ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΜΙΧ. ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Λαμπηνή είναι ένα μικρό χωριό στην επαρχία Αγίου Βασιλείου. Παλαιότερα, ήταν η
έδρα του Επισκόπου Λάμπης.
Τούτο το χωριό έχει ωραία Βυζαντινή εκκλησία με τρούλο. Της Παναγίας της
Λαμπηνής. Κι άλλη εκκλησία στη χάρι «της Υπεραγίας ημών Θεοτόκου της Λαμπηνής»
κτίστηκε από τον Γεώργιο Μελισσηνό στη Δρύμισκο, της ίδιας επαρχίας, στα 1317-1318.
Αλλά δεν πρόκειται εδώ για τις εκκλησίες αυτές και τις ιστορίες τους.
Πρόκειται για ένα δράμα που ξετυλίχτηκε στο χωριό Λαμπηνή μέσα στην κοψή, την
ώμορφη και απέριττη Βυζαντινή Εκκλησία του, πριν 143 χρόνια, στα 1827.
Μεγάλη βαρυχειμωνιά είχεν εκείνος ο χρόνος. Κρύο, βροχές, πείνα, θανατικό τους
ανθρώπους και στα ζώα, και πάνω απ’ όλα η αμείλιχτη σκλαβιά, ήσαν οι βραχνάδες που
βάραιναν τα στήθια των Κρητικών. Κι ενώ σ’ άλλα μέρη του Ελληνισμού άρχιζε να
γλυκοχαράζη η αυγή της Ελευθερίας, εδώ ήτανε, χωρίς πρόβλεψι τέλους, το σκοτάδι του
πόνου.
Ημέρα του Αγίου Ευθυμίου πρωί – πολλά πρωί, ο Παπά Παναγιώτης είχε μπη στην
Εκκλησία της Λαμπηνής. Κι οι χωριανοί έτρεξαν να λειτουργηθούνε. Δεν είχε παπά το χωριό
(ο Παπά Παναγιώτης ήτανε ξενοχωριανός), και δεν έβλεπαν συχνά λειτουργίες οι φτωχοί
και ευσεβείς εκείνοι Χριστιανοί. Και πόσο λαχταρούσαν να επικοινωνήσουν με το Θεό! Να
του πουν για τα φοβερά βάσανα τους. Να του εξομολογηθούν τις αμαρτίες των. Και να του
δεηθούνε να τους λυπηθή, γιατί το μαρτύριό τους ήταν αβάσταχτο. Δεν περιοριζότανε
μόνο στο πως ήσανε ραγιάδες. Κόσμος και κοσμάκις ήσανε τέθιοι. Ούλοι οι Χριστιανοί. Μα
εδώ είχανε και τοπικό τύραννο. Το γαιοκτήμονα του χωριού, το Φεουδάρχη, Αλμπάνη, του
οποίου οι πρόγονοι ήσαν Ενετοί και τουρκέψανε για να γλυτώσουν περιουσίες και
προνόμια. Και τουτουνού η τυραννία ήταν η μεγαλύτερη. Μεταχειριζότανε τη δύναμι του
Τουρκικού Στρατού, φόνους, ξύλο, φοβέρες, εξορίες και όλες τις άλλες ατιμίες που είναι
γνωστές στους Καταχτητές των αιώνων, για να κρατή υποχείριους τους Λαμπηθιανούς στις
δουλειές του, στις αγγαρίες του, στις ιδιοτροπίες του.
Είναι αλήθεια πως μερικοί απ’ αυτούς, οι ζωηρότεροι πήραν τα βουνά. Μάλιστα μια
μέρα που ένας, ο Φουρογιάννης, συνάντησε τον Αλμπάνη με τη συνοδεία του στου Τράκα,
μια ερημική τοποθεσία του δρόμου από τη Λαμπηνή στο Ρέθεμνος, τον επυροβόλησε και
τούπε:
-Μπουρμά και ως πότες θα μασετυραννάς!
