ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ
(ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ)
Ο ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΗΣ Παντελής Πρεβελάκης, μια σύγχρονη και με παγκόσμια προβολή
λογοτεχνική δόξα, που αποτελεί μεγάλη τιμή για τα Ελληνικά Γράμματα, την Κρήτη και την
πολιτεία μας, συνεχίζει ακούραστος και χωρίς διακοπή, το πολύμορφο έργο του που
αντιπροσωπεύει και μια ολοκληρωμένη φιλοσοφία…
Στο τελευταίο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΟ
ΠΗΓΑΔΙ» ξαναφαίνονται όλα τα προτερήματα του συγγραφέως, η απλότης του ύφους, η
φιλοσοφημένη σκέψις, η παρουσίασις εικόνων που καταπλήσσουν. Νομίζει ο αναγνώστης
πως τις ζει φυσικές και ωραίες όπως είναι σε μια εκλεκτή και ζηλευτή πραγματικότητα.
Το έργο, είναι στηριγμένο στις αιώνιες αξίες της ζωής, σε κείνες που βοηθούν τον
άνθρωπο να ξεχωρίζη από το κτήνος και, κεντρική του ιδέα είναι το αξίωμα πως η αγάπη
σώζει, εξαϋλώνει, ταυτίζεται με το πνεύμα, όταν συνυπάρχη με τον Ορθόδοξο Χριστιανικό
Θεό, που είναι ο Θεός της Αγάπης.
Τόπος που ξετυλίσσεται η υπόθεσις είναι η αγαπημένη προτίμησις του Πρεβελάκη:
η Κρήτη. Τούτο φαίνεται από τις στολές των ηρώων της (σ. 8,9), από την έκφρασι της σ. 29
«εδώ στο Νησί μας πρέπει νάναι κανείς ‘καλός άντρας’ και ύστερα άγιος», της σ. 139 «η
ώρα ήταν από κείνες οπόταν η Κρήτη μοιάζει με την Εδέμ» και από άλλα χαρακτηριστικά
γνωρίσματα του κειμένου.
Το ακριβές σημείο της όλης δράσεως, είναι το Πηγάδι, ιδιοκτησία του Μοναστηριού
του Αγίου Κωνσταντίνου, ένα φαράγγι που κατεβαίνει κανείς με κληματόσκαλο, έχει νερό
και πλάτωμα στον πάτο του τόσο ώστε να χωρεί, λίγο καλλιεργημένο χώρο, μια καλύβα
ενός ερημίτη που για εκκλησία και προσκυνητάρι του χρησιμοποιεί κουφάλα στη ρίζα μιας
ελιάς και εικόνα του Αγίου Αντώνη (σ. 36) μέσα σ’ αυτό. Εδώ δεν φτάνει «η ταραχή του
κόσμου».
Χρόνος που κρατά η υπόθεσις, είναι μια μεγαλοβδομάδα που ξεκινά από το πρωί
του Σάββατου του Λαζάρου.
Σε τούτη μοιράζονται όλα τα μέρη του δράματος. «Αυτή η βδομάδα είναι η
βδομάδα των παθών μου. Θα την περάσω ως την άκρη», λέει ο κύριος ήρωας (σ. 158).
Ο πρωταγωνιστής αυτός είναι ο δάσκαλος Λουκάς. Αδικημένος και κατατρεγμένος
από τη ζωή, προδομένος από την αρραβωνιαστικιά του με συνεργασία του ίδιου του
πατέρα του. Δύσπιστος και καχύποπτος για τους πάντες: «Βρίσκεται άνθρωπος στον κόσμο
που να μην τον πρόδωσαν, εξόν αν δεν το ξέρει;» (σ. 85). Το βαρύτερο όμως αμάρτημα
στην ψυχή του, παίρνει πως είναι ότι «δέχτηκε το τουφέκι που του έδωσαν και να σύρει
στο σεφέρι στη Μικρασία. Το κακό ξεκίνησε από κει. Μια αόμματη δύναμη του στέρησε το
αυτεξούσιό του και τον έρριξε ν’ αδικεί σε ξένον τόπο. Αυτό το κρίμα του απόμενε να
ξαγοράση αλλά με ποια θυσία δεν ήξερε μήδε κείνος. Αν δεχτεί ποτέ την κουρά του
μοναχού… τούτο θα είναι η απόδειξι πως πλέρωσε το χρέος του ή πως βρήκε τη στράτα να
συχωρεθή». (σ. 86).
Αλλά για να γίνη αυτό χρειάζεται αναχώνευσις και ξαναδημιουργία του «εγώ» του.
«Όταν ξεχάσω ολότελα ποιος είμαι θα πω: Πέθανε ο κατά κόσμον Λουκάς, γεννήθηκε ο
κατά Χριστόν Λάζαρος». (σ. 56). Και ακόμη, είναι αναγκαία η Αγάπη: «Το περιβόλι καλεί τον
δόκιμο να το σπείρει και να το καρπίσει. Σαν όλα τα πλάσματα, διψάει και κείνο γι’ αγάπη.
