Ζ Ε Χ Ρ Α 1

Του Ε. Δικηγόρου κ. Μιχ. Μ. Παπαδάκη
Περισσότερα από ενενήντα χρόνια θάναι που ζούσε στο Ρέθεμνος ο
μεγαλοκτηματίας τουρκοκρητικός Καρπουζοζεϊνέλης. Έτσι τον έλεγεν ο κόσμος. Μα στα
φορολογικά χαρτιά του Εφκαφίου γράφεται: Ζεϊνέλ Καρπουζάκις γυιός του Σαμπρή. Δεν
ήτανε πάντα πλούσιος τούτος ο αγάς. Φτωχάκι ανήλικο, ξυπόλυτο και πειναλέο γύριζε
στους δρόμους του Ρεθέμνου. Με τον καιρό τον φώτισεν ο Θεός κι η τύχη του κι άνοιξε
φουρνάρικο κοντά στην πλατεία της Σωχώρας κείνο ακριβώς που, με μικρές παραλλαγές,
χρησιμοποιεί και σήμερο ο συμπαθής συμπολίτης αρτοποιός Στυλιανός Κ. Ζουλάκις.
Ο Καρπουζοζεϊνέλης άμα χόρτασε ψωμί, ντύθηκε, καλικώθηκε κι έπιασε χρήματα
από το φούρνο, σκέφτηκε κι άλλες δουλειές. Πήρεν ένα παιδί από το χωργιό Γάλλου,
Μανώλη τώλεγαν μα κανείς δεν θυμάται το επίθετό του και του άφησε συνεταιρικό το
φούρνο. Αυτός νοίκιαζε, στην αρχή, υποζύγιο, το φόρτωνε με ότι εμπορεύματα ξοδεύονταν
εύκολα στις επαρχίες κι έκανε τον πραματευτή. Σιγά – σιγά αναπιάστηκε. Αγόρασε δυο
μουλάρια για τη δουλειά του κι αβάρετος και ταχτικός καθώς ήτανε, κέρδισε την
εμπιστοσύνη του αγοραστικού του κοινού και κεφάλαιο ικανό ν’ αγοράση χωράφι με
ελαιόδεντρα στην Αγία Τριάδα του Κατωμεργιού. Αργότερα αγόρασε κι άλλο κι όταν είχε
μαζεμένα μέχρι διακόσια ελαιόδεντρα με τη γη των, ο Μεχμέτ – μπέης Σαριδάκις που τον
είχεν εκτιμήσει για την εξυπνάδα, τιμιότητα, εργατικότητα, το επιχειρηματικό του πνεύμα,
την ευγένεια και την καλωσύνη του, του έδωσε γυναίκα του την κόρη του Αϊσέ και τη μισή
από την περιουσία του, γιατί είχε κι άλλη κόρη την Αντιλέ. Κι όπως ο μπέης ήταν ο
πλουσιώτερος της περιοχής, μετά το θάνατό του, ο Ζεϊνέλης εξουσίαζε πάνω από 2
χιλιάδες ελαιόδεντρα, γιατί αγόρασε και το μερίδιο της Αντιλές, που ήταν παντρεμένη στο
Ηράκλειο το γιατρό Περτέφ – εφέντη.
Όσο ζούσεν όμως ο Ζεϊνέλης διατηρούσε και το φούρνο με το Μανώλη. Τον ήθελε
να πηγαίνη να καθίζη όταν είχε καιρό να ξεκουραστή, να πίνη το καφεδάκι του και να
θυμάται τους δύσκολους χρόνους που πέρασε. Εισόδημα δεν έπαιρνε τίποτα. Όμως του
άρεσε να βρίσκεται πάντα στο ανώφλι τούτου του μαγαζιού τ’ όνομα και το επίθετό του με
γράμματα κεφαλαία «ΖΕΪΝΕΛ ΚΑΡΠΟΥΖΑΚΙ – ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟΝ», μια που και το κτήριο ήταν
δικό του.
