του Θεμιστοκλή Βαλαρή

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ “ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ”

ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΚΟ βενετσιάνικο λιμανάκι ήταν η ζωή της πόλεώς μας. Δρόμοι
δεν υπήρχαν ούτε για την εις το εσωτερικόν της Κρήτης επικοινωνίαν. Για να πάη κανείς
στα Χανιά ή στο Ηράκλειο, έπρεπε με ζώο να ταξιδεύη δυο μέρες κι έτσι μόνον, χάρις σ’
αυτό το λιμανάκι, επικοινωνούσαμε με τον έξω κόσμο και με τις άλλες πόλεις του νησιού
μας.
Το χειμώνα, μόλις κατορθώναμε δύο ή τρεις φορές τον μήνα, λόγω κακοκαιρίας, να
έχωμε προσέγγιση βαποριού, το καλοκαίρι όμως απαραίτητα δύο ή τρεις φορές, αλλά την
εβδομάδα.
Τα βαποράκια, που μας εξυπηρετούσαν, τα θυμούμαι ακόμα με τα ονόματά των.
Ήταν τα της εταιρείας του Πανταλέοντος (οι Τούρκοι τον έλεγαν Πανταλεόνη), το
«Ουράνα», η «Σπάρτη», το «Βυζάντιον», το «Αρκαδία», που κυρίως έκαναν την
συγκοινωνίαν μας. Αλλά μια φορά την εβδομάδα βοηθητικά, έπιαναν στο λιμάνι μας και τα
των εταιρειών Γιαννουλάτου και του Τζών.
Πιο παλιά ήταν μόνο ένα βαπόρι, το ονομαζόμενο «Κατράκης». Μεγαλύτερος
σκυλοπνίχτης αυτό από τα άλλα και γι’ αυτό, μόλις ‘βάλαν γραμμή τα των άλλων εταιρειών,
αυτό σταμάτησε να έρχεται.
Σκεφθείτε ότι με τους ανωτέρω σκυλοπνίχτες του Πανταλέοντος, εγίνετο και η
επικοινωνία με την Αίγυπτον. Με την ταχύτητα που είχαν, έξη μίλια των ώρα, εχρειάζοντο
τρία μερόνυχτα για να πιάσουν την Αλεξάνδρειαν, για την απόσταση από ‘δω στο Ηράκλειο
έξη ώρες, στα Χανιά τέσσερις ώρες, διότι δεν έπιανε στη Σούδα, αλλά παρέκαμπτε το
Ακρωτήρι και έπιανε στα Χανιά.
Τότε δεν υπήρχε δρόμος, παρά μόνον για ζώα, που συνέδεε την Σούδα με τα Χανιά.
Για να εξυπηρετηθή αυτή η κίνησις εμπορευμάτων και επιβατών, το λιμανάκι μας είχε οκτώ
μαούνες για τα εμπορεύματα και άνω από δέκα βάρκες για τους επιβάτες, που χωρούσε
περί τους δέκα επιβάτες η κάθε μια. Αυτές οι βάρκες εκινούντο με κουπιά, ο αριθμός των
οποίων εξηρτάτο από τον καιρό. Δηλαδή, επί περιπτώσεως κακοκαιρίας, εγίνοντο
οκτάκοπες με λίγους επιβάτες, εξάκοπες δε ή τετράκοπες, αναλόγως της εντάσεως της
κακοκαιρίας και με περισσοτέρους επιβάτες. Καθημερινά, καιρού επιτρέποντος βέβαια
έμπαιναν και έφευγαν καΐκια, ιστιοφόρα, μεταφέροντα εμπορεύματα.
Το Τελωνείον και αι αποθήκαι του ήσαν στιβαγμένα σε τρεις χώρους, που τώρα
είναι ταβέρνες πάνω στην νοτική πλευρά του λιμανακιού.
Οι βαρκάρηδες και οι λιμενεργάτες μαζύ, ξεπερνούσαν τους ογδοήντα ανθρώπους,
οι οποίοι αποκλειστικώς απησχολούντο στις φορτοεκφορτώσεις των εμπορευμάτων και
επιβιβάσεις και αποβιβάσεις των επιβατών, έπαιζαν δε την ζωή των πραγματικά κορώνα
γράμματα, για να κάνουν την δουλειά των αυτήν, όσο έπαιρνε φιλότιμα και με πρωτοφανή
ανθρωπιά.
Ποτέ, όσων χρονών είμαι, δεν συνέβη να χάση την ζωή του επιβάτης, ενώ από
αυτούς τους εργάτες πολλοί έχασαν την ζωήν των.
Η φόρτωσις των εμπορευμάτων εγίνετο ως εξής.
Οι λιμενεργάται εφόρτωναν τις μαούνες, πάνω στις οποίες έμεναν δυο εργάτες,
ένας δηλαδή τιμονιέρης κι ένας στην πλώρη. Κατόπιν προσέδεναν την μαούνα στην
οκτάκοπη ή εξάκοπη βάρκα, ανάλογα με την κατάστασιν του καιρού και με πραγματικά
σκληρόν αγώνα και σιγά σιγά, την επλεύριζαν στο βαπόρι, άμα βέβαια εδίδετο το πράτηγο.
Αμέσως άρχιζε η εκφόρτωσις της μαούνας και ακολουθούσε η φόρτωσις της, με το τέλος
της οποίας, με δυο σφυρίγματα του βαποριού, ξεκινούσε η βάρκα από το λιμάνι και
έφερνε άλλη φορτωμένη μαούνα αν υπήρχε φορτίον ή αδειανή αν δεν υπήρχε φορτίον για
φόρτωσιν αλλά μόνον για ξεφόρτωμα. Η βάρκα αυτή έπαιρνε την φορτωμένη μαούνα από
το βαπόρι την έφερνε στο λιμάνι, όπου αμέσως πλευρισμένη ως ήταν στην νοτική πλευρά
του λιμανιού, την εξεφόρτωναν, τοποθετούντες τα εμπορεύματα στις απέναντι αποθήκες
και ούτω κάθ’ εξής, έως ότου γίνει η φορτοεκφόρτωσις και φύγει το βαπόρι.
Αυτή η δουλειά, προπάντων τον χειμώνα, γινότανε με όσο ήτο ανθρωπίνως δυνατόν
μεγαλύτερη ταχύτητα, για τον φόβο μήπως και πιάσει κανένα μπουρίνι. Δεν ήτο σπάνιον
όμως να ενσκύψη το μπουρίνι πριν προλάβουν να τελειώσουν την δουλειά, οπότε, για να
σώσουν την μαούνα και το πλήρωμά της, οι βαρκάρηδες ηγωνίζοντο σκληρά και πολλές
φορές επνίγοντο.
Ο χαμός ενός ανθρώπου, ως αυτοί, που ήσαν οι περισσότεροι οικογενειάρχες,
ισοδυναμούσε με πλήρη καταστροφή της οικογενείας του, γιατί δεν υπήρχε ούτε ΙΚΑ, ούτε
προστατευτικός νόμος και τα παιδιά και η γυναίκα του ζητιάνευαν στους δρόμους για να
ζήσουν.
Μεταξύ των δραματικών περιστατικών που συνέβαιναν συχνά, θα σας περιγράψω
ένα που συνέβη την ημέρα των Χριστουγέννων.
Την ημέρα των Χριστουγέννων εκείνη την χρονιά, η θάλασσα ήταν μπονάτσα.
Έπιασε, λοιπόν, εύκολα το βαπόρι και οι του λιμένος μας πήραν τις μαούνες και τους
επιβάτες και άρχισαν την φορτοεκφόρτωσιν και την μεταφοράν των επιβατών. Δεν είχε
περάσει μία ώρα από την στιγμήν που είχε ελευθεροκοινωνήσει το βαπόρι και ευτυχώς,
μόλις είχε τελειώσει η μεταφορά των επιβατών και πιάνει ένα δαιμονισμένο μπουρίνι.
