Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε μια κόρη πάρα πολύ όμορφη.
Επειδή την αγαπούμε πολύ και ήθελε να την προστατεύσει δεν την άφηνε να βγαίνει έξω από το παλάτι. Της είχε φτιάξει ένα ολόχρυσο δωμάτιο και μέσα σ’ αυτό ζούσε.
Εκεί έτρωγε, εκεί περνούσε την ώρα της, αλλά ήταν βαρετό να ζει μέσα σ’ ένα δωμάτιο γι’ αυτό ο πατέρας της της χάρισε ένα χρυσό κλουβί που είχε μέσα του ένα περιστέρι.
Η βασιλοπούλα χάρηκε πάρα πολύ. Φρόντιζε το περιστέρι και πια περνούσε ευχάριστα η ώρα της.
Τα βράδια που κοιμόταν όμως το περιστέρι τίναζε τα φτερά του και γινόταν ένα όμορφο παλικάρι.
Το παλικάρι πεινούσε πολύ και κάθε βράδυ έτρωγε το μισό από το φαγητό που είχε η βασιλοπούλα στο δωμάτιό της και έπινε το μισό νερό. Λίγο πριν ξημερώσει το παλικάρι ξαναγινόταν περιστέρι και έμπαινε στο κλουβί του. Το πρωί που ξυπνούσε η βασιλοπούλα έβλεπε ότι έλειπε το φαγητό και το νερό της και της κίνησε την περιέργεια.
Ποιος άραγε να μπαίνει στο δωμάτιό μου και να τρώει το φαγητό μου αναρωτιόταν.
Έβαλε φρουρούς να φυλάνε το δωμάτιό της τη νύχτα. Αλλά δεν είδαν κανένα να μπαίνει μέσα. Παρ’ όλα αυτά το φαγητό της και το νερό της έλειπε κάθε βράδυ.
Ένα βράδυ αποφασίζει να μείνει ξύπνια για να δει τι γίνεται.
Πραγματικά έπεσε στο κρεβάτι της αλλά δεν κοιμήθηκε.
Μόλις βράδιασε καλά-καλά βλέπει το περιστέρι να τινάζει τα φτερά του και να μεταμορφώνεται σε ένα πανέμορφο παλικάρι.
Η βασιλοπούλα θαύμασε την ομορφιά του παλικαριού και τον ρώτησε πως βρέθηκε στο κλουβί.
Το παλικάρι της είπε ότι τον λένε Συντσελέπη και της διηγήθηκε την ιστορία του.
Πριν από μερικά χρόνια μια κακιά μάγισσα καταράστηκε αυτόν και άλλα πριγκιπόπουλα, 40 συνολικά και τα μετέτρεψε σε περιστέρια. Όλη την ημέρα είναι περιστέρια και κάθε βράδυ γίνονται πάλι παλικάρια.
Ζήτησε όμως από την βασιλοπούλα να μην πει σε κανένα το μυστικό του, γιατί αλλιώς θα τον χάσει για πάντα.
Τα δυο παιδιά αγαπήθηκαν πολύ.
Περνούσαν οι ημέρες κι η βασιλοπούλα περίμενε να έρθει το βράδυ για να σμίξει με τον αγαπημένο της.
Ήταν όμορφη κοπέλα η βασιλοπούλα και από τα γύρω βασίλεια της έστελναν πολλά προξενιά για να παντρευτεί.
Το ένα παλικάρι ήταν καλύτερο από το άλλο. Αλλά κανένα δεν ήταν σαν τον αγαπημένο της. Γι’ αυτό και έδιωχνε όλα τα προξενιά.
Στον πατέρα της δεν άρεσε αυτό. Ρωτούσε και ξαναρωτούσε την κόρη του γιατί δεν θέλει κανέναν για άντρα της, εκείνη δεν του απαντούσε, ώσπου μια μέρα την πίεσε τόσο πολύ που η κοπέλα αναγκάστηκε να πει την αλήθεια στον πατέρα της.
Το περιστέρι-παλικάρι τότε άνοιξε το κλουβί του και εξαφανίστηκε.
Η βασιλοπούλα έπεσε σε μεγάλη στεναχώρια. Δεν μιλούσε καθόλου. Ούτε έτρωγε, ούτε έπινε. Μόνο έκλαιγε συνέχεια.
Μια μέρα ο πατέρας της την προέτρεψε να πάει μια βόλτα για να ξεσκάσει.
Η βασιλοπούλα δεν ήθελε στην αρχή. Αλλά μετά αποφάσισε να βγει για να μαζέψει λουλούδια. Η ώρα περνούσε και άρχισε να νυχτώνει, η βασιλοπούλα είχε απομακρυνθεί από το παλάτι και δεν προλάβαινε να γυρίσει πίσω πριν νυχτώσει. Από μακριά βλέπει μια γριούλα να μαζεύει ξύλα.