Από το γάμο του με την Αϊσέ ο Ζεϊνέλης απόχτησεν ένα κορίτσι. Τη Ζεχρά. Αδύνατο
και χαριτωμένο, καλόγνωμο, φρόνιμο μα πολύ συναισθηματικό, ανατράφηκε με πολλή
επιμέλεια από τον πατέρα του και την από τούτο γιαγιά του Φατουμέ – Χανούμη, γιατί η
1 Δημοσιεύομε παρακάτω, μια από τις Ρεθεμνιώτικες ιστορίες του ε. Δικηγόρου κ. Μιχάλη Μ.
Παπαδάκη. Εκτός από την καλλιλογία και το παραστατικό της εκφράσεως, θα ιδεί ο αναγνώστης, ίσως
για πρώτη φορά, την αρχιτεκτονική των Τούρκικων αρχοντόσπιτων στο Ρέθεμνος που τώρα πια
εξαφανίστηκαν. Είχαν οι Τούρκοι την περίεργη νοοτροπία να τα οικοδομούν κλειστά προς το δρόμο
και ανοιχτά από τα εσωτερικά περιβόλια. Δεν επιτρεπόταν από τη θρησκεία να βλέπει κανείς το
εσωτερικό των σπιτιών. Ούτε τις χανούμισσες. Ήταν αμαρτία.
μητέρα του το άφησεν ορφανό στη νηπιακή του ηλικία. Άμα γίνηκεν έξη χρόνων του έβαλε
δύο δασκάλες μια τούρκισσα και μια ρωμιά. Όμως δεν πρόκοβε στα τούρκικα. Του
φαίνονταν πολύ δύσκολα, δεν τάξαιρε κανείς από τους δικούς και τους φίλους του, ούτε κι
ο πατέρας του, κι ο Ζεϊνέλης για να μη το στενοχωρή, απόλυσε την τουρκοδασκάλα. Άφησε
την άλλη κι εκείνη του έμαθε να γράφη και να διαβάζη όλα τα ρωμέικα κείμενα, ακόμη και
τα δύσκολα.
Ο Ζεϊνέλης με τη μητέρα του και την κόρη του κατοικούσαν σε δρόμο του Ρεθέμνου
που τότε ήταν χωρίς όνομα και τώρα λέγεται «οδός Φραγκίσκου Πόρτου». Αξίζει τον κόπο
να περιγράψωμε το κονάκι γιατί δεν σώζεται, από ότι γνωρίζω, ούτε αυτό ούτε κανένα
όμοιό του στο Ρέθεμνος.
Τάφαγε το τσιμέντο κι ο ψεύτικος «πολιτισμός»!
Το σπίτι από τη μεριά του δρόμου είχε ψηλά, κοντά στην οροφή, μικρές τετράγωνες
θυρίδες που έκλιναν με τζάμι, για να μπαίνη ήλιος και φως. Άνοιγμα είχε μόνο πολύ
μεγάλη καμαρωτή πόρτα τόση ώστε να χωρή ο νοικοκύρης να μπαίνη καβαλλάρης στο
άλογό του και τα μουλάργια του φορτωμένα. Η πόρτα ασφαλίζονταν με γερά διπλά
θυρόφυλλα και αμπάρες, περάτες και κλειδαργιές σιδερένιους.
Αμέσως μετά την πόρτα αυτή ήτο πλατύς ως τρία μέτρα, λιθόστρωτος διάδρομος
που έβγαινε με μικρότερη, σε περιβόλι. Δεξιά του διαδρόμου ήταν σε κάποια απόστασι
μεταξύ τους, τρεις πόρτες. Η μια αντιστοιχούσε στο σταύλο. Τούτος είχεν εντοιχισμένες
φάτνες ως είκοσι. Δάπεδο λιθόστρωτο επικλινές από μέσα προς τα έξω. Κι εσταυλίζονταν
τα άλογα και τα φορτηγά ζώα.
Η επόμενη πόρτα ήταν αχυρώνας που είχεν άλλη, επικοινωνίες με το σταύλο. Η
Τρίτη ωδηγούσε σε αποθήκη για όσπρια, δημητριακά, πατάτες, βούτυρα παστές ελιές και
κολυμπάδες και άλλα φαγώσιμα είδη. Στα ράφια των τοίχων ετοποθετούντο αθότυροι και
τυριά. Αυτά τα διαμερίσματα δεξιά στον εισερχόμενο, κρατούσαν το, μετά το διάδρομο,
μέρος του ισογείου.