Ο Χουσεΐν καπετάνιος στέκει απείκος με τα κυάλια στο πάνω πλατύσκαλο της
διπλής σκάλας, που είναι πάνω από την ταβέρνα «Λιοδάκη» σήμερα, και παρακολουθεί.
Ο Χουσεΐν καπετάνιος ήταν ο τσάρος του λιμανιού μας. Ήταν αρχηγός των Τούρκων
λιμενεργατών, που ήταν και οι περισσότεροι, και οι διαταγές του ήσαν σεβασταί και
εξετελούντο ασυζητητί, όχι μόνον από τους Τούρκους αλλά και από τους Χριστιανούς.
Εκεί, στο πλατύσκαλο αυτό, ήταν το παρατηρητήριόν του και παρηκολούθει την
κίνησιν του λιμένος και τα εξ Ηρακλείου προσεγγίζοντα βαπόρια. Υπελόγιζε δε την
απόστασιν που εφαίνετο το βαπόρι και την ταχύτητά του και εφώναζε… «Το βαπόρι
φουντάρει π.χ.. σε μισή ώρα!…Να ετοιμαστούν μαούνες και βάρκες και να στέκουν αρόδο,
όξω από το λιμάνι, εκειά που θα φουντάρη το βαπόρι. Ο καιρός είναι καλός και θα ‘ρθη ν’
αράξη κοντά», ή αν δεν ήταν καλός, έλεγε… «…θ’ αράξη ανοικτά».
Όντως αμέσως εξεκινούσαν οι μαούνες και οι βάρκες με τους επιβάτες ανοίγονταν
έξω από το λιμάνι και περίμεναν την βάρκα του λιμεναρχείου να δώσει το πράτηγο, για ν’
αρχίση η προσέγγισις και η γνωστήν διαδικασία.
Η βάρκα του λιμεναρχείου προηγείτο, με τον Λιμενάρχην, τον αστύατρον και τον
πράκτορα. Έβγαιναν στο βαπόρι, ήλεγχαν τα χαρτιά του, ως και αν έχη άρρωστον μέσα,
διότι τότε τα βαπόρια αυτά έπιαναν στην Αίγυπτον, όπου έβραζε η χολέρα και εφ’ όσον
όλα ήσαν εν τάξει, έφευγαν με την βάρκα και φώναζαν «Πράτηγο!!». Αμέσως ξεκινούσαν
τα πλεούμενα, πλεύριαζαν στο βαπόρι και άρχιζε η φορτοεκφόρτωσις.
Βλέπει, λοιπόν, ο Χουσεΐν καπετάνιος από το παρατήριό του το μπουρίνι ξαφνικά
να ‘ρχεται και το βαπόρι να τραβά την άγκυρά του για να φύγη, παρατώντας την μαούνα
στο πέλαγος έρμαιον των κυμάτων (ήταν ο σκυλοπνίχτης του Τζών), και τραβά μια
φωνάρα… που σείστηκε κυριολεκτικά το λιμάνι… «Γλακάτε (τρεχάτε), μωρέ, και χάνεται η
μαούνα με τσ’ ανθρώπους μέσα!!!».
Δεν είχε αποτελειώσει την φράση του και όλοι οι λιμανίτες, με την ψυχή στο στόμα,
στέκονται και περιμένουν την διαταγή. Ορμούν οκτώ Τούρκοι, διαλεκτοί κωπηλάτες και
κολυμβηταί, πετούν τα ρούχα των, γιατί παπούτσια δεν είχαν, στέκει κι ο καπετάνιος στο
τιμόνι και ξεκινούν.
Ο κόσμος εν τω μεταξύ στην πόλιν ακούει το σφύριγμα του βαποριού και βλέπει και
το μπουρίνι και τρέχουν όλοι στο λιμάνι να δουν τι γίνεται. Πολλοί πάνε μπρος από το
φανάρι που προεκτείνεται λίγα μέτρα ο μώλος και με κίνδυνο να παρασυρθούν από τα
κύματα που τον καβαλικεύουν, περιμένουν ίσως και μπορέσουν να βοηθήσουν την ώρα
που θα στρίβουν τα πλεούμενα, για να μπουν στο λιμάνι, που ήταν το πλιό επικίνδυνο
σημείο.
Μόλις έστριψεν η βάρκα τον μώλο αυτό και βγήκε στο πέλαγος, έρχεται ένα θεριό
κύμα, θέτει μια στην βάρκα, την τινάζει ολόρθη σαν καρυδότσουφλο στον αέρα αλλά χωρίς
να την αναποδογυρίση. Οι κωπηλάτες έγιναν ένας σωρός στην πρύμνη της βάρκας, έτσι
που το κύμα την έστεσε ολόρθη, μα μόλις αυτή έκατσε, πάλι ορμούν σαν θεριά και πιάνουν
τα κουπιά.
Ο καπετάνιος της βάρκας ολόρθος κουλαντρίζει την τιμονιέρα με τα πόδια του,
όρθιοι και οι κωπηλάτες πέφτουν ανάσκελα στα κουπιά, που τα πιέζουν με όλο τους το
κορμί, με τα χέρια και τα πόδια και πάνε να σπάσουν από το ζόρι που τους δίνουν… αλλά
αυτού!… εκεί! … αυτοί, ακλόνητοι μπρος στον θάνατο, τραβούν, παλεύοντας λιονταρίσια
και φτάνουν την μαούνα.
Εμείς οι θεαταί, με την γλώσσα κυριολεκτικά καταπιωμένη, παρακολουθούμε αυτόν
τον υπεράνθρωπο αγώνα που καταβάλουν άνθρωποι αγράμματοι αλλά με την ψυχή
γεμάτη γνώση, που δεν αποκτάται με τα γράμματα, παρά μόνο αν έχης κληρονομιά την
μαγιά μέσα σου, όπως την είχαν αυτοί.
Εβλέπαμε με δέος, μια την μαούνα να σκαμπανεβάζη στην τρούλα του κυμάτου και
στην στιγμή να χάνεται από τα μάτια μας και την άλλη, την βάρκα στην τρούλα και τους
κωπηλάτες να κάνουν λυσσασμένο αγώνα, για να προχωρήση και να σύρη πίσω της και την
μαούνα μαζύ και πάλι να χάνεται μέσα στα κύματα και να προβάλλη η μαούνα με τον
κάβο που την έσερνε τεντωμένο να σπάση, από το ζόρι που του ‘δίναν τα θεριά που
αγωνίζουνταν μέσα στην βάρκα.
Τέλος, έφτασαν μπροστά στον μώλο, στην στροφή, αλλά η στροφή αυτή ήταν
θανάσιμα επικίνδυνη, γιατί την ώρα που θα ‘στριβε η μαούνα υποχρεωτικά θα εξετίθεντο
τα πλευρά της στην μανία των φοβερών κυμάτων, ώστε ή θ’ αναποδογυρίζετο ή θα την
παρέσυραν να την πετάξουν έξω στην άμμο ή στον μώλο κι έτσι να χαθούν και οι άνθρωποι
και η μαούνα.
Σηκώνεται, λοιπόν, ο πρώτος κωπηλάτης, Χουρχίτης με τ’ όνομα, απλώνει τα χέρια
του και ζητά σκοινί από τους ανθρώπους που στέκονταν στην άκρη του μώλου, κάτω από
το φανάρι. Οι άνθρωποι, που επί ταυτού στέκονταν εκεί, έτοιμοι ως ήταν, πετούν τον κάβο
και τον πιάνει ο Χουρχίτης, σκύβει να τον δέσει στην βάρκα, για να ελευθερώση τα χέρια
του να πιάση το κουπί και όλοι μαζύ να τραβήξουν την μαούνα από τον μώλο και να πάρη
την στροφή, αλλά καθυστερεί… τραβιέται το σκοινί και ως ήτανε σκυμμένος, παρασύρεται
και πέφτει στην θάλασσα.
Αυτό ήταν το τέλος της ζωής του! Ούτε ξαναφάνηκε στον αφρό, ούτε τον βρήκαν
ποτέ! Τον τύλιξαν τα φοβερά ρεύματα και χάθηκε για πάντα, κι ας ήταν, όπως όλοι το
ανεγνώριζαν, ο καλύτερος κολυμπητής του λιμανιού.
