ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Του κ. Ανδρέα Σταυρουλάκη
Από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι της Κατερίνης, ποτέ, δεν έλειπαν οι μυζηθρόπιτες.
Όπως γινόταν, στο σπίτι του Κυρού της, συνεχιζότανε και στο δικό της σπίτι, σαν ήλθε
νύμφη στο Κεφαλοχώρι. Φτωχικό, θεωρούσε και το πλουσιώτερο τραπέζι χωρίς αυτές. Κι
αν καμμιά φορά συνέβαινε, να μη βρισκότανε μυζήθρες στο τυροκομείο του χωριού της
οικονομούσε γάλα από τα οικόσιτα, το έπηζε μυζήθρα και τηρούσε το έθιμο. Τούτη τη
χρονιά τα πρόβατα ήσαν όψιμα.
Λίγα είχαν γεννήσει. Θήλαζαν τ’ αρνιά ακόμη και, δεν πλεόνοζε γάλα. Η Κατερίνη,
ωστόσο ήτο αποφασισμένη, έστω κι από τα λίγα της οικόσιτα, να τηρήση την πατρογονική
της συνήθεια.
Θα ‘κλεβε το γάλα, από τ’ αρνάκια.
Μια όμως, που ο Στελιανάκης, ο άντρας της μετέβη τις παραμονές στη Χώρα, σαν
κάθε χρόνο για τα πρωτοχρονιάτικα ψώνια, του παράγγειλε να ψωνίση και μια μυζήθρα.
Δεν βρήκε ατυχώς.
Επέστρεψε με ποικιλία λιχουδιές και καλολοΐδια. Κατά καμηλιού φορτωμένη τη
γοργοπόδαρη κτηματσερή του Κοσολοκωσταντή. Τα παιδιά του χωριού εδώ,
φιλοδωρούνταν, με τα εκλεκτότερα καλοχερίδια.
Πρόθυμη, καλόκαρδη, γελαστή έκανε σ’ όλα τα παιδιά την «καλή χέρα» δίνοντας
λίγ’ απ’ όλα:
Φυντίκια καρύδια, σταφίδες, μαντινάδες, σύκα, αμύγδαλα, τζίτζιφα, παξιμαδάκια
κλπ.
Μόλις εξέρχονταν τα παιδιά στην αυλή, τα επεδείκνυαν ανοίγοντας τις φούχτες. Τα
σύγκριναν, τα μετρούσαν και τα θαύμαζαν χαρούμενα!
Η Κατερίνη, δεν ικανοποιήθηκε μ’ όλα τα εκλεκτά ψώνια του Στελιανάκη, μια που
δεν έφερε μυζήθρα. Το μυαλό της δούλευε συνέχεια.
Ερευνούσε με τη σκέψη τα κοπάδια του χωριού διαλογιζόμενη σε ποιο απ’ όλα ν’
αποτανθή.
Από την αμηχανία την απάλλαξε ο εξάδελφός της ο Νικολής ο Πίτροπος που κατά
σύμπτωση τους επεσκέφθη να πάρη το κερί πούχε παραγγείλει του Στελιανού.
Άκουσε το «ντουσουλμέ» της ξαδέλφης του και έσπευσε πρόθυμα να τη
καθησυχάση:
-Δίπλα στο Δαφνοχώρι, ο Γιώργης Κουπάκης πρώτος κουραδάρης, τυροκομά τώρα
και δέκα ημέρες. Γέννησαν πρώιμα τα πρόβατα του. Σχεδόν ημέρα παρ’ ημέρα στέλνει, δυο
κοφίνια μυζήθρες στη Χώρα. Κοντά είναι. Ας πάη ο Αλέκος. Πόση ώρα θα κάμη;
Η Κατερίνη φώναξε αμέσως τον Αλέκο από τον Καφενέ του Θεόδουλου. Δεν βρήκε
ωστόσο ο Αλέκος αναγκαία τη μετάβαση στο Δαφνοχώρι, για μια μυζήθρα -Μητέρα! Δεν
χάλασε ο κόσμος αν δεν φάμε μυζηθρόπιτες. Άλλη φορά.
-Δεν το «μπατάρω» να μην φτιάξω, Πρωτοχρονιά. Γούρι τόχω. Καβάλησε τη
κτηματσερή να πας μα μια γειτονιά ‘ναι.
-Να πάω. Δεν τον γνωρίζω όμως το Γιώργη Κουπάκη… παρατήρησε ο Αλέκος. Ο
Νικολής που τον γνώριζε σαν το κακό παρά, προθυμοποιήθηκε να τον συνοδεύση ως εκεί:
-Μαζί θα πάμε Αλέκο. Έχω κι άλλη δουλιά στο Δαφνοχώρι, είπε.
Χωρίς να χάσουν χρόνο, καβάλησαν τις κτηματσερές και ξεκίνησαν.
Ο Αλέκος, υπηρετούσε Δάσκαλος στο ακραίο ανατολικώτερο χωριό της Επαρχίας.
Ήλθε να περάση τις χριστουγεννιάτικες διακοπές στο πατρικό του. Τη μητέρα του,
υπεραγαπούσε. Δεν της χαλούσε χατήρι. Ικανοποιούσε τις επιθυμίες της κι απόφευγε κάθε
τι που θα την κακοκάρδιζε.
