ΣΠΟΝΔΗ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΙΚΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ

ΝΑΥΑΓΙΟ Ε/Γ ΗΡΑΚΛΕΙΟ

Του Κώστα Γ. Μαμαλάκη
Η τραγωδία η ασύλληπτη
Κλείνει ο κύκλος των σαράντα ημερών, που παίχτηκε στις Φαλκονέρας τα νερά, η
θαλάσσια τραγωδία η ασύλληπτη!
Το βαθύτερο σημείο του Αιγαίου, 700 μέτρα έγιναν υγρός τάφος αμέτρητων
ανθρώπων. Αδικα χαμένων ανθρώπων.
Τραύμα ψυχικό βαρύ δεχθήκαμε πρωί πρωί στις 8, αξέχαστα, του περασμένου
μήνα, απο την αποτρόπαιη είδηση, που συγκλόνισε τον κόσμο.
Συμπυκνωμένη η φοβερή ανθρώπινη αγωνία τόσων αθώων υπάρξεων και ο φριχτός
τους θάνατος, θα τυραννά για καιρό πολύ τις θύμησες και θα ματώνεις τις καρδιές!

Σταματά το μυαλό, οταν αναλογισθεί κανείς την νύχτα της κολάσεως στη
Φαλκονέρα!
Τη θύελλα, τα μουγκρητά των κυμάτων, το σκοτάδι , την άβυσσο έτοιμη να καταπιεί
τα πάντα, τον τιτανικό, την αλλοφροσύνη, την απόγνωση, το “τετέλεσθαι” και την
αγωνία, που κάνει να σαλεύει ο νους απο φάσμα φοβερού θανάτου. Του πνιγμού. Οι
περισσότεροι επιβάτες θα πετάχτηκαν απο τον ύπνο, οταν το νερό είχε φθάσει στα
προσκέφαλά τους, και τους είχαν εγκλωβίσει στις καμπίνες φρακάροντας τις πόρτες
τους.
Αυτος ο φρικαλέος θάνατος απο ασφυξία, σε συμφιλιώνει με άλλα είδη.. θανάτου.
Διεξοδος σωτηρίας ειναι αυτές τις φοβερές στιγμές ένα πιστόλι!
Ο θάνατος στο ειρηνικό κρεββάτι του σπιτιού, γίνεται τότε, σχεδόν γλυκειά
νοσταλγική σκέψη, ενός υπέρτατου αγαθού!
Ενα καράβι θεόρατο, ξεκινά λικνίζοντας ανθρώπινα όνειρα. Πόθους, καημούς,
ελπίδες πολλών ανθρώπων! Λίγα λεπτά της ώρας ήτα αρκετά, για να γίνει το
θεόρατο αυτό καράβι η πλωτή νεκροφόρα τους.
Ανώδυνα, ειρηνικά, επιθυμεί η εκκλησία του Χριστου τα τέλη της ζωής μας.
Διαφωνουν ομως μαζί της οι εγκληματικές ψυχές μερικών ανθρώπων. Αυτών που
καπηλεύονται και τον Πανάγαθο Θεό!.
Θέλημα Θεού λέει, είναι οι πόλεμοι! οι πόλεμοι η κατακτητικοί.
Θέλημα Θεού και το ναυάγιο της Φαλκονέρας! και βέβαια, θέλημα, αλλά οχι προς
Θεού αλλά ανθρώπων! Ασυνείδητων ανθρώπων!
Δεν είναι περίεργο να αφήνονται ελεύθεροι λίγοι άνθρωποι και αν προκαλούν σε
τόσους πολλούς μυριάδες μυριάδων άβουλους τόσα πένθη, τόσα δάκρυα, τόσες
καταστροφές, τόση μαζεμένη οδύνη και σπαραγμό!
Και τα ταξίδια συνεχίζονται. Τα υποψήφια θύματα αρκούνται. Γιατι απο τους
ανθρώπους δεν περιμένουν μεγάλα πράγματα- να ψελλίσουν με πίστη αλλα και
λαχτάρα της εκκλησίας την ευχή: “Υπέρ Πλεοντων!”

Σήμερα που κλείνει ο κύκλος των σαράντα ημερών στέλνουμε πάλι, με σφιγμένη
καρδιά και ανείπωτο πόνο, τη σκέψη μας στα μαρτυρικά αθώα θύματα! και τα κλαίμε!