Εν τω μεταξύ, βγήκε και μια άλλη βάρκα, δίκωπη, με τον σκοπό να δώση τον κάβο
στην μαούνα.
Μόλις, όμως, ξεκίνησε από τον μώλο, έρχεται ένα κύμα, μα τι κύμα… Ακόμα το
βλέπω στα μάτια μου, να τρέχη αφηνιασμένο άλογο… Τινάζει μια στην βάρκα, την σηκώνει
στον αέρα ολόρθη, την αναποδογυρίζει. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται δέκα μέτρα από την
μπουμπουρισμένη (ανάποδα) βάρκα, αλλά άλλο κύμα, αφηνιασμένο, θέτει μια στην
βάρκα, την σηκώνει ολόρθη ξανά και βρίσκεται γυρισμένη στα ίσια να πλέη, σαν είκοσι
μέτρα παρακάτω.
Εμείς, με την ψυχή στο στόμα, παρακολουθούσαμε το τρομερό δράμα, που
εκτυλίσσεται μπροστά μας και βλέπομε τους ναυαγούς να πλησιάζουν την βάρκα, οπότε
την φτάνει ο ένας και γαντζώνεται στην πλώρη της από το ξύλο που περισσεύει, ο άλλος
όμως σηκώνει τα χέρια του ψηλά και χάνεται.
Αυτά όλα εξελίσσοντο σε απόσταση μικρότερη από 50 μέτρα από κει που
στεκόμασταν, χωρίς να μπορούμε να βοηθήσωμε με κανέναν τρόπο.
Εν το μεταξύ, η βάρκα που είχε απομείνει με επτά ανθρώπους, εξακολουθεί, παρά
την εξαφάνιση του καλλίτερου της κωπηλάτη, να παλεύη για την σωτηρία των επιβατών
της μαούνας και την δική των. Αλλά μάταια, γιατί μια έφτανε η μαούνα μπρος την στροφή,
μια ερχόνταν ένα βουνό κύμα… και βάρκα και μαούνα ξαναβρίσκονταν στο πέλαγος.
Στο τέλος, ένα κύμα σπρώχνει την μαούνα με την βάρκα μπροστά στον μώλο και
ευνοϊκά ρεύματα βάζουν και τα δυο σκάφη στο λιμανάκι. Τα ρεύματα σπρώχνουν και την
δεύτερη βάρκα προς την αρχή της προκυμαίας, όπου ως επλησίασεν πετούν ένα αγκυράκι
δεμένο με σκοινί, πιάνουν την βάρκα, την πλησιάζουν και στα γρήγορα τραβούν τον
Χουσάκι, αυτόν που είχε πιαστεί και σκαρφαλώσει απάνω της, από την πλώρη που ήταν
γαντζωμένος.
Μετά δυο λεπτά, η βάρκα είχε γίνει θρύψαλα.
Αργότερα, βρέθηκε νεκρός ο σύντροφός του να πλέη στην είσοδο του λιμανακιού
μας.
Αυτό ήταν ένα επεισόδιον από τα πολλά που τραβούσαν οι αφανείς αυτοί ήρωες,
χωρίς ποτέ να βαρυγκομήσουν ή να δειλιάσουν μπροστά στον κίνδυνο, αλλά πάντα με
αυτοθυσία και ανθρωπιά άφθαστη, προσέφεραν την ζωή των.
Λιμανάκι…. Ο Δερβίσης
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΜΑΣ δεν περιοριζότανε μόνον στην μεταφορά των
μαουνών, ήταν και των επιβατών, που ο βαρκάρης υποχρεωνότανε να παλεύη όχι μόνο το
φοβερό θαλασσομάνι, αλλά τον τρόμο και τις φωνές απελπισίας των γυναικών, που στην
αλήθεια δεν ήταν αδικαιολόγητες.
Σ’ αυτό το έργο, που ήταν απείρως πιο επικίνδυνο, γιατί μ’ ένα καρυδότσουφλο
πάλευαν τρομερές θάλασσες, είχαν δε και την ευθύνη για τις περίπου δεκαπέντε ψυχές
που ήταν μέσα στην βάρκα, υπεύθυνοι και εκτελεσταί ήσαν οι Χριστιανοί, με αρχηγό τον
Δερβίση.
Αυτός ήταν ένας πολύ ιδιόρρυθμος τύπος.
Ήταν κοντός, αδύνατος, εκπαιδευθείς περί την μαγκείαν εις Πειραιάν, όθεν και είχε
μάθει, ενίοτε, να ροφά χασισάκι, όχι παθιασμένα, αλλά όταν οι στενοχώριες και τα βάσανα
το καλούσαν…
Όποτε, λοιπόν, συνέβαινε τοιούτον τι, επήγαινε στο στέκι του, που ήταν ένα
καφενεδάκι, εκεί που τώρα είναι η πρώτη ταβέρνα ως μπαίνομεν στο λιμανάκι από την
προκυμαία. Εκεί καθισμένος που λέτε, με ύφος μάγκα και φορώντας μαύρα ρούχα,
σακκάκι πάντοτε φορεμένο από την μια μανίκα, την αριστερή, για να ‘ναι το δεξί χέρι
λεύτερο να ξεπλύνει με μαχαίρι την προσβολή, πανταλόνι τζογέ, δηλαδή στενό στο κάτω
μέρος, τόσο, που να μη χωρή να βγη ούτε και ξυπόλυτο το πόδι του, παρά μετά από
προσπάθεια, και στο πάνω μέρος φαρδύ, να τον χωρά δυο φορές. Μια χωρίστρα ακριβώς
πάνω από το δεξιό φρύδι, με την μαλλιαδούρα στο άκρον κατσαρή και γυρισμένη σαν
λουκάνικο και μαστουρωμένος ων, από καρέκλας έβγαζε ένα λόγο, που ούτε ο ίδιος
καταλάβαινε τι έλεγε.
Τέλος πάντων, αυτός ο άνθρωπος είχε μια ψυχή… βουνό!
Αυτός είχε σώσει από βέβαιο πνιγμό πάνω από είκοσι παιδιά, γιατί ακριβώς
απέναντι από το στέκι του πλεύριζαν τα μεγάλα ιστιοφόρα, που με μια μεγάλη τράβα
συνεδέοντο με την ξηρά… Νεαρά, λοιπόν, παιδιά, συνήθως χωριατάκια, που εδιψούσαν να
δουν πως ήταν μέσα στα καΐκια, περιφρονώντας ή μάλλον αγνοώντας τον κίνδυνον που
έκρυβε η τράβα, όταν έφτανε κανείς στην μέση της που ετραμπάλιζε, έχαναν την
ισορροπίαν των και να τα μέσα στη θάλασσα.
Ο Δερβίσης, που καθότανε απ’ έξω από τον καφενέ και ροφούσε τον καφέ του
φουμάροντας ναργιλέ, αλλά και παρακολουθών τα γύρω του συμβαίνοντα, μόλις
αντελαμβάνετο πως καθυστερούσε το κοπέλι να πλέξη, άρα δεν ήξερε κολύμπι και θα
πνιγότανε, σαν αστραπή, όπως ήταν με τα ρούχα, βουτούσε και το ‘βγαζε στην επιφάνεια
κρατώντας το από τα μαλλιά.
Εν τω μεταξύ, έτρεχαν και οι άλλοι λιμανίτες και τραβούσαν έξω το παιδί και τον
σωτήρα του. Ο Δερβίσης, μούσκεμα βέβαια, όπως ήταν, τινάζονταν να πετάξη το νερό από
πάνω του, κτυπούσε τα παπούτσια του χάμω και πλησιάζοντας το παιδί που έκανε πως
έκλαιγε, για να μη φάη ξύλο που του ‘βγαινε, το ‘πιανε από το χέρι, τού ‘δινε ένα
σκαμπιλάκι και του ‘λεγεν… «Άντε, ρε, τράβα και μη σε ξαναδώ στα μάτια μου!…»
Αυτός, λοιπόν, ήτανε ο άφθαστος αρχηγός των βαρκάρηδων, που επέβλεπε και
οδηγούσε τις άλλες βάρκες και τον υπάκουαν και Τούρκοι.
