Γράμμα στον ουρανό
Αντιγόνη,
Τώρα που σου γράφω είναι νύχτα. Λίγο πιο πριν ένοιωσα την ανάγκη να επικοινωνήσω μαζί σου και σκέφτηκα να σου γράψω ένα γράμμα, που, αν και ξαίρω πως δεν θα πάρης ποτέ, όμως ξαίρω πως θα το διαβάσης.
Να, ήθελα να σου γράψω λίγα λόγια για τη ζωή μας εδώ -τότε που μας έφυγες- δεν θέλω να γράψω «πέθανες»…
Είναι παραπάνω από ένας μήνας, κι όμως δεν τόχουμε συνηθίσει, και πολύ φοβούμαι πως δε θα το συνηθίσουμε ποτέ.
Πως θυμάμαι «κείνη τη μέρα»!
Ήταν ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη. Ο αέρας έμπαινε ως την καρδιά και μας πάγωνε, μα εμείς ήμασταν κιόλας παγωμένοι απ’ την είδηση του χαμού σου. Μας έτσουζε στα μάτια, μα εμείς ξαίραμε πως δεν ήταν αυτός η αιτία που κλαίγαμε.
Σε βλέπαμε εκεί, ξαπλωμένη μπροστά μας νυφούλα στα κάτασπρα, με το στεφάνι του γάμου σου, με το Χάρο στο κεφάλι – ω, αυτή η εικόνα, πως χαράχτηκε σαν πυρωμένο σίδερο μέσα μου – ετοιμάζαμε τα κάνιστρα με τα λουλούδια για να σε συνοδέψουμε, μια μυρωδιά λιβανιού ήταν χυμένη παντού, το σπίτι ήταν ανάστατο, όλοι πατούσαν στις μύτες να μη ταράξουν τον ύπνο σου, κι εμείς θέλαμε να πιστέψωμε πως όλα ήταν εφιάλτης που θα τον διάλυε το πρωί.
Πόσες φορές έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, προσπαθώντας να δώσω τέρμα σ’ αυτό το τρομερό παράλογο όνειρο!
Μα όταν τα ξανάνοιγα εσύ ήσουν εκεί, ξαπλωμένη μπροστά μας, τόσο ζωντανή που νομίζαμε πως θα σηκωθής να μας ρωτήσης γιατί κλαίμε.
Κι ύστερα… Πως περνούν γρήγορα οι ώρες! Έφυγες για πάντα απ’ το σπίτι σου, ασυγκίνητη στα κλάματα των δικών σου που σε ικέτευαν να μείνης. Γιατί, κορίτσι μου; Εσύ που ήσουν πάντα τόσο τρυφερά ευαίσθητη…
Κρύωνες το πρώτο βράδυ στον τάφο σου, άραγε;
Το σκεφτόμουν άγρυπνη τη νύχτα στο κρεββάτι μου, καθώς άκουγα την θάλασσα να ουρλιάζη ανελέητα, απελπισμένη, και συλλογιόμουν πως η βροχή θάδερνε το νιοσκαμμένο χώμα του τάφου σου.
Μα ο πόνος δεν ήταν ακόμα τόσο δυνατός, όσο έγινε αργότερα.
Κι όταν πήγαμε για πρώτη φορά στο σχολείο μετά τις διακοπές, όλες γυρίσαμε και κοιτάξαμε το θρανίο σου και, ξαίρεις, μείναμε σιωπηλές, νοιώθοντας την παρουσία σου παντού στην τάξη μας. Χαϊδέψαμε το άψυχο ξύλο του, που για μας ήταν αγαπημένο και ζωντανό, μια που το αγγίζαν τα χέρια σου κοιτάξαμε τ’ όνομά σου στο σχεδιάγραμμα και μας φάνηκε πως η τάξη μας ήταν διαφορετική, μια που κάποτε βρισκόσουν σ’ αυτήν. Στην αυλή τα δέντρα κουνούσαν λυπημένα τις κορυφές τους, σκεφτήκαμε τις ώρες που μας είχαν δέσει, κι άξαφνα ο πόνος έγινε βαθύς. Κοιτάξαμε η μια την άλλη στα μάτια, νοιώθοντας μοναχές και εγκαταλελειμμένες, θέλοντας να διαβάση η μια στα μάτια της άλλης μια διάψευση στη φοβερή αλήθεια που αισθανόμαστε να κατακλύζη το είναι μας: «Δε θα σε βλέπαμε ποτέ πια!».