Εσύ θαρρείς πως διψάει για νερό, αμή εκείνο το γυρεύει αγιασμένο από την αγάπη». (σ.
56).
Ύστερα, όταν λυτρωθή: «Ο λυτρωμένος είναι και βλογημένος, όποια πέτρα να
σηκώση θα βρη από κάτω το Θεό». (σ. 75). «Από την πέτρα που πατάει ως τα ύψη που
βυθίζεται η ματιά του νοιώθει την παρουσία και την εγγύτητα του Θεού». (σ. 77).
Η Θεία Πρόνοια δίδει την ικανότητα στον Λουκά να ξεγεννήση μια σκοτωμένη
φοράδα και να βγάλη από μέσα της ζωντανό το πουλάρι και τούτο το γεγονός επιδρά
αποφασιστικά στη ζωή του. «Ένας νεκρός μου δίδαξε τη συγγνώμη και την αγάπη κι ένα
πουλάρι μ’ έκαμε ικανό να καταλαβαίνω το Ευαγγέλιο». (σ. 99). Και, «η αγάπη τον
πλημμύριζε στ’ αλήθεια, αγάπη αδιαφόρευτη που έσταζε το μέλι της καθώς η κερήθρα της
αγριομέλισσας μέσα στην απάτητη σπηλιά… Αγάπη… Αγάπη…». (σ. 74).
Όμως, διάφορα περιστατικά αναγκάζουν τον δάσκαλο, τώρα δόκιμο καλόγερο, να
κάνει θλιβερές διαπιστώσεις. «Η χτίση ολάκερη καθαρίζεται για να δεχτή το υπερκόσμιο
μυστήριο (της Αναστάσεως). Μόνο η καρδιά του ανθρώπου απόμενε με το ρύπο της. Αυτός
ο κόμπος οι οχιές δεν ξεπλένεται μηδ’ αν ρίξεις τον Κατακλυσμό απάνω του, μηδ’ αν τον
ραντίσεις με το αίμα του Σωτήρα». (σ. 147). «Ένας φτωχός δάσκαλος που δυστύχησε στον
πόλεμο και στην αγάπη και που δεν στάθηκεν άξιος να ξαναγεννηθή εις Χριστόν, έχει για
μοιράδι ένα φοραδάκι». (σ. 168).
Θέλει να φτάση «στο Φως» που είναι «ο Θεός, η ομορφιά, η λευτεριά, η
δικαιοσύνη» (σ. 167), μα διστάζει να σβήση το λύχνο του λογικού του και να πιστέψη. Αλλά
«οι άνθρωποι έζησαν χιλιάδες χρόνια με την πίστη στο Θεό». Πρέπει, λοιπόν, ν’ ανεβή στο
Σταυρό! (σ. 159).
Το πουλάρι που τόσο σημαντική επίδρασι έπαιξε στη ζωή του δοκίμου και που
αποφάσισε να σκοτωθή μαζί του, ψοφά μέσα σε δίχτυ καθώς άνθρωποι της Εξουσίας
θέλουν να το ανασύρουν από το πηγάδι και να το πάρουν στην επίταξι, και τον εμποδίζουν
να πεθάνη μαζί του. Και λέει: «Τώρα τι έχω να κάμω; Να το γδικιωθώ; Να σκοτωθώ επάνω
του;» (σ. 178)… «Όπως και να ναι τι έχει να κάμει ένας άνθρωπος που ολοζωής στερήθηκε
όσα πόθησε, όταν του αρνούνται το θάνατο που διάλεξε; Ώσπου να γεννήση η ψυχή του
άλλο θάνατο, δεν έχει παρά να θάψη τους νεκρούς του». Και θάβει το πουλαράκι.
Καταλήγει ο Συγγραφέας:
«Αν ο δόκιμος πιστέψη στην Ανάσταση των νεκρών, θα ξαναγεννηθεί εις Χριστόν κ’
είτε θ’ απομείνη στο μοναστήρι, είτε θα γυρίσει στον κόσμο να ζήσει σα Χριστιανός. Και το
ένα και το άλλο θα είναι ο λυτρωμός του. Αν όχι, και παραδεχτεί για καθολικό κληρονόμο
του το Σκούληκα τον Ακοίμητο, το μαχαίρι τι το ‘χει; Είτε σήμερα σκοτωθή, είτε αύριο
ψοφήσει, το ίδιο κάνει».
Οι περιγραφές των τοπίων και των περιστατικών στο βιβλίο «Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΟ
ΠΗΓΑΔΙ» είναι κάτι το συναρπαστικό και το μεγαλειώδες. Και η δύναμις της εκφράσεως
ανυπέρβλητη. Στέλνω στο εκλεκτό παιδί του Ρεθέμνου τα θερμά μου συγχαρητήρια γιατί
κρατεί ψηλά το έμβλημα και την παράδοσι πως «οι Ρεθεμνιώτες είναι για τα Γράμματα».
Μ. Παπαδάκις
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1971