Όταν τύχαινε να είναι κακοκαιρία αλλά το βαπόρι μπορούσε, με αρκετό κίνδυνο
όμως, να δουλέψη, αποφάσιζε ο πλοίαρχος να πιάση υπολογίζοντας και στηριζόμενος κατά
κύριον λόγον στον Δερβίση, αλλά και στην ικανότητα των βαρκάρηδων. Σφύριζε, λοιπόν,
για να ειδοποιήση πως θα πιάση να δουλέψη και αμέσως γέμιζε η βάρκα με 10-15 επιβάτες
και όρθιος ο Δερβίσης στο τιμόνι, που το κουλάντριζε με δυο σχοινάκια δεμένα δεξιά και
αριστερά της τιμονιέρας, έβγαινε έξω από το λιμάνι.
Αλλά τι ήταν να βγη! Κύματα σαν αφρισμένα άλογα, πότε πετούσαν την βάρκα στον
αφρό, πότε αυτή εξαφανίζονταν ανάμεσά τους. Εν τω μεταξύ, πολλοί πολίτες, που είχαν
ακούσει το σφύριγμα του βαποριού, κατεβασμένοι στο μουράγιο παρακολουθούσαν με
αγωνία την βάρκα να παραδέρνει σαν τρελλή και τους κωπηλάτες να αγωνίζωνται σαν
θεριά να κατορθώσουν να πλησιάσουν την βάρκα στο βαπόρι.
Εκείνο όμως που επέτεινεν την συγκίνηση των θεατών ήταν οι απελπισμένες φωνές
των επιβατών, που γίνουνταν πραγματικός σύθρηνος κάθε φορά που ανεβοκατέβαινε η
βάρκα.
Επί τέλους, μετά από πάλη άνω από μισή ώρα, έφταναν στο πλοίο. Αλλά πως να
σιμώση, που τα κύματα το ‘γλειφαν και πότε σκέπαζαν την σκάλα, πότε άφηναν ένα χάος
από κάτω της, και τίναζαν και την βάρκα άνω από πέντε μέτρα μακρυά…
Ο Δερβίσης, όλο αυτό το διάστημα όρθιος και με τα σκοινάκια του τιμονιού στα
χέρια, κρατώντας εκπληκτική ισορροπία, κατηύθυνε την βάρκα. Επί τέλους, με άφθαστη
τέχνη, διαλέγει ένα κύμα, πλησιάζει την βάρκα στο πλοίο και ο κωπηλάτης της πλώρης,
κρατώντας στο χέρι ένα γάντζο δεμένο με σχοινί, περιμένει την διαταγή του Δερβίση για να
τον πετάξη. Μόλις παίρνει την διαταγή, πετά τον γάντζο, πιάνει την σκάλα, δένει την βάρκα
με το σχοινί και πετιέται στο πλατύσκαλο της σκάλας, όπου, για να σιγουρευτή μην τον
πάρη το κύμα, που πότε τον πιάνει ως την μέση και πότε βλέπει το χάος που ανοίγεται από
κάτω του, περιμένει απείκως διαταγή από τον Δερβίση.
Ο Δερβίσης παραμερίζει τους άλλους κωπηλάτες και με το ζόρε σέρνει ένα-ένα
επιβάτη στην πλώρη της βάρκας και στρεφόμενος προς τον κωπηλάτη που στέκονταν
έτοιμος στην σκάλα… «Άρπα!», του φωνάζει, ακριβώς την στιγμή που το κύμα σήκωνε
ψηλά την βάρκα, πλάι στην σκάλα, και του πετά σαν τσουβάλι, παρ’ όλες τις σκληριές και
τα κλάμματα, την επιβάτιδα που την πιάνει στον αέρα ο ναύτης, την αποθέτει στα
σκαλοπάτια να βγη στο βαπόρι και γυρίζει, έτοιμος πάλι, να πιάση το ίδιο και έναν έναν
όλους τους επιβάτες.
Αυτή η διαδικασία γίνουνταν σε κάθε επιβάτιδα. Μόνο τους άνδρες περιορίζετο να
τους υποστηρίζη από την μασχάλη απλώς, για να μην πέσουν, επειδή η βάρκα
σκαμπανέβαζε σαν τρελλή και ο μόνος που μπορούσε να σταθή όρθιος ήταν ο Δερβίσης.
Όταν έφθανε στο σημείο που αυτός ενέκρινε, έσπρωχνε τον επιβάτη, άπλωνε τα
χέρια του ο ναύτης της σκάλας, τον έσερνε πάνω στην σκάλα και τον άφηνε να βγη μόνος
του στο βαπόρι. Αυτά γινότανε αστραπιαία και με πολύ μεγάλη προσοχή και ακρίβεια,
γιατί η ελαχίστη κακή εκτίμησις θα στοίχιζε την ζωή ενός ανθρώπου.
Πρέπει να σημειωθή ότι στα χρόνια μου δεν συνέβη να πνιγή επιβάτης, αν και αυτή
η διαδικασία και σκληρή πάλη γινότανε πάρα πολύ συχνά, γιατί αυτό συνέβαινε όχι μόνον
κατά την επιβίβασιν αλλά και κατά την αποβίβασιν των επιβατών.
Κατά τον χειμώνα, κάθε προσέγγισις πλοίου γινότανε σχεδόν με όχι μπονάτσα και
επαναλαμβανότανε αυτή η ηρωική πάλη προς τα στοιχεία της φύσης.
Σ’ αυτόν τον άνθρωπο, λοιπόν, η μοίρα επεφύλασσε ηρωικόν τέλος.
Κατά την κατάληψίν μας από τους Γερμανούς, ευρίσκετο στα Περιβόλια, όπου ένας
Γερμανός αλεξιπτωτιστής ηθέλησε να τον συλλάβη. Αυτός όμως αντέστη και, αμ’ έπος αμ’
έργον, ο «πολιτισμένος» αλλά χωρίς γνώση τραβά το μπιστόλι του και σκοτώνει τον γέρο
και ανήμπορο άνθρωπο, τον προικισμένο με τόση γνώση και ανθρωπιά.
Λιμανάκι: Φάρος
ΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΟΣ ΜΑΣ, το οποίον εκάλυπτε ολόκληρη την βόρεια πλευρά
του, το λέγαμε κήπο, γιατί ως ήταν καμωμένο με τεράστια θόλατα, τα οποία όχι απλώς
είχαν καλύψει με χώματα αλλά στρώσει πραγματικά και είχαν γεμίσει με ρύκια που είχαν
φυτέψει και στην μέση είχαν κοσμήσει με ένα αναβρυτήριο, με γύρω γύρω πλακάκια, δεν
έδιδε την εντύπωσιν φρουρίου, αλλά κήπου. Εις το βάθος του κήπου υπήρχε μικρό σπιτάκι
για αναψυκτήριο, όπου πότε πότε έπαιζε η ρωσσική μουσική.
Αμέσως μετά τον κήπον, άρχιζε ο βραχίων του λιμένος που εκάλυπτε με τον φάρο
το ανατολικόν τμήμα του. Στην αρχή αυτού του βραχίονος ήταν κτισμένο ένα
μικροσκοπικό σπιτάκι, όπου διανυκτέρευε ο φαροφύλακας. Το ως ανωτέρω σύνολον
αποτελούσε ένα ανεπανάληπτο κόσμημα, το οποίον, δυστυχώς εν μέρει μόνον, υφίσταται
ακόμη.
Ο φάρος αυτός είχε δύο λάμπες που κάθε μία είχε από δυο φυτίλια. Κατετόπιζε με
το αμυδρό φως του τους ναυτιλλομένους, τον άναβε δε ο φαροφύλακας απ’ όταν έδυε ο
ήλιος ως την ανατολή του.
