ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝΕ

Ήρθετε μωρέ κιόλας απού το σκολειό;

Δεν αποψηστήκανε λέω μάνα οι σκορδουλάκοι;

Άφεις τσοι κοπέλι μου να πάρουνε δυο  βράσες ακόμη και σήκω να πας εις τση θειά σου τσ’ Εμενίας να σου βάλει  στην  κρασόκουπα μας ξύδι, μόνο να το σκεπάσεις ύστερα με την άκρα τση ποδιάς σου να μην το θωρεί το φως τση μέρας για δεν κάνει γιατί λένε πως ξυδιάζει και το κρασί το καλό.

Η καλύτερη εποχή πρέπει πως είναι εδά Δεσποινιό.

Ούλες οι γι εποχές είναι καλές κι γι άνοιξη και το καλοκαίρι και το ψιμοκαίρι κι ο χειμώνας.

Μα δα ν’ αυτά πλιά  καλά.

Ν’ ακούσης τα πουλιά να κελαδούνε στα ρυάκια στα δέντρα και στα κλαδιά τσι ποταμίδες τσοι κλαδοκοτσιφούς τσι λιναρίτες, τα καλογρίδια, τσοι κοκκινομπέτες, τσ’ ασφρυχτάλους, τα γιαννάκια, τα ζιργαδέλια τσ’ ατζοκόλους, τσοι τρουλίτες, τσοι πετροκεφάλους τσοι μελισοφάδες, τσοι πέρδικες απού κακαρίζουνε τση βίγλα τσοι σπουργίτες.

Οι σπουργίτες εδά είναι στο χωριό μας μέσα χειμώνα καλοκαίρι ολοχρονίσιους του χρόνου. Αυτούς τσοι ρωτήξανε τ’ άλλα πουλιά και των είπασι «Δε μισεύγω απού την Κρήτη Α με λένε και κοπρίτη».

Τούτο  σας ο λόγος είναι αφορμή και κάθα χειμώνα τώνε ρεντώ στάρι στο δώμα μας.

Μπράβος τωνε απού προτιμούνε την Κρήτη και την αγαπούνε και την υπολείφτουνται, είδες πως αγαπούνε το χωριό μας. Οι ξένοι δεν μας αγαπούνε τσοι Κρητικούς.

Τη σεισοράδα λέω δεν τήνε σκοτώνεις εύκολα με την πέτρα ως κι αν πολεμάς;

Ότι να σκοτώσεις σεισοράδα τρέμει η χέρα σου σαν και την ορά τση σεισοράδας.

Κοντό ο γέρο Παπαδοβασίλης σεισοράδες εσκότωσενε και τρέμουνε τα χέρια ντου;

Εγώ χω θωρώντας και Τυμπακιανό και τρέμουνε τα χέρια ντου κι η κεφαλή ντου μαζί.

Δεν είναι κοπέλι αμου η τρεμούλα απού τσι σεισοράδες μονό ναι απού τα γέρα και τα πολλά μιστά μόνο πήγαινε κοπελλιά μου να μου φέρεις το ξύδιν απού σούπα.

Κι η Σκλόπα μάνα γιάντα τραγουδά μόνο τη νύχτα; Τάξε πως ανακαιρώνεται να ξεράση.

Αυτή ναι παιδί μου νυχτοπούλι και θωρεί μόνο τη νύχτα και τότε σας ανοίγει τα μάθια τζη και κράζει και βρίστει και πράμα κα τρώει και την ημέρα χώνεται στσι σκαλοθυρίδες.

Κι έχουνε συγγένεια μάνα οι σκλόπες με τσι καλογράδες και κάθουνται στ’ εκκλησές.

Εξεχάσαμενε Δεσποινιό τον καλύτερο τραγουδιστή, ποιο μωρέ; Τσοι Κοράκους;.

Εκείνους σας εξεχάσαμενε.

Οι μαυροκοράκοι ναι καλοί σα προξενολογούνται και παντρεύγουνται Μανωλιό.

Επιασάνε κι εγώ Δεσποινιό στα ψώματα, είδες ποτέ σου θηλυκό κόρακα; Και τα κορακάκια μάνα δεν τα κάνει απού τ’ αυγά.

Αυτοί κάνουνε και προσευκή στο Θεό και παρακαλούνε να πέσει πολύ χιόνι να ψοφήσουνε ούλοι οι γαϊδάροι να τσι φάνε ύστερα.

«Νάχεν αφουκράζεται ο Θεός των κοράκω, ήθελα ψοφίσουνε ούλοι οι γαϊδάροι».

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

17 Φεβρουαρίου 1972

Αφήστε μια απάντηση