Οι Γαριβαλδινοί και η Μάχη του Δρίσκου

Μετά ταύτα συνεζήτησαν περί των συμπληρωματικών μέτρων, τα οποία θα ελάμβανον προς
ασφάλειαν των καταληφθέντων μερών και κατέληξαν ν’ αναλάβη ο Πιπίνος Γαριβάλδης την
εξασφάλισιν των Λυγκιάδων. Και αμέσως ειδοποιήθη ο υπό τον Ματοζυράνην λόχος, εις τον
οποίον είχεν ανατεθή η φρούρησις της θέσεως ταύτης, να επανέλθη εις τας σκηνάς ευθύς ως
αντικαθίστατο υπό των υπό του Πιπίνου Γαριβάλδη διοικουμένων τμημάτων.
Κατά το διάστημα τούτο επεσκέφθησαν εις τας σκηνάς τους γαριβαλδινούς οι κρήτες
οπλαρχηγοί Μακρής, Κριάρης και άλλοι, δηλώσαντες, ότι ετίθεντο εις τας διαταγάς τούτων.
Αριστερόθεν της παρατάξεώς των ευρίσκοντο σώματα υπό τους Κόρακαν και Τρυπογεώργον,
κατέχοντα τας θέσεις έμπροσθεν της γεφύρας Παπαστάθη προς Κοντοβράκι. Το επιτελείον των
γαριβαλδινών ήλθεν εις συνεννόησιν μετά των αξιωματικών των σωμάτων τούτων. Ο δε λοχαγός
Τρυπογεώργος απέστειλε σημείωμα, διά του οποίου καθίστα γνωστά τα μέρη, άτινα κατείχον, και
απεστάλη εις αυτόν αντισημείωμα, πληροφορούν, ότι οι ερυθροχίτωνες κατείχον την γραμμήν
από μονής Τζούρας μέχρι Λυγκιάδων και προπόδων των Υψωμάτων προς την πεδιάδα και την
λίμνην των Ιωαννίνων.
Ούτως έληξεν η ιστορική εκείνη ημέρα της 26ης Νοεμβρίου 1912, ιστορική διά τα ελληνικά
όπλα και ιδιαιτέρως διά το σώμα των ελλήνων ερυθροχιτώνων, το οποίον και μόνον είχε
καταλάβη το σπουδαιότατον επίσης εκείνο κλειδί των Ιωαννίνων. Και το Δρίσκον κατελήφθη
μόνον υπό του σώματος του Ρώμα.

Μία νύξ επί του Δρίσκου.- Η σφδρά ολοήμερος μάχη της επομένης. –
Η ανδρεία των ερυθροχιτώνων. – Απόκρουσις των τούρκων. – Αι
απώλειαι εκατέρωθεν.