Την υπεύθυνη αυτή εργασία έκανε ένας, ο καπετάν Τζουριός, που ήταν ένας
τεράστιος άνδρας, με πλάτες παλαιστού και ύψος άνω από 1,90 μέτρα. Αυτός είχε
διορισθεί φαροφύλακας τιμής ένεκεν, γιατί, όταν είμαστε υποδουλωμένοι στους Τούρκους,
κουβαλούσε με καΐκι, και υστερότερα με βαποράκι, πολεμοφόδια στους αντάρτες στην
πίσω μεριά της Κρήτης. Δυο φορές τον βούλιαξαν οι Τούρκοι και τις δυο γλύτωσε
κολυμπώντας.
Αυτός, λοιπόν, ο ήρωας, όλη νύκτα τον χειμώνα εκάθητο μέσα στο σπιτάκι του, από
το παράθυρο του οποίου έβλεπε μη τυχόν σβύσουν οι λάμπες για να τρέξη να τις
ξανανάψη.
Μετά καιρόν απεχώρησε της υπηρεσίας συνταξιοδοτηθείς και τον διεδέχθη ο
Καυκαλάς, και αυτός με αξιόλογη πολεμική δράση.
Το επάνω στον κήπο αναψυκτήριον, το είχε ενοικιάσει ο Κόκκινος (παρανόμι), το
όνομά του ήτο Εμμανουήλ Χαμαράκης, και το κρατούσε ανοικτό και την νύκτα, όπου και
κατέφευγαν πολλοί νέοι, κατά τις ατελείωτες νύκτες του χειμώνα.
Αυτός ο άνθρωπος ήταν προικισμένος με ωραίαν αφηγηματικότητα, αλλά ήταν και
ψεύτης φοβερός.
Τις νύκτες, λοιπόν, του χειμώνος, επήγαιναν ορισμένοι νέοι, καθίζανε, τον βάζανε
στην μέση, τον παρακαλούσανε με τρόπο να αρχίση να διηγήται και αλλοίμονον σ’ εκείνον
που θα τολμούσε να διαψεύση τα λεγόμενά του. Έπρεπε να στέκεται πλάι στην πόρτα, που
να του είναι εύκολο να πεταχτή έξω, αλλοιώς εκινδύνευεν η ακεραιότης του. Χάρις στην
ευκολία που έπλαθε τους μύθους αυτούς, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ανάξιοι προσοχής
ήταν, κατώρθωνε να ζη απ’ αυτήν την δουλειά, σκαρώνοντας, σαν Μυνχάουζεν, συχνά
ιστορίες προς μεγάλη διασκέδασιν των ακροατών του, οι οποίοι με επιφωνήματα δήθεν
θαυμασμού, παρεδέχοντο τα φαντασιώματά του, από μέσα των δε σκούσαν στα γέλια.
Τύχαινε καμμιά φορά να τολμήση κανείς να του φέρη αντίρρηση, οπότε, για να μην
οξυνθούν τα πράμματα, επενέβαιναν και τα συμβίβαζαν μια παρέα εκλεκτών νέων, που ως
ήσαν και ταχτικοί πελάτες, είχαν το απαιτούμενο κύρος.
Δεν μπορώ βέβαια να σας διηγηθώ όλες του τις φαντασιώσεις, αλλά μερικές θα σας
τις γράψω.
Επειδή τύχαινε να είναι μανιώδης κυνηγός, μεταξύ των διαφόρων κατορθωμάτων
που διηγείτο ήταν ότι… μια φορά που κυνηγούσε στον Πλατανιά, έπεσεν πλάι του ένα
κοπάδι χειμάδια. Αμέσως αυτός πυροδοτεί και τις δυο κάνες του όπλου συγχρόνως και τι
να δη; Μαύρισεν το χωράφι από σκοτωμένα πουλιά. Τρέχει, λοιπόν, τα μαζώνει και γεμίζει
τρία τσουβάλια. Κάποιος των ακροατών τόλμησε να τον ρωτήσει… «Μα είναι δυνατόν, με
δυο φυσέκια να σκοτώσης τόσα πουλιά;».
Αμέσως αυτός οργισμένος, του απαντά… «Ναι, μωρέ μπουνταλά! Τα σκότωσα, γιατί
τσι ‘παιξα σουρουπανιστές!», δηλαδή, ώστε να προκάμουν να βγουν τα σκάγια από τις
κάννες του ντουφεκιού, πρόκαμε και κουνούσε το ντουφέκι δεξιά κι αριστερά και
σκόρπιζαν τα σκάγια.
Άλλη φορά πάλι, εδιηγείτο ότι ήταν στην Αίγυπτο και κολυμπούσε στον Νείλο
γυμνός, οπότε μια στιγμή, εκεί που κολυμπούσε, σκοτείνιασε ο κόσμος γύρω του…
«Παναγία μου!», λέει κατατρομαγμένος, «….ήντα τρέχει; Κάνω τη χέρα μου ετσέ, πιάνω
σκώθια. Κάνω την άλλη μου χέρα ετσέ, πιάνω άντερα. Μονομιάς ένοιωσα πως μ’ είχεν
φαωμένο θεριό τση θάλασσας. Και σκέφτομαι. Πας τα, κακομοίρη Μανώλη! (το όνομά
του). χάθηκες! Το γιαμιάς, σφίγγω το νου μου και αρπώ το σουγιά μου και τόνε καρφώνω
στην κοιλιά του θεριού και μονομιάς ξερνά και με πετά όξω και σώθηκα».
Κάποιος των ακροατών αποτολμά και τον ρωτά… «Μα που βρήκες εδά, Μανωλάκη,
το σουγιά, απού ‘σουνε ολόγυμνος και στα χέρια σου εκράθιες τσοι κοιλιές και τα σκώθια;»
«Α, κακομοίρη μπουνταλά!» του απαντά… «Επαέ, μωρέ, στο αφάλι έχω μια
λαβωματέ από μπάλα τούρκικη και πάντα μου έχω ένα σουγιά εκειά χωσμένο κι εκείνοσας
μ’ έσωσε!»
Εύκολα φαντάζεται κανείς τι γέλια απηκολούθησαν, αλλά πνιχτά και ως εκ τούτου
ακράτητα γιατί φανερά δεν ετολμούσε κανείς να γελάση.
Ο μακαρίτης ο Κόκκινος, σαν κυνηγός, ήταν και δεισιδαίμων.
Η παρέα, λοιπόν, αυτή των διαλεκτών νέων που συνεβίβαζαν τους πελάτες με τον
Κόκκινο, όταν τσακώνονταν, απεφάσισαν ένα Σαββατόβραδο να μην κοιμηθούν και να του
στήσουν καρτέρι στο δρόμο που θα περνούσε για να πάη στο κυνήγι, με σκοπό να τον
πειράξουν.
Κατά τα ξημερώματα, λοιπόν, ένας από αυτούς κρύφτηκε στο στενό της τότε
Δημαρχίας, ο δεύτερος στο στενό της Χαλάστρας κι ο τρίτος στο ξύλινο γεφύρι του
Καμαρακιού, που τότε ήταν ανοικτό ρυάκι και ήταν εκεί που τώρα είναι η λεωφόρος
Κουντουριώτου.
Έτσι λοιπόν τοποθετημένοι, περίμεναν τον δυστυχή Μανωλάκη.
Όντως δεν είχε ακόμη διαφωτίση και να!… τον Μανωλάκη, που κούτσαινε λίγο, να
σέρνη τον σκύλο του και να τραβά για το κυνήγι. Μόλις, λοιπόν, έφτασε στο ύψος του
στενού της Δημαρχίας, πλησιάζει ο πρώτος, δήθεν αδιάφορος και του λέει… «Καλή μέρα,
Μανωλάκη!» Αυτός του γυρίζει την πλάτη αλλά δεν του απαντά, για να μην του φύγη το
γούρι.