ΚΩΣΤΗΣ ΜΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ

“Εμένα διάβηκε η ζωή όλη ένα δάκρυ από το πρωί ως την εσπέρα..΄”
(Κοντές ντε Νουάιγ)

Ανάμεσα στα θύματα κι ενα βασανισμένο, σεμνό και αξιαγάπητο παιδί του
Ρεθύμνου. Ο λαμπρός Δημοσιογραφος Κωστής Μαυρουλάκης. Δεν επιχειρούσε
βέβαια -πού τέτοια πολυτέλεια!- ταξίδι αναψυχής με το μοιραίο πλοίο.
Ανάγκες σκληρής βιοπάλης τον έκαμαν να ταξιδέψει. Και τον ρούφηξε η υγρή
άβυσσος! ολοι οι θάνατοι είναι άδικοι! Αλλα του Κωστή Μαυρουλάκη φριχτός ο
θάνατος του και σπαραχτικά άδικος! Γιατι είχε εξοφλήσει αυτός ο μεγαλομάρτυρας
της ζωής, ολες τις οφειλές του προς τα ανθρώπινα βάσανα! στο Πέρασμά τους απο
τη ζωη κράτησε αγόγγυστα το βάρος του Σταυρού του, υποφέροντας μυστικά. Κι
ανέβαινε υπερήφανα με εγκαρτέρηση και αξιοπρέπεια τον Γολγοθά του!
Ήταν γραφτό φαίνεται ο μαρτυρικός του θάνατος να αποτελέσει την κορύφωση της
εξαγνιστικής πονεμένης γήινης πορείας του. Την ανθρώπινη τελείωσή του!
Ονειρα πλάθουν στη ζωή οι άνθρωποι. Και πρέπει, κατα πως λενε, σταδιακά να
πραγματοποιούνται για να έχει ενδιαφέρον η ζωή.
Εσύ όμως Κωστη μου αλησμόνητε, δεν αξιώθηκες ουτε ένα σου όνειρο να δεις να
σαρκώνεται!

Έκρυβες ομως μέσα σου ενα ρωμαλέο ψυχισμό και αντιμετώπιζες πάντα τις
αντιξοότητες της ζωής καρτερικά σχεδόν αισιόδοξα. Ήσουν γενναίος, με έμφυτη
διακριτικότητα, ευγένεια, καρδιά άδολη, πλούτο ψυχής!
Δε χάρηκες ποτέ σου, σε κύκλωναν διαρκώς οι αναποδιές της ζωής – δεν είχες
γελάσει ποτέ “μέσα σου” αλλα είχε τέτοιο ψυχικό μεγαλείο, ωστε έκρυβες τον πόνο
σου πάντα, μ’ενα χαμόγελο για να μην κάνεις κοινωνούς της πίκρας σου τους
τρίτους. Δεν ήθελες εξ’ αιτίας σου, να πικραίνονται οι άνθρωποι.
Ήσουν υπόδειγμα οικογενειάρχη, ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και ο στερημένος
ασκητικός βίος σου στάθηκε άσπιλος!
Ήσουνα φίλος πιστός, και είχες καθαρά τίμια μάτια! Το Ρέθεμνος που τόσο πιστά
υπηρέτησες κι αγάπησες μοιρολογά το άμοιρο βασανισμένο παιδί του με του ποιητή
τους πικρούς σαν την αλόη στίχους:
“Να κράταγε το ταξίδι σου μέρες πολλές ή λίγες, να μετρώ! Μα γιε μου, εσύ στ’
αγύριστα μου μίσεψες και πήγες!”
Ο Μαυρουλάκης ήταν Κύρηκας αισιοδοξίας.
Αυτός που δεν είδε καμία άσπρη μέρα. Αγωνιστής αλύγιστος της Δημοκρατικής
Ιδέας, με φυλακίσεις, διωγμούς, ασυμβίβαστος, ενώ νυχθημερόν του κτύπαγε την
πόρτα η ανέχεια κι είχε γυναίκα και παιδιά!
Αλλα και ο απόστολος της ημερότητας της πραότητας, της ανεξικακίας, στη ζουγκλα
των παθών.
“Πιστεύω του” η πολιτική και κοινωνική Δημοκρατία. Ο αντίπαλος του η
μισαλλοδοξία. Πολέμιος της πάντα. Ηταν φτιαγμένος απο μια στόφα πολύτιμη,
απαραίτητη για την ανέφελη κοινωνική συμβίωση. Απέραντη η καλοσύνη και η
ανθρωπιά του. Σεμνός, ταπεινός αθόρυβος άκακος σαν αρνάκι. αθρός με πολλά
πνευματικά ενδιαφέροντα, αγνός Ιδεολόγος, αγωνιστής ακατάβλητος. Μαχητικός για
τα ιδανικά του. Δειλός στα δικαιώματά του στη ζωή. Ηταν ένας σωστός ενας πλήρης
άνθρωπος ο Μαυρουλάκης. Γιατι δεν ήταν “εκ του κόσμου τουτου”.
Ηταν γεννημένος Δημοσιογράφος ο Μαυρουλάκης. Με τα Δημοσιογραφικά
προσόντα που είχε αν ο αστερισμός του δεν του έβαζε τροχοπέδη, που
αποχωριζότανε τον τόπο του, που αγαπούσε με πάθος θα είχε εξελιχθεί σε ένα απο
τους άριστους της Αθηναϊκής Δημοσιογραφίας.
Καταπιανότανε με επιτυχία κα θαυμαστή ευχέρεια, και με το χρονογράφημα, τις
επίκαιρες καμπάνιες, το ευθυμογράφημα, το σατιρικό στίχο. Εέχε γράψει και
αξιοπρόσεκτους λυρικους στίχους. Αλλα το φόρτε του ήταν το πολιτικό άρθρο να
γράφει εκτός απο τα άλλα και δύο πολιτικά άρθρα καθε μέρα. Αυτο συνέβαινε συχνά.
Ητανε δε και μοναδικός συντάκτης, της εβδομαδιαίας εφημερίδας του. Και είχαν τα