Η νύξ παρήλθε ψυχρά και διαυγής, έγραφεν ο κ. Ν. Καρβούρνης. Τάστρα εμάρμαιρον
αδαμάντινα εις τον ανέφελον ουρανόν και η Μεγάλη Άρκτος ήτο αληθινόν θαύμα υπέρ την οξείαν
κορυφήν του Τομάρου. Αλλ’ αν εις το στερέωμα επεκράτει η θεία νυκτερινή γαλήνη και τα στοιχεία
ύπνωττον ειρηνικά και ευμενή, ο κάμπος κάτω ήτο ανήσυχος, άγρυπνος, σκυθρωπός,
ταραχώδης εις βιαίας φωτεινάς κινήσεις, ύπουλος, ελλοχών, προσδοκών, παρασκευαζόμενος.
Ισχυροτάτη δέσμη ακτίνων ηλεκτρικού προβολέως εσπάθιζε γοργά δεξιά και αριστερά, άνω και
κάτω τον αιθέρα, σχίζουσα την μελανόγλαυκον χλαμύδα της βασιλικής νυκτός. Κατά μήκος των
κατά το απόγευμα σκαφέντων χαρακωμάτων από το χάνι της Λεύκας μέχρι της λίμνης φώτα
αμυδρά, διαλείποντα, αεικίνητα ανεπηδούσαν κ’ εχάνοντο και πάλιν ενεφανίζοντο και ανέλαμπον
επί στιγμήν ζωηρότερα κ’ εσβύνοντο. Επάνω εις τον άμαυρον καθρέπτην της λίμνης φώτα έπλεον
αργά από το φρούριον των Ιωαννίνων μέχρι της νοτίου παραλίας της λίμνης, βάρκες προφανώς
μεταφέρουσαι αξιωματικούς, οδηγίας, εφόδια. Περί την αυγήν δύο μεγάλαι πυραί ύψωσαν
αυθάδεις τας φλογεράς των γλώσσας από των κορυφών της Γαστρίτσης. Και άγρυπνοι οι λόχοι
των ερυθροχιτώνων εφύλαττον τας θέσεις των μ’ εντεταμένην εις το ακρότατον την προσοχήν
των.
Η ανατολή! Μόλις η Ηώς ήνοιξε το κυανορρόδινον κιγκλίδωμα διά να διέλθουν τα άλογα τα
φωτεινά που έσυρον το πυρφόρον άρμα του ηλίου, αι χιονοσκεπείς κορυφαί των γύρω βουνών
εστεφανώθησαν από ρόδα. Η Νύχτα περιεμάζευεν ακόμη τα λησμονημένα εδώ κ’ εκεί διαμάντια
της εις τον ουρανόν και κάτω εξετυλίσσετο η εωθινή του κάμπου των Ιωαννίνων αποκάλυψις.
Μετά την άφωνον νυκτερινήν ανησυχίαν η θεσπεσία γαλήνην. Αριστερά του Δρίσκου,
πυργουμένου προς ανατολάς της πεδιάδος, το Κοντοβράκι και πέραν αυτού άλλα ερυθρωπά
υψώματα, περιβάλλοντα ως κλοιός αιματίνου την ευρείαν και εύφορο πεδιάδος. Κατέναντι
ακριβώς του Δρίσκου επυργώνετο βλοσυρά και εχθρική η Γαστρίτσα, βουνός επιμήκης και

μονοκόμματος, υψούμενος ως σκοπός εν τω μέσω του κάμπου. Επάνω εις αυτόν είνε οι μεγάλοι
στρατώνες του εχθρού, τα πυροβολεία του, τα τοπομαχικά του. Πέραν της Γαστρίτσης εις
αλλεπαλλήλους κολπώσεις του εδάφους άλλα βουνά και πέραν ακόμη τα χιόνια των προς τον
Αδρίαν ηπειρωτικών ορέων.
Προς βορράν της Γαστρίτσης η λίμνη –γλαυκός καθρέπτης, μέσα εις τον οποίον έκυπτον
αυταρέσκως πάλλευκα τα Γιάννενα- τα Γιάννενα, διά τα οποία τόσοι παλμοί εδόνουν τας καρδίας
κάτω από τον αιματόχρωμον γαριβαλδινόν χιτώνα. – Το νησί, σταγών οπαλίου λίθου εις τον
σμάραγδον των ακινήτων νερών. Και δεξιά της λίμνης ο Τόμαρος αρχοντικός και υπερήφανος.
Εις τον κάμπον ήστραπτον υπό τας πρώτας πλαγίας ηλιακάς ακτίνας νερά και κάπου – κάπου
αιφνιδία αστραπή μέσα εις τα δένδρα εφανέρωνε την κρυπτομένην εχθρικήν δύναμιν. ήτο το
φίλημα ακτίνος ηλιακής επί ξίφους, επί κομβίου στρατιωτικού, επί τηλεβόλου.
Μετ’ ολίγον οι ατμοί της λίμνης και της πεδιάδος επυκνώθησαν εις κυανά νεφαλώματα, τα
οποία, αφού επλανήθησαν επ’ ολίγον χαμηλά, διελύθησαν. Ο Μαβίλης εστέκετο σιωπηλός προ
της μεγάλης εικόνος. μέσα εις το ολύμπιον βλέμμα του εσπινθήριζαν μύριαι σκέψεις ευγενείς. Και
ενωρίς εκίνησε προς κάποιο μοναστήρι, αριστερά της παρατάξεως των ερυθροχιτώνων, απ’
όπου η νέα ήτο ωραιοτέρα. Ο κρης υπολοχαγός Γερακάρης ύψωνε το ευσταλές παράστημά του
παρά τας σκηνάς.