Προχωρεί, λοιπόν, και φτάνει στην Χαλάστρα, οπότε πηδά ο δεύτερος και δήθεν
έκπληκτος του λέει… «Ω! πρωί πρωί σηκώθηκες! Καλημέρα σου…»
Ο Μανωλάκης δεν του απαντά, μόνο γυρίζει τα μούτρα του πέρα. Από μέσα του,
όμως, κάνει ολάκερη λειτουργία και συνεχίζει τον δρόμο του. Φτάνει στο γεφύρι που τον
περίμενε ο τρίτος.
«Καλημέρα, Μανωλάκη», του λέει. «… Που πας;…» Και τότε πνιγμένος από θυμό
αυτός του λέει… «Στραβός είσαι, μωρέ; Σκύλο, μωρέ, θωρείς και σέρνω! Ντουφέκι, μωρέ,
κρατώ και με ρωτάς που πάω: Στο διάολο, μωρέ, πάω, στο διάολο!»
Και γυρίζει πίσω!
Λιμανάκι: Καρνάγιο – Ψάρεμα
ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΜΑΣ ΔΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥΕ πάντοτε το άγχος και η πάλη. Τα καλοκαίρια
έπαιρνε μια ζηλευτή ειδυλλιακή γαλήνη. Το καλοκαίρι άδειαζε από καΐκια, γιατί φρόντιζαν
να είναι πάντα ναυλωμένα και μόλις φορτώνουνταν το εμπόρευμα, ξεκινούσαν,
κυνηγώντας να εκμεταλλευτούν και την πλιό ασθενή πνοή ανέμου κι ας έμεναν στο
πέλαγος ακίνητα τον περισσότερο καιρό. Αρκεί κάπως να πρωχωρούσαν, να φτάσουν
ενωρίτερα στον προορισμό, να εισπράξουν τους ναύλους, για να ξεχειμωνιάσουν.
Έτσι, λοιπόν, έμενε η λεκάνη του λιμανιού σχεδόν αδειανή και εγέμιζε η επιφάνειά
της από κεφαλόπουλα… Κάθε απόγευμα κατέβαιναν οι ερασιτέχνες ψαράδες με τα
καλαμάκια των και καθισμένοι σε μικρά σκαμνάκια, εγέμιζαν τον μώλο ψαρεύοντάς τα.
Αυτή η σιωπηλή απασχόλησις δεν ετάραζε την επικρατούσαν ησυχία. Μόνο οι
κτύποι των βαρελάδων που είχαν τις βιοτεχνίες των στο λιμάνι, όπου και σκάρωναν
χιλιάδες βαρέλια ξύλινα, για να βάζουν τα κίτρα.
Από αυτήν την βιοτεχνία αποζούσαν πολλές οικογένειες. Η κίνησις για τα κίτρα και
τα λάδια απορροφούσε όλη την παραγωγή.
Για να αντιληφθήτε το μέγεθος της κινήσεως στα κίτρα, σας λέω ότι παρ’ όλον που
σχεδόν καθημερινά φόρτωναν βαπόρια για την Ευρώπη, εν τούτοις ήταν σχεδόν πάντα
γεμάτη η προκυμαία από βαρέλια με κίτρα στο προς την θάλασσαν πλακόστρωτό της και
όχι μόνον αυτό, αλλά και στην άμμο να φτάση κανείς, μέχρι εκεί που είναι το κέντρο
«Δελφίνι» και πέρα απ’ αυτό.
Είμασταν ο πρώτος κιτροπαραγωγός Νομός της Κρήτης.
Επίσης το καλοκαίρι δίνανε ζωή στο λιμανάκι οι ιταλικές τράτες που ψάρευαν τα
ψάρια με συρτή.
Οι ψαράδες, εκείνη την εποχή, ψαρεύανε μόνο με παραγάδια, με μικρά δίχτυα και
με γρι-γρι. Πολλές φορές, οι Ιταλοί πίνοντας κρασάκι βγαίνανε στο κέφι και τραγουδούσαν
πολύ ωραία, προς μεγίστην διασκέδασιν ολοκλήρου του λιμανιού.
Οι τράτες που ψάρευαν οι Ιταλοί ήταν δύο ζευγάρια με πανιά μόνο, με πλήρωμα
γύρω στους τριάντα ναύτες. Πλοίαρχος των και αρχηγός και των δύο ζευγαριών ήταν ο
καπετάν Γιακουμής, Ιταλός βέβαια κι αυτός.
Μαζί των είχανε και μερικά παιδάκια που έβγαιναν, ως ήτανε πολύ ελαφρά, στην
τρούλα του μοναδικού πανιού που είχε η τράτα και με τα χεράκια και ποδαράκια των
μάζευαν το πανί και το έδεναν με σχοινάκι που, επί τούτου, ήταν στερεωμένο στο ξάρτι κι
έτσι, μαζεύοντάς το σιγά σιγά, εκατέβαιναν κάτω.
Το πανί των ήταν ιδιόρρυθμο. Ήταν ένα μονοκόματο τεράστιο ξάρτι που
κρατιώτανε σε στύλο δύο μέτρα από την πλώρη, το δε υπόλοιπο που ήταν άνω από οκτώ
μέτρα, στέκονταν πολλές φορές ολόρθο ή ελαφρά πλαγιαστό, ανάλογα με τον καιρό.
Μια φορά, λοιπόν, ήταν στο πέλαγος και ο καιρός επέβαλε να μαζευτή το πανί.
Βγήκαν τα παιδάκια να το μαζέψουν και φαίνεται πως από το σκαμπανέβασμα της τράτας
ζαλίστηκε το μικρότερο παιδάκι και από την τρούλα που ήταν έπεσε στο κατάστρωμα και
έμεινε νεκρό.
Τι ήταν να γίνη αυτό το κακό!… Όλο το λιμάνι εστάθηκε στο πόδι!!
Οι δύστυχοι Ιταλοί, αλλά και οι Τούρκοι και οι Έλληνες, το έκλαψαν σαν δικό τους
παιδί. Μέγα πένθος σ’ όλο το λιμάνι!!
Από ‘κει κι ύστερα πέρασαν πολλοί μήνες ώστε να συνέλθουν οι Ιταλοί και ν’
ακούσωμε ξανά τις ωραίες των καντάδες.
Αυτή η αλληλεγγύη και αγάπη που συνέδεαν όλους τους ναυτικούς μας ήταν όντως
συγκινητική, χαρακτηριστική ανθρώπων με γνώση και ανθρωπιά. Πολλές πράξεις αυτών
των βιοπαλαιστών προδίδανε την ψυχική ανωτερότητά των, όπως και η παρακάτω
συμπεριφορά των που αναφέρω.
Από την άλλη μεριά της πόλεως, κάτω από την Φορτέτζα, στον Άγιο Σπυρίδωνα,
στον αφρό της θάλασσας, ήταν εγκατεστημένο το καρνάγιο μας, το οποίον δεν διέθετε
παρά μόνον ένα μποτζεργάτη για να ανελκύη τα σκάφη που ήθελαν επισκευή και μια
γλύστρα, που άλειφαν με βοδινό ξύγκι για να γλυστρά εύκολα το σκάφος, ανελκυόμενο και
καθελκυόμενο.
Εν τούτοις, όλες οι μαούνες που χρησιμοποιούνταν για να γίνεται η εργασία στο
λιμάνι ως και βάρκες και ιστιοφόρα γύρω στους πενήντα τόνους, εκεί εκτίζονταν.
Αυτό το κατόρθωναν, γιατί ο αρχιμάστορας ήταν πραγματικά γερός μάστορας και οι
ολίγοι βοηθοί του άριστοι, όλοι Έλληνες.
