ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ

Πριν από πολλά χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα κι οι άνθρωποι
χρησιμοποιούσαν τα άλογα για να μετακινηθούν, ένας καβαλάρης πάνω στο άσπρο
άλογό του ταξίδευε και τον πήρε η νύχτα. Θα έπρεπε να βρει καταφύγιο για να
περάσει το βράδυ του. Από μακριά βλέπει ένα φως, πλησιάζει, χτυπάει την πόρτα και
περιμένει.
Ανοίγει την πόρτα ο νοικοκύρης του σπιτιού.

  • Καλέ μου, άνθρωπε, λέει, μπορώ να περάσω εδώ το βράδυ μου γιατί
    νυχτώθηκα μακριά από το σπίτι μου.
  • Πέρασε στο φτωχικό μου, ξένε, το σπίτι μου δεν είναι μεγάλο, ούτε έχω πολλά
    πράγματα να σε φιλέψω, περιμένω και τη γυναίκα μου να γεννήσει από στιγμή σε
    στιγμή, αλλά θα βρεθεί χώρος και για σένα.
    Πέρασε μέσα ο ξένος και το ίδιο βράδυ η γυναίκα γέννησε ένα όμορφο και
    υγιέστατο αγόρι.
    Ο ξένος ζήτησε να βαφτίσει το μωρό μιας και βρέθηκε εκεί.
    Πραγματικά το παιδί βαφτίστηκε και έγινε μεγάλο γλέντι.
    Ήρθε η ώρα να φύγει ο ξένος, πριν ξεκινήσει ρωτάει ο πατέρας του παιδιού:
  • Ποιος είσαι, σύντεκνε, που θα σε βρούμε να σε καλέσουμε όταν έρθει η ώρα
    για το γάμο του παιδιού.
  • Θα σας δώσω λίγες τρίχες από το άλογό μου και όταν έρθει η ώρα θα τις
    κάψετε και εγώ θα παρουσιαστώ.
    Ο ξένος ήταν ο Άη Γιώργης και ήξερε πως το παιδί θα πνιγεί, όταν θα
    παντρεύεται, γι’ αυτό ζήτησε από τους γονείς του να τον ειδοποιήσουν για να
    βοηθήσει όπως μπορούσε. Περνούσε ο καιρός, περνούσαν τα χρόνια το παιδί
    μεγάλωσε, έγινε ένα όμορφο παλικάρι και ήρθε η ώρα του να παντρευτεί με μια
    όμορφη κοπέλα από το γειτονικό χωριό.
    Άρχισαν τις προετοιμασίες για τον γάμο και την παραμονή το βράδυ
    θυμήθηκαν τα λόγια του συντέκνου, έκαψαν λοιπόν τις τρίχες του αλόγου και αμέσως
    παρουσιάστηκε ο σύντεκνος (Άη Γιώργης), έτοιμος με τις λαμπάδες και τα στέφανα.
    Την επόμενη το πρωί ξεκινούν για το χωριό της νύφης, όπου θα γινόταν και η
    στέψη, στη διαδρομή έπρεπε να περάσουν ένα ποταμάκι, ο Άγιος προτείνει στο
    παλικάρι να βγει στο άλογό του για να περάσουν μαζί το ποταμάκι, ο νεαρός
    παραξενεύτηκε αλά έκανε όπως του είπε ο νονός του.

Φτάνουν στο χωριό της νύφης γίνεται ο γάμος και ακολουθεί μεγάλο γλέντι,
όλοι χόρεψαν, τραγούδησαν, έφαγαν, ήπιαν και ευχήθηκαν στο ζευγάρι.
Ήρθε και η ώρα να επιστρέψουν στο χωριό του γαμπρού, όπου θα έμενε το
καινούργιο ζευγάρι, πήραν τον δρόμο της επιστροφής και φτάνουν κοντά στο
ποταμάκι. Ο Άη Γιώργης ζητάει πολύ από το παλικάρι να καβαλικέψει στο δικό του
άλογο για να περάσουν μαζί το ποταμάκι. Ο νεαρός όπως ήταν λίγο μεθυσμένος
έφερε αντίρρηση στην αρχή, αλλά μετά έκανε ότι του είπε ο νονός του.
Την στιγμή που κόντευαν να περάσουν το ποτάμι το άλογό του Άη Γιώργη
παραπατάει, πετάγεται λίγο νερό στο στόμα του παλικαριού και πνίγεται.
Καθησυχάζει και τους δικούς του λέγοντας ότι ζαλίστηκε από το κρασί και
αποκοιμήθηκε.
Φτάνουν στο σπίτι ξαπλώνει ο Άη Γιώργος το παλικάρι στο κρεβάτι του και
καλεί τον πατέρα του να έρθει κοντά.

  • Σύντεκνε, του λέει, το κοπέλι έχει πνιγεί και για να το γυρίσω πίσω πρέπει να
    του δώσεις όσα από τα χρόνια σου θέλεις εσύ να ζήσει. Δέχεσαι;
  • Όχι σύντεκνε, ούτε ώρα, ούτε στιγμή, λέει ο πατέρας του παλικαριού.
    Να το πω και στη μάνα του παλικαριού. Σκέφτεται ο Άη Γιώργης, καλεί τη
    μάνα του και της λέει:
  • Συντέκνισσα το κοπέλι έχει πνιγεί, για να το φέρω πίσω πρέπει να του δώσεις
    όσα από τα χρόνια σου θέλεις εσύ να ζήσει.
  • Ούτε ώρα, ούτε στιγμή, απαντάει εκείνη.
    Τι να κάνει ο Άγιος αποφασίζει να φωνάξει την γυναίκα του παλικαριού, της
    εξηγεί πως έχουν τα πράγματα και τη ρωτάει:
    Δέχεσαι, κοπέλα μου να δώσεις τα μισά σου χρόνια για να αναστηθεί ο άντρας
    σου;
  • Τα μισά, από τη μέση μέση, όσα μου ‘χει ο Θεός γραμμένα, και ένα χρόνο
    παραπάνω για να με θάψουμε τα χέρι του, απαντάει η κοπέλα.
    Αμέσως το παλικάρι ζωντανεύει και έζησαν ευτυχισμένοι την υπόλοιπη ζωή
    τους.
    ΣΗΦΑΚΑΚΗ ΕΛΕΝΗ
    Κ.Α.Π.Η. ΡΕΘΥΜΝΟΥ Γ’ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αφήστε μια απάντηση