Ο Γιώργης Κουπάκης, ένας αγαθός πενηντάρης, καλοσυνάτος γεωργός, μόνο
πρόβατα, δεν είχε ούτε τρίχα! Τούχαν κολλήσει το παρανόμι «μυζήθρας», άγνωστο για
ποιο λόγο. Όσοι, δεν το ήξαιραν πλανώνταν, πως ο Κουπάκης ήταν μεγαλοκτηνοτρόφος.
…Ακόμη, πως έφτιαχνε ονομαστές μυζήθρες!! Το περιστατικό, ήτο εν γνώσει του
Νικολή.
Δεν εμποδίστηκε ωστόσο να σπάση πλάκα. Δεν άφηνε να χαθή ευκαιρία, χωρίς να
πετσώνη όλους: Το Δήμαρχο, το Δάσκαλο τον Παπά!. Κανενός δεν φειδόταν. Πέτσωνε
αδιακρίτως σημαντικούς και μη. Και παρ’ ότι τον ήξαιρε η Κατερίνη, δεν πέρασε καθόλου
τέτοια σκέψη από το μυαλό της. Τον πίστεψε. Γελάστηκε.
Δεν εμπόδισε τον Αλέκο. Κι ο είρων Νικολής, μειδιούσε τρίβοντας τα χέρια από
χαρά, καθώς κάθιζε στο σαμάρι της ποντικοτρίχας κτηματσερής του.
Συζητώντας ο Πίτροπος με το Δάσκαλο διάσχισαν την μικρή απόσταση μέχρι το
Δαφνοχώρι.
Ζήτησαν τον Κουπάκη στο σπίτι του, μα απουσίαζε στο Καφενείο του Λεβεντάκη
που βρισκόταν στη Κεντρική Πλατεία του χωριού. Κατευθύνθηκαν σ’ αυτό.
Έδεσαν τις κτηματσερές σε παρακείμενο αγρό κι εισήλθαν χαιρετώντες κι ευχόμενοι
στους θαμώνες τα «Χρόνια πολλά».
Ήταν γνωστότατοι κι οι δύο.
Πολλοί έσπευσαν και διάταξαν καφέ. Σαν τον πήραν, ο Νικολής έδειξε κατάλληλα
στον Αλέκο τον Κουπάκη, που αμέριμνος κάθονταν απέναντι, κοντά στο τεζάκι του
καφετζή… Δεν πήρε κανένας είδηση. Ο Αλέκος, που του ήταν εξ όψεως γνωστός ο
Κουπάκης, με το νόμιμο το πραγματικό του όνομα, όχι όμως και το παρανόμι
(παρατσούκλι) πήρε το κάθισμά του, διάσχισε τον καφενέ, πλησίασε και τον χαιρέτησε με
χειραψία. Ήταν συναδέλφι του άλλως τε: Ο πατέρας τ’ Αλέκο είχε βαπτίσει μια αδελφή του
Κουπάκη. Κάθισε σιμά του. Σκύβοντας ακολούθως μ’ ευγένεια στ’ αυτί, μη χάνοντας καιρό,
του είπε το μυστικό.
-Για σας ήλθα συναδέλφι από το Κεφαλοχώρι. Μια καλή μυζήθρα θέλω και όσο
κάνει. Ο Πατέρας, δεν βρήκε στη Χώρα, κι η μητέρα θεωρεί τις μυζηθρόπητες «ξερέσκι»
του πρωτοχρονιάτικου τραπεζιού… Θα την ακριβοπληρώσω.
-Συναδέλφι, είπε, γλυκά, μειλίχια, μειδιώντας ο Κουπάκης. Μια, να ύπαρχε σπίτι θα
σας την έδιδα. Όμως, σήμερα το πρωί τις έστειλα με τον Μανουσάκη στη Χώρα. Άλλοτε
ευχαρίστως.
-Ε, δεν πειράζει. Υγεία μόνο.
Ο Αλέκος, πήρε το κάθισμα κι επανήλθε στη θέση του απογοητευμένος. Ο Νικολής,
απόφυγε να τον ρωτήση αμέσως. Τον ρώτησε σε λίγο.
-Δεν πειράζει Αλέκο. Ας πήξη το γάλα των προβατινώ σας. Με λίγη θολάσταση μ’
αλεύρι θα ταΐση στ’ αρνάκια. Δεν θα πάθουν κακό για μια βραδυά, του είπε. Σε λίγο
συνέχισε:
-Ας πηγαίνωμε…
Χαιρέτησαν πάλι τους θαμώνες. Κάτι είχαν μυρισθή, αν κρίνωμε από τη θυμηδία
που ζωγραφιζόταν στα πρόσωπά τους. Απήλθαν. Ο Νικολής παραμέρισε σε κάποιο σπίτι
για ιδική του υπόθεση. Ακολούθως επανήλθαν με κενά τα χέρια στο Κεφαλοχώρι. Η
Κατερίνη ωστόσο, δεν σταύρωσε τα χέρια. Έκλεισε από βραδίς τ’ αρνιά στον κούμο. Το
πρωί, άρμεξε τις τρεις προβατίνες, έπηξε μυζήθρα και στόλισε με μυζηθρόπιτες το τραπέζι
της Πρωτοχρονιάς. Κανένας λόγος δεν έγινε, για το πέτσωμα τ’ Αλέκο. Το μάντυσε ο ίδιος
την επομένη από παραβολικές κουβέντες του Νικολή… Γέλασαν όλοι στο σπίτι με την
καρδιά τους.
-Ευχήθηκαν χαρούμενοι τ’ Αλέκο και «του χρόνου με υγεία και χαρά να
ξαναπετσωθή». Εκείνος δεν έφερε αντίρρηση.
Α.Σ.Σ.