητο του Αμαρίου- με ξεγέννησε η Κασελού η μαμμή 3 . Σ’ αυτό ανατράφηκα και μόνο
όταν φοιτούσα στο Γυμνάσιο στο Ρέθυμνο, τ’ αποχωρίστηκα. Ορθώνεται θλιμμένο και
1 Δημήτρης Ι. Κραουνάκις
2 Δυο χλμ. (περίπου) μετά το χωριό Πρασές
3 Σμαράγδη Χαρ. Κουτελιδάκη

μουντό, σαν να προαισθάνεται την τύχη που το περιμένει. Σαν να νοιώθη πως θ’
αντικρύση για τελευταία φορά τον ήλιο που σε λίγο θα μας καλημερίση. Παρ’ όλα αυτά στη
θεωρία του είναι ζωγραφισμένη η περιφάνεια και σαν να λέει: «στέκομαι ολόρθο και
βουβό προσμένωνας το χάρο» με την άφωνη λαλιά του στο Δημιουργό του Σύμπαντος,
στους περαστικούς, στα πουλιά, σ’ όλη την πλάση. Ξέρει πως έκαμε το καθήκον του.
Μήπως δεν έχει δίκιο να υπερηφανεύεται; Έχει και παραέχει μάλιστα. Είναι μάρτυρες τα
γύρω δένδρα, που κι αυτά πρόσφεραν τον ίσιο και τον καρπό τους, σε ζωντανά ερείπια του
πολέμου και μαχητές της αντιστάσεων, καθώς και οι γύρω ρεματιές και οι πλαγιές του
Κέδρους 4 που κι αυτές έκρυψαν και έσωσαν πολεμιστές της Μάχης της Κρήτης, της
Δουνκέρκης, από τα νύχια του κατακτητού. Τους μαχητές που περίμεναν τ’ αγαπημένα
τους πρόσωπα στην άλλη Ελλάδα ή στην υπερπόντια πατρίδα τους που μονάχη τότε
απέκρουσε με αφάνταστο ψυχικό σθένος, τις λυσσώδεις επιδρομές των Στούκας.
Και να ‘σανε μόνο αυτοί οι μάρτυρες. Δεν χρειάζεσαι όμως άλλους. Δεν πρόκειται
να ζητήσης ανταμοιβή και παράσημα πως έκανες το καθήκον σου, δίνοντας ψωμί στους
πεινασμένους πεζοπόρους, όταν είχες, στεγάζοντας τους γυμνούς και ξυπόλητους φυγάδες
της Εθνικής τραγωδίας Έλληνες και Συμμάχους, γιατρεύοντας τους αρρώστους και
ψειριασμένους, καλύπτοντας μυστικές συγκεντρώσεις πατριωτών από τα όμματα του
εχθρού. Γι’ αυτές σου τις υπηρεσίες, σπίτι μας προδόθηκες. Ενώ άλλοτε βοηθούσες του
κόσμου τους ξενομπάντες, τώρα δεν μπορείς μήτε μένα να στεγάσης κι από καιρό ξέμαθα
το μαλακό κρεβάτι, το ξένοιαστο φαγητό και την οικογενειακή ζεστασιά.
Το όνειρο που με ξύπνησε.
Κυττάζω μπροστά μου απ’ την ανατολή το Γέρο – Ψηλορείτη, που απλώνεται
μεγαλοπρεπής και περήφανος, μ’ ένα σύννεφο καθισμένο στη χιονισμένη κορφή του -το
Μπράσκο- που την χρυσώνουν οι πρώτες αχτίδες του ηλίου. Αν μπορούσαν οι Γερμανοί να
τον ισοπεδώσουν, θα το έκαναν ευχαρίστως. Γνώριζαν πολύ καλά ότι ήταν καταφύγιο
πατριωτών της αντιστάσεως. Έκαναν όμως κάτι χειρότερο. Συστηματικά κυνηγούσαν τα
κοπάδια, σκοτώνοντας τους βοσκούς αλύπητα και με τα ζωντανά τροφοδοτούσαν το
στρατό κατοχής και την στρατιά του Ρόμμελ στην Αφρική, σαν να ήσαν κτήμα του πατέρα
τους.

  • Ε Νίκο σηκώθηκες κι όλας; Ακούω το Δημήτρη από δίπλα.
  • Καλημέρα Δημήτρη εδά και μια ώρα…
    Κρύψαμε τα καπότα μας στα κλαδιά, με το βουργιάλι στον ώμο και την κατσούνα
    στο χέρι, πήραμε τον κατήφορο της πλαγιάς προς το χωριό, αφού μάθαμε από παιδιά που
    έβγαζαν τα πρόβατά τους για βοσκή, πως δεν συνέβαινε τίποτα. Κάθε λίγο συναντούσαμε
    και άλλους χωριανούς που κατηφόριζαν κι αυτοί προς το χωριό. Είχαν ξημερωθή στο
    4 Βουνό μεταξύ των επαρχιών Αμαρίου και Αγίου βασιλείου (υψ. 1877 μ. ). Πολλά τα ριζίτικα χωριά
    του Κέδρους καταστράφηκαν ολοσχερώς από τους Ναζί τον Αύγουστο του ’44 και αφανίστηκε το
    μεγαλύτερο μέρος του άρρενος πληθυσμού (νεκροί 170). Πρώτη συστηματική προσπάθεια
    ιστορήσεως των γεγονότων του Κέδρους έγινε από τους: Μιχάλη Παπαδάκη, Σπύρο Μαρνιέρο,
    Στέργιο Μανουρά, Θεόδωρο Πελαντάκη και Γιώργη Κουκλινό (βλ. Περ. Κρητική Εστία, τεύχ. 256 –
    259/1980 και ανάτυπο).

Κέδρος. Όλοι φοβόταν κύκλωση από τους Γερμανούς. Οι άνδρες που πιανόταν στις
κυκλώσεις και τα μπλόκα, μεταφερόταν στο αεροδρόμιο του Τυμπακιού για
καταναγκαστική εργασία, κάτω από άθλιες συνθήκες διαβιώσεως και συχνά ξυλοδαρμό,
για αρκετές εβδομάδες. Αυτό φυσικά αφορούσε όλους τους άνδρες. Όμως, όχι αυτούς που
είχαν παρτίδες με την αντίσταση. Αυτοί αν πιανόταν, τα καταναγκαστικά έργα στο
Τυμπάκι 5 θα τα περνούσαν τόπο παραθερισμού.
Γρήγορα ροβολήσαμε τον κατήφορο και πήραμε τον ίσιο δρόμο που οδηγεί στο
χωριό. Όταν ο Δημήτρης σιγομουρμούριζε ένα σκοπό, σκεφτόμουνα το όνειρο που με
ξύπνησε. Τρεις μαύροι σκύλοι με κυνηγούσαν με λύσσα και μανία. Τη στιγμή που έφταναν,
άνοιξε μια μαυροφόρα γυναίκα την εξώπορτα και με τράβηξε μέσα, κλείνοντάς την πίσω
μου. Ξύπνησα τρομαγμένος. Δεν πολυπιστεύω βέβαια στα όνειρα, αλλά μου χάλασε το
κέφι. Φτάσαμε στη διακλάδωση του «Κάμπου το Στενό» 6 . Ο Δημήτρης τράβηξε προς την
Κατωχωριανή Βρύση» 7 κι εγώ αριστερά τον αμαξωτό για το «κονάκι» μας.
Η μάνα μου
Ήταν 6.30 π.μ. όταν έφτασα στα «Σοχώρια» έξω από το σπίτι μας, «αμόλαρα» τη
στέρνα και άρχισα να ποτίζω τον κήπο. Το διπλανό «Σοχώρι» δεν ήταν έρημο. Μια
μεσήλικη γυναίκα μάζευε φασόλια με αργές και επιτήδιες κινήσεις. Σκεπτόμουνα με
συγκίνηση τη δράση και τον ηρωισμό αυτής της γυναίκας. Με κανένα τρόπο δεν ήθελε να
εγκαταλείψη το νοικοκυριό της, αν και οι Γερμανοί την είχαν στραπατσάρει αρκετές φορές.
Καίτοι από χρόνια καρδιοπαθής, μοχθούσε μέρα – νύχτα για τον αγώνα. Πιστή και
αφοσιωμένη σ’ αυτόν, μαζί με τον άνδρα της. Συνέβη μάλιστα να καλυτερεύση η υγεία της,
παρά τις στερήσεις, την κούραση και την έλλειψη φαρμάκων. Ίσως επειδή η πατρίδα είχε
απόλυτη ανάγκη των υπηρεσιών της. Δεν πρόκειται φυσικά για καμιά άλλη, από τη
νοικοκυρά του σπιτιού, που έλεγα παραπάνω. Τη μάνα μου 8 .
Η φορά των πραγμάτων, μας έκανε να βρεθούμε λίγο αργότερα στο Κάιρο, στο
σαλόνι ενός ξενοδοχείου, μια παρέα Αμαριώτες. Η προσφιλής κουβέντα, βέβαια, γύρω από
τα νέα της σκλαβωμένης πατρίδας μας. Μεταξύ των άλλων, ο ένοικος του ξενοδοχείου, τον
οποίον είχαμε πάει να επισκεφτούμε και που σαν πολιτικό πρόσωπο 9 , αγαπούσε πολύ την
κουβέντα, μας είπε τι του συνέβη με τη μάνα μου, τον πρώτο χρόνο της κατοχής, όπου είχε
πάει στο Γερακάρι, προς συνάντηση του πατέρα μου. Εκείνη την εποχή ευρίσκετο
νοσηλευόμενος στο σπίτι μας ένας Άγγλος στρατιωτικός γιατρός 10 . Ευγενής την καταγωγή,
απομεινάρι του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, που μόλις είχε αναρρώσει από τις
5 Κωμ. Επ. Πυργιωτίσσης Ν. Ηρακλείου
6 Τπν., χ. Γερακάρι.
7 Πηγή νερού (βρύση) στη γειτονιά «Κατωχώρι» του χωριού Γερακάρι.
8 Μαρία Αλεξ. Κοκονά, το γένος Παπα-Νικολή Γενεράλι.
9 Ο Εμμανουήλ Παπαδογιάννης, Αμαριώτης, μετέπειτα βουλευτής Ρεθύμνης και Υπουργός.
10 Ο Victor Thomas, που είχε δραπετεύσει από γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων.

κακουχίες και ένα βαρύ κρυολόγημα. Ο επισκέπτης συνεβούλευσε τη σπιτονοικοκυρά, ότι
τώρα που καλυτέρευσε ο ξένος, είναι καιρός να πάη κι αλλού, να μη μας κάψη η φωτιά,
που ‘χε μέσα στο σπίτι. Η απάντηση που δόθηκε ήταν κατηγορηματική: «Μόνο όταν
αναρρώση εντελώς θα φύγη κι όποιος παίζει με τη φωτιά, ξέρει και τους κινδύνους της».
Μετά λίγες ημέρες η προφητεία του επισκέπτη, παρ’ ολίγο να πραγματοποιηθή.
Απροόπτως έκαναν έφοδο στο χωριό οι «συμπέθεροι» 11 . Ο νοσηλευόμενος γιατρός και οι
αμφιτρύωνες γλίτωσαν επειδή είχαν την πρόνοια να βάλουν μια μπόλια μαύρη στην
κεφαλή του γιατρού, οπότε έγινε η βαριά άρρωστη με τύφο γιαγιά, αρκετά πειστική για να
τους διώξη. Ο δυστυχής γιατρός εξαντλημένος από τις κακουχίες του πολέμου, δεν άντεξε
τελικά και άφησε την τελευταία πνοή του, στο χωριό Αγία Παρασκευή 12 .
Η σύλληψή μου από τους Γερμανούς
Κατά τις οκτώ τελείωσα το πότισμα και πηγαίνοντας στο σπίτι, χαιρέτισα με μια
κίνησι του χεριού τη μάνα μου, που εξακολουθούσε να μαζεύη τα φασουλοκολόκυθά της
στην πιο πάνω πεζούλα. Στο σπίτι με υποδέχτηκε η Καλλιώ 13 και μεταξύ των άλλων μου
είπε ότι τα ξημερώματα είχαν ακούσει μπαλωτές σαν πολυβόλο προς τα βορεινά. Τις
είχαμε και εμείς ακούσει, αλλά αυτό συνέβαινε πολύ συχνά μια που ένα σωρό κόσμος είχε
όπλα και όχι πάντα δικαιολογία βάσιμη, για να παίζη μπαλωτές. Έτσι μήτε σημασία
δώσαμε μήτε ανησυχήσαμε.
Πλύθηκα λοιπόν κι ανέβηκα στη κάμαρή μου, αφού είπα στην Καλλιώ να μου
ετοιμάση να κολατσίσω, να «φτιάξη» το βουργιάλι μου, να είμαι έτοιμος να φύγω αμέσως
από το σπίτι, όπως γινόταν κάθε μέρα. Καθώς περνούσα το διάδρομο του οντά για την
κάμαρή μου, έριξα μια ματιά στην Αθηνούλα 14 που κοιμόταν στο κρεβατάκι της και τη
φίλησα στο κούτελο. Πόσο όμορφη και αμέριμνη ήταν η μικρή μου ξαδελφούλα,
ευτυχισμένη μια που δεν ένοιωθε την αναμπουμπούλα που γινόταν γύρω της.
Εδώ θα πρέπει να πως πως η θειά μου η Στελιανή, αδερφή της μάνας μου 15 που αν
και κατοικούσε στο Ρέθυμνο, εκείνο το καλοκαίρι είχε βγει στο χωριό για παραθέρισμα, και
έμενε στο σπίτι μας για να κάνη και συντροφιά στην σπιτονοικοκυρά, μια που ο πατέρας
μου κι εγώ τον περισσότερο καιρό λείπαμε από το χωριό, είτε μέναμε σ’ άλλα σπίτια ή και
στο βουνό ακόμα, ανάλογα με την εποχή και τον κίνδυνο. Ειδικά αυτή τη μέρα η θειά μου
είχε πάει στο Ρέθυμνο για μια-δυο μέρες και είχε αφήσει την Αθηνούλα στη μάνα μου και
στην Καλλιώ.
Πρέπει επίσης να προσθέσω ότι από καιρό προσπαθούσα να μάθω Αγγλικά παρά
τους κινδύνους και τις δυσκολίες. Είχα λοιπόν προμηθευτεί ένα λεξικό κι ένα Άγγλος μου
11 «Συμπεθέρους» λέγαμε τότε τους Γερμανούς, χιουμοριστικά
12 Χωριό επ. Αμαρίου.
13 Πρόκειται για την Καλλιόπη Γ. Κραουνάκη, συγγενή μας, που έμενε εκείνο το καιρό στο σπίτι μας.
Μια έξυπνη, πάντα πρόθυμη και πρόσχαρη κοπελιά, που δεν το ‘βαζε ποτέ κάτω.
14 Αθηνά Πελ. Χατζιδάκη
15 Στελιανή Πελ. Χατζιδάκη