Στο άλλο μισό, το αριστερό, ήταν αμέσως μετά την πόρτα το κλιμακοστάσιο,
μαρμάρινη σκάλα, που ανέβαινε στο ανώγειο. Στη συνέχεια του ισογείου ήταν τεράστια
ελαιοαποθήκη. Εχωρίζετο με τοίχο από το διάδρομο και το κλιμακοστάσιο, έφτανε μέχρι το
περιβόλι απ’ όπου και εφωτίζετο με σιδηρόφρακτο με διπλά σίδερα, παραθυρόφυλλα και
τζάμι, φωτιστικό παράθυρο. Η είσοδος της ελαιοαποθήκης ήταν από το διάδρομο. Μέσα σ’
αυτήν ήσαν τοποθετημένες δέκα ντίνες (πελώριες ξύλινες δεξαμενές λαδιού). Είχαν σχήμα
ανεστραμένου κολούρου (χωρίς κορυφή) κώνου, ύψος δυο μισυ μέτρα και διάμετρο στο
επάνω μέρος ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά.
Λίγο πιο κάτω από τα χείλη των υπήρχε πάτωμα στερεωμένο στους τρεις τοίχους κι
από την εσωτερική μεριά, σε χοντρά κάθετα δοκάρια εμπεπηγμένα στο έδαφος. Σε τούτο
το πάτωμα ανέβαιναν οι εργάτες (κουβαλέδες) με ξύλινη σκάλα στερεωμένη σ’ αυτό και
άδειαζαν τ’ ασκιά του λαδιού. Οι ντίνες εστηρίζοντο σε κτιστά υπόβαθρα με αβαθή
θεμελίωση στο έδαφος και, οι συνηθισμένες, είχαν χωρητικότητα η κάθε μια, ως τρεις
χιλιάδες οκάδες λαδιού ή χιλιόγραμμα τρεις χιλιάδες οκτακόσια σαράντα.
Το περιβόλι είχεν έκτασι μισής ζευγαρές (μισό στρέμμα), διάφορα δένδρα
οπωροφόρα, ξυνόδενδρα, πορτοκαλιές, μανταρινιές, βερυκοκές, ρογδιές, ροδακινιές και
διαφόρων ειδών κλήματα σε κρεβατίνες. Είχε και μέρος αδειανό για λαχανικά, κι εποτίζετο
από δυο επιτόπια πηγάδια – το ένα γεράνι. Στο βάθος του περιβολιού ήταν μικρό σπίτι για
τα εργαλεία του κηπουρού. Και στον οντά του έμεναν οι υπηρέτες από το χωργιό, όταν
ήταν ανάγκη να κοιμηθούν στο Ρέθεμνος.
Το τεράστιο ανώγειο του σπιτιού, είχε διάδρομο αμέσως μετά τη σκάλα. Σ’ αυτόν
έπεφταν οι φωτιστικές ψηλές θυρίδες από τη μεριά του δρόμου, κι από την άλλη είχε
τέσσερις πόρτες. Οι τρεις ανήκαν σε μεγάλους οντάδες (με ξύλινα πατώματα
διαμερίσματα) που χρησίμευαν για κοιτώνες, αίθουσα διαμονής και μουσαφιροντά
(διαμέρισμα προωρισμένο για τους ξένους). Η τέταρτη στην κουζίνα, το χαμάμι (λουτρό)
και άλλους βοηθητικούς χώρους.
Όλα τα διαμερίσματα είχαν μεγάλα παράθυρα προς το περιβόλι. Κάθε παράθυρο
μέσα από τα ξύλινα φύλλα του είχεν υαλοστάσιο με τζάμια.
