της Εύας Λαδιά

Πόσο όμορφα οι απλοί άνθρωποι ήξεραν να γλεντούν
Η παρουσία των Τούρκων και στο Ρέθυμνο άφησε ανοικτές πληγές. Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε καταστάσεις. Αρκεί να μετρήσουμε επετείους ολοκαυτωμάτων και άλλων συμφορών.
Μπορούμε επομένως να καταλάβουμε γιατί το πρώτο μέλημα των Ρεθεμνιωτών, μετά την απελευθέρωση, ήταν η οργάνωση αποκριάτικων εκδηλώσεων για να διασκεδάσει ο κόσμος.
Ο Θεμιστοκλής Βαλαρής μας ενημερώνει στο περίφημο βιβλίο του «Μια πόλη Αναμνήσεις», πως μετά το 1898 οι Ρεθεμνιώτες, ελεύθεροι πια από τον τουρκικό ζυγό, ξεφάντωσαν την πρώτη Απόκρια χωρίς δεσμά.
Ροσόλια και τραταρίσματα γεφύρωναν ανθρώπινες σχέσεις και η οδός Τσάρου (Αρκαδίου σήμερα) γέμιζε φασόλια. Ήταν το κομφετί της εποχής.
Η εφημερίδα «Αναγέννηση» μας πληροφορεί στο επίκαιρο φύλλο του 1900 ότι υπήρχε επιτροπή διοργάνωσης καρναβαλιού. Είχε αρχίσει επομένως ο θεσμός να επισημοποιείται.
Αργότερα ξεκινά η διοργάνωση των περίφημων χορών από τον Σύλλογο Κυριών και το Λύκειο Ελληνίδων. Το «Ιδαίον Άντρον» αρχικά και η αίθουσα του Λυκείου αργότερα φιλοξενούν τα μεγάλα αυτά κοσμικά γεγονότα.
Οι προϋποθέσεις είναι αυστηρές για την ένδυση. Όποιος δεν είχε μεταμφιεσθεί έπρεπε να φέρει επίσημο ένδυμα φράκο ή μαύρο κοστούμι οι κύριοι, τουαλέτες οι κυρίες. Και μάλιστα οι τουαλέτες είχαν γίνει παραγγελία στο Παρίσι.
Μας ξαφνιάζει το μουσικό πρόγραμμα που έφερνε τους Ρεθεμνιώτες στο «τσακίρ» κέφι.
Όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα «Αγών» (Φεβρουάριος 1919) στον χορό του Λυκείου Ελληνίδων ξεφάντωσαν οι πάντες και οι πάσες με Βέρντι και Θεόφραστο Σακελλαρίδη. Πώς συνέβαινε τώρα να ξεσηκώνεται ο κόσμος με «Τροβατόρε» και να βγαίνει στα μεγάλα κέφια δεν είναι παρά ένα δείγμα της αισθητικής της εποχής που μας δείχνει πόσο μεγάλο είναι το πολιτιστικό τους επίπεδο.
Ο βάρδος του Ρεθύμνου Γιώργης Καλομενόπουλος με τον μοναδικό στίχο του μας μεταφέρει στις παλιές Απόκριες και μας δίνει ένα δείγμα κεφιού σημειώνοντας ότι σε κάποιες καντρίλιες βγήκαν οι χορευτές από την πόρτα του Ωδείου, έκαναν το γύρο του τετραγώνου και γύρισαν στην αίθουσα, ενώ χάραζε η αυγούλα.
Πως βίωναν άραγε οι παλιοί Ρεθεμνιώτες ως παιδιά τις εκδηλώσεις αυτές.
Αναφέρει στις αναμνήσεις του ο αξέχαστος Ρεθεμνιώτης φαρμακοποιός Ανδρέας Κούνουπας.
Μνήμες Ανδρέα Κούνουπα

«Η μεγαλύτερη γιορτή της οδού Αρκαδίου ήταν το απόγευμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς που περνούσε ο Καρνάβαλος. Όλος ο δρόμος και τα καταστήματα ήταν στολισμένα με πολύχρωμες γιρλάντες. Τα μπαλκόνια και τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο που περίμενε την παρέλαση και πετούσε μαζί με τις σερπαντίνες και τον χαρτοπόλεμο και λούπινα.