είχε δώσει ένα βιβλίο που περιείχε εν περιλήψει την παγκόσμια ιστορία, και σαν έβρισκα
καιρό μάθαινα ότι μπορούσα μεταφράζοντας το βιβλίο, που πάντα φρόντιζα και ήταν
κάπου παραχωμένο. Αυτό ακριβώς έκανα και τώρα καθισμένος στο τραπέζι της κάμαρής
μου. Λίγο πριν τις εννιά η Καλλιώ μου φώναξε να κατέβω γιατί είχε ετοιμάσει τα σχετικά με
το κολατσιό και το βουργιάλι. Τώρα αν δεν μ’ έπιανε το ταμακιαρλίκι να τελειώσω την
πρόταση που μετέφραζα, θα κατέβαινα αμέσως κάτω στην κουζίνα και έτσι θα κέρδιζα τα
πολύτιμα δευτερόλεφτα που μου λείφτηκαν αργότερα για να το σκάσω και να ξεφύγω από
τους Γερμανούς. Στις εννιά ακριβώς άκουσα φασαρία προς το Σχολείο, δηλαδή προς
βορράν, αλλά ήταν κάτι το ακαθόριστο, και υπέθεσα πως ήσαν παιδιά που έπαιζαν. Σε λίγα
δευτερόλεφτα όμως ακούω τη γιαγιά μου, την Παπα -Νικολίνα 16 που ευρίσκετο στην αυλή
κάτω από το δωμάτιο μου να φωνάζη απελπισμένα «Νικολιό κοπέλι μου Γερμανοί στσί
συκές, γλάκα», ενώ συγχρόνως ακούω ποδοβολητά και αγριοφωνάρες πάλι προς τα
βορεινά. Μόλις έστριψα την κεφαλή μου προς τ’ αριστερά είδα σε απόσταση λιγώτερη των
εκατόν μέτρων καμιά δεκαριά Γερμανούς να τρέχουν προς το σπίτι με τα όπλα ανά χείρας.
«Πόδια μου βοηθάτε μου», λέω από μέσα μου. Βγήκα στη ταράτσα, απ’ εκεί στο διάδρομο,
εν συνεχεία με τη σκάλα στο ισόγειο και πήδησα από το νοτινό παράθυρο στην αυλή. Λίγο
ακόμα και θα πηδούσα στο «Σόχωρο» όπου είχα πολλές ελπίδες διαφυγής, καθώς θα
εκαλυπτόμουν από τα δένδρα και το ρυάκι. Στάθηκα όμως πολύ άτυχος. Τα ζικ-ζακ της
διαδρομής μέσα στο σπίτι, η σκάλα, το άνοιγμα μιας πόρτας και ενός παραθύρου, με
καθυστέρησαν τόσα δευτερόλεπτα, όσα ήσαν αρκετά για να με προφτάσουν δυο Γερμανοί
τη στιγμή που δρασκέλιζα το τοίχο, να πηδήξω στο «Σοχώρι». Λαχανιασμένοι είχαν
καταφθάσει από το δυτικό δρόμο του σπιτιού, προτείνοντάς μου τ’ αυτόματά τους και
φωνάζοντας «άλτ». Εν τω μεταξύ κατέφθασαν και οι άλλοι που μπήκαν από τη δυτική
αυλόπορτα. Έτσι συνέβη αυτό που προσπαθούσαμε με ένα σωρό θυσίες και στερήσεις να
αποφύγωμε. Πιάστηκα σχεδόν κοροϊδίστικα, χωρίς να βρεθή ή να μπορέσει κανείς να δώση
συναγερμό. Όταν με οδηγούσαν με σπρωξιές και κλωτσιές στην ανατολική αυλή του
σπιτιού, όπου και η κυρία είσοδος, που εκεί ευρίσκετο και ο επικεφαλής του
αποσπάσματος, αντιλήφτηκα τη δύστυχη μάνα μου, να τραβά τα μαλλιά της στο περιβόλι.
Με έστησαν στη μέση της αυλής και δυο στρατιώτες με κρατούσαν σφικτά από τους
καρπούς των χεριών μου. Τόσο σφικτά, ο ένας τουλάχιστον, που παρέλυσαν τα δάκτυλά
μου, από έλλειψη προφανώς κυκλοφορίας του αίματος. Τέσσερις άλλοι στρατιώτες
καθόταν στο πεζούλι της αυλής, με άγριες φάτσες και αξύριστοι. Οι υπόλοιποι μέσα
έψαχναν το σπίτι. Ακούγαμε τους γνωστούς ήχους που κάνουν τα έπιπλα και τα σκεύη,
όταν παραβιάζονται ή σπάζουν και την καϋμένη την Καλλιώ, που κρατούσε τη μικρή μου
ξαδελφούλα στην αγκαλιά της, να προσπαθή από τη μια να καλοπιάνη τους Γερμανούς και
από την άλλη να ησυχάση το παιδί, που έσκουζε τρομοκρατημένο μ’ αυτά που έβλεπε.
Θυμήθηκα τους τόσους άλλους γνωστούς που είχαν πιαστεί από τους Γερμανούς. Οι
τυχεροί κατάφεραν και δραπέτευσαν. Άλλοι τουφεκίστηκαν αφού πρώτα δοκίμασαν την
ικανότητα της Γκεστάπο να περιποιείται τους ανακρινομένους και οι λιγώτερο τυχεροί,
16 Άννα Παπα – Νικολή Γενεράλι, το γένος Μανιουδάκη ή Αγγελιδάκη

σάπιζαν στη φυλακή της Αγυιάς 17 με κάποια ελπίδα. Η πρώτη μου λοιπόν σκέψη μόλις
συνήλθα, ήταν πως θα το σκάσω περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία, γνωρίζοντας
πάντως καλά την κρισιμότητα της θέσεώς μου.
Μετά κάμποση ώρα, αφού τελείωσαν, κατά τα φαινόμενα, την περιποίηση του
σπιτιού, βγήκαν έξω οι λοιποί επιδρομείς. Ο επικεφαλής, ένας δεκανέας ξερακιανός
μεσήλικος και λίγο καμπούρης, με δύο γυαλιστερά μάτια σαν της κουκουβάγιας,
ακολουθούμενος από ένα υποδεκανέα ψηλό, ξανθό και ρωμαλέο. Εν συνεχεία άλλοι τρεις
στρατιώτες.
Αναζητούν τον πατέρα μου
Που Πάπας; Με ρώτησε με μια αγριοφωνάρα ο υποδεκανέας. Να μια ερώτηση που
δε θα ‘θελα ν’ απαντήσω αμέσως αν και κατάλαβα καλά τι εννοούσαν. Εν τούτοις έκανα το
κορόιδο. Ήθελα να μου δοθή καιρός να σκεφτώ. Εκείνη την στιγμή πέρασαν από το νου
μου σε δευτερόλεπτα, δυο πράγματα. Ένα σοβαρό και ένα αστείο. Το σοβαρό ήταν: με
ρώτησαν που είναι ο πατέρας μου. Γνώριζα πολύ καλά ότι αυτός κυρίως είναι ο στόχος
τους. Αλλά πως ήξεραν αυτοί ότι είμαι γυιός του; Μήτε με ρώτησαν, μήτε μου ζήτησαν
ταυτότητα. Δεν μπορούσα να δώσω εξήγηση τότε. Το αστείο ήταν να απαντήσω στην
ερώτηση που Πάπας; Στη Ρώμη. Σκέφτηκα όμως ότι όσο λιγώτερο ξύλο φάω, τόσο
περισσότερο θα μπορώ να τρέχω στο σκάσιμο, για το οποίο ευτυχώς ήμουν αισιόδοξος,
χωρίς αυτό να στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία. Απλώς ήμουν αισιόδοξος. Απάντησα
λοιπόν στην ερώτηση με το κλασικό «Νιξ φοστέν». Με νευρικές χειρονομίες και σπαστές
λέξεις προσπάθησαν να μου δώσουν να καταλάβω τι ήθελαν, αλλά ως φαίνεται ένοιωθαν
την πρόθεσή μου και με περιποιήθηκαν με μερικές σφαλιάρες, γνήσιες.
Κατόπιν τούτου πήρα την απόφαση ν’ απαντήσω στην ερώτηση με την
πραγματικότητα. Γιατί να μην απαντήσω ειλικρινά; Μήπως θα έπιαναν τον πατέρα μου.
Ήμουν βέβαιος πως όχι. Εκτός που ελάμβανε προφυλακτικά μέτρα, είχαν ήδη φύγει δυο
αγγελιοφόροι ο Γιώργης Βρανάς και ο Νίκος Δ. Ταταράκις να τον ειδοποιήσουν. Το μόνο
που φοβήθηκα, για λίγη ώρα, ήταν μήπως είχε γίνει συνδυασμένη ενέργεια, να τον
συλλάβουν ανύποπτο, εκεί που θα πήγαινε. Γρήγορα ησύχασα. Θυμήθηκα ότι και γι’ αυτή
την περίπτωση είχε προνοήσει. Άλλωστε τι θα κέρδιζα αν δεν έλεγα την αλήθεια; Μήπως
δεν ήξεραν αυτοί που θα πήγαινε σήμερα; Θα μ’ έκαναν «τουλούμι» στο ξύλο, ανίκανο να
κινούμαι ελεύθερα και ως εκ τούτου αντίο απόδραση. Τους εξήγησα σε Ελληνο – Γερμανο –
Γαλλική διάλεκτο, ήταν της μόδας, ότι ο «Πάπας» σαν αξιωματικός, πήγαινε σήμερα που
είναι Σάββατο, να δώση το παρόν στο γερμανικό φυλάκιο της Σχολής Ασωμάτων 18 .
Φαίνεται ότι η απάντηση, εκρίθη ικανοποιητική. Με παράτησαν στους δύο
στρατιώτες, που μου επέτρεψαν να καθίσω στο «μπεντένι» της αυτής. Οι δυο επικεφαλής,
17 Χωρίο επ. Κυδωνίας. Το Χαϊδάρι της Κρήτης, στην περίοδο της Γερμανικής Κατοχής.
18 Η Σχολή Ασωμάτων (γεωργική – κτηνοτροφική) στην επ. Αμαρίου, λειτουργεί από το 1929, με μια
διακοπή στην Γερμανική Κατοχή. Στη Σχολή παραχωρήθηκαν με απόφαση του ηγομενοσυμβουλίου
της «διαλυμένης» τώρα Μονής Ασωμάτων τα κτήματα του Μοναστηριού. Ο Γερακαριανός Εμμ. Γ.
Γενεράλις έχει γράψει περισπούδαστη μελέτη «Η Ιερά Μονή Ασωμάτων» βλ. ΕΕΚΣ τομ. Δ΄ (1941).

