ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΜΠΩΚΟΥ

Του ΣΤΕΡΓΙΟΥ Μ. ΜΑΝΟΥΡΑ Δικηγόρου Αθηνών

Σε έρευνά μου (3-5-1978), στην ανέκδοτη Λαογραφική Συλλογή του Παύλου
Βλαστού που βρίσκεται στο ιστορικό Αρχείο Κρήτης (Χανιά) στο χειρόγραφο τόμο αριθ. 16
σελ. 26-27, βρήκα το πιο κάτω δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στον Ανωγειανό
Αγωνιστή Κωνσταντίνο Σμπώκο που έδρασε στην Μεγάλη Κρητική Επανάστασι του 1866-
1869.
Σε υποσημείωσή του, ο Παύλος Βλαστός γράφει: «Μοι το έδωσεν έντυπον εις
φύλλον ο δικηγόρος Στέργιος Μανουράς εν Ρεθύμνη τη 27 Νοεμβρ. 1902» (πρόκειται για
τον πατέρα του πατέρα μου).
Το τραγούδι αυτό αποτελείται από 50 στίχους και είναι μάλλον αγνώστου
Ανωγειανού ριμαδόρου.
Απ’ ότι ξέρω, δεν συμπεριλαμβάνεται στις γνωστές Συλλογές Κρητικών Δημοτικών
Τραγουδιών.
Ο Νικ. Σταυρινίδης στο βιβλίο του Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΑΙ ΟΙ
ΣΥΜΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΤΟΥ (τόμος Ι, Ηράκλειο 1971, σελ. 365), αναφέρεται στη δράση του Κ.
Σμπώκου και δημοσιεύει τους παρακάτω 6 (αρχικούς) στίχους του ίδιου τραγουδιού:

  • Μαύρα φοράνε τα βουνά μ’ απ’ όλα ο Ψηλορείτης
  • Λυπούνται τον Σμποκόκωστα τον ήρωα της Κρήτης
  • Πάντα ‘τανε περήφανος και μ’ αγριάδα ομίλει
  • γιατί είχε κύρη αρχηγό τον Σπώκο το Βασίλη
  • Είκοσι σφαίρες έφαγε του Σπώκου το κορμί του
  • όμως στο στρώμα πήρενε ο χάρος την ψυχή του.
    Από τους στίχους αυτούς οι 4 πρώτοι και ο τελευταίος περιλαμβάνονται στο
    τραγούδι της Συλλογής Βλαστού ενώ ο 5 ος στίχος δεν περιλαμβάνεται. Δηλαδή υπάρχουν
    τουλάχιστον δυο παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού 1 .
    Ο Κωνσταντίνος Σμπώκος ήταν γιος του Οπλαρχηγού – Αγωνιστού στην Επανάσταση
    του 1821 Βασιλείου Σμπώκου και έδρασε όπως προαναφέρθηκε στην μεγάλη Κρητική
    Επανάσταση του 1866-1869 ως Οπλαρχηγός του Σώματος των Ανωγειανών.
    Στο παραπάνω βιβλίο του Σταυρινίδη (σελ. 365) αναφέρεται ότι ο Κώστας Βασ.
    Σμπώκος ήταν άξιος και γενναίος αξιωματικός (= οπλαρχηγός) και έλαβε μέρος σε
    διάφορες μάχες. Αρίστευσε στη μάχη του Σωρού – Τυλίσσου (6-7 Απριλίου 1867),
    τραυματίσθηκε στη μάχη τω Ασιτών στις 3 Μαΐου 1867 και σκοτώθηκε (κατά το Σταυρινίδη)
    στα μέσα Μαΐου το 1867, στη μάχη που έγινε στη τοποθεσία «Σπηλιά του Αράπη» ή του
    «Του Αράπη το Σκαλί» ή «Συκιά» που βρίσκεται κοντά στην Μονή Χαλέπας. Στην ίδια μάχη

1 Όπως διαπίστωσα πρόσφατα υπάρχει άλλη μια (Τρίτη) παραλλαγή του ίδιου τραγουδιού που είναι
δημοσιευμένη στον «Προμηθέα» (φ. αρ. 170 15-1-1932 σελ. Ζ΄). Η παραλλαγή αυτή έχει 26 στίχους.
Από τους στίχους αυτούς οι 22 περιλαμβάνονται στη δημοσιευόμενη εδώ παραλλαγή.

