Οι μακρυνές πορείες της 5 ης Μεραρχίας στην Αλβανία, ήταν πολλές και εξαντλητικές.
Δυο ολόκληρους μήνες (Δεκέμβριος 1940 και Ιανουάριος 1941), οι Κρήτες στρατιώτες,
μετακινούνταν συνέχεια, από το ένα πολεμικό μέτωπο, στο άλλο. Γιατί η Μεραρχία αυτή,
αποτελούσε την εφεδρεία του στρατεύματος. Έτσι, είτε ολόκληρη η Μεραρχία, είτε
Συντάγματά της, μετακινούνταν εκτάκτως, για να καλύπτουν επείγουσες ανάγκες του
μετώπου.
Υπολογίζεται πως οι Κρήτες στρατιώτες, διάσχισαν πεζοπορόντας, πάνω από 1000
χιλιόμετρα, στο δίμηνο διάστημα, μέσα στην αφιλόξενη Βορειοηπειρωτική γη. Οι πορείες
γίνονταν υποχρεωτικά κατά τη διάρκεια της νύκτας, γιατί την ημέρα δεν το επέτρεπαν οι
συνεχείς αεροπορικές επιδρομές των Ιταλών αεροπόρων.
Το τσουχτερό κρύο, τα χιόνια και οι λάσπες, ήσαν τα τρία μεγάλα κακά, που
συνόδευαν τους φαντάρους, στις μακρυνές πορείες τους.
Αλησμόνητη όμως, έμεινε σ’ όλους, η νυκτερινή πορεία του 44 ου Συντάγματος
Πεζικού, προς το χωριό Καφετζέκ, στις 23 Ιανουαρίου 1941!… Ενώ το Σύνταγμα βάδιζε
πάνω σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, διατάχθηκε να συνεχίσει την πορεία σε λασπόδρομο,
για να γίνει καταυλισμός, στο χωριό Καφετζέκ, που βρισκόταν περίπου 3 χιλιόμετρα πιο
πέρα…
Από ‘κείνη τη στιγμή άρχισε το δράμα! Λάσπη φοβερή, σε μεγάλο πάχος και πυκνή
σα ζύμη, εμπόδιζε τους στρατιώτες να προχωρούν. Ώρες ολόκληρες βάδιζαν βήμα προς
βήμα, στη φοβερή αυτή λάσπη. Τα άρβυλα κολλούσαν και χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια
για να υψωθεί πρώτα το ένα πόδι, να πατήσει πιο πέρα, και μετά το άλλο! Από πολλούς
φαντάρους, ξεκόλλησαν οι σόλες των αρβύλων και έμειναν μέσα στη λάσπη. Τα άλογα και
τα μουλάρια, όπως ήταν αδυνατισμένα από τις πορείες και βαρειά φορτωμένα, κάρφωναν
στις λάσπες, χωρίς να μπορούν να ξεκολλήσουν, τα πόδια τους. Τότε, τα ξεφόρτωναν οι
ημιονηγοί, τους βοηθούσαν να ξεκολλήσουν και μετά τα ξαναφόρτωναν, για να συνεχίσουν
τη δύσκολή πορεία τους…
Ο ελεεινός αυτός λασπόδρομος, προχωρούσε σε πλαγιές γλυστερές και σε
γκρεμνούς. Το βαθύ σκοτάδι συμπλήρωνε την εικόνα της φρίκης και της αγωνίας. Φωνές,
κακό, φασαρία, μέσα στη νύκτα. Ο ένας φώναζε τον άλλο με τ’ όνομά του, για να μπορούν
να βοηθούνται μεταξύ τους. Άλογα φορτωμένα, γλυστρούσαν στις άκρες του λασπόδρομου
και έπεφταν στις απότομες πλαγιές. Πολλοί στρατιώτες πάθαιναν το ίδιο. Οι άλλοι, τους
έρριχναν από πάνω σχοινιά, για να πιαστούν και να τους τραβήξουν πάνω κλπ. κλπ.
Πολλοί απογοητεύθηκαν, πως δεν ήταν δυνατό να φθάσουν στο περιβόητο χωριό
Καφετζέκ. Τότε, άνοιξαν τα ατομικά του αντίσκηνα, σχημάτισαν μικρές σκηνές και έμειναν
εκεί, μέσα στη λάσπη. Όλοι είχαν γίνει αγνώριστοι. Άρβυλα, γκέττες, μανδύες, τα πάντα
γέμισαν λάσπες!…
Σε μια στιγμή, μέσα στη βαθειά νύκτα και το πυκνό σκοτάδι, ακούστηκε η φωνή του
Διοικητού Συντάγματος Συνταγματάρχου Θειακού, που θέλησε να δώσει θάρρος στους
απογοητευμένους φαντάρους του. «Θάρρος παιδιά! Σήμερα νικήσαμε τον πρώτο φοβερό
εχθρό, τη λάσπη! Το χωριό είναι κοντά μας. Προχωρήστε! Πάντα εμπρός!!». Ο Διοικητής
συνοδευόταν από τον Υποδιοικητή Κραουνάκη και τον Υπασπιστή του, καβάλα στα άλογά
τους. Έκανε επιθεώρηση στο Σύνταγμα, για να δώσει κουράγιο στους στρατιώτες!
Τέλος πάντων! Ύστερα από πολύωρη ταλαιπωρία, οι στρατιώτες έφθασαν σε κακά
χάλια, στο χωριό Καφετζέκ, ξημερώματα πια. Πρώτη φροντίδα τους ήταν, να πλύνουν τα
άρβυλα, τις γκέττες, τις μανδύες τους κλπ. για να καθαρίσουν από τις λάσπες, στα
παγωμένα νερά του ποταμού, που έτρεχε στη μέση του χωριού.
Έπειτα αποσύρθηκαν στα διάφορα σπίτια, για να ξεκουραστούν λίγο… Δεν
πρόλαβαν όμως ν’ αναπαυθούν, γιατί σε δύο ώρες, ήλθε νέα διαταγή, που υποχρέωνε το
Σύνταγμα, σε νέα μετακίνηση.
Νέα πορεία! Νέα ταλαιπωρία!… Τι να γίνει όμως; Αυτά έχει ο πόλεμος!