μπήκαν στο σπίτι πάλι. Τη στιγμή όμως που έφευγαν, ο υποδεκανέας φώναξε «άλες
καπούτ». Φράση γνωστή που δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Με εμπιστεύτηκαν σ’ ένα
μόνο σκοπό να με φυλάη και οι λοιποί οκτώ στρατιώτες, φρόντισαν να ελαφρώσουν
σημαντικά το φορτίο της κρεβατίνας που βρισκόταν στα κεφάλια μας από πάνω.
Διερωτόμουν ακόμη γιατί επέμεναν να τους πω, που ήταν ο πατέρας μου. Ήξεραν σίγουρα
που θα πήγαινε αυτό το πρωί. Τότε βέβαια δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι θα είχαν
φορητό ασύρματο. Τώρα, μετά ένα χρόνο περίπου που τα γράφω αυτά, καταλαβαίνω ότι
είχαν τέτοιο «μαραφέτι». Ίσως πληροφορήθηκαν ότι ο «Πάπας» δεν βρέθηκε εκεί που
περίμεναν το πρωί.
Απρόοπτα ένας στρατιώτης μου ζήτησε την άδεια, για να κόψη σταφύλια από την
κρεβατίνα. Οι άλλοι την είχαν ήδη ρημάξει. Φυσικά του έδωσα την άδεια και όταν χόρτασε
κάθισε δίπλα μου, με ευχαρίστησε και μου ζήτησε το όνομά μου. Του το είπα και σκέφτηκα
ότι οι Ελληνογερμανικές σχέσεις μπαίνουν σε καλό δρόμο. Μου χάρισε… και το δικό του
όνομα. Τον έλεγαν Χάνς. Πως μου φάνηκε ότι στο πρόσωπό του υπήρχε καλωσύνη και
συμπόνοια. Αυτός, θυμήθηκα, δεν με είχε καθόλου κακομεταχειρισθή και είχε χαλαρώσει
το χέρι του, όταν κατάλαβε ότι υπέφερα. Ήταν ο ένας από τους δυο που με κρατούσαν
όρθιο στην αυλή. Ανέβαλα τη διπλωματική διερεύνηση για αργότερα. Με βασάνιζε η
σκέψη γιατί ρώταγαν που είναι ο πατέρας μου και πως ήξεραν ποιος είμαι.
Ο διπλός πράκτορας «Τζέλιο» επικεφαλής του αποσπάσματος
Άρχισα να συσχετίζω τα ανωτέρω με μια πληροφορία που είχε φτάσει προ ημερών
από την συνεργαζόμενη με εμάς οργάνωση της επαρχίας Αγίου Βασιλείου, που προΐστατο
ο Δικηγόρος Μιχάλης Μ. Παπαδάκις. Συγκεκριμένα προ μιας εβδομάδας περίπου,
διεβιβάσθη στον πατέρα μου η πληροφορία από την εν λόγω οργάνωση, ότι ο Αλβανός
Τζέλιο (Κ. Τσέλος) που φιλοξενούσαμε συχνά και μάλιστα συνεργαζόμαστε στην αντίσταση,
γιατί είχε κι αυτός μυηθή, είναι ίσως καταδότης των Γερμανών και οπωσδήποτε ύποπτος. Η
πληροφορία δεν ήταν απολύτως σαφής αλλά από αξιόπιστη πηγή. Είχαμε όμως κάποια
επιφύλαξη για την ακρίβειά της. Αυτός ο άνθρωπος είχε μια προσωπική γοητεία.
Μορφωμένος, έξυπνος και εν πάση περιπτώσει είχε παρελθόν πατριωτικής δράσεως για τη
χώρα του. Αξιωματικός – λοχαγός του Αλβανικού Στρατού- μερικά χρόνια πριν τον πόλεμο,
νομίζω το 1932, πυροβόλησε τον Ιταλόφιλο πρώην Πρωθυπουργό της Αλβανίας 19 , που
ευρίσκετο επισκέπτης στη Θεσσαλονίκη. Συνελήφθη και κατεδικάσθη ισόβια δεσμά. Το
1938 τον μετέφεραν στις φυλακές Καλάμι έξω από τα Χανιά. Το 1941, επειδή η περιοχή
Χανίων εβομβαρδίζετο ανηλεώς, τον μετέφεραν στις φυλακές Ρεθύμνης. Στη διάρκεια της
μάχης της Κρήτης (20/5 – 30/5/41), μαζί με άλλους συγκρατούμενους του «εδραπέτευσε»
και δεν εδυσκολεύετο να βρίσκη καταφύγιο στο ύπαιθρο του νησιού. Τέλος μπήκε στην
οργάνωση αντιστάσεως κατά των Γερμανών και με αυτή την ιδιότητα πολλές φορές
φιλοξενήθηκε στο Γερακάρι 20 . Με γνώριζε πολύ καλά, καθώς και όλη τη περιοχή του
19 Προφανώς επρόκειτο για την απόπειρα δολοφονίας του πρώην Πρωθυπουργού της Αλβανίας
Πριστίνα
20 Χωριό επ. Αμαρίου

χωριού. Είχε στενές σχέσεις με όλους μας και προπαντός με το λοχαγό Γιώργη Π.Μ.
Κουτελιδάκη, με τον οποίο συνομιλούσαν στη Γαλλική γλώσσα.
Για να λέμε την αλήθεια ένας άνθρωπος, ο πατέρας μου, είχε επιφύλαξη στις
σχέσεις του με τον Αλβανό και είχε συστήσει σε όλους της αντιστάσεως, να είναι
προσεκτικοί μαζί του. Οπωσδήποτε όμως, παρά τις επιφυλάξεις του πατέρα μου, ο
Αλβανός φαίνεται μπήκε σε πολλά μυστικά της αντιστάσεως. Είναι βέβαιο ότι γνώριζε
πολλά απόρρητα. Είχε τον τρόπο να παίρνη με το μέρος του και να κερδίζη την
εμπιστοσύνη των άλλων.
Τον Ιανουάριο του 1943 πληροφορηθήκαμε ότι βρισκόταν στα χέρια των Γερμανών
στη φυλακή. Μετά τρεις περίπου μήνες εμφανίστηκε πάλι, διηγούμενος με πειστικότητα,
ότι συνελήφθη σε μπλόκο από τους Γερμανούς, ως ύποπτος. Κατόρθωσε να δραπετεύση
όταν τον μετέφεραν στην Αγυά. Συνέχιζε τη δράση του όπως και προηγουμένως και η
αντίδραση του κόσμου δεν άλλαξε. Ο Γέρο – δάσκαλος όπως πάντα επιφυλακτικός, αλλά
εκείνος είχε γερές συμπάθειες, καθώς με τη ρητορική δεινότητά του και τα καλά Ελληνικά
του, διηγείτο τα βασανιστήρια που υπέστη στη φυλακή από τους Γερμανούς και τα της
ηρωικής αποδράσεώς του. Έγινε τώρα σχεδόν μόνιμος τρόφιμος της περιοχής και έχοντας
πλευρίσει περισσότερο μια παράταξη των πατριωτών, τον χρησιμοποιούσαν αυτοί σαν
σύμβουλο και σαν αγγελιοφόρο, σε ορισμένες περιπτώσεις. Πολλές φορές χανόταν για
λίγες μέρες, αλλά αυτό δεν φαινόταν παράξενο.
Ποτέ δεν μάθαμε πως έγινε καταδότης. Μέχρι τουλάχιστον τώρα που γράφω.
Βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία πως έγινε και μάλιστα ήμουν μάλλον από τα πρώτα θύματα
της νέας γραμμής του. Φαίνεται ότι συνελήφθη κάπου από Γερμανούς, είτε παρουσιάστηκε
μόνος του και πρόσφερε τις υπηρεσίες του, βλέποντας ότι τα πράγματα στο ύπαιθρο
καθημερινώς ζορίζονταν και ότι οι Γερμανοί ήσαν πανίσχυροι. Άρχισε τη δράση του σαν
πληροφοριοδότης του εχθρού, όταν δε εξαφανιζόταν, προφανώς μετέδιδε τις πληροφορίες
που μάζευε άνετα. Την 1 ην Σεπτεμβρίου δηλ. προ τεσσάρων ημερών καθόμαστε μαζί στη
μεγάλη καρυδιά από κάτω, στην «Πέρα Βρύση» 21 . Θυμάμαι μεταξύ των άλλων, ότι μου
εξέφρασε το θαυμασμό του, για την πατριωτική δράση του πατέρα μου.
Αυτό το τέρας είναι τώρα ντυμένος Γερμανός δεκανέας, επικεφαλής του
αποσπάσματος και τα κάνει γυαλιά καρφιά μέσα στο σπίτι, που του είχε δώσει ένα κομμάτι
ψωμί όταν πεινούσε. Νάτος τώρα που βγαίνει έξω με τον άλλο. Δεν έχω αμφιβολία για την
ταυτότητά του, όσον και αν είχε μεταμορφωθή ξυρίζοντας το πυκνά γένια του. Μου έδωσε
μερικές γροθιές στον αριστερό ώμο και ο υποδεκανέας με ρώταγε πάλι τα ίδια,
ουρλιάζοντας. Φρόντισα και απήντησα ακριβώς όπως και προηγουμένως, αλλά με
περισσότερες Ελληνικές λέξεις. Ήξερα ότι γινόμουν αντιληπτός πλέον.
Προς άγνωστη κατεύθυνση
Σε λίγα λεπτά βγήκε από μέσα ένας στρατιώτης κρατώντας μια «βούργια» μεσάτη,
αλλά αρκετά βαριά για τη ράχη μου. Μου τη φόρτωσαν σταυρωτά. Όπως μου είπε η
Καλλιώ αργότερα, η βούργια περιείχε τα αγγλικά βιβλία και τετράδια που βρήκαν, μερικές
21 Τπν. Στο χωριό Γερακάρι και πηγή νερού (βρύση).

φαντές πετσέτες και άλλα μικροπράγματα. Δεν μου είπαν κουβέντα για τα αγγλικά βιβλία,
περίεργο εκ πρώτης όψεως, γιατί ο παλιοαρναούτης γνώριζε καλά τις ασχολίες μου. Σε μια
κασέλα βρήκαν και κάτι χρυσά της μάνας μου, μερικά κατοχικά χιλιάρικα και αυτά
βάραιναν τη ράχη μου. Μου έδεσαν τα «βουργιοβάσταγα» με κόμπο για να μη μπορώ να
απαλλαγώ εύκολα από το φορτίο μου. Τούτο με εξέπληξε και συγχρόνως με φόβισε πολύ.
Φαίνεται θα προτιμούσαν να μην το σκάσω… Μου πέρασε ο φόβος γρήγορα. Στην τσέπη
μου είχα ένα μικρό «σφαλιχτάρι» και στη στιγμή μπορούσα να κόψω τα δεσμά μου αν
χρειαζόταν. Ξεκινά το καραβάνι με τον αιχμάλωτο στη μέση, από το δρόμο της πρωινής
επιδρομής, προς άγνωστο προορισμό. Παρέλειψαν να με ενημερώσουν…
Όλοι αμίλητοι, εγώ με τα χάλια μου, σα λείψανο μπαγιάτικο, αλλά με μόνη σκέψη
πως θα το σκάσω. Αν τραβούσαμε προς δυσμάς, δηλαδή προς το χωριό Σπήλι 22 , όπου
είχαν την έδρα τους οι Γερμανοί, είχα πιθανότητες, μόνο κατά τη διαδρομή μέσα από το
χωριό. Το «Πανωχώρι» 23 και κανένα χιλιόμετρο έξω απ’ αυτό, που υπήρχαν σε μερικά
σημεία πυκνά δένδρα. Μετά καθ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το Σπήλι – δυο ώρες περίπου
δρόμος – είναι σπανάδα χωρίς κάλυψη. Αν τραβούσαμε προς ανατολάς, δηλαδή προς τη
Σχολή Ασωμάτων, όπου το Γερμανικό φυλάκιο, που θα έδιδε το παρόν ο πατέρας μου το
πρωί, προς αναζήτησί του, περίπου η ίδια απόσταση, αλλά λόγω της διαμορφώσεως του
εδάφους και των πολλών δένδρων, υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες επιτυχούς φυγής.
Πάντως οι περισσότερες ελπίδες μου ήσαν κατά τη διαδρομή μέσω του χωριού, είτε προς
δυσμάς, είτε προς ανατολάς, λόγω της συμπαραστάσεως των συγχωριανών μου αφ’ ενός,
και αφ’ ετέρου επειδή υπήρχαν στενά «σοκάκια» με ξετρύπια.
«Θάρρος Νίκο»
Μόλις φτάσαμε στο σταυροδρόμι, στο σχολείο, ο επικεφαλής έστρεψε χωρίς
δισταγμό προς ανατολάς, το μικρό κατήφορο και μπήκαμε στον αμαξωτό δρόμο στη
«Σκουλικοσυκιά» 24 . Μπροστά πήγαιναν οι δυο βαθμοφόροι, πίσω δεκαπέντε περίπου
μέτρα εγώ με δυο στρατιώτες εμπρός, δύο πίσω και από ένας δεξιά και αριστερά με τα
όπλα επί σκοπόν πάντα. Οι άλλοι τρεις ερχόταν από πίσω σαν οπισθοφυλακή. Θυμήθηκα
το λαϊκό τραγούδι για το Διάκο «χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από πίσω». Ήταν
οπωσδήποτε δύσκολο να δραπετεύσω με τόση συνοδεία. Στο διάβα μας προς το
«Κατωχώρι» 25 υπήρχε σχεδόν ερημιά. Μερικά παιδιά μας παρακολουθούσαν περίεργα.
Ένα δυο γεροντάκια που συναντήσαμε τους έβριζαν και τους κλωτσούσαν, αν ήσαν κοντά
στην πορεία μας. Όταν φτάναμε στο ύψος των καφενείων, ο θείος μου ο Πολύδωρος
Κοκονάς και το Γιωργιώ τσ’ Αμαριανής – ξάδελφός μου- 26 στεκόταν στην πόρτα του