(κατά τον Σταυρινίδη) σκοτώθηκαν και οι Ανωγειανοί Γ. Σπιθούρης, Δ. Σπαχής και ο μη
Ανωγειανός Γ. Χαϊδαράκης (σελ. 366-367).
Από άλλη δημοσίευση (βλ. «Φωνή Ανωγείων» φ. αρ. 9 Αυγ. 1974), προκύπτει ότι
στη μάχη αυτή (που αποκαλείται και Μάχη του Δοξαρού) σκοτώθηκαν οι Ανωγειανοί
Γεώργιος Σπιθούρης ή Ταμπάκης, Ζαχ. Εμμ. Σπιθούρης και Δ. Σπαχής και τραυματίστηκαν οι
Ανωγειανοί Εμμ. Νικ. Ξυλούρης (Τζιτζής), Γεώργιος Ανδρ. Μανουράς (Ζωνός) και Ζαχ. Εμμ.
Ξυλούρης.
Από το τραγούδι προκύπτει ότι ο Κ. Σμπώκος δεν σκοτώθηκε στην μάχη που έγινε
στη «Σπηλιά του Αράπη» (Δοξαρό) στα μέσα Μαΐου του 1867 όπως αναφέρει ο
Σταυρινίδης, αλλά πέθανε «στο στρώμα» πολύ αργότερα.
Αλλά και στο Ηρώο των Ανωγείων που έγινε το 1937 και βρίσκεται σήμερα στη
συνοικία Μετόχι Ανωγείων το όνομα του Κ. Σμπώκου δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των
φονευθέντων Ανωγειανών στις Επαναστάσεις από το 1777 μέχρι το 1897 ενώ στην ίδια
στήλη περιλαμβάνονται τα ονόματα των Δημ. Σπαχή, Ζαχ. Σπιθούρη, Γεωργ. Σπιθούρη που
σκοτώθηκαν στην ίδια Μάχη όπως και τα ονόματα των άλλων Σμπώκων (Γεωργ. και Νικ.)
που σκοτώθηκαν σε άλλες Μάχες των Κρητικών Επαναστάσεων. Σε άλλη όμως στήλη του
Ηρώου (την αριστερή) κάτω από τα ονόματα των πεσόντων στους άλλους πολέμους, εκτός
αλφαβητικής σειράς, είναι γραμμένα τα ονόματα δύο Σμπώκων (Κωνστ. και Νικ.).
Οι παραπάνω παρατηρήσεις ίσως συμβάλλουν στην πλήρη εξακρίβωση της σελίδας
αυτής της Ιστορίας των Ανωγείων.
Το τραγούδι του Κ. Σμπώκου με την ορθογραφία του κειμένου της Συλλογής
Βλαστού, δημοσιεύεται αμέσως παρακάτω 2 :

Κ Ω Ν Σ Τ Α Ν Τ Ι Ν Ο Σ Σ Μ Π Ο Κ Ο Σ

Οπλαρχηγός

Μαυροφορούνε τα βουνά, μ’ απ’ όλα ο Ψηλορείτης,
λυπούνται τον Σμποκόκω(ν)στα τον ήρωα της Κρήτης.
Εβρόντησ’ από το βορριά, κι ήστραψ’ από το νότο,
όταν ενταφιάζανε τον τουρκοφάγο Σμπόκο.
5 Γλώσσα δεν ημπορεί να πη μηδέ να γράψη μπένα
Όλα τα κατορθώματα που ‘χενε καμωμένα.
Πάντα ‘τον υπερήφανος, και μ’ αγριάδα ωμίλει,
γιατ’ είχε κύρην Αρχηγό τον Σμπόκο το Βασίλή.
Που ‘σφαξε Τούρκους εκατό εις τα εικοσιένα,
10 και τόνομά του λέγανε οι ζωντανοί και τρέμαν
Μα πάλι σαν απέθανεν αφήκε τον υιόν του,

2 Για πρώτη φορά την παραλλαγή του τραγουδιού αυτού από τη Συλλογή Βλαστού, εδημοσίευσα στη
μηνιαία εφημερ. Αθηνών «Η Φωνή των Ανωγείων» (αρ. φ. 54, Μάϊος 1978).