Στο Δημαρχείο ήταν εγκατεστημένη η επιτροπή υποδοχής του Καρνάβαλου και βράβευσης του καλύτερου μεμονωμένου μεταμφιεσμένου και του καλύτερου άρματος. Σε λίγο άρχιζαν να περνούν οι μασκαράδες ντυμένοι ό,τι φανταστείς, με υποκλίσεις και σκέρτσα για να πάρουν το βραβείο. Φακίρης, Άγγελος, Κινέζος, Σατανάς, Ισπανός, Χερουβείμ κ.λπ. κ.λπ. Μετά περνούσε το γαϊτανάκι, αμάξια με ανθοδέσμες ή καμήλα με τους καμηλιέρηδες, γόνδολα, πεταλούδες, άρματα σεράγια με χανούμισσες, τεράστιο μαντολίνο πλαισιωμένο με μαντολινάτα, ταυρομαχίες με τορέρο κ.λπ. κ.λπ.
Οι παρέες που περνούσαν τραγουδούσαν τα καθιερωμένα Αποκριάτικα τραγούδια με μαντολίνα, κιθάρες και ροκάνες και μετά συνέχιζαν μόνες τους την παρέλαση στα δρομάκια του Ρεθύμνου και στα φιλικά τους σπίτια μέχρι την άλλη μέρα το πρωί.
Επικεφαλής του Καρνάβαλου ήταν η Φιλαρμονική του Δήμου με εύθυμα εμβατήρια, καμαρωτή – καμαρωτή και βροχή τα χειροκροτήματα. Στο τέλος περνούσε ο Βασιλιάς Καρνάβαλος και προκαλούσε μεγάλο ενθουσιασμό και πανζουρλισμό. Ήταν καθισμένος πάνω σε ψηλό χρυσοποίκιλτο θρόνο με φανταχτερή φορεσιά, με στέμμα και σκήπτρο, μουστάκια και γένια άσπρα.
Γύρω του βουερή αλλοπρόσαλλη μασκαραδοακολουθία τραγουδούσε:
Εμπρός να φύγουμε μακριά
Με τον Καρνάβαλο παιδιά
Στη βάρκα τιμονιέρη
Να πάμε σ’ άλλα μέρη.
Εμπρός παιδιά, γλέντι, χαρά
Τα νιάτα φεύγουν, δεν ξαναγυρίζουν πια
Εμπρός παιδιά, γλέντι, χαρά
Πριν φτάσουνε τα γηρατειά.
Όταν ο Βασιλιάς έφτανε στο Δημαρχείο, ο πρόεδρος της επιτροπής τον προσφωνούσε και αυτός απαντούσε. Σε μια από αυτές τις υποδοχές ο πρόεδρος είπε με στίχους:
Καλωσόρισες Βασιλιά! Να μείνεις στο Ρέθυμνο,
Γιατί εδώ είμαστε όλοι βαρείς, μουρμούρηδες, σοβαροί και απρόσιτοι
Και έχομε ανάγκη από σένα
να μας φέρεις το γέλιο και τη χαρά νύκτα μέρα.
Να γίνει η ζωή μας ένα συνεχές γλέντι και τραγούδι!
Ο Βασιλιάς που ήταν γνωστός γαλατάς, ο Κανακάκης, γλεντζές και αθυρόστομος σηκώθηκε όρθιος στο άρμα του, κοίταξε τον κόσμο γύρω του και έγινε απόλυτη ησυχία για να μπορέσει να ευχαριστήσει για την υποδοχή. Αυτός όμως στράφηκε προς τον πρόεδρο και είπε δυνατά: «Σκατά!!!». Η απάντηση ήρθε ακαριαία από τον πρόεδρο: «ΝΑ ΤΑ ΦΑΣ ΓΑΛΑΤΑ!!!». Το πανδαιμόνιο και τα γέλια που ακολούθησαν είναι αδύνατον να περιγράφουν!».
Ένας «Βενιζέλος» στο …σαλόνι
Ήταν φυσικό να θυμάται ο Ανδρέας με λεπτομέρεια τις εκδηλώσεις καθώς ο πατέρας του Ιωάννης, ήταν μέλος του πρώτου εκείνου Κομιτάτου που οργάνωσε Καρναβάλι.