22 Χωριό (πρωτεύουσα) επ. Αγίου Βασιλείου
23 Γειτονιά στο χ. Γερακάρι
24 Τπν. Γερακάρι
25 Γειτονιά στο χ. Γερακάρι
26 Γιώργης Στ. Κοκονάς (Κοκονογιωργιώ)

καφενείου του θείου μου επίσης, Νικηστράτου Κοκονά. Ο Αλβανός δεν έδωσε σημασία.
Προχώρησε στο επόμενο καφενείο αριστερά στου Μανιουδομιχάλη. Μπήκε μέσα με την
παρέα του και άρχισε να βρίζη και να κοψοχεριάζη με το σύντροφό του τους λιγοστούς
θαμώνες. Τους ήξερε όλους, εκεί τα έπινε συχνά. Μόλις εμείς περνούσαμε το ύψος του
πρώτου καφενείου ο Θείος Πολύδωρος μου είπε «Θάρρος Νίκο». Εν ριπή οφθαλμού τρεις
– τέσσερις συνοδοί μου όρμησαν και άρχισαν το Πολύδωρο και το Γιωργιώ στο ξύλο με
χέρια, πόδια και τα όπλα τους.
Ο επικεφαλής συνέχισε τη δράση στο άλλο καφενείο. Νόμισα ότι ήρθε η ώρα να το
σκάσω -βλέποντας και το θείο Νικήστρατο να μου κάνει νόημα- ορμώντας στο διάδρομο
που βγάζει στο σπίτι του. Φαίνεται πως έκανα και την πρώτη κίνηση. Ο αριστερά μου
ευρισκόμενος Χάνς, με έπιασε από τη ζωστήρα και μου είπε σιγά: «Νίκο, νιξ παρτί,
καπούτ». Αν ήταν άλλος στρατιώτης, φαντάζομαι θα έτρωγα της χρονιάς μου εκείνη τη
στιγμή. Και η δεύτερη απόπειρα απέτυχε. Η πρώτη, όταν προσπάθησα να φύγω από το
σπίτι και με συνέλαβαν.
Τα ως άνω γεγονότα κράτησαν λίγα λεπτά μεν, αλλά κατάμεστα ηρωικών πράξεων
των δεσμωτών μου και δικών μου απογοητεύσεων. Δε θα το βάλω όμως κάτω. Άλλωστε
την τύχη μου την ήξερα αν δεν το έσκαγα.
Συνεχίσαμε την πορεία, αφήσαμε τον αμαξωτό δρόμο αριστερά μας, στη γωνία του
Μανιουδομανώλη και μπήκαμε στο κυρίως «Κατωχώρι», βαδίζοντας προς την ανατολική
έξοδο του χωριού. Όταν ο επικεφαλής βρισκόταν στο ύψος της εισόδου του σπιτιού του
λοχαγού Γιώργη Κουτελιδάκη, σήκωσε το χέρι του και όλοι σταματήσαμε. Οι Γερμανοί
κατέλαβαν επίκαιρους θέσεις, γύρω από το σπίτι, πλην του Χανς, ο οποίος ανέλαβε τη
φρούρησή μου.
Εκείνη την ώρα το ρολόγι μου έδειχνε 11.05΄, δηλαδή είχαν περάσει δυο ώρες από
τη σύλληψή μου. Για μια στιγμή βλέπω τη θεία μου την Αμαλία Π.Ν. Γενεράλι και κατέβαινε
προς τα κάτω με μια άλλη κοπέλα, αλλά δεν θυμάμαι τώρα πια. Της έκανα νόημα και
πλησίασε δίνοντας ένα μήλο στο Χάνς. Της είπα με τρόπο, να στείλη γρήγορα μερικά
κορίτσια, να πιάσουν κουβέντα στο σκοπό, ελπίζοντας έτσι να στρέψω την προσοχή του
αλλού. Μου έγνεψε πως κατάλαβε και μου είπε ότι ο πατέρας μου έλαβε γνώση και θα
κάνη ό,τι πρέπει. Σαν έφυγε ζήτησα λίγο νερό του Χάνς, από το παγούρι του. Μου το
μύρισε στη μύτη και αντελήφθην ότι περιείχε βενζίνη. Εκείνη τη στιγμή ο Αλβανός και ο
υποδεκανέας βγήκαν στο υπόστεγο του σπιτιού. Ο τελευταίος κάτι είπε στους στρατιώτες
και ένας απ’ αυτούς του έδωσε τη ξιφολόγχη του και μπήκαν πάλι μέσα. Τα έκαναν και εδώ
γυαλιά καρφιά κατά τα φαινόμενα. Σ’ αυτό το σπίτι ο αρναούτης μπαινόβγαινε σαν
νοικοκύρης. Ο λοχαγός του είχε εμπιστοσύνη και τώρα ανταπέδιδε τη φιλία. Ευτυχώς οι
νοικοκυραίοι δεν πιάστηκαν.
«Νίξ – παρτί – καπούτ»
Σε λίγο κατέφθασε η Αμαλία με μερικές άλλες κοπελιές, μικρές και όμορφες.
Επιάσαν την κουβέντα με τον Χάνς, κυρίως η Μαρία Φωνάζου, με τα λίγα Γερμανικά που
είχε μάθει. Με το δεξί χέρι στην τσέπη του πανταλονιού μου προσπαθούσα να ανοίξω το
μαχαιράκι να είναι έτοιμο να κόψη τα δεσμά της βούργιας. Ο Χάνς παρά την ευχάριστη

απασχόληση με τα κορίτσια, πρόσεξε τις κινήσεις μου. Ρώτησε σχετικά, αλλά είχα την
ετοιμότητα να του πω ότι προσπαθούσα να καλύψω με εσώρουχο, το σχίσιμο του
πανταλονιού μου σ’ αυτό το μέρος, για να μη ντρέπομαι τα κορίτσια. Αυτά όλα φυσικά
γινόταν με νοήματα και τη τρέχουσα δδιάλεχτο. Πάντως το μαχαιράκι άνοιξε, αλλά δεν
έμελλε να χρησιμοποιηθή. Η Αμαλία μόλις της ψιθύρισα ότι σε λίγα λεπτά θα γινόμουν
άφαντος, δεν μπόρεσε να κρατήση ένα επιφώνημα, του οποίου τη σημασία δεν ήταν
κουτός, να μην καταλάβη ο Χάνς. Σαφώς τότε με προειδοποίησε, προτείνοντας το ταχυβόλο
του, ότι θα με σκοτώση, αν φύγω. «Νιξ παρτί καπούτ». Αποτυχία λοιπόν για τρίτη φορά
στην προσπάθεια διαφυγής. Τώρα όμως ήμουν τυχερός που απέτυχα. Δεν θα γλύτωνα
οπωσδήποτε. Έπρεπε να διανύσω σαράντα περίπου μέτρα δρόμο, εκτεθειμένος στα πυρά
του Χάνς. Αλλά το σπουδαιότερο, η μόνη διέξοδος, η τρύπα του «Παλιόμυλου» 27 είχε
φραχτεί με κλαδιά, όπως μου είπαν αργότερα, το βράδυ μετά τη φυγή μου. Την είχαν κάνει
μάντρα προβάτων και θα πιανόμουν στη φάκα, εφ’ όσον η μόνη οδός ελευθερίας στο
μέρος εκείνο ήταν η εν λόγω τρύπα, την οποία γνώριζα καλά, από τα παιγνίδια μας μέχρι
πριν λίγα χρόνια.
Οι βαθμοφόροι τέλειωσαν την υπηρεσία τους μέσα στο σπίτι και βγήκαν με μια
πετσέτα φαντή δεμένη, με άγνωστο περιεχόμενο που προσετέθη στο φορτίο της ράχης
μου. Σημειώνω τώρα ότι δεν χρειάστηκε οδηγό ο Αλβανός «δεκανέας» για το σπίτι του
Γιώργη Κουτελιδάκη. Το βρήκε μόνος του. Το ήξερε πολύ καλά. Θα προσθέσω μάλιστα κάτι,
που δεν ήξερα τότε. Το έμαθα αργότερα. Το απόσπασμα με τον Αλβανό, την ίδια νύκτα,
δηλαδή ξημερώνοντας 4-9-1943 πήγε στο κρησφύγετο του λοχαγού να τον πιάση, αλλά
κατά τύχη δεν ευρίσκετο εκεί κανείς και ηρκέσθη να πάρη το περίστροφό του. Το
κρησφύγετο αυτό ήταν πολύ γνωστό στον Αλβανό. Είχε πάει πολλές φορές μαζί με τον
Κουτελιδάκη. Αφού ασφάλισαν πάλι το φορτίο στη ράχη μου, ξεκινήσαμε τον κατήφορο
προς ανατολάς, μη αμφιβάλλοντας πλέον για τον προορισμό μας, στη Σχολή Ασωμάτων.
Από πολλή ώρα, το φορτίο στη ράχη, η συγκίνηση, το αδειανό στομάχι, ο φόβος για τα
μελλούμενα και η σωματική κακοποίησή μου, με είχαν εξαντλήσει τόσο, όσο να φοβούμαι
πως δεν θ’ άντεχα άλλο «στραπάτσο». Καθώς περνούσαμε τα τελευταία προς ανατολάς
σπίτια του χωριού, με την ίδια πάντα παράταξη, έβλεπα τα θλιμμένα πρόσωπα των
συγχωριανών μου που με κίνδυνο να ξυλοφορτωθούν, προσπαθούσαν με νοήματα να με
εμψυχώσουν.
Μόλις περάσαμε το τελευταίο σπίτι της θειάς μου της Χρυσής της Κορόραινας,
σταματήσαμε το καραβάνι μας με διαταγή του αρχηγού. Κουβέντιασαν λίγο παραπέρα οι
δυο βαθμοφόροι και ξεκινήσαμε πάλι την προς ανατολάς πορεία. Πρέπει να σημειώσω ότι
ο Αλβανός «δεκανέας» ποτέ δεν συνομιλούσε με τους άνδρες του αποσπάσματός του, απ’
ευθείας. Μόνον μέσω του υποδεκανέα με τον οποίον πάντα πήγαιναν μαζί. Και στις
μετέπειτα επαφές που είχε με μένα, ή άλλους χωρικούς όταν συνομιλούσαν οι δυό τους,
πάντα γινόταν παράμερα. Τούτο εξηγείται εκ του γεγονότος ότι ο Αλβανός δεν γνώριζε
γερμανικά, ει μη μόνον όσα και εμείς. Προφανώς μιλούσαν Γαλλικά, τα οποία ο Αλβανός
27 Τπν., χ. Γερακάρι

