ΤΑ ΓΕΡΑ – Η ΓΡΑΙ

Μανωλιό πάρε κοπέλι μου μοσώρα το γαλόχοντρον απούθεκα στο τραπέζι να τόνε πας τση κεράς σου να τόνε φάνε με τον παππού σου απού δε χρειάζεται μουδ’ αδόδια μόνο να βαστάς ντρέτα τη χρειγιά να μη χυθή το γάλα.

Ως έφταξενε το κοπέλι στο σπίτι τση κεράς του λέει δυνατά.

Κερά ε κερά;

Πάρε λέει το χόντρο να τόνε φάτε λέει με τον παππού μου απού δεν θέλει λέει μουδα δόδια λέει.

Και γιάντα κερά άλλο λίγο να σμίξη η γιάκρα τση μύτης σου με το πειγούνι σου;

Οι ποντικοί κοπέλι μου μου πήρανε τα δόδια.

Πρέπει πως θα ρουχάλιζες τη νύχτα και  βρήκανε ανοιχτά.

Η κερά ντου απαναμάσενεν ακόμη το χλωροκούκι απού το πρωί απού πήγαινεν εις το σκολειό τηνέ θωρεί πως εμασούλιζεν ακόμη και τση λέει.

Καλολοϊδι πρέπει πως μασουλίζεις κερά απ’ ωστάν την νταχυνή;

Ένα χλωροκούκι κοπέλι μου έβαλα στην μπούκα μου κι ακόμη να το μασήσω για δεν έχω χαράμις τ αδόντι μουδέ ρίζα.

Δόμου κερά να σου  το μασίσω και να σου τ’ αλέσω στο ευτύς και να σου το δώσω μόνο να το καταπιείς.

Γιάντα κερά εσουφρώσανε τα χείλια σου το κουτελό σου και τα μάγουλα σου;

Απού τα φιλιά παιδί μου τα πολλά!

Και στα ριζάφια κερά εφίλισεσε ο παππούς μου;

Ως έφταξεν εις το σπίτι το Μανωλιό λέει τση μάνας του.

Ανασήκωσε μάνα τσι πλεξούδες σου απού τα ριζάφια να ξανοίξω;

Σαν ανασήκωσεν τα μαλλιά και τσι πλεξούδες τση λέει.

Δε σε φιλεί μάνα του λόγου σου ο πατέρας μου στο ριζάφτι;

Στο στόμα και στα μάγουλα κοπέλι μου τσι φιλιούνε τσοι γυναίκες.

Ακόμη πρέπει μάνα πως δε σ’ εφίλησενε ποθές ο πατέρας μου.

Μα ο παππούς μου έχει δοσμένα και πεσμένα φιλιά τση κεράς μου ένα πολύ πράμμα.

Και σούφρωσενε παντού απού τα πολλά φιλιά όπως μου πενε;

Απού τα γέρα σουφρώσανε παιδί μου εντράπηκενε να σου το πει.

Μπορεί όμως κιόλας…

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

27 Φεβρουαρίου 1972

Αφήστε μια απάντηση