Του Κώστα Μανουσάκη
Σήμερα φίλοι μου, θα σας παρασύρουμε σ’ ένα γιορταστικό οδοιπορικό αναμνήσεων, που κρατούν μέσα στους λουλουδιασμένους κάμπους και τα χωριά, αυτούσια τη ζωή, τις χαρές τα τραγούδια και τους χορούς των Κρητικών και δίνουν με δύναμη και αλήθεια, μια απλή εικόνα των κοινών συναισθημάτων που κυβερνούν τη ζωή.
Με τους ήχους λοιπόν της λύρας και του λαγούτου, ας οδοιπορήσουμε στο γραφικό εκκλησάκι της βουνοκορφής, εκεί που το θρησκευτικό συναίσθημα, αδελφωμένο με την εθνική συνείδηση, συγκεντρώνει κάθε χρόνο πολύ κόσμο στο θρησκευτικό πανηγύρι, τιμή στη Μεγαλόχαρη ή στον Άγιο που αντιπροσωπεύει το γραφικό κατοικητήριό του.
Τέτοια μικρά εκκλησάκια στις βουνοκορφές, είναι ο μαγνήτης που τραβά τους Κρητικούς πανηγυριώτες.
Στον ολόδροσο λοιπόν αέρα, που δροσίζει ψυχή και σώμα, έρχονται οι χωρικοί να στήσουν το πανηγύρι τους.
Η εκκλησία, που παραστάθηκε το ποίμνιό της στις κρίσιμες ώρες της δοκιμασίας, τα δημοτικά τραγούδια και οι χοροί, με την άμεση έκφραση των πόθων και των ονείρων του λαού, υπήρξαν οι ατσάλινοι κρίκοι που συνέδεσαν τη μια με την άλλη, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Αυτά έσμιξαν τις ψυχές των Ελλήνων, τους συναδέλφωσαν στα λαϊκά πανηγύρια, στις γιορτές και στα πένθη και κάμαν τη χρυσή ασπίδα που μας προφύλαξε από τις ξένες επιδράσεις και τον κίνδυνο της αφομοίωσης.
Γι’ αυτό μέσα στις γραμμές των Κρητικών τραγουδιών και χορών, βρίσκουμε το ζωγράφο που δεν έχει χρωστήρα, τον γλύπτη, τον μουσικό και γενικά όλες τις μορφές της τέχνης, που αναζήτησαν τα μέσα του λόγου, του ρυθμού και της μελωδίας, για να εκφραστούν.
Μόλις τελειώσει η λειτουργία, ανάμεσα στους καπνούς του θυμιάματος και στους ύμνους, που ανεβαίνουν μαζί στο μυρωμένο αέρα, έρχεται η ώρα του πανηγυριού, του ξεφαντώματος, του Κρητικού γλεντιού.
Ολόκληρη τη μέρα και ολόκληρη τη νύκτα που ακολουθεί, πολλές φορές δύο και τρεις ακόμη μέρες, στο γλέντι είναι αφιερωμένες.
Οι άντρες και οι γυναίκες, οι γέροι και οι γριές, τα παιδιά, θα τραγουδήσουν ολόκληρες ώρες τα όμορφα Κρητικά δίστιχα, τις μαντινάδες, σε ρυθμό συρτού και σιγανού, θα τραγουδήσουν τους μακρόσυρτους ήχους κάποιου ριζίτικου τραγουδιού, συνοδεία οργάνων ή και χωρίς όργανα, συνήθως. Έχουν στρωθεί κιόλας οι τάβλες, κάτω από τον παχύ ίσκιο του γέρικου πλατάνου κοντά σε μια κρυσταλλοπηγή και το Κρητικό γλέντι έχει φθάσει στο κορύφωμά του.
Ο λυράρης τώρα έχει το ρόλο του μεγάλου τελετάρχου, αρκεί μόνο να παίζει με τέχνη τη λύρα του. Δεν αρκεί να φτιάχνει στίχους δικούς του ή να τραγουδά τους παλιούς, πρέπει και να διευθύνει συγχρόνως το χορό. Είναι με άλλα λόγια ένας εμψυχωμένος αρχηγός που με την τέχνη και την αντίληψή του θα δώσει το γενικό πρόσταγμα, θα φτιάξει την ατμόσφαιρα που η περίσταση αποζητά και θα δονήσει τις καρδιές των πανηγυριστών, που θα στήσουν ένα χορό περήφανο, λεβέντικο, αρρενωπό. Το άσμα τότε θα τρικυμήσει μέσα στις φλέβες και τα κορμιά θα τιναχθούν και θα σειστούν σε ρυθμούς, που δεν θα μπορέσει να τους συλλάβει το μάτι. Η δε λύρα στα χέρια του επιδέξιου λυράρη, θα μεθύσει και αυτή από την ίδια της την μελωδία. Και ο Διόνυσος τότε, θα σαλπίσει προσκλητήριο και θα καλέσει όλες τις αισθήσεις στην όρχηση.
Τον κύριο λόγο, όπως είπαμε, στο χορό τον έχει ο λυράρης. Αυτός τον διευθύνει, ξέρει πότε θα αρχίσει και πότε θα σταματήσει. Οι χορευτές δεν πρέπει να αισθανθούν κόπωση. Γι’ αυτό συνήθως αρχίζει με ήρεμο χορό, Συρτό, και μετά το γυρίζει στους ρωμαλαίους και δυνατούς χορούς.
Το αποκορύφωμα του Κρητικού γλεντιού συνοδεύεται συνήθως με πιστολιές, «μπαλωτές» όπως συνηθίζουν να τις λένε οι Κρητικοί.
Και θα τελειώσουμε το σημερινό μας πανηγυριάτικο οδοιπορικό, με μια ευχή: Όταν βρεθήτε κάποτε στην Κρήτη, μη παραλείψετε να παρευρεθήτε σε Κρητικό πανηγύρι, για να γνωρίσετε καλύτερα την Κρητική ψυχή και μια καλή διασκέδαση.
[1] Σημ. Συντ.: Το κείμενο αυτό του κ. Κ. Μανουσάκη, εκφωνήθηκε από τον ίδιο, στην εκπομπή «Τραγούδια και χοροί της Κρήτης» στις 10 Οκτωβρίου 1980, από τον τηλεοπτικό σταθμό της ΥΕΝΕΔ και συνοδεύτηκε από Κρητικούς χορούς και τραγούδια. Η ίδια εκπομπή επαναλήφθηκε την Κυριακή 1 Μαρτίου 1981.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΜΗΘΕΑ ΔΕΣΜΩΤΗ