γνώριζε καλά. Μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούσαν να κρύψουν την ταυτότητα του
«δεκανέα».
Το «παρόν» των Ελλήνων αξιωματικών στις Αρχές κατοχής.
Είναι καιρός να εξηγήσω ορισμένα πράγματα που αφορούσαν τον πατέρα μου, για
καλύτερη κατανόηση των ιστορουμένων. Τον τελευταίο καιρό, δηλαδή άνοιξη του 1943, οι
Γερμανοί προφανώς, ανησυχούντες για την αυξανόμενη δράση των ομάδων αντιστάσεως
και φοβούμενοι συμμαχική απόβαση, όπως εψιθυρίζετο, έβγαλαν διαταγή με την οποίαν
όλοι οι Έλληνες αξιωματικοί, ώφειλαν να παρουσιάζονται κάθε Σάββατο 9 π.μ. στο
πλησιέστερο γερμανικό φυλάκιο, να δίνουν το «παρόν». Ασφαλώς για να τους πιάσουν,
όποια στιγμή τους βόλευε. Οι μη συμμορφούμενοι, αυτομάτως θα εθεωρούντο σαμποτέρ.
Ένας αριθμός ανταπεκρίθη. Άλλοι όμως και κυρίως αυτοί που είχαν ανάμιξη στην
αντίσταση δεν υπήκουσαν. Δεν γίνεται φυσικά λόγος γι’ αυτούς που ήσαν επικηρυγμένοι,
όπως ο πατέρας μου, λοχαγός έφεδρος πεζικού από τη Μ. Ασία. Αυτούς τους κυνηγούσαν
νυχθημερόν και δεν πήγαιναν, εθελοντές στη φωλιά του λύκου.
Τον Απρίλιο του 1943 εδόθη αμνηστία υπό του Στρατηγού Διοικητού του Φρουρίου
Κρήτης για τους καταδιωκόμενους, τους μη βαρυνομένους για φόνους Γερμανών ή
συνεργατών τους. Εδόθη ημερομηνία παρουσιάσεως, των εκτός νόμου, στα Φρουραρχεία.
Η αμνηστία συνωδεύετο με τον λόγον τιμής του Στρατηγού, ότι ουδείς θα συνελαμβάνετο.
Όμως ελάχιστοι επωφελήθηκαν… Οι λόγοι τιμής των Γερμανών δεν ελαμβάνοντο σοβαρώς
υπ’ όψιν. Εδόθη νέα παράταση της προθεσμίας με τον λόγον τιμής, πλέον, του Φύρερ. Τότε
παρουσιάστηκαν πολλοί, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας μου στο Φρουραρχείο
Ρεθύμνης. Ο λόγος που παρουσιάστηκε δεν ήταν η εγγύηση της τιμής του Χίτλερ. Αυτή είχε
εκπέσει προ πολλού από την εκτίμηση ακόμα και των συμπαθούντων τον Άξονα, Ελλήνων,
αλλά κατόπιν εντολής του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής το οποίον κατηύθυνε
τη δράση των ομάδων Εθνικής Αντιστάσεως αναλόγως των αναγκών του Συμμαχικού
Αγώνος και προφανώς επιθυμούσε να αποκοιμίση έστω και προσωρινά τους Γερμανούς, να
ανασυντάξη τη δύναμή του, που είχε υποστεί μεγάλη φθορά τελευταίως. Υπήρχε και
σχετική πληροφόρηση του πατέρα μου, από μέσα από τη Γκεστάπο, ότι δεν θα συλληφθή
τώρα που θα παρουσιασθή, χωρίς φυσικά εγγύηση για το μέλλον. Ο πληροφοριοδότης
ήταν έμπιστο κατά κάποιο τρόπο πρόσωπο και η πληροφορία του βάρυνε, στην απόφαση
του πατέρα μου να παρουσιαστή. Συγκεκριμένα η πληροφορία προς τον πατέρα μου,
εστάλη από τον Νίκο Αθανασιάδη, ο οποίος έχων εμπορικές σχέσεις με τον κατακτητή, είχε
και προσωπικούς δεσμούς με αξιωματικούς και ελάμβανε πληροφορίες τις οποίες μετέδιδε
κατά κανόνα.
Προδότες και «συνεργάτες»
Επί τη ευκαιρία, δύο λόγια για τους πάσης φύσεως συνεργάτες και συμπαθούντας
τους κατακτητές. Υπάρχει μια κατηγορία οι οποίοι συνεργάζονται ενεργητικά και συνειδητά
με τους Γερμανούς. Τους υπακούουν και εκτελούν τις εντολές των, έστω και αν αυτό είναι
αντιπατριωτικό και καταστροφικό για τους Αγωνιστές και την πατρίδα των. Η άλλη

κατηγορία είναι αυτοί που εργάζονται ή συνεργάζονται με τον εχθρό, για λόγους
οικονομικούς, ίσως και άλλους, είτε ως διερμηνείς, είτε ως υπάλληλοι ή προμηθευταί.
Εκτελούν την υπηρεσίαν των τυπικά, χωρίς όμως να προβαίνουν σε πράξεις εις βάρος των
συνανθρώπων των. Εις την τρίτην κατηγορίαν υπάγονται αρκετοί από τους προηγουμένως,
οι οποίοι όμως, παραλλήλως με την τυπικήν εκτέλεση της υπηρεσίας των, μετέδιδαν σε
ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή Αντιστασιακάς Οργανώσεις, αποφάσεις ή και σκέψεις, για
μελλούμενες ενέργειες των Αρχών Κατοχής που πολλές φορές ήσαν πολύτιμες. Πολύς
κόσμος είχε βοηθηθή ή και σωθή κυριολεκτικά. Στη κατηγορία αυτή, υπήρχαν φυσικά
πολλές διαβαθμίσεις υπηρεσιών που προσέφεραν, μερικοί δε, ήσαν οργανωμένοι στις
Αντιστασιακές Ομάδες. Στις ως άνω κατηγορίες φυσικά, δεν συμπεριλαμβάνονται οι
προπολεμικοί Γερμανόφιλοι που προήρχοντο από την αντιβενιζελική παράταξη. Αυτοί
συνήλθαν αμέσως και οι πλείστοι δεν υπελήφθησαν εις πατριωτική δράση, από τους
άλλους.
Η Σχολή Ασωμάτων κέντρον παρουσιάσεως των αξιωματικών, κατοίκων της
επαρχίας Αμαρίου.
Οι Γερμανοί αφού υπέβαλαν σε ανάκριση τους παρουσιασθέντας, τους συνέστησαν
να παύσουν εργαζόμενοι εναντίον των Αρχών Κατοχής. Τους όρισαν ημερομηνία και τόπον
παρουσιάσεως. Για τον πατέρα μου ήταν κάθε Σάββατο στις 9 π.μ. η Σχολή Ασωμάτων
Αμαρίου. Εκεί υπήρχε ολιγομελές γερμανικό φυλάκιο.
Είναι προφανές ότι επρόκειτο περί παγίδος, για να τους συλλάβουν εν καιρώ. Ο
λόγος τιμής του Φύρερ, δεν θα διαρκούσε και πολύ. Άλλωστε και από το αντίθετο
στρατόπεδο επρόκειτο περί παγίδος. Ασφαλώς δεν θα διέκοπτον τη δράση των στην
αντίσταση, παρά μόνον φαινομενικά. Έτσι όλοι σχεδόν οι αμνησθέντες παρουσιάζοντο μεν
κάθε Σάββατο, αλλά προσπαθούσαν να έχουν πληροφορίες περί των προθέσεων των
Γερμανών από οπουδήποτε. Θα αναφερθώ συγκεκριμένα τι συνέβαινε με τον πατέρα μου
μέχρι τις 4 Σεπτεμβρίου 1943.
Στη Γεωργική Σχολή Ασωμάτων υπηρετούσε ως διερμηνεύς των Γερμανών, η
Αικατερίνη Λουκάκη, η οποία ανήκει στην τρίτη κατηγορία των συνεργατών. Δηλαδή
πληροφορεί και εξυπηρετεί τους πατριώτες και τις οργανώσεις των, και χωρίς αυτό, οι
Γερμανοί την σέβονταν και την εμπιστευόνταν. Μέσω λοιπόν του Εμμανουήλ Κουτάκη και
Γεωργίου Λαϊνάκη συμβολαιογράφου, συνεννοείτο η Λουκάκη, έδιδε ειδικό σήμα ότι όλα
είναι εν τάξει και πήγαινε άφοβα ο πατέρας μου για το παρόν. Πολλές φορές μάλιστα η
ίδια ρύθμιζε την παρουσία του ενωρίτερον των 9 π.μ. Το είχε δικαιολογήσει στους
Γερμανούς και το είχαν εγκρίνει. Η πρόφαση ότι σαν δάσκαλος έπρεπε να πηγαίνη στο
σχολείο στην ώρα του, μέτρησε πολύ να μην πονηρευτούν οι Γερμανοί.
Και το μοιραίο Σάββατο έτσι έγινε. Αξημέρωτα ήρθε από το κρησφύγετό του -για
καλό και για κακό έμενε έξω- έβαλε τα καλά του, καβαλίκεψε το γαϊδουράκι και στις 7 π.μ.
έφτανε στον Οψυγιά 28 ένα χωριουδάκι, όπου έσμιξε με τους Μανώλη Κουτάκη και Γιώργη
28 Χωριό επ. Αμαρίου

Λαϊνάκη. Του είπαν ότι δεν συνέβαινε τίποτα και έτσι στις οκτώ είχε ξεμπερδέψει με το
παρόν στη Κατίνα Λουκάκη, χωρίς να δη άλλο Γερμανό εκτός το σκοπό. Γύρισε πίσω στον
Οψυγιά που τον περίμεναν οι φίλοι του για κουβέντα, σχετικά με τον αγώνα εναντίον του
κατακτητού και αντάλλαξαν τα νέα που γνώριζαν από μυστικές πληροφορίες και το
ραδιόφωνο, όπως γίνονταν κάθε Σάββατο για τέσσερις – πέντε μήνες.
Ενώ ήσαν ακόμα όλοι μαζί στον Οψυγιά, κάτω από μια κρεβατίνα και κουβέντιαζαν,
άκουσαν ασυνήθη θόρυβο τροχοφόρων προς βορράν δηλ. προς τη Σχολή Ασωμάτων.
Πράγματι είδαν μια ομάδα μοτοσυκλετών και ένα αυτοκίνητο να κινήται προς το φυλάκιο.
Ήταν 9 η ώρα π.μ. της 4 ης Σεπτεμβρίου 1943. Την ίδια στιγμή, από μια ομάδα έντεκα
πεζοπόρων Γερμανών, γινόταν η επίθεση στο σπίτι μας και η σύλληψή μου. Έγινε λοιπόν
συνδυασμένη η ενέργεια από την Κομαντατούρ, για την ταυτόχρονη σύλληψή μας, (πατέρα
και γυιού), αλλά προφανώς για να μη διαρρεύση η πληροφορία, οι Γερμανοί δεν είχαν
δώσει σήμα στο φυλάκιο της Σχολής Ασωμάτων, αλλά προτίμησαν να στείλουν
απόσπασμα. Δεν ήξεραν όμως την διευκόλυνση της Κατίνας Λουκάκη και το πουλί είχε
φύγει.
Προχωρώντας έξω από το χωριό προς ανατολάς, ήμουν ήσυχος ότι ο πατέρας μου
δεν είχε συλληφθή κατά την παρουσίασή του το πρωί, λόγω των διαφόρων προφυλάξεων
όπως ανέφερα προηγουμένως, αλλά και η κουβέντα που μου ψιθύρισε η θεία μου η
Αμαλία ότι ειδοποιήθη, εσήμαινε ότι ήταν ελεύθερος. Είχαν όμως εμένα στα χέρια τους.
Δεν υπήρχε και μεγάλη διαφορά. Ήμουν απολύτως βέβαιος ότι οι Γερμανοί θα πρότειναν
ανταλλαγή με τον πατέρα μου, την οποίαν αυτός, δεν θα δίσταζε ν’ αποδεχτή. Έπρεπε
επομένως πάση θυσία να το σκάσω. Όσο όμως απομακρυνόμεθα προς ανατολάς, τόσο
λιγόστευαν οι πιθανότητες παρά την κάλυψη που υπήρχε σε πολλά σημεία, κυρίως επειδή
οι δυνάμεις μου οι σωματικές με εγκατέλειπαν. Με παρηγόρησε όμως η σκέψη πως δεν θα
άφηναν έντεκα στρατιώτες να διασχίσουν δώδεκα – δεκαπέντε χιλιόμετρα μ’ ένα πολύτιμο
αιχμάλωτο, χωρίς να κάνουν κάτι. Ένα σωρό ένοπλες ομάδες υπάρχουν και αρχηγός τους
στην περιοχή μας είναι ο πατέρας μου. Δεν είναι δυνατόν να μη προσπαθήσουν να με
ελευθερώσουν.
Το σχέδιο της απελευθερώσεώς μου.
Μετά την απόδρασή μου, όπως μου αποκάλυψε ο πατέρας μου, είχε καταστρωθή
το εξής σχέδιο απελευθερώσεώς μου. Μόλις τον ειδοποίησαν, ενώ ακόμη ευρίσκετο καθ’
οδόν από Οψυγιά προς Γερακάρι, κατευθύνθη στο Καρδάκι 29 στου Σωτήρη Μοναχογιού το
σπίτι. Εκεί μαζεύτηκαν οι αρμόδιοι. Συγκρότησαν δύο αποσπάσματα, το ένα έτοιμο να
δράση προς τα δυτικά και το άλλο προς ανατολάς, με σκοπόν την απαγωγή μου, είτε δια
συμφωνίας με το Γερμανικό απόσπασμα, είτε κατόπιν μάχης. Δηλαδή θα έστηναν ενέδρα,
σε μέρος που οι μεν αντάρτες θα είχαν κάλυψη έναντι των Γερμανών και την ώρα που οι
Γερμανοί θα έμπαιναν στο ακάλυπτο μέρος, οδεύοντας προς την Σχολή Ασωμάτων ή προς
το Σπήλι, ένας αντάρτης με λευκή σημαία θα επλησίαζε και θα τους πρότεινε να με
29 Οικισμός κοιν. Βρυσών επ. Αμαρίου