Αυτός έβγαινε στα χωριά, έβλεπε τους κλάδους των βελανιδιών και όσους εύρισκε
με σχήμα που τον εξυπηρετούσε στην δουλειά του, τους αγόραζε και τους μετέφερε στο
καρνάγιο. Εκεί, ο ίδιος με μια μεγάλη μανάρα, που το σχήμα της ήταν καμωμένο να μην
κόβει κάθετα αλλά όπως ήταν πλαγιαστή, να πλανιάρη το ξύλο, χάρις εις την τέχνη του
έδιδε σχήμα και διαστάσεις απόλυτα ακριβείς. Έτσι μορφωμένα τα πλευρά του σκάφους,
ετοποθετούντο και εστηρίζοντο με μεγάλες ξύλινες πρόκες στην βάση (καρίνα),
σχηματίζοντας την μορφήν και τον όγκον που θα έπαιρνε το σκάφος. Αφού εκάλυπταν τα
πλευρά με σανίδια, τα καλαφάτιζαν, τα πίσσωναν και αμέσως φώναζαν τους λιμενεργάτες,
το καθελκούσαν και με τα κουπιά το μετέφεραν στο λιμάνι, όπου και συμπληρώνουνταν το
κτίσιμο του σκάφους.
Όλη η εργασία ανελκύσεως και καθελκύσεως των σκαφών γινόνταν από τους
λιμενεργάτες που έτρεχαν ανιδιοτελώς να κάμουν την δουλειά.
Έτσι κατόρθωναν όχι μόνο να διατηρήσουν το καρνάγιο αλλά και να εξυπηρετούν
πλήρως τις ανάγκες σε τέτοια σκάφη του λιμένος μας.
Ακόμη και τώρα σώζονται ίχνη του καρνάγιου, το οποίο η εξέλιξις ηνάγκασε να
διαλυθή.
Λιμανάκι: διάφορες ιστορίες
Η ΗΡΕΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΑΚΙΟΥ ΜΑΣ διεκόπτετο ενίοτε με την παρουσία του
Μουσταφά. Αυτός ήταν ένας αγαθός τύπος που έπασχε από δειλία, η οποία φανερωνότανε
έντονη άμα θα τον έπειθαν οι λιμενεργάτες να αποπειραθή να μπη σε μια βάρκα.
Μόλις θελα φανή, λοιπόν, στο λιμάνι, φορώντας μία μονοκόμματη ποκαμίσα και
κάτι τεράστιους φελλούς (ένα είδος τσόκαρα), τον παραλάβαιναν δύο δήθεν φίλοι του, οι
οποίοι με χίλια λόγια παραπλανητικά, τον έπειθαν να πλησιάση στην άκρη του μουράγιου.
Άμα, λοιπόν, έφθαναν εκεί, τραβούσαν την βάρκα και έφτανεν στα πόδια του μπροστά και
με χίλια λόγια τον έπειθαν να απλώσει το πόδι του. Μόλις, όμως, ετολμούσεν να το
απλώσει… Με τις φοβερές φωνάρες όλων των λιμενεργατών, «Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!…
Στο γιαλό ο Μουσταφάς!!!…», κατετρόμαζεν, τραβούσε το πόδι του και απελπισμένα
προσπαθούσε να απαλλαγή από την αγκάλη των φίλων του. Αμέσως νεκρική σιγή
βασίλευε, έως ότου θελα πεισθή εκ νέου ο Μουσταφάς να πλησιάση και ν’ απλώση το πόδι
του ξανά, οπότε αμέσως ακολουθούσανε οι φωνάρες, «Στο γιαλό…» και επαναλάμβάνετο η
ίδια κίνησις, να τιναχτή πίσω πάλι ο δυστυχής Μουσταφάς και να σκούν από τα γέλια όλοι
οι παρακολουθούντες. Αυτό επαναλαμβανότανε και ίσαμε δέκα φορές, ώσπου
απελπισμένος, απεφάσιζε αμετακλήτως να αναχωρήση.
Στο λιμανάκι δεν ήταν μόνο ο κήπος που τραβούσε τους νέους στο καφενεδάκι του
Κόκκινου, αλλά και ένα άλλο κέντρον καθαρά χαρτοπαικτικό, και το οποίον ήταν πάνω από
την νυν ταβέρνα «Λιοδάκι». Επειδή δε η είσοδός του ήταν σε απόμερο σημείο του
λιμανιού, πίσω από την τωρινή ταβέρνα και στο πάνω πλατύσκαλο της διπλής σκάλας που
είναι εκεί, το προτιμούσαν Τούρκοι και Έλληνες.
Αυτή η πράσινη τσόχα έχει την ιδιότητα να εξομοιώνει όλους που καθίζουν γύρω
της, ευγενείς ή αγενείς, μορφωμένους ή αμόρφωτους, πλούσιους ή πτωχούς που έτσι
εξομοιωμένοι και αδελφωμένοι, περιμένουν την τύχη να δώση σ’ άλλους την χαρά του
κέρδους, σ’ άλλους την ικανοποίηση χάνοντας αδιάφορα να επιδεικνύουν τον πλούτον
τους και εις άλλους, τους περισσοτέρους, την απελπισία του κατεστραμμένου.
Είναι βράδυ λοιπόν, χειμώνας, τραμουντάνα, που το κύμα κτυπώντας στο μουράγιο
έκανε να τρέμουν τα σπίτια γύρω στο λιμανάκι. Περασμένα μεσάνυχτα, μένουν ακόμη στην
λέσχη λίγοι σεϊριτζίδες (θεαταί) και ένας Τούρκος με ένα Χριστιανό και οι δυο μανιώδεις
και αχόρταγοι παίκτες. Παίζουν ζάρια.
Για να βλέπουν καλά, έχουν κατεβάσει την πετρελαιόλαμπα σχεδόν πενήντα
πόντους πάνω από το τραπέζι. Αποτείνεται, λοιπόν, ο Τούρκος στον Χριστιανό και του
λέει…
«Κατές ένα μπράμα; Ήντα ‘χεις ομπρός σου;…»
Μετρά τα λεπτά του ο Χριστιανός κι έχει μπρος του εκατόν πενήντα ναπολεόνια.
Παρακολουθεί ο Τούρκος το μέτρημα και βλέπει το ποσόν. Γυρίζει, λοιπόν, και του
λέει… «Βάνεις τα ούλα κι εγώ το σπίτι μου απέναντι στο Δεσποτικό;…»
Ο Χριστιανός το ακούει μα σκέπτεται και δειλιάζει, γιατί πρόκειται για μια ολόκληρη
περιουσία. Αλλά που κι αυτός, είναι καβήδικος κουμαρτζής και δεν τον αφήνει το σκουλήκι
να υποχωρήση… Ταλαντεύεται ακόμη λίγο και στο τέλος τα σπρώχνει όλα από μπροστά του
και δέχεται.
Παίρνει ο Τούρκος πρώτος τα ζάρια και τα τσουρά. Βγαίνει έξη-πέντε, σχεδόν
πλήρης επιτυχία, διότι δεν κερδίζεται αυτό παρά αποκλειστικώς με εξάρες.
Έρχεται η σειρά του Χριστιανού, τσουρά τα ζάρια αλλά στην τσόχα πέφτει μόνο ένα
ζάρι. Μωρέ τι γίνηκε το ζάρι… Όλοι παραξενεύονταν. Κοιτάζουν παντού. Κάτω από το
τραπέζι και γύρω στο δωμάτιο… αλλά άφαντο! Εν τω μεταξύ, το ζάρι που ‘πεσε στην τσόχα
δείχνει άσσο.
Ο Τούρκος, βλέποντας πως δεν βρίσκεται το ζάρι, γυρίζει και λέει του Χριστιανού…
«Ήθελα να κάτεχα, ήντα γυρεύετε άδικα να το βρήτε απού τούτονα…», και δείχνει τον
άσσο, «… ότι κι άνε δείξη κειόν’ απού γυρεύετε, χαμένοι θα ‘στε!».
Ο Χριστιανός, όμως, με τους σεϊριτζίδες εξακολουθούν να ψάχνουν να το βρουν κι
ας χάση… Μια φορά πάντως, χωρίς να πέση το ζάρι στην τσόχα, είναι δυνατόν ν’ ακυρωθή
η ριξιά.
Εκεί, λοιπόν, που το γυρεύουνε γύρω-γύρω, με το τράνταγμα του πατώματος που
ήταν ξύλινο, ξεκολλά το ζάρι που ήταν μπερδεμένο στην άκρη του αμπαζούρ (της λάμπας),
πέφτει, κτυπά πάνω στο ζάρι που έδειχνε άσσο, το γυρίζει και δείχνει εξάρι… Κυλιέται λίγο
παρακάτω και στέκει κι αυτό … στο έξη! Δηλαδή εξάρες! Η μόνη ζαριά που μπορούσε να
πάρη το έξη-πέντε.