Ο ίδιος μάλιστα έγινε αφορμή για μια ακόμα παιδική μνήμη, του Μανόλη Κούνουπα αυτή τη φορά, του δεύτερου γιου του.

Ο σπουδαίος φιλάνθρωπος φαρμακοποιός Ιωάννης Κούνουπας είχε πάθος με την τελειότητα.
Και δεν έκανε συμβιβασμό ούτε και με τις αποκριάτικες αμφιέσεις του γιατί ήταν από τους πρωτεργάτες του κεφιού στο Ρέθυμνο.
Εκείνο το βράδυ του Μαρτίου του 1935, ενώ οι κυρίες του Συλλόγου Κυριών είχαν συμβούλιο με αφορμή τα γεγονότα του Κινήματος στο σπίτι της Λέλας Κούνουπα, στο άλλο δωμάτιο ο άνδρας της Γιάννης, με την επικουρία ενός υπαλλήλου Αρμενικής καταγωγής, του Αλέκου, μεταμφιέστηκε ούτε λίγο ούτε πολύ σε… Ελευθέριο Βενιζέλο!
Ένα ολόκληρο απόγευμα ασχολήθηκε ο υπάλληλος με υπομονή αλλά κατάφερε να μεταμορφώσει τον Ιωάννη Κούνουπα σε ένα εκπληκτικής ομοιότητας, Ελευθέριο Βενιζέλο.
Εδώ όμως θα δώσουμε συνέχεια με τη γραφίδα του Μανόλη Κούνουπα που τα γράφει τόσο παραστατικά.
«Εντελώς αναπάντεχα και από μια ατυχή σύμπτωση παρά λίγο να ανατραπούν τα σχέδια. Τότε ήμουν πολύ μικρός. Πήγαινα στις πρώτες τάξεις του σχολείου. Μόλις είχα σχολάσει και ανέβαινα πηδηχτά τη σκάλα του σπιτιού. Ανήσυχος ο πατέρας από το άκουσμα του ποδοβολητού ξεχνώντας τη μεταμφίεσή του βγήκε ανήσυχος να δει τι συμβαίνει…».
«Όταν ο μικρός Μανολάκης είδε ξαφνικά μπροστά του το Βενιζέλο που θυμόταν από την επίσκεψη στη Χαλέπα έφυγε έντρομος και τρύπωσε στο σαλόνι που συνεδρίαζαν οι κυρίες.
– Μαμά φώναξε ο φίλος μου ο Βενιζέλος είναι στο σπίτι.
Κι ενώ η Λέλα έμεινε άφωνη η κ. Ζακάκη σαν πιο ψύχραιμη βιάστηκε να την παρηγορήσει.
– Δεν πειράζει Λέλα μου Θα είναι από τον πυρετό.
Ο καημένος ο πατέρας Κούνουπας σκεπτόμενος ότι έχει δημιουργηθεί σύγχυση βιάστηκε να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Αλλά μόλις τον είδαν οι κυρίες έπαθαν …την πλάκα τους.
Κι όταν η κ. Ζεκάκη ξεκίνησε να λέει:
«Εξοχότατε κύριε πρόεδρε…» ο αξέχαστος φαρμακοποιός πατέρας του Ανδρέα και του Μανόλη Κούνουπα. σκέφτηκε να συνεχίσει την πλάκα. Και τις διαβεβαίωσε με το ανάλογο ύφος ότι από το Κίνημα δεν είχαν να φοβηθούν για τα χρήματα του ταμείου του Συλλόγου Κυριών που ήταν και το θέμα της συνεδρίασης. Δυστυχώς γι’ αυτόν και την επιτυχία της πλάκας του μια παρατηρητική κυρία του συμβουλίου τον αναγνώρισε και του φώναξε:
«Και του χρόνου Γιάννη μου και του χρόνου».
Μνήμες από το χωριό
Δεν ήταν όμως τα παιδιά της πόλης μονάχα που είχαν μνήμες από τα απόκριες.