καλογραμμένα κύρια άρθρα του, ενα ύφος ρέον, ευπρέπεια και με τα επιχειρήματά
τους έπειθαν.
Με την εφημερίδα του “Νέος κόσμος” που έβγαζε συνέχεια απο το 1961, υπηρέτησε
πιστά και με αγωνιστικό μένος τα τοπικά ζητήματα, τις λαϊκές διεκδικήσεις και τη
Δημοκρατία.
Θυμάμαι με ειχε εντυπωσιάσει το κύριο άρθρο του στο πρώτο φύλλο του “Νέου
Κόσμου” του ανυπόγραφο βέβαια όπως, απο σεμνότητα, του άρεσε να αφήνει τα
δημοσιεύματά του.
Πολυγραφότατος πολυεδρικός και καταπληκτικά ταχύς, ενα μετάλλιο, χρόνια
κρυμμένο στην ανωνυμία ηταν αξέχαστος!
Τον τελευταίο καιρό που έμενα στο Ρεθεμνος γράφοντας στην Κρητική Επιθεώρηση”
ερχότανε συχνά τα βράδυα κατάκοπος στα τυπογραφεία της και με συντρόφευε .
προσφερόταν πάντα με ευγένεια που σκλάβωνε να μου ξεκουράζει λέει τα ματια
βοηθώντας με στη διόρθωση των τυπογραφικών δοκιμίων. Υστερα φεύγαμε πάντα
μάζί και διασχίζαμε απαραίτητα ολη την προκυμαία, για να καθαρίσουν λίγο τα
σωθικά του απο τις αναθυμιάσεις του αντιμονίου.
Του άρεσε να στέκει λίγο και να ατενίζει στο βάθος ρεμβάζοντας τον ατέρμονα
πόντο. Και τότε ένα φως γαλήνης σχεδόν ιλαρό περίχυνε τηνα αγαθή μορφή του.
Πού να φανταστείς άτυχε Κωστή οτι σε λίγες μέρες θα παγιδευόσουν μόνιμα στα
ενάλια βάθη!..
Υστερα με συνόδευες ίσαμε τη Νερατζέ, στην πόρτα του πατρικού μου. Δε θα
ξεχάσω – πόσο το έκανα γούστο- εκείνο το ιδιότυπο χαρακτηριστικό, τσιριχτό γελάκι
σου, που σαν κατάφαση μαζί με κλίση του κεφαλαίου σου- λιγόλογος ήσουνα πάντα-
τα λεγόμενά μου αμα τα επιδοκίμαζες. Πόσο με ανακούφιζε η συντροφιά σου η καλή.
Ηταν ανασασμός, γιατι μου γαλήνευε την ψυχή και ένιωθα εμπιστοσύνη για τον
άνθρωπο.
Και αποχωριζόμαστε εγκάρδια, σε λίγο. Κι έβλεπα τη σιλουέτα σου να ξεμακραίνει
ανάλαφρα περπατώντας στην υγρή Ρεθεμνιώτικη νύχτα, τυλιγμένη στο λεπτό σου
γκρίζο αδιάβροχο, δίνοντας μια πρόσθετη μελαγχολική νότα στο Ρεθεμνιώτικο στενό
που δεν χώραγε τον καημό σου το μεγάλο!
Τώρα αισθαντικέ, ωραίε ψυχικά Νεκρέ μας, δε θα σε βρούμε ούτε στη συνοικία των
νεκρών του Ρεθύμνου για να σου φέρουμε λίγα λουλούδια. Το αλαφρό χώμα της
Μεσαμπελίτισας γης δε σκεπάζει το βασανισμένο σου σώμα. Οταν όμως η ρότα του
πλοίου θα μας περνά απο τον υγρό τάφο τόσων αθώων μαρτυρικών ανθρώπων,
πάνω απο τον τάφο σου Κωστή μας, πού να μας πάρει ο ύπνος! Άγρυπνους να μας
κρατούν οι πικρές μνήμες! πάνω στο ραντισμένο απο δάκρυα μαξιλάρι, θα στήνουμε
τ’ αυτί, μήπως ακούσουμε κανένα μήνυμα, καθώς τα ύφαλα του πλοίου θα σχίζουν
τα βαθιά νερά της Φαλκονέρας.