Την επομένη ώρα μας μιλούσε η καθηγήτριά μας για σένα. Κι ήταν τόσο ζωντανά όσα μας έλεγε, που γυρίσαμε και κοιτάξαμε ξαφνιασμένες το θρανίο σου, νομίζοντας πως θα σε βλέπαμε να κάθεσαι εκεί σαν άλλοτε, κάνοντας μας κάποια από κείνες τις τόσο χαριτωμένες γκριμάτσες σου. Μα, η θέση σου είταν κενή, κι η κουρτίνα του πόνου και της θλίψης έπεσε πάλι βαρειά και σκέπασε τη ψυχή μας.
Και πέρναγαν οι μέρες όμοιες, η μια μετά την άλλη, και η μια μαθήτρια θύμιζε στην άλλη διάφορα περιστατικά της ζωής μας όταν ήσουν και συ εδώ.
Πριν λίγες μέρες πήγαμε εκδρομή. Και συλλογίστηκα με πόνο πως ήταν η πρώτη που κάναμε χωρίς εσένα. Μα ξαίρω πως μας έβλεπες από ψηλά κείνη την ώρα και πως συμμετείχες και εσύ σ’ αυτήν.
Τώρα έρχονται οι διαγωνισμοί κι όλες σε σκεφτόμαστε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Συλλογιζόμαστε πως είναι η πρώτη φορά που θα γράψουμε κι εσύ δεν θα είσαι μαζί μας, κι ένα αγκάθι χώνεται βαθειά στη καρδιά μας. Και ξαίρω πως αυτό τ’ αγκάθι δεν θα βγη ποτέ…
Ξαίρεις, Αντιγόνη, ήθελα να σου γράψω λόγια που να σε συγκινήσουνε να σου δείξουν το μέγεθος της πίκρας μας. Μα φοβάμαι πως έγραψα πράγματα κοινά. Μη με κατακρίνης όμως, γιατί ξαίρω πως ούτε και συ δεν θάθελες λόγια τρανταχτά, γιατί σου άρεσαν πάντα τα απλά πράγματα – δεν πιστεύω να άλλαξαν οι προτιμήσεις σου;
Μόνο που, ξαίρεις Αντιγόνη, είναι κάτι ώρες δειλινού γεμάτες θλίψη που νοιώθουμε βαριά τη ψυχή μας πολύ βαριά, κι αιτία είσαι συ. Μα όχι δε σου κρατάμε κακία, γιατί σ’ αγαπούμε πολύ, κι όποιος αγαπά πολύ απλά και μόνο αγαπά…
Και τότε σκεφτόμαστε πως τα λόγια του Μαβίλη «Καλότυχοι οι νεκροί…» δεν μας γεμίζουν, και πως θα προτιμούσαμε να ήσουν έστω και κακότυχη ζωντανή, παρά καλότυχη νεκρή.
Κι όταν ανίκανοι να κρατήσουμε τη θλίψη μας ρίχνουμε το βλέμμα στον ουρανό, νομίζομε πως σε βλέπουμε χαμογελαστή όπως πάντα να μας χαιρετά.
Ξαίρω πως σε κούρασα, μα απόψε ήταν μια τέτοια ώρα δειλινού κι είχα την ψυχή βαρειά. Μα τώρα νοιώθω πως ηρέμησα λίγο, που σούγραψα, γι’ αυτό σ’ ευχαριστώ που μ’ άκουσες Αντιγόνη.
Με όλη μου την αγάπη
Μια φίλη σου
Α. Γ. Παπαδάκη