Παιδί του χωριού τότε ο Μιχαήλ Μυρ. Παπαδάκης θυμάται: («ΒΗΜΑ» Κυριακή 15 Μαρτίου 1959)

«Τα Σαββατοκύριακα της Τυρινής ήταν πάνδημο πανηγύρι. Γέροι, γριές, φτωχοί και πλούσιοι, άνθρωποι αμίλητοι τον άλλον καιρό, κι άλλοι που δεν τους είδα να γελάσουνε ποτές, γίνονταν αγνώριστοι. Φώναζαν, τραγουδούσαν, ντυνόντουσαν μασκαράδες και η τελευταία Αποκριά, η καθαρή Δευτέρα και πολλές φορές και η καθαρή Τρίτη, περνούσαν με όλο χωριό στο πόδι του γλεντιού και της χαράς.
Και κείνου του χρόνου οι Απόκριες πέρασαν όπως κι άλλες. Μόνο εμείς στο σπίτι μας, είχαμε πένθος λίγος καιρός ήταν που είχε πεθάνει ο Πατέρας της Μητέρας μου, που ήταν από άλλο χωριό, κι έτσι δειπνήσαμε το βράδυ της Τυρινής, κάναμε και απόδειπνο, ύστερα το σταυρό μας, και κοιμηθήκαμε, ακούγοντας το μακρινό αντίλαλο της αποκριάτικης κραιπάλης που έκαναν οι χωριανοί μαζεμένοι στο κάτω Αλετριβιδιό, που ήταν ευρύχωρο και τους χωρούσε όλους, για το χορό και για τα αστεία παιχνίδια της βραδιάς.
Το πρωί που ξυπνήσαμε, δε γινότανε βέβαια ο θόρυβος της νύχτας, μα παλι δεν είχε πάψει ολότελα. Στη μεσοχωριά ακουγόταν λύρα που έπαιζε και μαντινάδες.
Έτσι όπως είμαστε απασχολημένοι, ο πατέρας μου με τη δουλειά, κι εγώ με το παιχνίδι που έκανα με μερικά αρνάκια,που είχαμε εκεί, είδαμε στην έξοδο του χωριού μας,στον κεντρικό δρόμο που είναι έξω από τη βυζαντινή εκκλησία του αγίου Νικολάου, μερικούς χωριανούς μας πεζούς που λυροπαίζανε και τραγουδούσαν, κι είχανε στη μέση τους καβαλάρη, σ’ ένα μαύρο γάιδαρο μισοψοφισμένο από την κακοπέραση Επίσης ένα χωριανό μας, που τραγουδούσε και φώναζε. Ο γάιδαρός του, παρά την κακοπέραση και την αδυναμία του, έτρεχε και χλιμιντρούσε και καμιά φορά κατάβαλε προσπάθεια ακόμη και να γκανίσει.
Αυτός ο χωριανός μου, ο καβαλάρης λεγότανε Καμνής.
Ήταν ο άνθρωπος στο χωριό, που ζούσε μόνο με τον εαυτό του. Καμιά παρέα ούτε και κουβέντα έκανε ποτέ στη ζωή του, όξω από τον χαιρετισμό του θεού.
Τούτος λοιπόν ο παράξενος χωριανός περνούσε από τη μεσοχωριά και πήγαινε κάπου να δουλέψει. Μα εκεί του έτυχεν ο πειρασμός. Οι χωριανοί που ξενυχτίσανε στο γλέντι, τον αιχμαλωτίσανε μαζί με τον γάιδαρό του, τους βάλανε μέσα σε ένα καφενείο και τους πότισαν άφθονο κρασί. Στου ζώου το στόμα έβαλαν με ένα χωνί και το θαύμα έγινε. Ο αμίλητος Καμνής, φώναζε τώρα χαρούμενα προσπαθώντας να τραγουδήσει, πάνω στο γάιδαρο καβαλάρης και το υποζύγιο του πήρε δύναμη και ζωή από το πιοτό, ξύπνησαν τα νεύρα του, θυμήθηκε παλιές καλές μέρες και από κει που ήτανε ψόφιος, τώρα χλιμιντρούσε κι έτρεχε και τα πόδια του μπέρδευε τόσο που θα ρίχνανε το αφεντικό τους, αν δεν τον κρατούσαν οι συνοδοιπόροι τους.
Σ ‘αυτό το σκηνικό η παρέα, έφτασε στο αμπέλι μας Πάνω στο γάιδαρο του Καμνή ήσαν φορτωμένοι εκτός από αυτόν μεζέδες και κρασί. Σκόλασαν τον πατέρα μου από τη δουλειά, που πολύ αστείο του φάνηκε το θέαμα του Καμνή και του γαιδάρου του, κι άρχισεν εκεί το φαγοπότι.