ελευθερώσουν και ν’ αφήσουν αυτούς χωρίς μάχη να φύγουν για τον προορισμό τους και
συγχρόνως θα τους έδειχνε σημάδια ότι η διαφυγή τους ήταν αν όχι αδύνατος,
τουλάχιστον πολύ δύσκολη. Κατά πάσαν πιθανότητα οι Γερμανοί θα δεχόταν. Αν πάλι
κτυπούσαν τον αντάρτη με τη λευκή σημαία ή ηρνούντο, θα τους κτυπούσαν αμέσως με
προσοχή όσο ήταν δυνατόν, να μη με βρουν οι σφαίρες τους. Στην περίπτωση αποτυχίας
όλων αυτών, υπήρχε η λύση που είχε αποφασίσει μόνος του ο πατέρας μου, χωρίς να το
γνωρίζει κανείς, δηλαδή να παρουσιαστή κατόπιν διαπραγματεύσεως, πιθανώς μέσω του
Νίκου Αθανασιάση και να ελευθερώσουν εμένα. Τελικά όμως πιστεύω πως αυτές οι δυο
ομάδες δεν θα προλάβαιναν να δράσουν τουλάχιστον αποτελεσματικά.
Αυτά σκεφτόμενος, ανάβαλα τη σκέψη για απόδραση προς το παρόν. Περίμενα
δράση του πατέρα μου, από την «Παλιοκαμάρα» 30 μέχρι τα αμαριανά αμπέλια στον Αϊ –
Τίτο 31 που είναι το μέρος πρόσφορο. Επί αποτυχίας, θα προσπαθούσα απ’ εκεί μέχρι τη
Σχολή Ασωμάτων να δραπετεύσω, που προσφέρεται η περιοχή. Πιθανώς θα είχα κάλυψη
και με αντιπερισπασμό -πάντα είχα ελπίδα ότι οι δεσμώται μου θα κτυπηθούν από
αντάρτες κατά την πορεία μας- οπότε για τα πρώτα λεπτά κυρίως θα με πρόσεχαν
λιγότερο. Πάντως η σκέψη να φθάσω στο γερμανικό φυλάκιο με τρόμαζε και χωρίς
δισταγμό θα διακινδύνευα την απόδραση. Τα βασανιστήρια που έκαναν στη Γκεστάπο
ήσαν γνωστά και ομολογώ δεν είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, πως θα άντεχα να μη
μιλήσω. Δυστυχώς ήξερα πολλά μυστικά που δεν έπρεπε να τα μάθουν οι εχθροί μας. Δεν
υπήρχε λοιπόν άλλη οδός σωτηρίας.
Κατηφορίζαμε τώρα το καλντερίμι στην «Τσούρα» 32 και είδα το Μανώλη
Γιαννακουδάκη του μπάρμπα Γιαννάκο που έβοσκε τα ζώα μας, τα οποία τρόμαξαν με το
θόρυβο που έκαναν τα άρβυλα στις πέτρες και ένα αρνάκι που το είχα εξημερώσει, με
πλησίασε βελάζοντας, σαν να καταλάβαινε, αλλά δοκίμασε και αυτό τη γερμανική μπότα
και κουτρουβάλησε.
«Τσουρίκ»
Μόλις φτάσαμε στο σώπατο στην «Πλατέ Στράτα» 33 εδόθη εντολή και
σταματήσαμε πάλι. Οι δυο βαθμοφόροι άρχισαν την ψιλοκουβέντα, χώρια τους. Ποιος
ξέρει τι θα έβγαζαν. Βγήκε όμως κάτι καλό. Ο υποδεκανέας με πλησίασε και με ρώτησε στη
γνωστή διάλεκτο, πόση ώρα θέλουμε να φτάσουμε στους Ασώματους. Χωρίς δισταγμό, του
είπα πέντε περίπου ώρες! Τούτο μετεδόθη σε όλους, είδα απελπισία στα πρόσωπά τους. Οι
δυο επικεφαλής διαφωνούσαν, όπως φαινόταν από χειρονομίες που έκαναν για πρώτη
φορά.
Βέβαια ο Αλβανός ήξερε ότι ήταν δύο ωρών η απόσταση. Τότε γιατί με ρώτησαν;
Γιατί δεν τον πίστευαν; Κάτι συνέβαινε, αλλά δεν το μάθαμε ποτέ. Οπωσδήποτε όμως σε
30 Τπν., χ. Γερακάρι – Σμιλέ – Καρδακίου
31 Εξωκκλήσι χ. Νεύς Αμάρι, στο βουνό Σάμιτος
32 Τπν., χ. Γερακάρι
33 Τπν., χ. Γερακάρι

λίγα λεπτά ακούμε μια αγριοφωνάρα «Τσουρίκ» του υποδεκανέα και έδειχνε κατά το
χωριό. Πίσω λοιπόν! Όλοι έδειχναν την ευχαρίστησή τους και εγώ πρώτος. Γυρίζοντας στο
χωριό κάτι μπορούσε να γίνη.
Αυτό που φοβόμουν, δηλαδή μήπως συναντήσουμε τον πατέρα μου ερχόμενο με το
γαϊδουράκι του καβάλα και τον πιάσουν, απεκλείετο πλέον. Βέβαια δεν έπρεπε να με
απασχολεί κάτι τέτοιο, εφ’ όσον η Αμαλία μου είπε ότι είχε ειδοποιηθή. Φοβόμουνα όμως,
μήπως η πληροφορία αυτή μου δόθηκε για παρηγοριά. Ακόμα και το αρνάκι πηδούσε
ευχαριστημένο, καθώς γυρίζαμε πίσω στη «Τσούρα». Εκείνη τη στιγμή ήρθε δίπλα μου ο
Αλβανός και όπως βαδίζαμε τον ανήφορο, με έπιασε από το μπράτσο με τράβαγε συνέχεια
και με ταρακουνούσε. Πότε – πότε μου ‘δινε κι από μια κλωτσιά ή χαστούκι. Όλα αυτά
φυσικά τα δεχόμουν αδιαμαρτύρητα, αλλά με έκπληξη. Δεν μπορούσα να τα εξηγήσω.
Μήπως αυτός δεν ήθελε να γυρίσωμε πίσω; Ποιος ξέρει. Υποψιαζόμουνα τώρα ότι αυτός
δεν θα ήταν ο πραγματικός αρχηγός. Μου πέρασε και μια σκέψη: Μήπως θα
προχωρούσαμε κατ’ ευθείαν για το Σπήλι. Τρομοκρατήθηκα μ’ αυτή τη σκέψη, αλλά οι
περιποιήσεις του παλιοαρναούτη, μου γέμιζαν το χρόνο και έτσι οι σκέψεις αυτές
σταμάτησαν.
Πρόσκληση σε γεύμα…
Φτάναμε εν τω μεταξύ στο χωριό και να τον Πρόεδρο της Κοινότητας χαμογελαστό,
να καλωσορίζη το απόσπασμα και να τους προσκαλή σε γεύμα, μια που ετίμησαν το χωριό
με την επίσκεψή τους. Προσπαθούσε ο κακομοίρης ο Πρόεδρος Δημήτρης Ταταράκης,
κοινώς Παντελόνης, να τους καλοπιάση, για να τους διαθέση ευμενώς απέναντί μου, όπως
νόμιζε. Του είπε ο υποδεκανέας να ξεκουμπιστή και ότι δεν έχουν ανάγκη από τίποτα, ενώ
στα πρόσωπα των στρατιωτών που ακολουθούσαν, φαινόταν ζωγραφισμένη η δυσφορία
που έχαναν το ραβαΐσι.
Όταν επανήλθε πάλι με την πρότασή του και τις σχετικές κωμικές χειρονομίες ο
Παντελόνης, έφαγε την κλωτσιά στα πισινά και όπως πήρε τον κατήφορο, μπήκε η βράκα
μπροστά και τον έριξε με κουτρουβάλες, αλλά δεν σκοτώθηκε. Σηκώθηκε χαμογελαστός
και μας ακολούθησε από διακριτική απόσταση καθώς προχωρούσαμε μέσα στο
«Κατωχώρι» με οδηγό τώρα τον Αλβανό και εγώ δίπλα του, χωρίς δυστυχώς να ξεχνά τις
περιποιήσεις που μου χρωστούσε κάθε φορά που κανένα παιδί φώναζε «μη φοβάσαι
Νίκο» ή κάτι τέτοιο και το ’βαζε μετά στα πόδια. Στρίψαμε αριστερά προς την
«Κατωχωριανή Βρύση». Την περάσαμε και προχωρούσαμε προς τη μεριά του «Σπαρτέ» 34 .
Στη διακλάδωση όμως που είχαμε χωρίσει το πρωί με το Δημήτρη, στρίψαμε δεξιά. Άρα
πηγαίναμε προς το σπίτι μας. Όλα μου φαινόταν περίεργα.
Σαν φτάσαμε όμως κάτω από το σπίτι αντί ν’ ανεβούμε σ’ αυτό, απότομα ο δήμιός
μου, μου δίνη μια σπρωξιά προς τ’ αριστερά και μπήκαμε στο ρυάκι που χρησιμεύει και
σαν δρόμος και τραβούσαμε νοτικά προς την «Πέρα – Βρύση» με οδηγό πάντα τον ίδιο τον
Αλβανό. Μπήκαμε στο περιβόλι μας με τις κερασιές. Αυτός πήγε και κάθησε στη ρίζα της
34 Τπν., χ. Γερακάρι και πηγή νερού

καρυδιάς. Εκεί ακριβώς που καθόταν πριν μερικές μέρες και κουβεντιάζαμε φιλικά. Με
κύτταζε ειρωνικά με τα πονηρά μάτια του… Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε και ο Πρόεδρος,
χωρίς να κρατάη κακία που τις είχε φάει και χωρίς να το πολυσκεφθώ του λέω δυνατά:
«Που να ήξερε ο δεκανέας ότι εκεί καθόταν προ ημερών ο φίλος μας ο Αλβανός». Περίμενα
βέβαια ή να φάω της χρονιάς μου ή να καλυτερεύσω τη θέση μου. Ο κακομοίρης ο
Παντελόνης τα ‘χασε και έλεγε συνεχώς «μάλιστα, μάλιστα». Φαίνεται πάντως πως έφτιαξα
λίγο τα χαρτιά μου. Ο Αλβανός με ήρεμο τρόπο, έδωσε στον Πρόεδρο να καταλάβη με
σπασμένα Ελληνικά, ότι έχουν ανάγκη από καλό και πολύ φαγητό. Να έχη μέσα πολύ –
πολύ κοτόπουλο, πατάτες τηγανιτές, σαλάτα και κρασί. Ο Πρόεδρος τους διαβεβαίωσε ότι
όλα θα είναι έτοιμα σε μια ώρα. .με τον ίδιο ήρεμο τρόπο μου εξήγησε και μένα, ότι θα με
έπαιρναν μαζί τους στο Σπήλι, για να με ανακρίνουν. Σαν παρουσιαζόταν ο πατέρας μου,
θα μ’ άφηναν ελεύθερο ή μάλλον θα μας άφηναν ελεύθερους και τους δυο, μετά την
ανάκριση. Συνεχίζοντας μου λέει, θα πας και συ στο σπίτι με δυο στρατιώτες συνοδεία, να
βάλης άλλα ρούχα και να φας με τους στρατιώτες πάντα μαζί. Μετά θα έλθετε εδώ να
φύγωμε όλοι για το Σπήλι.
Αδίστακτα είπα «έξτρα πρίμα» και ακολούθησα τους δύο στρατιώτες προς το σπίτι.
Μέσα μου έλεγα «όταν με ξαναδήτε να μου γράψετε». Δεν είχα πλέον καμιά αμφιβολία,
ότι θα τους έφευγα. Και ενώ κατεβαίναμε το μονοπάτι του περιβολιού για να μπούμε στο
ρυάκι που οδηγεί στο σπίτι, ακούω τον Αλβανό να φωνάζη δυνατά μεν, αλλά όχι άγρια
«Νίκος έλα!». Αν μου έλεγε κανείς ότι θα με έπιαναν οι Γερμανοί και θα άντεχα σε
ταλαιπωρίες και τα τόσα άλλα, δεν θα το πίστευα. Δεν είχα καθόλου εμπιστοσύνη στον
εαυτό μου. Όμως μέχρι τώρα τα είχα καταφέρει μια χαρά και κανείς δεν θα μπορούσε να
πη πως δεν είμαι παλικάρι. Και την ώρα που ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι θα ελευθερωθώ μια
που θα με φρουρούσαν μόνο δυο στρατιώτες, να μου φωνάζη ο Αλβανός να πάω πίσω,
αισθάνθηκα χειρότερα παρά την ώρα που με συνέλαβαν το πρωί. Μου φάνηκε πως μου
έφυγαν λίγα «τσίσα» από το φόβο μου. Πήγα λοιπόν πίσω. Ο ίδιος ο Αλβανός μου έβγαλε
τη βούργια απ’ τη ράχη μου και την κράτησε. Ύστερα μου έκανε νόημα να ξαναπάω με τους
στρατιώτες στο σπίτι. Πηγαίνοντας προς τα εκεί νόμιζα ότι πετούσα. Τόσο ελαφρός και
ξεκούραστος ένοιωθα, που παρά λίγο ν’ αρχίσω τις μαντινάδες.
Στο σπίτι μας ξανά. Η ανοχή του Χανς
Προτού φτάσουμε στο σπίτι σκέφτηκα πως ο Αλβανός για πρώτη φορά
απευθύνθηκε ο ίδιος προς τους άλλους, χωρίς να μεσολαβήση ο υποδεκανέας, μιλώντας
μάλιστα Ελληνικά, πολύ βέβαια υποτώδη, αν και τα γνώριζε αρκετά καλά. Στο σπίτι όλοι
ήσαν ευχαριστημένοι και χαμογελαστοί. Μπήκαμε στο βορεινό ισόγειο δωμάτιο που το
λέμε «τραπεζαρία». Εκεί δεχόμαστε τους ξένους μας και καθίσαμε σαν επίσημα πρόσωπα
στον καναπέ. Στην μέση εγώ και εκατέρωθεν οι στρατιώτες, εκ των οποίων ο ένας είναι ο
Χάνς, προς ευχαρίστησή μου.
Ο πρόεδρος έκανε φασαρία τις γυναίκες και απαιτούσε όλα να είναι τέλεια. Δεν
έπρεπε να προσβληθούμε… τα πόδια μου έτρεμαν. Αδύνατο να τα συγκρατήσω. Από τις
εννιά το πρωί ήμουν όρθιος φορτωμένος με πολλές οκάδες, νηστικός και προ πάντων