Ίσως τοτε ακούσω εκείνο το ιδιότυπο τσιριχτό γελάκι σου Κωστή μου, τώρα που
έχεις λυτρωθεί και θα θεωρείς εκείνες τις φρικτές ώρες, περασμένες, ξεχασμένες
ασήμαντες. Και τότε θα ησυχάζουμε και θα μας παίρνει ο ύπνος!

ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΑΥΡΟΥΛΑΚΗ

Ταξιδεμένε φίλε μου, που σ’ έχασα
να’ ξερες πως και πόσο σ’ έχω κλάψει
δε θα παραπονιούσουν πώς σε εξέχασα
κι ενα θυμηντικό δε σου’χω γράψει.
Απο την μαύρη νύχτα, που μαθεύτηκε
τ’ απάντεχο μαντάτο του χαμού σου,
λυπητερό στο σπλάχνο μου αναδεύτηκε
το μοιρολόϊ τ’ αποχωρισμού σου.
Μα εγώ την πίκρα στην καρδιά μου στέρνιαζα,
και είχα βαριά στο στήθος μου πετρώσει
κι έσερνα φωνή, δεν αναστέναζα,
να μη ξεδώσει ο πόνος ν’αναλαφρώσει..
Μα τώρα που το δάκρυ μου ξεχείλισε,
κόμπο και κόμπο καταπίνω,
απ ’ την καρδιά στα χείλη ξανακύλησε,
κι έκαμε τ’ αναφυλητό μου θρήνο:
Πολύ νωρίς εμίσεψες και μ’αφηκες
κι έφυγες χωρίς αντίο,
γιατι μήδε κι εσύ δεν το φαντάστηκες
πως έμπαινες στου Χάρου το Πορθμείο!
Κι εγώ που στο ταξίδι, το θανάσιμο
δεν έλαχα να σ’αποχαιρετήσω,
το ξαφνικό και τραγικό στου χάσιμο
ακόμη δε μπορω να συνηθίσω.
Καθε βραδυά, στο πάρωρο ξαγρύπνι μου,
κανω παρέα με τη θύμησή σου,
και κάθε αργαδινή στο πρωτοϋπνι μου,
πιάνω κουβέντα στ’όνειρο μαζί σου.

Και κάθε δείλι που μονοημεριάζομαι
ολοι οι παλιοι σύντροφοί σου
κι οι φίλοι θλιφτοί το Συναξάρι σου διαβάζομε
κι ανάβουμε στην Μνήμη σου καντήλι.