Σιγά-σιγά μαθεύτηκαν από στόμα σε στόμα τα γεγονότα του αμπελιού μας, κι έφταναν οι χωριανοί με φαγιά και πιοτά πατείς με πατώσε, ώσπου μαζεύτηκαν όλοι, και γλεντήσαμε μέσα σε μια όμορφη και γλυκιά λιακάδα, και σε απέραντη χαρά και αγαλλίαση».
Μνήμες Δημήτρη Αρχοντάκη

Γράφει και ο Δημήτρης Αρχοντάκης αείμνηστος δήμαρχος Ρεθύμνου για τις Απόκριες που περνούσε παιδί στο Μοναστηράκι:
«Από τις Απόκριες στο Μοναστηράκι έχω άμεσα βιώματα, ξέρω όμως και από τον παππού μου και άλλους σύγχρονούς του ότι εκτός από την παρέα των συνήθως μασκαρεμένων που περιερχόταν τραγουδώντας τα σπίτια του χωριού, παλιότερα έκαναν και είδος αθλητικών αγώνων και έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια.
Συγκεκριμένα, στη διάρκεια της περιοδεύουσας παρέας συχνά γινόταν αγώνας οινοποσίας, που ξεκινούσε με μια προσωπική πρόκληση ενός κωμαστή προς ένα άλλο: «Θα σε κάμω να πεις «βίκο»!». Η πρόκληση γινόταν αποδεκτή και οι δυο συμπότες έκτοτε έπιναν την ίδια ποσότητα κρασιού μέχρι τελικής πτώσεως. Παρευρέθηκα σε μια τέτοια οινομαχία, που έληξε όταν ο ένας μονομάχος δήλωσε «βίκο!», σηκώθηκε τρεκλίζοντας και κατευθύνθηκε υποβασταζόμενος προς το σπίτι του, κάτω από τα εύθυμα σχόλια των υπόλοιπων κωμαστών.
Για πολύ καιρό έκτοτε διερωτόμουνα γιατί ο «βίκος», το γνωστό ψυχανθές, εξέφραζε την ήττα στην οινοποσία και γιατί όχι άλλα ζωοτροφικά όσπρια όπως το ρόβι ή το λαθούρι. Τελικά, φοιτητής πια, κατέληξα στην άποψη ότι δεν επρόκειτο για το φυτό «βίκος», αλλά για βενετσιάνικο γλωσσικό κατάλοιπο, κάτω από το οποίο υπολάνθανε το λατινικό παθητικό ρήμα Vincor (ηττώμαι, νικήθηκα). Και σήμερα βρίσκω πολύ πιθανή την άποψη αυτή.
Στα ομαδικά γλέντια, με τη βοήθεια και του εξαίρετου αμαριώτικου κρασιού, οι άνθρωποι εκφραζόταν απροκάλυπτα, «εκ βαθέων».
Είναι ελκυστική η ανάμνηση των εορταστικών αυτών εκδηλώσεων και η συσχέτισή τους με τα αρχαία Ανθεστήρια που τελούνταν την ίδια εποχή με τις σημερινές Απόκριες, τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου, και περιλάμβαναν εορτασμούς, αγώνες οινοποσίας, όπως προκύπτει λόγου χάρη από την παρωδία τους στους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη, άλλους αγώνες και απεριόριστη ευθυμία και ελευθεριότητα».
Μνήμες Δαφνομήλη
Από ένα δημοσίευμα του Νίκου Γ. Δαφνομήλη στον τοπικό τύπο(Εφημ. «Τύπος» 1/3/1936 έχουμε μια εικόνα από τις απόκριες στο Γαράζο όταν η νεολαία του χωριού τις έκανε αξέχαστες.
Διαβάζουμε στην τόσο χαριτωμένη αυτή ανταπόκριση: «Με πρωτοφανή ενθουσιασμόν πέρασεν εφέτος εις το χωριό μας η Αποκριάτικη περίοδος. Κάθε βράδυ τα παρεάκια δεν έλειπαν, χτυπητή αντίθεση στη χωριάτικη ησυχία μας. Ο κόσμος όλος γενικώς διασκέδαζε.