τα πολιά του γένεια ανεμίζοντο από την πρωινήν αύραν και γεμάτος παιδί την

αγαλλίασιν έλεγε:
-Τι θαύμα τα Γιάννενα! Αξίζει κανείς να πεθάνη για να τα πάρη!
Η Μοίρα τον εισήκουσε.

την επιούσαν εφονεύθη πολεμών για τα Γιάννενα.

Έξω από μίαν σκηνήν ο αρχηγός σκεπασμένος με τον ανοικτοκύανον μανδύαν του ανεπαύετο
πλησίον των εκπνεόντων λειψάνων νυκτερινής πυράς. γύρω του εκοκκίνιζαν οι ερυθροί χιτώνες
των αξιωματικών του επιτελείου του. Στρατιώται έξω των σκηνών ερροκάνιζαν καλαμβρόκια εις
την λιακάδα. άλλοι εγέμιζαν τα παγούρια των από κελαρύζοντα ρύακα εις το βάθος σχισμής του
βουνού. Τάλογα έβοσκαν το αραιόν χορτάρι του οροπεδίου και εις το μέσον του στρατοπέδου
εκολπούτο μεγαλοπρεπής η σημαία. Αγγελιαφόροι και σύνδεσμοι διεσταυρούντο. Εις το Μάζι
κάποιος γέρων χωρικός επώλει καπνόν εις τους ερυθροχίτωνας από τεράστιον σάκκον προς
τέσσερας δραχμάς την οκάν. αι γυναίκες περιήρχοντο την παράταξιν προσφέρουσαι νερό και
μπομπότα εις τους άνδρας. Περιπολίαι ανίχνευον το έδαφος. Κίνησις εύθυμος και ζωηρά, γεμάτη
χαράν και χρώμα.
Ήτο η 9η πρωινή της 27ης Νοεμβρίου, ότε ήρχισεν η δευτέρα μάχη εις τον Δρίσκον. Δύο οβίδες
επισκηπτικαί του εχθρού εξερράγησαν υπέρ την Αδραμίτσαν, εις τους πόδας του Δρίσκου. Ήτο
το σύνθημα της μάχης.
Ένας καταρράκτης ερυθρός ώρμησε τότε ακάθεκτος προς τας κλιτύας του βουνού και η μάχη
ήρχισε πεισματώδης. αι σφαίραι έσχιζαν δαιμονιωδώς τον αέρα. αι οβίδες του εχθρού ύψωναν
νεφέλας χώματος και θύελλαν πετρών γύρω από τας ερυθράς διμοιρίας.
Δύο οπτικοί τηλέγραφοι ήρχισαν αστραπηβόλον συνδιάλεξιν κάτω εις το κάμπον. από το χάνι
της Λεύκας επροχώρει ο τουρκικός στρατός και εμβρέμετο ένα πεδινόν τηλεβόλον. Τα εχθρικά
ταχυβόλα εδονούσαν ακατάπαυστα την ατμόσφαιραν. Τα τοπομαχικά της Γαστρίτσης εδέσποζαν
με την βαρείαν φωνήν των της μεγαλοπρεπούς συναυλίας.
Ο αρχηγός, χωρίς τον μανδύαν του, έφιππος, διηύθυνε την μάχην από κορυφής λόφου εις την
πρώτην γραμμήν του πυρός, εις το κέντρον περίπου της παρατάξεως, ατάραχος, ορμητικός,
υπερήφανος. γύρω του οι επιτελείς, όρθιοι, πυροβολούντες. Ο Μαβίλης, ο Δομενεγίνης, ο Τάκης,
ο Μπαρδόπουλος, ο Τοπάλης, τώρα δεχόμενοι και διαβιβάζοντες διαταγάς, τώρα συζητούντες
περί της μάχης υπό τον ερίγδουπον σάλαγον. Οι πλείστοι των αξιωματικών όρθιοι, πολλοί των
ανδρών όρθιοι και αυτοί, ζητωκραυγάζοντες εις κάθε έκρηξιν εχθρικής οβίδος, αστειευόμενοι. Τα
απειροπόλεμα παιδιά γιγαντούμενα εις ήρωας.
Η μάχη ήρχισεν εκ των προφυλακών. Τμήματα τοποθετημένα εκ των προτέρων εις θέσεις
προφυλακών είχον εμπλακή μετά των επελθόντων τμημάτων τουρκικού πεζικού. Η επίθεσις είχε
γίνει καθ’ όλον το μέτωπον από απέναντι της μονής Τζούρας μέχρι της λίμνης, ένθα εστηρίζετο το
δεξιόν της παρατάξεως και άνωθεν του Μάζι, όπου ήτο ο λόχος υπό τον Δαπόντεν.
Η επίθεσις των τούρκων ήτο λίαν ορμητική μετά δυνάμεως πλέον των οκτώ χιλιάδων πεζών,
ενισχυομένων μάλιστα υπό πυροβόλων και τεσσάρων μυδραλλιοβόλων.

