ΟΙ ΜΑΪΜΟΥΔΕΣ

Την ώραν απού δειπνούσανε δηγάται το Μανωλιό να δήτε μαϊμούδες κι αρκούδες απού τσι φέρανε στ’ Ακούμια ένας κορδοκαλάς και να ξεραθήτε στα γέλια και τώνε δίδουνε καρύδια και τα σπούνε με τα δόδια ντωνε σα και τον άνθρωπο και ξεδιαλέγουνε τη ψύχα και τήνε τρώνε και πετούνε τσι καρυδόκουπες πέρα, ίδια, κι εφτανίδια σαν τα κοπέλια.

Μια μεγάλη αρκούδα τήνε σέρνουνε με μια αλυσίδα με το χαλκά περασμένο απού τ’ αρθούνια τζη και τήνε χορεύγουνε. Όντεν τση παίζει το κόσκινο και σηκώνεται στα πισινά τση πόδια φτάνει στον ουρανό εγώ τήνε φοβούμαι τότε σας.

Είναι δα και μια μικρή και  τήνε λένε Μάρκο κι  ανεβαίνει στο κοντάρι απάνω και καθίζει. Ετόπωσα του κακομοίρη τον πισινό ντου κι είναι αμάλιαστος και κόκκινος. Η μαμού συνεμοιάζεν μιας κοπελιάς απούρχεται στο σκολειό μας.

Κοντό μάνα δεν ήσανε μαϊμούδες οι γι’ ανθρώποι μια φορά.

Όσκες κοπέλι μου. Οι γι ανθρώποι γίνουνται με τσ ανθρώπους κι οι μαϊμούδες απού τσι μαϊμούδες και μόνο πως συνεμοιάζουνε σαν απού συνεμοιάζουνε τ’ ασφαράγγια με τσ’ αβρωνές. Ο πάσα ένας κοπέλι μου τον έκαμεν η μάνα ντου. Εγώ έκαμα εσένα, εμένα μ’ έκαμεν η μάνα μου τη μάνα μου την έκαμεν η μάνα τζη και κείνη πάλιν η μάνα τζη και σαλεύγει και πάει τα ίσα πίσω. Η μαϊμού πάλι την έκαμεν η μάνα τζη και κείνην η δική τζη και πάει.

Και τσι πρώτες μανάδες ποιος τα’ έκαμε;

Εφυτρώξανε σαν και τα ασφαράγγια με τσ’ αυρωνές.

Αφοράθηκα το γω πως πράμα μπέρδουκλο σας έτυχενε κι αργήσετε νάρθετε απού το σκολειό λέει η γι αδερφή ντου ναι μα επλέρωσες με μεγάλο καρδιοχτύπι κι άλλη φορά νάρχεσαι ντρέτα στο σπίτι απού το σκολειό σου

ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ

Χειρουργός

15 Φεβρουαρίου 1972

Αφήστε μια απάντηση