και τουρκοφάγος έγεινε και ετίμα το χωριό του.
Όλα τα κατορθώματα του Σμπόκου δεν τα ‘ξέρω,
για του Σωρού τον πόλεμον μόνο θα αναφέρω
Εις του Σωρού τον πόλεμο ως λέοντας βρυχάται
τον Τουρκοφάγο το Τζιτζήν σαν θέλετ’ ερωτάται.
Πως κείνος ήτο πάντα εμπρός, πάντα κοντά σημώνει,
κι’ όπου ‘χε ρίξη τουφεκιά βαρίσκει ή σκοτώνει.
Χάρο τον ονομάζανε όσοι κι αν τον εξέραν,
20 τον Σπόκο τον ατρόμητο με το σπαθί στη χέρα.
Φωνάζ’ ο Σμπόκος κι ο Τζιτζής με τ’ άρματα στα χέρια,
τους Τούρκους μη δηλιάσεται Ανωγειανά ξεφτέρια.
Φεύγουν οι Τούρκοι ‘σαν λαγοί κι αλάχ αλάχ φωνάζουν.
Σμπόκος, Τζιτζής και ο Κόνιος σαν τα τραγιά τους σφάζουν.
25 Ωσάν λιοντάρια πολεμούν και ζωντανούς τους πιάναν,
και τ’ άρματα των πέρνανε στη μέση των τα βάναν.
Σαν επληγώσαν στο μερό τον Κώστα το Χαιρέτη,
ο Σμπόκος πάλι φώναξε – κάνετε καϊρέτι.
Μα νύκτωσε, δεν βλέπουνε και πλιο δεν πολεμούνται,
30 όσοι πομείναν ζωντανοί Χάρο τόνε διγούνται.
Στον Καμαριώτη στο χωριό στα εξηνταεννέα,
γεναίως επολέμησεν ως έχω γροικημένα.
Σαν επληγώθη κι ο Παυλής, ο Σμπόκος γιουρουντίζει,
παίρνει φυσέκια των Τουρκών και τάρματα γεμίζει.
35 Λίγ’ ήσαν οι Ανωγειανοί, χιλιάδες πολεμήσαν,
και με το αίμα των Τουρκών τα χώματα ποτίσαν.
Στα εβδομήντα και οχτώ ‘που ‘τον απεσταλμένος,
ακούσετε τι είπενε ο Σμπόκος ανδρειωμένος.
Ελέγανε, με γράμματα θα ελευθερωθούμε
40 λοιπόν, μη γίνη πόλεμος για να καταστραφούμε.
Μ’ ατρόμητος Ανωγειανός λέγει: – Δεν είσθε άντρες,
δεν τρέμουν Τούρκοι γράμματα ως τρέμουνε ταις μπάλαις
ωσάν ηλικιώθηκεν από του Μαυρογένη,
Τούρκοι από τα χέρια του πολλοί ‘νε σκοτωμένοι.
45 Πάντα ‘λεγε – Στον πόλεμο θέλω να αποθάνω,
ν’ αφήσω δόξα ξακουστή στον κόσμο τον απάνω.
Χίλιους πολέμους έκαμεν ο Σμπόκος στη ζωή του,
όμως στο στρώμα ‘πήρενε ο χάρος τη ψυχή του
Στην πλάκα του παραγγελιά αφήκε να του γράψουν,
50 ο τρομερός κι ατρόμητος, αλλά να μη τον κλάψουν.

ΣΤΕΡΓΙΟΣ Μ. ΜΑΝΟΥΡΑΣ

Αφήστε μια απάντηση