διψασμένος. Μπήκε η Καλλιώ και ερώτησε αν θέλουμε γλυκό ρακί ή νερό. Έκανα πως δεν
άκουγα και έδωσα την πρωτοβουλία στους σκοπούς μου. Αυτοί δεν μίλησαν και η
Καλλιόπη έφυγε.
Σκεφτόμουνα πως θα χειριστώ το θέμα να βρω ευκαιρία να το σκάσω. Μου λέει ο
Χανς, με τη γνωστή διάλεκτο, ότι μπορώ να πάω μέσα ν’ αλλάξω, να φάω και για οτιδήποτε
άλλο. Μόνο που δεν μου είπε ότι μπορώ ακόμα και να το σκάσω! Καταλαβαίνετε την
έκπληξή μου. Εν τω μεταξύ επενέβη ο άλλος, ο οποίος φαινότανε πως μύριζε του διαόλου
και κουβέντιασαν λίγο γερμανικά. Μου φάνηκε σαν να είχε αντιρρήσεις… να το σκάσω. Εν
πάση περιπτώσει ζήτησα να πάω στο αποχωρητήριο.
Σηκώθηκε ο φρουρός μου -όχι ο Χανς- και βγήκαμε έξω. Πήγαμε στο αποχωρητήριο
μπήκε αυτός πρώτος μέσα. Όταν βγήκε μου έκανε νόημα να μπω. Ανακουφίστηκα δεόντως
και γυρίσαμε στην τραπεζαρία και καθίσαμε πάλι στον καναπέ. Ζήτησα νερό και μου
έκαναν νόημα να πάω να πιώ. Πήγα λοιπόν και άδειασα μια στάμνα.
Η μάνα μου με αγκάλιασε. Της είπα πως σε λίγο θα είμαι ελεύθερος. Μου έδωσε
την ευχή της και της υποσχέθηκα ότι θα φύγω χωρίς καθόλου να κινδυνεύσω. Η Γεωργία
Φραδέλλου η δασκάλα, η γυναίκα του Κοκονογιωργιώ που ξυλοφόρτωσαν στο καφενείο το
πρωί, η Δήμητρα του Παπά Κωστή Αγγελάκη, η Αντιγόνη και η Μαρία πρωτοστατούσαν
στην κουζίνα. Γινότανε ετοιμασίες, σαν σε γάμο.
Γύρισα πίσω στη μέση του καναπέ, ανάμεσα σε δυο ταχυβόλα και μια χειροβομβίδα
και έκατσα. Οι συνοδοί μου τώρα είχαν φάει το γλυκό και έπιναν ρακί. Η Καλλιώ, τη σιωπή
την πήρε συγκατάθεση και πηγαινοερχόταν κουβαλώντας ρακί, σταφίδες, καρύδια,
πρόσχαρη και χωρίς να βάλη γλώσσα στο στόμα…
Τώρα πια μπορούσα να λείπω για λίγα λεπτά, χωρίς συνοδό και φοβούμενος μη
παρεξηγηθώ, δεν τους το ζητούσα συχνά. Βγήκα στο ανώγειο. Εκεί είναι όλοι οι δικοί μου.
Τους είπα το σχέδιό μου. Ότι δηλαδή θα το έσκαγα από τη δυτική πόρτα του ανωγείου,
προς το δυτικό δρόμο του σπιτιού. Θα έστριβα προς βορράν, δηλαδή προς την αντίθετη
κατεύθυνση από το μέρος (την Πέρα – Βρύση) που καθόταν οι υπόλοιποι εννιά του
αποσπάσματος. Ορίσαμε και ώρα αποδράσεως, όταν θα άρχιζαν να τρώνε και οι δυο του
σπιτιού και οι εννιά της «Πέρα – Βρύσης» για να έχουν ευχάριστη απασχόληση. Τους είπα
ότι το σπίτι θα το έκαιγαν και συζητήσαμε να βγάλωμε μερικά πράγματα. Η μάνα μου μου
είπε όχι κι έκλεισε το θέμα ευτυχώς. Επίσης απεφασίσθη στην περίπτωση που οι δυο
φρουροί μου πάρουν χαμπάρι και προσπαθήσουν να επέμβουν, να τους σκοτώσουν
πρώτού βγουν από την τραπεζαρία. Υπήρχαν οι άνθρωποι που θα το έκαναν αυτό. Τρεις
πολύ ψυχωμένοι. Ο Μιχάλης Ν. Γενεράλις (Κουκομιχάλης), ο Κωστής Ν. Ταταράκις
(Κουφόκωστας) και ο Γιάννης Δ. Ταταράκις (Παντελογιάννης). Η λύση αυτή ήταν η έσχατη
γιατί δημιουργούσε πολλούς κινδύνους. Θα χανόταν μετά πολλοί στα αντίποινα και η
καταστροφή του χωριού ήταν βέβαιη.
Η ρακί ζαλίζει…
Κατέβηκα κάτω στη θέση μου, στον καναπέ. Η παρέα με τη ρακί είναι λίγο εύθυμη.
Στο βορεινό παράθυρο στεκόταν πέντε – έξι κοπελιές του χωριού, πείραζαν όπως είχαν

εντολή, ναζιάρικα τους Γερμανούς. Συγχρόνως έκοβαν τη θέα προς βορράν, από εκεί που
θα περνούσα, όταν σε λίγο θα το έσκαγα.
Μαζί μας καθόταν και ο Εμμ. Γιανναράκις (Γιανναρομανώλης) από τις Ελένες 35 που
ήξερε Γερμανικά. Στο Μεγάλο Πόλεμο έκαμε αιχμάλωτος στο Γαίρλιτς και «έπιανε» τις
κουβέντες των στρατιωτών, οι οποίοι διεμαρτύροντο, επειδή γυρνούσαν τρεις μέρες στα
βουνά, κυνηγώντας φαντάσματα και πως θα μου ανταπόδιδαν τη φιλοξενία στο Σπήλι, με
τουφεκισμό και βασανιστήρια. Αν πράγματι τα κατάλαβε αυτά ο Γιανναρομανώλης, τώρα
αμφιβάλλω. Τότε, οπωσδήποτε δεν αμφέβαλλα. Ωστόσο οι φρουροί μου άρχισαν να
γίνωνται οικειότεροι και να δείχνουν φωτογραφίες των γυναικών και των παιδιών. Έλεγαν
«κρίγκ ιστ χιάϊζε», σημείο πως η ρακί έκαμε τη δουλειά της, αλλά δεν το είχα και πολύ
ανάγκη. Και χωρίς να ζαλιστούν, με άφηναν ελεύθερο σχεδόν μέσα στο σπίτι. Μήπως τώρα
που ζαλίστηκαν αλλάξουν; Έφυγα στο δωμάτιό μου να αντικαταστήσω τα σχισμένα ρούχα.
Το άφηνα τελευταίο αυτό για να υπάρχη η αφορμή της μετακινήσεώς μου από την
τραπεζαρία, αν και τώρα είχε καταντήσει εύκολο, να φεύγω από κοντά τους. Ενώ περνούσα
από την κουζίνα, έδωσα εντολή να πάνε το φαγητό στους Γερμανούς της «Πέρα – Βρύσης».
Είπα στην Καλλιώ να πάρη τη ρακί από τους δυο φρουρούς μου και να στρώση τραπέζι, γι’
αυτούς μόνο. Συγυρίστηκα λίγο και κατέβηκα κάτω, τη στιγμή που ο Πρόεδρος με το
καραβάνι του, ξεκινούσαν με το φαγητό και τα σερβίτσια, για την «Πέρα βρύση». Με
πλησίασε η εξαδέλφη μου Γεωργία Ταταράκη, της θείας μου της Μαγδαληνής και μου
έδωσε προφορικό μήνυμα από τον πατέρα μου που είχε πάει εν τω μεταξύ στο Καρδάκι, να
φύγω όσο το δυνατό γρηγορώτερα και με λιγώτερο κίνδυνο.
Έδωσα αμέσως οδηγίες να φεύγουν σιγά – σιγά από το σπίτι οι «επικίνδυνοι» και
πρώτη η μάνα μου. Η Καλλιώ επέμεινε να μείνη τελευταία αυτή, ώστε όταν τελειώνουν το
φαγητό τους, να μην είναι μόνοι και δημιουργηθούν αμέσως υποψίες στους δυο
Γερμανούς. Υπελόγισα να έπαιρναν χαμπάρι τη φυγή μου, μετά 10-15΄ λεπτά περίπου, εφ’
όσον τώρα κάθε 3-4 λεπτά έκανα την εμφάνισή μου. Τους δώσαμε το πρώτο πιάτο, και
μάλιστα τους το σέρβιρα μόνος μου. Τους ευχήθηκα καλή όρεξη και με προσκάλεσαν να
φάω μαζί τους. Απάντησα ότι θα είμαι επί της περιποιήσεως, διότι δεν έχω και πολλή
εμπιστοσύνη στη Καλλιώ, που σαν ξένη προς ημάς, δεν έχει το ανάλογο ενδιαφέρον. Ήθελα
να της φτιάξω λίγο ένα άλλοθι, ανταμείβοντάς την για την αφοσίωσή της, στην περίπτωση
που θα μπέρδευε, δηλώνοντας τους συγχρόνως ότι κάτι τρώγω στην κουζίνα. Στην
πραγματικότητα είχα τόσο εκνευρισμό που μόνο νερό είχα βάλει στο στόμα μου, παρά τις
προσπάθειες της μάνας μου.
Η μεγάλη στιγμή
Δύο παρά δέκα μας ειδοποίησαν ότι οι Γερμανοί στην καρυδιά, καταβρόχθισαν το
φαγητό και κόβουν δαμάσκηνα από τη διπλανή δαμασκηνιά. Αγκαλιάζω τη μάνα μου, που
είχε μείνει ακόμα, για να βεβαιωθή ότι έφυγα. Όταν ανέβαινα τη σκάλα για το ανώγειο,
εκείνη έφευγε από την κυρία είσοδο και εγώ από την πίσω πόρτα, τη δυτική και πόδια μου
πάλι βοηθάτε μου. Στο σπίτι είχαν μείνει μόνο η Καλλιώ και η γιαγιά μου, που στάθηκε
35 Χωριό επ. Αμαρίου