Την τελευταία Κυριακή ξέσπασαν όλοι σε διήμερο γλέντι. Την πρωτοβουλία είχε το Συμβούλιο του «Ομίλου Νέων Γαράζου» με τον ακούραστο Πρόεδρο του κ. Νίκο Γιαννούδη και τα μέλη Σταμάτη Μαρκάκη, Ανδρέα Κλάδο και Αντώνη Πλουμή.
Διοργάνωσαν χορό στη αίθουσα του σχολείου μας.
Πριν βραδιάσει καλά – καλά, όλοι συνέρρεον εκεί γεμάτοι όρεξη και στας 9 η αίθουσα ήταν γεμάτη.
Όλοι με όρεξη, χαρά και χάρη χόρεψαν τους Κρητικούς χορούς που των έπαιζε η αθάνατη κοντυλιά μας. Αλλά και μοντέρνους ευρωπαϊκούς.
Απόδειξη πως το Γαράζο είναι συγχρονισμένο.

Με το λεβέντικο παρουσιαστικό των και τον σβέλτον χορόν των διακρίθηκε ο Γιάννης Δερμιτζάκης που πρωτοστατούσε στο κέφι, ο Γιάννης Βάμβουκας, ο Μιχαήλ Ορφανούδάκης, ο Μιχαήλ Πλουμής, ο Κώστας Χαλκιαδάκης, ο Δράκος Κορνάρος, ο Αντώνης Πλουμής, ο Γιάννης Αρχοντάκης, ο Βασίλης Στριλιγγάς και άλλοι.
Εκ μέρους των κυριών ξεχώρισαν για το σεμνό και ευγενικό παρουσιαστικό των και τον ωραίον των χορόν αι κυρίαι Μαρία Σπητά, σύζυγος του Σταθμάρχου του χωριού μας, και Δέσποινα Σκουλά.
Από δε τας Δεσποινίδας επρώτευσαν με τις γλυκειές φυσιογνωμίες και την μεγάλη των χάρη και ευγένεια αι Ιωάννα Θεοδωράκη, Βικτωρία Πλουμή, Ελευθερία Βλαχάκη, Βασιλική Στριλιγγά, Μαρία Πλουμή, Ελένη Χαλκιαδάκη. Η Δις Ελένη Χατζάκη, μας εγοήτευσε με τα γλυκά τραγούδια της.
Χωρίς καθόλου να διαλυθεί το γλέντι το μεσημέρι της Δευτέρας, με αυτοκίνητα που ευγενώς παρεχώρησε η ευταύθα Εταιρεία αυτοκινήτων στη διάθεσιν μας οι διασκεδαστές τράβηξαν στο Πέραμα δια να σπάσουν τα κούλουμα. Από εκεί μαζί με τον κ. Εμμ. Παπαδογιάννη σωφέρ και τη χαριτωμένη μνηστή του Μαρία Αναστασάκη μεταβήκαμε και εσυνεχίσαμεν εις Αγγελιανά Μετόχια όπου βρήκαμε ευγενεστάτην φιλοξενίαν των κατοίκων ύστερα από πολύωρον γλεντι μετά πολλού κόπου κατορθώσαμε να φύγωμεν παραλαβόντες και τον κ. Πολυχρόνην Παπαδογιάννην, απότακτον Υπομοίραρχον και να επιστρέψωμεν το βράδυ εις Γαράζο με νεα στάση τη επιμόνω απαιτήσει του ζεύγους κ. Παπαδογιάννη, εις Πέραμα, όπου εχορέψαμεν στο μαγαζί του κ. Δημητρακάκη.
Οι εξαιρετικές αυτές μέρες του χωριού μας οφείλονται στους ολίγους λεβέντες του Ομίλου Νέων Γαράζου που διοργάνωσαν τον χορό αυτό όστις επιπροσθέτως απέδωκε 1200 δραχμάς υπερ του Σχολείου. Ένα μεγάλο εύγε των αξίζει».
Έτσι περνούσαν όμορφα τις Απόκριες στους μακρινούς εκείνους χορούς που περίμεναν οι άνθρωποι με λαχτάρα το Τριώδιο για να ξεφαντώσουν.
Tags: Ρεθεμνιώτικο Καρναβάλι