Κόκκαλο, λοιπόν, με αυτό το συμβάν και οι παίκτες και το θεωρείο, χωρίς να
πιστεύουν τα μάτια των.
Πρώτος ο Τούρκος μιλεί και λέει… «Αφερήμ εφέντη μου!» (μπράβο) και πετά το
κλειδί του σπιτιού του στα χέρια του Χριστιανού.
Άλλη μια φορά, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, σ’ ένα ιδιαίτερο στρογγυλό τραπέζι,
κάθουνται τρεις Χριστιανοί, από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς της πόλεως, και περιμένουν
τον τέταρτο για να συμπληρωθή το καρρέ, να παίξουν πόκερ λίγους γύρους, να δοκιμάσουν
την τύχη τους και μόλις πάει παρά πέντε δώδεκα, να το διαλύσουν να πάνε στα σπίτια των
να κάμουν Πρωτοχρονιά. Κατά τις εντεκάμιση λοιπόν, φτάνει ο τέταρτος και παίζουν ως τις
δώδεκα παρά πέντε, οπότε σηκώνονται και μετρά ο κερδισμένος τα λεπτά του και είχε
κερδίσει… διακόσια ναπολεόνια! Ολόκληρη περιουσία.
Όλους τους παραπάνω παίκτες τους ξέρω με τα ονόματά των, πλην μου φαίνεται
περιττόν να τα αναφέρω.
Δύο ακόμα από τις ιστορίες που μας εδιηγείτο ο Κόκκινος
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΠΩΣ ο Μανώλης Χαμαράκης, με το παρανόμι «Κόκκινος», διότι
ήτο κοκκινοτρίχης, δεν ήταν συνηθισμένος καφετζής. Ήτο έξυπνος, ετοιμόλογος και στην
συζήτησή του σοβαρός και μετρημένος. Η αδυναμία του ήταν να κάνη τον καπετάνιο κι ας
του ‘λειπεν όχι μόνο το μπόι αλλά ήταν και κουτσός. Σερμαγιά για το καφενείον του, που
είχε κι ένα μπιλιάρδο, ήταν οι φαντασιώσεις του. Η μυθομανία του αυτή εξεδηλώνονταν,
όταν ΄θελα ερεθισθή από συνομιλητάς του και, προ παντός, αν του ‘βρισκες το κουμπί του.
Σε μια, λοιπόν, από τις συχνές επισκέψεις μας στο καφενείο του, τον βρήκαμεν με
ερεθισμένο τον εγωισμό του από προηγηθείσα παρέα. Του λέμεν λοιπόν…
«Ήντα ‘χεις, Μανωλάκη, και είσαι τσατισμένος;»
«Δε με παραιτάτε κι εσείς απού μου κάνετε τσοι έξυπνους…», η απάντηση.
«Στάσου δα, Μανωλάκη, μη σε παίρνει η φόρα. Εξηγήσου μας ήντα σου
συμβαίνει».
«Να, μωρέ. Εσείς θαρρείτε πως τα κατέχετε ούλα, μα κακομοίρηδες γελιέστε, γιατί
εγώ κατέω και είδα και με τα μάθια μου πράμματα που εσείς μουδέ στο όνειρό σας
μπορείτε να δήτε!»
«Στάσου δα, Μανωλάκη. Γιάντα τα ‘χης μετά μας που δε σου φταίμεν. Καλλιά δεν
είναι να μας πης να μάθωμεν κι εμείς κάτι τις από τον κόσμο που ‘χεις δη;…»
Μαλακώνει ο Μανωλάκης.
«Και ήντα να σάσε πω, απού δε κατέτε και πράμα από κόσμο. Κατέτε, μωρέ, τον
Πύργο του Αλφιέ! (Άιφελ), που είναι στην Γαλλία;»
«Ποιος είναι πάλι τούτοσας ο Πύργος του Αλφιέ: Πρώτη φορά τον ακούμεν.»
Με περιφρονητικό ύφος μας λέει…
«Και ήντα σάσε φταίω εγώ που δεν κατέχετε τον κόσμο. Αυτός, μωρέ, ο Πύργος
είναι στα Παρίσια κι ούλος είναι κτισμένος με ασημένια τάλαρα!»
«Για το Θεό, Μανωλάκη. Και ήντα λοής στέκει όρθιος…»
«Κολλημένα, μωρέ, είναι τα τάλαρα!»
Με θαυμασμό του λέμε…
«Για το Θεό! Πρωτάκουστα πράματα μας λες…»
«Ετσά, μωρέ, να τόνε δήτε, εκατόν πενήντα μέτρα ύψος απού ‘ναι, να λάμπη και να
μείνη ο νούς σας. Μόνο επαέ να ‘ρχεστε να με βρίσκετε, να ξεστραβωθήτε, να μην
κουτουλάτε σαν τζ’ άλλους Ρεθεμνιώτες!»
Άλλη πάλι φορά πήγαμεν παρέα μεγάλη, μήπως και τα καταφέρομεν και μας πη ο
Κόκκινος κάτι να γελάσωμεν, γιατί αυτό δεν ήτο τόσο εύκολο πράμα. Πολλές φορές
πηγαίναμεν και δεν άνοιγε το στόμα του, οπότε φεύγαμεν άπρακτοι.
Καθίζομεν, λοιπόν, και του παραγγέλνομεν καφέδες. Ένας όμως από μας, που το
ύφος του εκαπετανόφερνεν, του παραγγέλνει ξεχωριστά…
«Κάμε μου ένα πολλά βαρύ καφέ, Μανωλάκη».
Ο φίλος μας αυτός είχε ύφος πάντοτε καπετανίστικο επειδή, κάθε που γιορτάζαμε
μια μεγάλη νίκη μας στον πόλεμο του 1912, εξέθετε στην βιτρίνα του καταστήματος του
θείου του, που παρανόμαζαν «Ζούμπερο» και που ήταν στην οδό Τσάρου τότε, την
αρματωσιά του πατέρα του, ένα γκρά, μια διμούτσουνη μπιστόλα και απλωμένα στον πάτο
της βιτρίνας κάμποσα φυσέκια, άπαιχτα, του γκρα.
Σε λίγο φτάνει ο Μανωλάκης με τους καφέδες και μας τους σερβίρει, αλλά
ξεχωρίζει τον καφέ του φίλου μας, λέγοντάς του… «Αυτός είναι ο βαρύς ο δικός σου…» και
φεύγει.
Πάει, λοιπόν, ο φίλος μας να τραβήξη την πρώτη ρουφιά και φωνάζει έκπληκτος,
αφήνοντας το φλυτζάνι στο τραπέζι.
«Μανωλάκη, έλα παέ. Ήντα ‘ναι τούτονά που μου ‘φερες. Καφές είναι ή κάτι
άλλο;…»
Έρχεται κούτσα κούτσα ο Μανωλάκης και του λέει…
«Ήντα παράξενο θωρείς. Βαρύ δεν μου τόνε παράγγειλες; Βαρύ σου τον έκαμα!»
Γεμάτοι περιέργεια εμείς, πιάνομεν το φλυτζάνι του καφέ, που όντως ήταν βαρύ,
και το γυρίζομεν σιγά σιγά κι εχύθηκεν λίγος καφές, αλλά έπεσε και κάτι βαρύ χάμω. Το
πιάνομεν και βλέπομεν πως ήταν το μολύβι από άπαιχτη μπάλα φυσεκιού του γκρα.
Ο Μανωλάκης στέκει, μας κοιτάζει όλους και λέει…
«Ήντα παράξενο θωρείτε. Βαρύς άντρας είναι, βαρύ του τον έκαμα!!» και φεύγει
κουτσαίνοντας.
Αυτός λοιπόν ήταν ο μακαρίτης ο Κόκκινος.