αδύνατον να φύγη, αλλά έλεγε «αν είναι να σκοτώσουνε κιανένα καλιά να ‘μαι εγώ απού
δεν χρειάζομαι μπλιο». Κακομοίρα Παπά – Νικολίνα.
Έτρεχα προς βορράν στο δρόμο της σωτηρίας. Είδα τις κοπελιές που έφραζαν το
βορεινό παράθυρο και έκοβαν τη θέα από τους φρουρούς μου. Με ακολουθούσε και ο
θείος μου ο Βαγγέλης Γενεράλις ο «Σκουζές». Μπήκαμε στην αυλή του Κωστή ή αλλιώς
Κωστακάκι Μανιουδάκι κοντά στο σπίτι μας και διά μέσου του σταύλου του βγήκα στο
«Σοχώρι» του και εν συνεχεία στο «Σοχώρι» του θείου μου Μιχάλη Ταταράκη. Πήδηξα στη
«Νταμπεδίνα» 36 και έπιασα το δρόμο που ακολουθούσα αιχμάλωτος το πρωί. Από την
αυλή της θείας μου Πελαγίας Κοκονά, προχώρησα προς τη «Σοχώρα» του θείου μου Στρατή
Κοκονά. Ο Βαγγέλης δεν μπορούσε να με παρακολουθήση. Ήμουν ευκίνητος και έτρεχα
σαν αστραπή. Μόλις έφταξα προς της «Κουρούνα το Χαράκι» 37 και πήρα τον κατήφορο
σιγάνεψα πια. Ήμουν ασφαλής. Προσπαθούσα πάντως να καλύπτωμαι. Η περιοχή ήταν ένα
άδενδρο αμπέλι. Οι Γερμανοί βέβαια δεν με έβλεπαν από εκεί που ήσαν, αλλά αν είχαν
μετακινηθή; Με έφτασε ο Σκουζές ξεγλωσσιμένος και συνεχίσαμε την πορεία μας, προς το
μέρος που είχαμε αποφασίσει προηγουμένως, χωρίς να τρέχωμε, αλλά μέσα από χωράφια,
αποφεύγοντας οπωσδήποτε δρόμους.
Τα μετά την απόδρασή μου στο χωριό
Είναι καιρός τώρα να πως τι συνέβη στο χωριό μόλις εδραπέτευσα, όπως μου
διηγήθηκαν αργότερα. Άφησα τους φρουρούς μου στις 2 μ.μ. ακριβώς να τρώνε αμέριμνοι
το γεύμα τους, ανύποπτους για το τι τους περίμενε. Δέκα λεπτά περίπου μετά τη φυγή μου,
φαίνεται ότι παραξενεύτηκαν για την ηρεμία που επικρατούσε και ρώτησαν την Καλλιώ,
που ήμουν. Αυτή έκανε πως δεν καταλάβαινε. Πάντως συνέχισαν και τελείωσαν γρήγορα
το φαγητό τους. Τότε σηκώθηκαν ανήσυχοι, μπήκαν στα άλλα δωμάτια, γύρισαν την αυλή,
ανέβηκαν στο ανώγειο, είδαν τη δυτική πόρτα και φαίνεται τότε «ήρθε το βούι από το
νερό». Βεβαιώθηκαν τι είχε γίνει. Κατέβηκαν γρήγορα τη σκάλα, βγήκαν στην αυλή και
έδωσαν τα μαντάτα στους πολλούς της «Πέρα Βρύσης» τη στιγμή που κατέφτασαν και
εξαγριωμένοι απειλούσαν τους πάντας και τα πάντα. Παρατηρούσαν με άγριο τρόπο τους
φρουρούς μου, που εστέκοντο προσοχή, ολοκίτρινοι από το κακό τους. Αφού και αυτοί
έψαξαν πάλι το σπίτι, είπαν στην Καλλιώ ότι αν δεν παρουσιαζόμουν αμέσως, θα την
έπαιρναν αυτή στη θέση μου. Η Καλλιώ με χαμόγελα και ανάλογες χειρονομίες, τους είπε
ότι είχα πάει πιο κάτω να μαζέψω καρύδια και αχλάδια να τα τρώμε στο δρόμο. Μάλιστα
άρχισε να φωνάζη προς τα περιβόλια «Νίκο έλα γρήγορα, γιατί σε περιμένουν». Καλή σου
ώρα Καλλιώ και καλή τύχη να ‘χης. Φαίνεται πως το πίστεψαν ή ήθελαν να το πιστέψουν.
Της είπαν να πάη να μου φωνάξη. Αυτή έκανε πως δεν ήθελε και την έδιωξαν με το ζόρι να
36 Πηγή νερού (βρύση), στο συνοικισμό «Μεσοχώρι» χ. Γερακάρι.
37 Τπν., χ. Γερακάρι. Στης «Κουρούνας το χαράκι» (βράχος) ύψωσαν στην επανάσταση του ’66, οι
Γερακαριανοί την πολεμική Σημαία τους (Το Λάβαρο του Αι Γιώργη). Επίσης γύρω από της
«Κουρούνας το χαράκι» (περιοχή Αγκαθέ) έδωκαν οι χριστιανοί (εθελοντές από την Ελλάδα,
Καπετάνιοι και Αγωνιστές από πολλά διαμερίσματα της Κρήτης και Γερακαριανοί) νικηφόρα μάχη με
τα στρατεύματα του Ρεσίτ Πασά (Φεβρουάριος 1867). Βλ. Σπύρου Μαρνιέρου «Το Λάβαρο του Άη –
Γιώργη, η πολεμική Σημαία των Γερακαριανών». Περ. Προμηθεύς ο Πυρφόρος, τευχ. 18/1980.

με γυρεύει. Μόλις ξεμάκρυνε και δεν έβλεπαν τους μούτζωνε λέγοντας: «Να σας
μπουνταλάδες» και τράβηξε να κρυφτή.
Άμα κατάλαβαν ότι μάταια περίμεναν και την Καλλιώ, περιέτρεχαν το χωριό και τα
γύρω «Σόχωρα» ψάχνοντας και ρωτώντας για τους φυγάδες. Νάτος πάλι ο Πρόεδρος σαν
το «φάντε Μπαστούνι», παρουσιάζεται και προσπαθή να τους καλμάρη, με τις
Ελληνικούρες που συνήθιζε να λέη. Του είπαν ότι έχει ευθύνη και θα τον αναλάβη η
Γκεστάπο στο Ρέθυμνο. Αυτός απήντησε «σύμφωνος – σύμφωνος», αλλά είναι βέβαιον ότι
δεν κατάλαβε τι εννοούσαν ακριβώς. Η γιαγιά μου και η Καλλιώ μόλις έφυγαν οι Γερμανοί,
έστειλαν τη Γεωργία του Σπύρου Τσαχάκη (Μπενούκα), πήρε το μωρό που κοιμόταν στην
κούνια του αμέριμνο και έφυγε και αυτή. Φαίνεται ότι στη γενική σύγχιση που
επικρατούσε, όλοι είχαν ξεχάσει το μωρό.
Ύστερα από λίγο χρόνο, ξαναγύρισαν οι Γερμανοί στο σπίτι, ακολουθούμενοι πάντα
από τον Πρόεδρο. Έριξαν μερικές εμπρηστικές χειροβομβίδες, χωρίς σπουδαίο
αποτέλεσμα. Εν συνεχεία άδειασαν βενζίνη από μερικά παγούρια των στρατιωτών στα
άχυρα που ήταν στο ισόγειο και στο ξύλινο πάτωμα του ανωγείου και άρχισε το κακό με το
άναμα ενός αναπτήρος. Ο πρόεδρος και την τελευταία αυτή στιγμή, προσπάθησε να
αποτρέψη το κακό, αλλά του είπαν να εξαφανισθή, γιατί θα τον κάψουν κι αυτό μαζί με το
σπίτι. Αφού είδαν τη φωτιά να φουντώνη, έφυγαν οι πυρποληταί υπερήφανοι για την
πράξη τους. Τότε μερικοί συγγενείς και άλλοι χωριανοί με μπροστάρη τον Κωστή Ταταράκη
ή Κουφοκωστή προσπάθησαν να σώσουν μερικά πράγματα. Μεταξύ τους διεκρίθη και ένας
διαβολάκος δέκα χρονών, ο ξάδελφός μου ο Σπύρος Μαρνιέρος, ο οποίος τις είχε φάει
προηγουμένως, όταν τον ρώτησαν στο δρόμο οι διώχτες μου «Που Νίκος» και εκείνος τους
έδειξε ειρωνικά τη ρεματιά. Δεν είχαν όμως απομακρυνθή πολύ οι πυρποληταί και
αντελήφθησαν τι συνέβαινε. Γύρισαν πίσω και με κλωτσιές και υποκοπανιές, τους έδιωξαν
όλους και μόνο όταν έπεσε η στέγη του σπιτιού ανεχώρησαν, ήσυχοι πλέον για το έργον
τους. Προς στιγμή μάλιστα επεκράτησε και πανικός, γιατί δεν είχαν αντιληφθή τη διάσωση
της μικρής Αθηνούλας από τη Σπυρογιωργία.
Έτσι τελείωσε η ιστορία αυτού του ηρωικού σπιτιού. Το περιεχόμενό του, αγώνας
και εργασία είκοσι πέντε χρόνων, πλακώθηκε στα ερείπια. Όμως πάνω στα μαυρισμένα
αυτά ντουβάρια, θα κτισθή ένα καινούργιο σπίτι, πιο ωραίο και πολύ περήφανο για την
ιστορία των προγόνων του. Το Γερμανικό απόσπασμα έφυγε διασχίζοντας το χωριό, με
χαμηλά το κεφάλι και γρήγορο βήμα, χωρίς να μιλήση σε κανένα, και χωρίς να πειράξη
κανένα. Έξω από το χωριό συνάντησαν τον Αγγελή Ξέκαλο (Ξεκολοαγγελή) πέρασαν δίπλα
του χωρίς καν να τον κυττάξουν, μόνο πως βιάζονταν. Αυτό ήταν φανερό. Φαντάζομαι πως
φοβόταν καμιά ενέδρα και ήθελαν να περάσουν με την ημέρα, τα επικίνδυνα «κατατόπια».
Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 1943, η τύχη με το μέρος μας
Σιγά – σιγά πέρασε η ώρα. Τώρα ο ήλιος χανόταν πίσω από το βουνό. Το πρωί
έβλεπα την ανατολή του, τώρα βλέπω τη δύση του. Αυτά δεν αλλάζουν καθόλου. Το ίδιο
θα είναι και αύριο. Δεν συμβαίνει το ίδιο και με μένα. Άλλος ήμουνα το πρωί, διαφορετικός
είμαι τώρα, ποιος ξέρει αύριο…

Άρχισε να βραδιάζη. Καθόμαστε με το Γιώργη στην είσοδο της σπηλιάς
κουβεντιάζοντας και περιμένοντας τους δικούς μας να έρθουν. Καθυστέρησαν κάμποσο.
Έτσι, όπως δεν υπάρχει δρόμος ή μονοπάτι, είναι αρκετά δύσκολη η προσπέλαση προς την
κρύπτη μας, με το σκοτάδι. Ύστερα από ώρα, άρχισαν να καταφθάνουν. Μπροστά πήγαινε
ο Σωτήρης. Πίσω ακολουθούσε ο πατέρας μου και ξοπίσω ο λοχαγός Γιώργης
Κουτελιδάκης, στου οποίου το σπίτι όπως προαναφέραμε είχαμε σταματήσει και το
ερεύνησε το απόσπασμα, μετά την έρευνα του μακαρίτικου τώρα δικού μας.
Πιο κάτω ερχόταν ο Γιάννης Σπ. Μαρνιέρος (Μαρνιερογιάννης) που καθώς ήταν
χονδρός και καλοζωισμένος σαν μάγειρας – εστιάτωρ, δυσκολευόταν στην ανάβαση.
Κρατούσαν φαγητό στα «μπουρνίδια» ψωμί και νερό. Κάτσαμε μπροστά στη ρομάντζα, στα
σκοτεινά βέβαια και φάγαμε. Απόψε είχα μεγάλη όρεξη. Τα γιαχνί φασόλια μου φάνηκαν
το καλύτερο δείπνο της ζωής μου. Ο πατέρας μου είπε, επειδή με έβλεπε αμίλητο, να μη
στενοχωριούμαι για το σπίτι, εφ’ όσον εμείς όλοι οι άλλοι γλυτώσαμε. Άλλωστε επρόκειτο
για κάτι που το περιμέναμε. Μου είπε επίσης ότι ο θείος μου ο Βαγγέλης, ο Σκουζές, του
είχε διηγηθή τα διατρέξαντα με όλες τις λεπτομέρειες και δεν χρειάζεται να του πω τίποτα.
Μας διηγήθηκε μετά, ότι την ίδια ώρα που με έπιασαν στο σπίτι στις 9 π.μ. ακριβώς, εκείνη
τη στιγμή, άλλο απόσπασμα όπως ανάφερα προηγουμένως, τον ζήταγε στο φυλάκιο της
Σχολής Ασωμάτων. Και οι δυο μας λοιπόν σταθήκαμε τυχεροί, το Σάββατο στις 4
Σεπτεμβρίου 1943.

Αφήστε μια απάντηση