Ύστερ’ απ’ αυτό ήταν το καφάσι από το κατώφλι μέχρι τη μέση του. Δηλαδή ξύλινο
πλέγμα που επίτρεπε στο φως να μπαίνη στο δωμάτιο και τη θέα προς τα έξω, αλλά δεν
εφαίνετο το εσωτερικό του. Όταν δεν ήταν κίνδυνος να ιδή ξένο μάτι το εσωτερικό του
σπιτιού, μπορούσε να σηκωθή το καφάσι μέχρι το ανώφλι του παραθύρου, έμενεν
ελεύθερο το κάτω του ήμισυ και το φως και η θέα από αυτό και προς αυτό, ήταν
ελεύθερες.
Η στέγη ήταν από πάνω με χονδρά δρύινα δοκάρια και λεπίδα (ντόπιο αδιάβροχο
χώμα). Και το ταβάνι (η οροφή) των δωματίων ήταν στολισμένο με διάφορα ξύλινα
ποικίλματα. Συνηθισμένοι ήσαν ρόδακες στις γωνίες και ίσα τετράγωνα στον υπόλοιπο
χώρο του ταβανιού.
Το κονάκι δεν τόχτισεν ο Ζεϊνέλης, αλλά το βρήκεν έτοιμο από τον πεθερό του το
Μεχμέτ – Μπέη κι αυτός πάλι από τους προγόνους του για τους οποίους ήταν διαδομένο
πως ήσαν σπουδαίοι Ενετοί που τούρκεψαν για να κερδίσουν τις περιουσίες των.
Και στο χωργιό Αγία Τριάδα ο Ζεϊνέλης είχε κληρονομήσει από τον πεθερό του άλλο
κονάκι προσαρμοσμένο στις ανάγκες αγροτικού σπιτιού, με σταύλους, αποθήκες, κοιτώνες
για το υπηρετικό προσωπικό και ανώγειο που έμενε τα καλοκαίρια ο ίδιος με την
οικογένειά του.
Το περιβόλι του κονακιού στο Ρέθεμνος, χωριζόταν από άλλο μικρό, ξένο, με τοίχο
ψηλό ως δυο μέτρα. Ο τοίχος είχε σαμαρωτή κορυφή και καρφωμένα γυαλιά στα σαμάρι
του με κόψες προς τα πάνω, ώστε να εμποδίζεται να περάση άνθρωπος. Ανήκε τούτο το
περιβολάκι σε γειτονικό μονόσπιτο που είχεν ισόγειο δωμάτιο για όλες τις χρείες και το
ανώγειό του, ξύλινο δάπεδο, μόλις χωρούσεν ένα κρεβάτι. Επίσης είχε παράθυρο το μικρό
ανώγειο που έβλεπε προς το μέρος του σπιτιού του Ζεϊνέλη. Κι όπως ήταν πάντοτε ανοιχτό
η οικογένεια Ζεϊνέλη μπορούσε να παρακολουθή αθέατη πίσω από τα καφάσια των
παραθύρων της όλη την κίνησι μέσα σ’ αυτό.
Σε τούτο το μονόσπιτο που είχεν είσοδο από τον δρόμο, κατοικούσεν ένας ωραίος
νέος και λεβέντης, χριστιανός όμως αυτός, ο Μιχάλης Βλατάς από χωργιό τ’ Άη Βασίλη που
λέγεται Βάτος. Θάταν ως είκοσι δύο χρόνων, ψηλός, ροδοκόκκινος, χεροδύναμος,
ανοιχτοκούταλος, ξανθός και σγουρομάλλης. Πολύ συμπαθής σαν φυσιογνωμία αλλά κι η
συμπεριφορά του κι οι τρόποι του ήσαν ξεχωριστοί. Εργαζόταν πρωτομάστορας στο
σαπουναργιό του Λουτφή – Εφέντη. Αυτός του έδιδε τούτη την κατοικία που ήταν
ιδιοκτησία του και σε συνέχεια του μεγάλου – ήταν το μεγαλύτερο στην Κρήτη –
σαπουναργιού του.
Η Ζεχρά και η Καντί – Νενέ (γιαγιά της) καμάρωναν μέσα από το καφάσι τούτον τον
άντρα:
-Όμορφος απούναι ο σκατόπιστος! Κρίμας απού δεν είναι Τούρκος.