Κώστας Απανωμεριτάκης

ΚΩΣΤΑΣ ΕΜΜ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ

40 μέρες έχουν περάσει απο τότε, που μαζί με τους 250 τόσους αδικοχαμένους του
Φερυ Μπωτ ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ έχασε και τη ζωή του σεμνό παλληκάρι του Μανώλη
Δημητρακάκη, ο Κωστης, πανω στα 26 του χρόνια.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΤΣΙΑΣ
ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣ ΥΠΟ ΤΟΥ . ΙΩΑΝΝΗ ΠΡΟΚΟΠΑΚΗ
Ο επιμνημόσυνος λόγος που ακολουθεί εκφωνήθηκε απο τον Δικηγόρο κ. Ιωάννη
Προκοπάκη κατα την τέλεση του 40 ήμερου μνημοσύνου του Ιωαννου Κατσιά.
Βαρύ αφόρητο και καθολικό ειναι το πένθος μας σε ολόκληρη την Κρήτη και ιδιαίτερα
του τόπου μας που επλήγει τόσο σκληρά απο την ασύλληπτη τραγωδία της
Φαλκονέρας τον περασμένο μήνα.
Στη βουή του θρόνου για την προσφιλή μας τραγικά θύματα ακούγονται να ηχουν
πένθιμες καμπάνες των εκκλησιών μας σήμερα στην πένθυμη δέηση της
Εκκκλησίας.
Ομοιος ο πόνος όλων μας με το φριχτό πόνο των προσφιλών οικογενειών των
θυμάτων.
Θρηνουν γονείς με σπαραγμό τα αγαπημένα τους παιδιά,παιδιά τους γονείς τους
αδέλφια αδελφούς και σύζυγοι τους συζύγους. Και δεν είναι ενα ή δύο θύματα.
Εκατοντάδες δυστυχώς στον ομαδικό τάφο τον οποίο άνοιξαν όχι μαύρη μοίρα αλλα
φριχτοί και απαίσιοι εγκληματίες για τους οποίους αξιούμε αλλα και ειδοποιούμε
ταχεία πρέπει να είναι η τιμωρία της Δικαιοσύνης όσο ανώφελη κι αν ειναι για εμάς,
πριν αναγκασθεί η Κρήτη να να χρησιμοποιήσει το δικό της Κώδικα, που κρατεί
προσωρινά κλειστό, την αυτοδικία την εκδίκηση.
Με φρίκη και κατάπληξη ακούσαμε τότε την συγκλονιστική είδηση και τρομερή
τραγωδία καθώς και τα ονόματα των τραγικών θυμάτων κανείς δεν πίστευε στα αυτιά
του. Και κανείς δεν πίστευε ή δεν ήθελε να πιστέψει στην συμφορά αυτή γιατι
πράγματι δεν την χωρούσε το μυαλό. Ηταν πρωτάκουστη και απίστευτη. Δυστυχως
τα αδιανόητα ήταν αληθινά.
Μέσα στο μοιραίο καταλογο των θυμάτων αναγράφεται κι ενα όνομα. ΙΩΑΝΝΗΣ
ΚΑΤΣΙΑΣ και ήταν το Σεμνό παληκάρι της Κρήτης.
Ο γνωστός πολεμιστής κατα των Γερμανών. Ο ατρόμητος αγωνιστής στην περίοδο
της κατοχή, εκείνος που με την παληκαριά και την αυτοθυσία του συνετέλεσε μαζί με
τους αλλους αγωνιστές στην ανάκτηση της Ελευθερία του τόπου.
Σήμερον οι συμπολεμιστές του αυτοί, όσοι επέζησαν απο την τρομερή πάλη χωρίς
να απομακρύνεται ο συναισθηματισμός τους απο τα άλλα τραγικά θύματα
προσέρχονται να εκπληρώσουν ενα παράλληλο χρέος προς εκείνο που συντελέσει
με τη δράση του στην υπερηφάνεια του τόπου του.
Ο Γιάννης Κατσιάς δεν ήταν Ρεθεμνιώτης. Αλλα έγινε και τον αγάπησε το Ρεθυμνο
σαν δικό του παιδι.. τον καμάρωναν σαν εναν τύπο γνήσιου Κρητικού με τα
σωματικά και ψυχικά χαρίσματά του.

