ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ

Ύμνος της Αρκαδικής θυσίας χρονολογούμενος προ του 1900


Βαθεία νύξ εις Ρέθυμνο, νεκρά σιγή απλούται,
δεν παίζει με τον άνεμον, η δρυς και η μυρσίνη.
Μακράν της Ίδης το βουνό αγέρωχο υψούται,
και ανατέλλει αμυδρά η φθείνουσα σελήνη.
Του Αρκαδίου η μονή ως φάσμα διοράται.
Διήλθεν επ’ αυτής πνοή 13 ων αιώνων,
κατακτηταί ηλάκτησαν και όμως δεν ητάται,
αλλά γεναίως και αυτόν ενίκησεν τον χρόνον.
Του Αρκαδίου η μονή σιγά πλην δεν κοιμάται,
τα γοτθικά παράθυρα λάμπουν της εκκλησίας.
Του ιερέως την φωνήν το πλήθος ακροάται.
Μεταλαμβάνει της Ευχής και της Ευχαριστίας.
Πως τόσον πλήθος αγρυπνεί τοιαύτην ώραν μόνον;
Γυναίκες τι ζητούν εκεί συσφίγγουσαι τα βρέφη;
Ολίγοι άνδρες ένοπλοι προσβλέπουσιν με πόνον.
Το δράμα τούτο και η νυξ το παν με φρίκη στέφει.
Του ηγουμένου η φωνή δεν τρέμει εκ δειλίας.
Ο Γαβριήλ τον θάνατον γεναίως ατενίζει,
εγκλείον έρωτα διπλούν Πατρίδος και θρησκείας,
εις Μάχην ως εις εορτήν ατάραχος βαδίζει.
Επί τα τείχη της Μονής κατέπεσαν ματαίως.
Αι μυριάδες των σφαιρών το έδαφος εσείσθη,
αλλ’ η μονή και οι μαχηταί αντέστησαν γενναίως,
έπεσαν πλείστοι, ουδενός το θάρρος εκλονίσθη.
Και ήσαν 200 οι άνδρες ούτοι μόνον,
και εμάχοντο κατά εχθρών ενόπλων δυσμυρίων.
Κ’ είχον γυναίκας, νήπια εν μέσω των αγώνων
και εσκόπευε το όμμα των εκ της στοργής δακρύων.
Εκ των ορέων ιλαρός ο ήλιος προβαίνει
και κύματα φωτός σκορπά εν τη χλορά εκτάσει.
Αν η σφαγή τα θύματα γελώσα αναμένει,

ουδέ εν νέφος την φαιδράν μορφήν του θα σκιάση.
Τα τάγματα συντάσσονται και προ των τηλεβόλων.
Αι δάδες ως νεκρόσημος υψούνται αγγελία,
και σείουν αι φωναί του ουρανού τον θόλον.
Αλάχ αντιλαλεί πικρώς μακράν η εκκλησία.
Αλλ’ η Μονή ατάραχος τα στέρνα της ορθόνει,
είναι η σιωπή αυτής και απειλή και χλεύη,
προ των οπών των παλαιστρών με κεκλυμένον
γόνυ ο Κρης πληροί το όπλον του και τον εχθρόν σκοτώνει.
Οι όλμοι εκενώθησαν κρατεί το τηλεβόλον,
συρίζουσαι διέσχιζον αι σφαίραι τον αέρα.
Της εκκλησίας έσεισεν ο πάταγος τον θόλον.
Και εις τους λόφους η ηχώ βοά βροντοδεστέρα.
Τρις ώρμησαν, τρις άπρακτοι, οι Τούρκοι υποχωρούσιν,
Τρις βλασφημούν ο Μουσταφάς τον παγωνά του σείων,
Τας φάλαγγας οι αρχηγοί με ύβρεις ζωπηρούσι
και πάλιν επιπίπτουσιν μετά φωνών αγρίων.
Την πύλην σημαδεύσατε αυτήν κτυπάτε μόνον.
Και φθείνονται εις εν σημείον.
Και οι αρχαίοι στρόφιγγες αυτής οι προ αιώνων σαλεύουσιν
υπό σφαιρών πληττόμεναι μυρίων.
Τα λείψανα των μαχητών εμβαίνων – βεβηλούσιν
οι πόδες των Οθωμανών την γην της εκκλησίας,
τα όπλα κατεστράφησαν τα τείχη δεν κροτούσιν
και προσεγγίζει κάτωχρον το φάσμα της δουλεία.
Και ήδη τι δυνάμεθα – Να ανατιναχθώμεν,
ανέκραξεν ο Γαβριήλ εμβαίνων αιφνηδίως.
Υπό τα τείχη της Μονής γεναίως να ταφώμεν.
Υπέρχρονος και ευτυχής μας αναμένει βίος.
Ελευθερίαν δι’ ημάς ο κόσμος αν αρνηται,
την Δόξαν δεν θα αρνηθή, ο θάνατος μας μένει.
Θαρρείται προς τον θάνατον προς τον Θεόν θαρρείται.
Και εις τα βάθη της Μονής βραδέως κατεβαίνει…..

Σιγή ο Τούρκος προχωρεί Ηγούμενε τον βλέπεις;
Δεν είναι εκείναι αι φωναί των δυστηχών νηπίων;
Ματαία η αντίστασις, προς τι το όπλον τρέπεις;
Πυρ εκ στομάτων άνωθεν αντίχησεν μυρίων.
Ακούεις κυλιόμενον τον κεραυνόν εκείνον,
και βλέπεις νέφη χώματα και πτώματα και μέλη,
βιαίως ανυψούμενα εντός γλωσών πυρίνων,
βλέπεις πως φεύγει έντρομος των Τούρκων η αγέλη.
Πατάγων συριγμών τριγμών και έκτασις πληρούται,
τρέμει η χώρα σύονται οι βράχοι οι πλησίων
καπνού φλογώδους στρόβυλος υψούμενος ογκούται,
εγκλείον την καταστροφήν, τον θάνατον εγκλείον.
Ερήπεια, ερήμωσις την χώραν κατοικούσιν
εδώ εν πτώμα, εν οστούν εκεί και εν κρανίον
η νύξ η δρόσος επ’ αυτών το λυκαυγές θρηνούσιν
αλλά το Κλέος κατοικεί επί των ερηπείων.
ΤΕΛΟΣ
Απόσπασμα εκ του μαθητικού ημερολογίου της Ασπασίας Σπ. Μανουσάκη

Αφήστε μια απάντηση