Αυτή η γριούλα σκέφτεται θα ανάψει φωτιά. Ας την πλησιάσω για να ζεσταθώ και εγώ. Την ώρα που έφτανε κοντά στην γριούλα ανοίγει ένα μεγάλο χαράκι και μπαίνουν και οι δύο γυναίκες μέσα. Η γριούλα λέει στην Βασιλοπούλα τι κάνεις εδώ κοπέλα μου, που έχω 40 δράκους και θα ‘ρθουν μόλις νυχτώσει και η πόρτα δεν θα ανοίξει παρά μόνο το πρωί πάλι. Πρέπει να σε κρύψω αμέσως γιατί κινδυνεύεις. Πραγματικά μόλις έκρυψε την κοπέλα ακούγεται ένας θόρυβος και μπαίνουν στη σπηλιά 40 περιστέρια. Τινάζουν τα φτερά τους και μεταμορφώνονται σε 40 παλικάρια. Όλοι έκατσαν γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι και ετοιμάζονταν να φάνε. Η βασιλοπούλα ήταν κρυμμένη, μόνο άκουγε, δεν έβλεπε τι γινόταν. Ήρθε το φαγητό και άρχισαν να τρώνε με όρεξη εκτός από ένα παλικάρι.
– Τι έχεις Συντσελέπη και δεν τρως, ακόμη την κοπελιά σκέφτεσαι;
Άρχισαν να τον ρωτούν οι υπόλοιποι.
Ακούει η βασιλοπούλα το όνομα και σκέφτεται αμέσως ότι αυτός είναι ο αγαπημένος της.
Ρωτάει την γριούλα.
– Γιαγιά γιατί δεν τρώει το παλικάρι, μήπως είναι άρρωστο; Να του φτιάξω ένα βραστάρι για να γίνει καλά;
– Φτιάξε του κοπελιά μου, θα του το πάω εγώ όμως γιατί εσένα δεν πρέπει να σε δουν.
Πράγματι φτιάχνει η κοπέλα το βραστάρι και ρίχνει μέσα το δακτυλίδι της το χρυσό.
Η γριούλα πηγαίνει το βραστάρι στο παλικάρι και όπως ανακάτευε με το κουτάλι βρίσκει στον πάτο της φλιτζάνας το δακτυλίδι, αμέσως καταλαβαίνει ότι εκεί κάπου βρίσκεται η αγαπημένου του.
Αποφασίζει να κάνει τον άρρωστο την επόμενη ημέρα και να μην ακολουθήσει τα άλλα παλικάρια. Μένει λοιπόν στην σπηλιά. Όταν φεύγουν όλοι βγαίνει από την κρυψώνα της και η βασιλοπούλα. Τα δύο παιδιά ξανασμίγουν, αγκαλιάζονται, φιλιούνται και σκέφτονται τι θα κάνουν στη συνέχεια.
Το παλικάρι τότε λέει στην κοπέλα:
Θα πας στο παλάτι, μόλις ξημερώσει και θα σπάσεις ένα τζάμι από το παράθυρό σου. Μετά θα ανάψεις ένα μαγκάλι που θα είναι μέρα νύχτα αναμμένο χειμώνα, καλοκαίρι. Εγώ θα έρθω ένα βράδυ θα τινάζω τα φτερά μου και αν προλάβεις να τα μαζέψεις και να τα κάψεις όλα γρήγορα γρήγορα στο μαγκάλι θα λυθούν τα μάγια και θα μείνουμε για πάντα μαζί.
Πραγματικά η βασιλοπούλα γύρισε στο παλάτι. Έσπασε το τζάμι στο παράθυρό της, άναβε το μαγκάλι μέρα νύχτα, χειμώνα, καλοκαίρι και περίμενε τον καλό της.
Ο καιρός περνούσε και το περιστέρι δεν φαινότανε πουθενά. Είχε αρχίσει ν’ απελπίζεται η κοπέλα, ώσπου ένα βράδυ ακούει τα φτερά του περιστεριού στο παράθυρο. Μπαίνει το περιστέρι μέσα στο δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυρο τινάζει τα φτερά του. Προλαβαίνει η κοπέλα, τα μαζεύει όλα και τα καίγει γρήγορα γρήγορα στο μαγκάλι.
Έτσι λύθηκαν τα μάγια, οι δύο νέοι παντρεύτηκαν και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
ΕΛΕΝΗ ΣΗΦΑΚΑΚΗ
Κ.Α.Π.Η. ΡΕΘΥΜΝΟΥ Γ’ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