Η καταγωγή του ήταν απο τη χώρα Σφακίων και Καλου Λάκκους ενα μικρό χωριό
σκαρφαλωμένο ψηλά στις Σφακιανές Μαδάρες που μαζί με το Μουρί, την Ανώπολη,
τον Αη Γιάννη και τη Σαμαριά αποτελούν το στεφάνι των Λευκών Ορέων εκει
λατρευόταν και ο Θεός Απολλωνας.
Ενας σεμνός πολίτης σχεδόν άγνωστος, αρρενωπή φυσιογνωμία,, αυστηρή
επιβλητική, όμοια εκείνης των υπερήφανων κατοίκων των ορεινών Σφακίων και
τίποτε δεν φανέρωνε τις εκπληκτικές δυνάμεις που έκρυβε μέσα του.
Τα μικρά αυτα χωριά εχουν δώσει Αρχηγούς επαναστάσεων Μακεδονομάχους,
πληθώρα επιφανών αγωνιστών και διαδεκριμένους άνδρες για τους οποίους
καυχάται η Κρήτη και η Ελλάδα.
Προ του 1940 ο Γιάννης Κατσιάς ηταν ένας σεμνός πολίτης σχεδόν άγνωστος,
Φυσιογνωμία αρρενωπή, αυστηρή επιβλητική, όμοια εκείνης των υπερήφανων
κατοίκων των Ορεινών Σφακίων και τίποτα δεν φανέρωνε τις εκπληκτικές δυνάμεις
που έκρυβε μέσα του.
έρχεται ομως η τρομερή ημερομηνία 20 Μαίου 1941 και Ο Γιάννης Κατσιάς
θαμμένος με τους αντιλάλους της παληκαριάς και των παραδόσεων της Κρήτης, στο
μέγα προσκλητήριο της θυσίας σπεύδει εθελοντής και παίρνει θέση στην άνιση και
τρομερότερη μάχη όλων των εποχών της ανθρώπινης ιστορίας και συντελεί με τους
άλλους Κρητικούς πολεμιστές να εξευτελισθεί και να γονατίσει ο μέχρι τότε αλύγιστος
εχθρός. Κι όταν ο εχθρός επεβλήθη με την τεράστια δύναμη των πολεμικών
μηχανών στους άοπλους Κρητικούς και ο κίνδυνος ήταν απείρως μεγαλύτερος, οι
εναπομείναντες πολεμιστες δεν υποτάχθησαν αλλα με πείσμα και αυτοθυσία
ανέλαβαν τον αγώνα της Αντιστάσεως που αποτελεί το δεύτερο σκέλος της θρυλικής
μάχης της Κρήτης.
Μεταξύ αυτών ο Γιάννης Κατσιάς. Δεν εγκαταλείπει το τουφέκι του, δεν ησυχάζει,
ζητά εκδίκηση. Απο τις Μαδάρες στον υπερήφανο Ψηλορείτη ως τα Λασηθιώτικα
βουνά, κηρύττει την απόφασή της Κρήτης “Ελευθερία ή Θάνατος” χωρίς σταθμούς
χωρίς ανάπαυση σαν άλλος Διγενής.
Σσπίτι δεν τον εσκέπαζε σπηλιά δεν τον εχώρεσε τα όρη εδρασκέλιζε..”
Σχηματίζει ομάδα απο εκλεκτά παλληκάρια. Εντάσσεται στην Εθνική οργάνωση
Ρεθύμνης ύπο την Γενική Αρχηγία του αειμνήστου Χρηστού Τζιφάκη και απο τότε
επιδίδεται σε εντονότερη δράση κατά του κατακτητή.
Παίρνει μέρος στη μάχη της Κρήτης, του Καλλικράτη του Ψηλορείτη. Χάνει τον
αδελφό του Γιώργη σε συμπλοκή με τους Γερμανούς. Τον αδελφό της γυναίκας του
τον ξακουστό για την παληκαριά του Ανδρέα Κοτσίφη σε μάχη παρά τη Μονή
Πρέβελη που έδωσε μόνος του με 80 Γερμανούς και έπεσε αφού εξάντλησε και το
τελευταίο φυσέκι. Έλαβε μέρος στη φυγάδευση του Κράϊπε. Τον επικήρυξαν οι
Γερμανοί.Ήταν ένας σεμνός ήρωας

Αφήστε μια απάντηση