Η σφαίρα πήρε το φέσι του Αλμπάνη, αλλά δεν τον εσκότωσε. Οι συνοδοί του
κυνηγήσανε τον Φουρογιάννη. Δεν τον επιάσανε, μα τον γνωρίσανε. Και τότες ελύσσαξεν ο
Αλμπάνης. Κι ωρκίστηκε να εκδικηθή.
«Βαλλαϊ – Μπιλαϊ να το κάψω θέλω το χωριό, και σένα με τα παιδιά σου
ταβλόπιστε».
Οι χωριανοί μάθανε τα γενόμενα. Και σκορπίσανε με τις οικογένειές τους στα
κοντινά χωριά. Όμως ο Αλμπάνης δεν βιαζότανε. Πήγαινε στη Λαμπηνή κι αν έβλεπε
κανένα τον εκαλόπιανε. Ώσπου θαρεύτηκαν και γυρίσανε. Πάντα όμως είχαν το νου τους,
και βγάνανε τη νύχτα βιγλάτορες για να ειδοποιήσουν το χωριό σε περίπτωση κινδύνου…
Κείνο το μοιραίο πρωί, της 20 Ιανουαρίου 1827, φρουρός στα Λοφιά, μια τοποθεσία
κοντά στη Λαμπηνή, που ελέγχει τις διαβάσεις προς τα Ρεθεμνιώτικα, ήταν ο ίδιος ο
Φουρογιάννης, που είχε πυροβολήσει τον Αλμπάνη.
Τα χαράματα της μέρας, έπιασεν ένα λαγό κι όταν ακόμη μια φορά είδε όσον τόπο
του βγόριζε και είδεν ησυχία, τον πήρε, και πήγε στο χωριό να τον μαγερέψη, να φάη και
να κοιμηθή, γιατί όλη την νύχτα ήτανε νηστικός και ξαγρυπνισμένος.
Έτσι, ο Αλμπάνης με τα παληκάρια του, όλους ρέμπελους Τουρκοκρητικούς, που
είχανε κρυφτή όλη τη νύχτα στο Μετόχι Καλογεράδω, πλάκωσε ξαφνικά το χωριό, χωρίς να
τον ιδή κανείς. Και κύκλωσεν αμέσως την Εκκλησία, με τους Χριστιανούς και τον Παπά
Παναγιώτη.
Πρώτη τους είδες η γυναίκα του Φουρογιάννη από την αυλή της κι έβαλε κραυγές
σπαραχτικές. Ο Φουρογιάννης ήτανε στο σπίτι του, άρπαξε το τουφέκι του πρόλαβε κι
έφυγε. Φύγανε και μερικοί άλλοι χωριανοί.
Όσοι Χριστιανοί όμως, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ήσανε στην Εκκλησία που είχανε
και 15 τουφέκια μαζί τους, κλείστηκαν μέσα. Τότες η Εκκλησία είχε μόνα ανοίγματα, μια
μικρή δυτική πόρτα και δύο φεγγίτες στο πλάι του τρούλου. Παράθυρο δεν είχε κανένα.
Κι όσοι ήσαν όξω από την Εκκλησία και δεν μπόρεσαν να φύγουν, πιάστηκαν στο
χωριό ή στα χωράφια και δέθηκαν χειροπόδαρα ο ένας με τον άλλο. Οι Τούρκοι είχανε
πάντα ζωσμένα σφιχτά την Εκκλησία και ζητούσαν από τους πολιορκημένους Χριστιανούς,
να παραδοθούν. Μα αυτοί δεν ηθέλανε ούτε να το ακούσουν. Και τότες οι πολιορκητές
σκέφτηκαν ένα πρωτότυπο τρόπο εξαναγκασμού. Βουτούσανε σε λάδι, πανιά κι άλλα
κουρέλια που πέρναν από τα έρημα σπίτια, τα άναβαν, ανεβαίνανε με σκάλες στην οροφή
της Εκκλησίας, και τα ρίχνανε μέσα, από τους φεγγίτες του τρούλου. Έτσι σε λίγο, η
Εκκλησία γέμισεν από πνιχτερούς καπνούς, κλάματα των παιδιώ και τω γυναικώ,
απελπιστικό βηχιό που έπιασεν όλους που τους είχε φαρμακώσει η βρώμα και η ασφυξία.