-Ναι ο γιβεντισμένος. Ανάθεμά τονε. Το σκύλο.
Και πολύ ασχολούνταν με το Μιχάλη τούτες οι χανούμισσες.
Αυτός ερχότανε στο σπίτι του τις ώρες που δεν είχε δουλειά, μαγείρευε το φαγητό
του, πότιζε κι έσκαβε το περιβολάκι του, καθάριζε το δωμάτιο και το κρεβάτι του, μα ποτέ
δεν σήκωσε μάτι να κοιτάξη προς τη μεριά του Ζεϊνέλη. Ήταν άλλωστε κατάκλειστα τα
καφάσια μέρα και νύχτα και δεν μπορούσε να μαντέψη τι γινόταν για χάρι του μέσ’ απ’
αυτά.
Τα πράμματα κάθε μέρα βάδιζαν τον ίδιο δρόμο και κείνο που μεγάλωσε ήταν η
επιθυμία της Ζεχράς να κρυφοκοιτάζη τον Μιχάλη. Ξυπνούσεν αξημέρωτα που σηκωνόταν
κι αυτός για να παρακολουθήση το θελκτικό του παράστημα καθώς ετοιμαζόταν να φύγη.
Και περίμενε τα μεσημέρια για να κολλήση τα μάτια της στο καφάσι. Η Καντί – Νενέ της η
Φατουμέ Χανούμη, άρχισε ν’ ανησυχή για τούτα τα φερσίματα της μικρής που τώρα θα
ήταν δέκα έξ χρόνων. Μα τα απέδιδε στην ηλικία της. Δεν τολμούσε να σκεφθή πονηρά. Κι
έλεγε:
-Κοπέλλι είναι και θέλει να κάνει σεϊρι (να διασκεδάζη).
Παρατήρησεν η Ζεχρά πως ένα καλοκαιριάτικο πρωί κείνου του χρόνου, ο Μιχάλης
δεν σηκώθηκεν από το κρεβάτι του. Όταν ξημέρωσε καλά, τον διάκρινε πάνω σ’ αυτό όλη
την ημέρα. Και την επομένη το ίδιο. Την τρίτη μέρα το πρωί το είπε στη γιαγιά της. Και
διαπίστωσε κι αυτή τα ίδια.
Έφτασεν η γρηά τον Ζεϊνέδη που έφευγε στο χωργιό. Και για να δικαιολογήση το
ενδιαφέρον της του είπε:
Κεινοσές ο ταβλόπιστος απού ξωμένει στου Λουτφή είναι ξαπλωμένος στην
κοιμητέν του, εδώ δυο – τρεις ημέρες. Και φοβούμαι μην εψόφησενε, θα βρωμέση ο
κόσμος, κι ίντα θα γενούμενε απούμαστονε στη μίαν πάντα!
Ο Ζεϊνέδης πλησίασε στον τοίχο του περιβολιού του και φώναξε:
-Μιχάλη – Μιχάλη – Μωρεσύ Μιχάλη!
Ο Μιχάλης δεν απάντησε. Και τότε ο Ζεϊνέλης πήγε στον επίτροπο της Εκκλησίας
φίλο του Γιάννη Μαθιουδάκι, έτρεξαν στην πόρτα του Μιχάλη, χτύπησαν, φώναξαν κι
αφού δεν αποκρίθηκε κανείς την παραβίασαν, μπήκαν, ανέβηκαν στο ανώγειο και βρήκαν
τον Μιχάλη ξαπλωμένο, φλεγόμενο από μεγάλο πυρετό, μισοπεθαμένο, και ανίκανο να
μιλήση.
Ο Ζεϊνέλης έστειλεν αμέσως έφιππο υπηρέτη του στο Βάτο να φέρη τους γονείς του
Μιχάλη κι ύστερα μαζί με τον Μαθιουδάκι επισκέφθηκαν τον Λουτφή – Εφέντη και του
είπαν τα τρέχοντα. Τούτος ο επιφανής Τούρκος, ήταν προσωπικότης με μεγάλη επιρροή.
