ΣΕΟΡΤΖΑΝΑΚΗ

Πέρδικα πα πέρδικα κει πέρδικα στο χαράκι

Αφουγκραστείτε να σας πω για το Σεορτζανάκη.

Με ήντα νου και λογισμό το πήρε το Λενάκι.

Εφτά λογιό φορέματα άλλαζε την ημέρα και το βιολί στο χέρι της τον άνθρωπο λωλαίνει.

Μια Κυριακή βουλήθηκε χαιρετισμό να πέψει.

Δαχτυλιδάκι ολόχρυσο π’ αντικλισμούς δεν έχει, σε ταμπακέρα ολόχρυση βάνει το δακτυλίδι και με χαρά του δούλου του φωνάζει και το δίνει.

– Πάρε το δα κουρκουνιστή με την ταπεινοσύνη κι αν σ’ απαντήξει η λυγερή δώσ’ της το δακτυλίδι.

Η λυγερή κατέβαινε μόνο με μια βαγίτσα και βάστανε στα χέρια της μαλαματένια βίτσα.

– Ακριβοχαιρετίσματα από το Σεορτζανάκη και σου ‘στειλε χαιρετισμό ένα δαχτυλιδάκι.

Η λυγερή ως τ’ άκουσε το πρόσωπό της ‘δρώνει και τον καλό σου δουλευτή ξυλιές τον εφορτώνει,

– Καλώστονε τον δούλο μου μον’ άργησε λιγάκι.

– Καλώς σας ήβρε αφέντη μου μα έρχομαι με φαρμάκι.

– Όλο σου το πράγμα το πουλείς όλο σου το χαρίζεις.

Μα το Λενάκι το χρυσό ποτέ σου δεν κερδίζεις.

Μα να σου πω αφέντη μου πώς να την εκερδίσεις. Να βάλεις γυναικίστικα ν’ αλλάξει  φορεσιά σου. Να πάεις ν’ εδικουρκούνας ως δικολογιά τους κι αυτή έχει μια αδελφή στα ξένα παντρεμένη και πάνε χρόνια δώδεκα που είναι αποθαμένη.

Βάνει τα γυναικίστικα κι αλλάζει η φορεσιά του και πάει και δικουρκουνά ως εδικολογιά του.

– Άνοιξε θεία μ’ άνοιξε και διψασμένη είμαι και από τον δρόμο τον πολύ μπαϊλντισμένη είμαι.

– Αχ και που το ήξερα την σημερνή ημέρα πως τα’ αδερφής μου το παιδί θα ‘ρθει από τα ξένα.

Βάλετε να δειπνήσουμε κι ότι ηστείλε ο αφέντης

 κι απείς αποδειπνήσανε και πιάσαν το τραπέζι.

– Να σε ρωτήσω θεία μου πόσο χρονώ η Ελένη.

– Τα δώδεκα πέρασε στα δεκατρία μπαίνει.

– Θαυμάζομαί σε θεία μου πως δεν την παντρεύεις.

– Σεορτζανάκη αγάπα για να τον κάμει ταίρι, μα δε θελίζει ο κύρης της γιατί είναι πολλά κοπέλι.

– Θαυμάζομαί σε θεία μου πως δεν του την εδίνεις από να πεις στις μέλισσες τσι έχουνε χιλιάδες που έχουν τα περιβόλια τους περίσσες πρασινάδες.

– Πάρε τε την ξαδέλφη σου να πά να κοιμηθείτε και σαν αδέλφια μπίστικα να σφιχταγκαλιαστείτε.

Από το χέρι την αρπά στην κάμερα τη βάζει. Ρακή την πρωτοτράταρε και γλύκισμα τση βγάνει.

Ώστε να μπει κι ώστε να βγει ήντοντε και γδυμένος κι από κορφής το πάπλωμα ήντοτε σκεπασμένος.

Την φωτογραφία του είχε στο πάπλωμα ραμμένη να την βλέπει κάθε βράδυ.

– Να σε ρωτήσω ξαδέλφη μου μοσχοαναθρεμμένη πιανούνε τούτη η ζωγραφιά που είναι ζωγραφισμένη.

– Νυστάζουνε τα μάτια μου πονούν τα κόκαλά μου ήθελα γω να σου τα πω μα που πονεί η καρδιά μου.

 Σεορτζανάκη αγαπώ για να τον κάνω ταίρι μα δε θελίζει ο κύρης μου γιατί είν’ πολλά κοπέλι.

Εκειά φανερωθήκανε και φέραν τσι τσοχάδες και εκειά τους ευλογήσανε δώδεκα δεσποτάδες. Εφτά λογιό τ’ ανθόνερο κρατούσε από την πόλη κι εκείνο του βοήθησε και ξελιγώθει η κόρη.

ΕΛΕΝΗ ΣΗΦΑΚΑΚΗ

Κ.Α.Π.Η. ΡΕΘΥΜΝΟΥ Γ’ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ 24

Αφήστε μια απάντηση