Σε τούτη την τραγική ώρα ακούστηκεν απ’ έξω μια φωνή:
-Χωριανοί παραδοθήτε. Εγώ είμαι ο Αλμπάνης ο χωριανός σας και δεν αφήνω να
χαλαστή κιανείς.
Ηξέρανε οι χωριανοί πως ο Αλμπάνης, ήτανε φανατικός Τούρκος, μα έβγαινε στο
λόγο του. Και μερικοί, πιστέψανε. Οι άλλοι οι πολλοί κι ο Παπά Παναγιώτης φωνάζανε.
-Όϊ, καλλιά να ποθάνωμεν ούλοι επαέ.
Κι είχανε σκοπό να πουλήσουνε ακριβά τη ζωή τους με τα 15 τουφέκια που είχανε
στην Εκκλησία.
Έγινε φασαρία γιατί εν τω μεταξύ λιποθυμήσανε μερικές γυναίκες και παιδιά.
Και τότες, μέσα στη σύγχυσι και τους καπνούς, ένας από τους πολιορκουμένους, ο
Περδικογιάννης, που είχεν εμπιστοσύνη στα λόγια του Αλμπάνη, γιατί ήσαν από παιδιά
φίλοι, έπιασε το όπλα χωρίς να τον προσέξη κανείς, τα πλησίασε την πόρτα, την άνοιξε και
τα πέταξεν έξω.
Και τότες μπήκανε μέσα στην Εκκλησία οι Τούρκοι, πιάσανε τους άνδρες και τους
σφάξανε όλους επάνω στην Αγία Τράπεζα. Εδώ λέει η παράδοσις, πως η Αλμπάνης,
δοκίμασε να εμποδίση τη σφαγή. Αλλά δεν κατάφερε να σώση ούτε τον φίλο του τον
Περδικογιάννη.
Και τα γυναικόπαιδα, έσμιξαν με τα άλλα που είχανε δεμένα χειροπόδαρα, και τα
ωδηγήσανε στο Ρέθεμνος. Κι απ’ εκεί τα πήγανε σε διάφορες αγορές, στο Κάστρο και στη
Ρόδο, και τα πουλήσανε δούλους.
Τον Παπά Παναγιώτη δεν τον σφάξανε. Τον φέραν στο Ρέθεμνος μαζύ με τα
γυναικόπαιδα όπως τον πιάσανε στην Εκκλησία με τα Ιερά του άμφια, και τον παράδωκαν
σε αλήτες Τουρκόγυφτους, Οβραίους και ατσιγγάνους, οι οποίοι τον εγύριζαν σ’ όλη την
Πολιτεία, και ο όχλος και αυτοί, τον έφτυναν, τον χτυπούσαν και τον εχλεύαζαν. Κι όταν το
τσούρμο των ξυπόλυτων, με το μάρτυρα Ιερέα, περνούσαν στην Σωχώρα, όξω από τον Τεκέ
τω Μεβλεβήδω, ένας Χότζας Θεοφοβούμενος, που έμεινε κατάπληχτος από τη βεβήλωσι
και το κακό που γινόταν, σε βάρος ενός Ιερωμένου, μπήκε στη μέση και ελευθέρωσε τον
Παπά Παναγιώτη, βάνοντάς τον μέσα στο Τζαμί. Μα εκεί ο μάρτυρας Παπάς,
εξουθενωμένος από τα αβάσταχτα βασανιστήρια της ψυχής και του σώματος, που πέρασε,
ύστερα από λίγο, παράδωσε το Πνεύμα του στο Θεό.