Σπουδαγμένος στη Γαλλία την επιστήμη του Ελαιουργού – Σαπουνοποιού, δημιούργησε το
εργοστάσιο, κι άλλες παρεμφερείς επιχειρήσεις στο Ρέθεμνος κι είχε πάρε – δόσε απ’
ευθείας με το εξωτερικό. Ήταν πολιτισμένος άνθρωπος κι είχε καλές σχέσεις με άρχοντες
και αρχομένους. Εκτιμούσε πολύ τον Μιχάλη, πήγε στον Τούρκο Διοικητή κι αυτός
επίτρεψε στο γιατρό του Τουρκικού στρατού στο Ρέθεμνος, χριστιανό Βασιλειάδη, να
επισκεφθή τον άρρωστο.
Πολύ στενοχωρημένος φάνηκεν ο γιατρός μετά την επίσκεψι. Είπε χαμηλόφωνα
στον παριστάμενο Λουτφή Εφέντη:
-Τύφος!
Αυτό θα πη για κείνη την εποχή ογδόντα τοις εκατό, θάνατο.
Ούλο το Ρέθεμνος λυπήθηκε τον Μιχάλη. Αλλά στο σπίτι του Ζεϊνέλη εξελισσόταν η
υπόθεσις σε δράμα. Η Ζεχρά έκλαιε χωρίς να παρηγοριέται. Η Καντί – Νενέ της τη μάλωνε:
-Ίντα κλαις μωρή το σκατόπιστο. Χαημός το κορμί κι αν ψοφήση!
Κι η Ζεχρά απαντούσε λυπητερά:
-Ίντα κακό μας έκαμενε Καντί – Νενέ μου το κακοροίζικο, το μοναχό και το έρμο.
Δεν είν’ αυτό άθρωπος; Δε φοβάσαι το Θεό;
Μ’ αυτές τις σκέψεις συγκινιότανε κι η Φατουμέ Χανούμη. Κι ας έκανε τη σκληρή,
την άγρια, την αδιάφορη. Κι εγύριζε πέρα για να μην καταλάβη η μικρή.
Τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας έφτασαν οι γονείς του Μιχάλη. Μετά τις πρώτες
συγκινήσεις, η μητέρα του, η γνωστική και πιτήδεια Κατερίνη, αφοσιώθηκε στο έργο της
διασώσεως. Κι ο πατέρας του έτρεχε παντού. Βοηθούνταν όμως πάρα πολύ από τον
Ζεϊνέλη, τον Λουτφή – Εφέντη και κυρίως το γιατρό Βασιλειάδη. Συγκινητική ήταν και η
διαγωγή των εργατών του σαπουνοποιείου και των άλλων φίλων του άτυχου νέου.
Δέκα πέντε μέρες ο Μιχάλης βρισκόταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Δεν εκινείτο,
ούτε μιλούσε, δεν έτρωγε, το μυαλό του ήταν πάντα θολωμένο και η όψι του παρουσίαζε
νεκρό. Ο Ζεϊνέλης που είχε την αυταπάρνησι να πηγαίνη παρά το ότι η αρρώστεια ήταν
κολλητική, έλεγε σαν γύριζε στο σπίτι:
-Δεν είναι για ζωή τουτοσές ο κακομοίρης!
Κρυφή ταραχή κλόνιζε το σπίτι του με αυτές τις πληροφορίες, χωρίς αυτός να το
καταλαβαίνη. Η Ζεχρά δεν ξεκολλούσε τα υγρά μάτια της από το καφάσι. Και τις νύχτες
έβρεχε το μαξιλάρι της από το ακατάσχετο δάκρυ.
Άμα πέρασαν δέκα πέντε μέρες ο Μιχάλης έδειξε βελτίωση. Ξαφνικά άνοιξε τα
μάτια του και κοίταξε με περιέργεια το περιβάλλον. Κοντά του ήταν η μητέρα του κι έπιασε
το χέρι της.
-Παιδί μου, είπεν εκείνη, μα δεν άφησε να εκδηλωθή περισσότερο.