Θάμενε μυστήριο μέχρι σήμερο πως άνοιξεν η Πόρτα της Εκκλησίας και πως
πετάχτηκαν όξω τα όπλα, κι έτσι οι πολιορκούμενοι παραδόθηκαν άοπλοι στα χέρια των
δημίων του, αν δεν σωζότανε από αυτούς μια γυναίκα. Η Μουζουράκι. Όταν περνούσαν τα
γυναικόπαιδα της Λαμπηνής στους στενούς δρόμους του Ρεθέμνου, τράβηξε τη
Μουζουράκι, που βαστούσε και το μωροπαίδι της, μια πονετική αράπισσα μέσα στο σπίτι
της, που ήτανε στη συνοικία Αρβανιτειά. Αφ’ ου τάισε αυτήν και το παιδί της και τους
έντυσε της υπέδειξε κι έφυγε με μύριες προφυλάξεις από την άμμο, εις το χωριό
Περιβόλια.
Προχωρώντας η Μουζουράκι απ’ εκεί προς το Χρωμοναστήρι, έπεσε σε χέρια
Χριστιανών, οι οποίοι περιφρόνησαν τις τρεις χρυσές λίρες που την είχαν εν τω μεταξύ
επικηρύξει οι Τούρκοι, και την ωδήγησαν σε χαϊνηδες Αμαριώτες που ήσαν στην
περιφέρεια.
Σ’ αυτούς είπεν η Μουζουράκι όλα που συνέβησαν μέσα στην Εκκλησία την ημέρα
της καταστροφής. Κι απ’ εκείνη είναι γνωστά.
Γιατί, με χρόνια, όταν καταργήθηκεν η δουλεία, γύρισαν ακόμη δύο πρόσωπα στη
Λαμπηνή από τους σκλάβους. Από τον Μωρηά, ο Σπυρίδων Παπαδάκις και από την Στερεά,
μια γυναίκα το γένος Βαλέργα σύζυγος, ύστερα, Απανωμεριτάκι, μα αυτοί πιάστηκαν όξω
από την Εκκλησία. Οι άλλοι, Λαμπηθιανοί που πιάστηκαν σκλάβοι, εκατόν είκοσι περίπου
ψυχές, χάθηκαν και κανένας ποτές δεν έμαθε τίποτα γι’ αυτούς.
Η ημερομηνία της καταστροφής (20 Ιανουαρίου) δεν ξεχάστηκε. Ήτανε αλησμόνητη
η εορτή του Αγίου Ευθυμίου. Και οι Λαμπηθιανοί, που δεν πιαστήκανε, κάθε χρόνο τούτη
την ημέρα είχανε σκόλη και κάνανε μνημόσυνο και κόλυβα, για όλους που χάθηκαν στο
χωριό τους τούτη τη μέρα. Και το έθιμο παραδόθηκεν από γενεά σε γενεά και σώζεται
μέχρι και σήμερο.
Το έτος όμως 1827, ξεχάστηκε. Κι έγινε γνωστό μόνο, όταν μέσα στα κατάλοιπα του
Ιερομονάχου Σμύρνης Ηλία Λαγουδάκι, καταγομένου από τα Δαριβιανά, βρέθηκε ένα
Ευαγγέλιο με σημείωσι στο ξώφυλλό του, της ημερομηνίας και του χρόνου που έγινε το
δράμα της Λαμπηνής ένα από τα πιο φρικιαστικά, τα πιο αποτρόπαια της πολυτάραχης
Κρητικής Ιστορίας.
Αλλά και σε άλλο βιβλίο σώθηκε η ημερομηνία της ολοκαυτώσεως. Στη Γεωγραφία
της Κρήτης «υπό Εμμαν. Ε. Λαμπρινουδάκι Διδασκάλου του εν Ρεθύμνη προτύπου,
εκδεδομένη δαπάνη του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ρεθύμνης – Τύποις Στυλ. Καλαϊτζάκι
1890», σελίς 65.
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1970
Σ.Σ : Ο Μιχαήλ Παπαδάκις συνέχισε την έρευνα και λίγα χρόνια αργότερα τεκμηρίωσε την πραγματική χρονολογία που γράφτηκε το δράμα της Λαμπηνής