Κατά την δεκάτην της πρωίας παρουσιάσθησαν προ του αρχηγού Ρώμα οι κρήτες οπλαρχηγοί
Κριάρης και Μακρής μετά πολλών Κρητών εθελοντών και εζήτησαν θέσιν παρ’ αυτού όπως
πολεμήσουν. Τοιαύτη τους ωρίσθη εις το κέντρον, εις το οποίον ευρίσκοντο οι λόχοι των
Κονδύλη, Ματζουράνη και Βέργη.
Οι κρήτες μέχρι της στιγμής εκείνης, καθώς και εις προηγουμένας μάχας, είχον αποφύγη να
συμπολεμήσουν μετά των ερυθροχιτώνων, αποκαλούντες τούτους «προδότας». Με την λέξιν
ταύτην ηννόουν την ενδυμασίαν των ερυθροχιτώνων, η οποία ως εκ του ζωηρού ερυθρού
χρώματός της τους επρόδιδεν εις τον εχθρόν, ως και το όπλον των Γκρά, το οποίον έβγαζε
καπνόν και επρόδιδεν επίσης τους μαχητάς. Οι λεοντόθυμοι όμως και ορμητικοί κρήτες, όταν
είδον την αποφασιστικότητα και τον ηρωισμόν των ερυθροχιτώνων, ελησμόνησαν τον κίνδυνον
και παρασυρθέντες εκ θαυμασμού έσπευσαν να δηλώσουν, ότι εθεώρουν τιμήν των να τεθούν
παρά το πλευρόν των.
Περί την μεσημβρίαν πλησίον της θέσεως, όπου ίστατο ο Αλ. Ρώμας, ενεφανίσθη η Ασπασία
Ράλλη, η οποία είχε προχωρήση μόνη από τας σκηνάς μέχρι της γραμμής του πυρός. όταν
ήκουσε το εχθρικόν πυροβόλον, ήκουσε συγχρόνως την υπερήφανον φωνήν ευγενών και
ηρωικών προγόνων και επροχώρησεν. Όταν την είδον οι αξιωματικοί μέσα εις τας σφαίρας
μειδίωσαν, ενώ αι οβίδες εθρυμματίζοντο τριγύρω της, εσταμάτησαν επί στιγμήν. Ένας
αξιωματικός του επιτελείου της προσέφερε το όπλον του. η Ασπασία Ράλλη, η εγγονή των
ανυποτάκτων ηγεμόνων του Ταϋγέτου, το έλαβε και επυροβόλει προ των εκθάμβων στρατιωτών.
Παρηκολούθησε δε την μάχην, χωρίς να λιποψυχήση ούτε επί στιγμήν προ του κινδύνου,
συναγωνιζομένη εις την γενναιότητα προς τον θείον της τον αρχηγόν. Ούτος έφιππος και ξιφήρης
ευρίσκετο εις το μέσον της παρατάξεως της μάχης και επί της οδού της αγούσης από το χάνι
Καμπέραγα διά Βίγλας – Δρίσκου – Χάνι Λεύκας προς Ιωάννινα. Περιεστοιχίζετο από τους
επιτελείς του Αλεξ. Τάκην, Δομενεγίνην, Τοπάλην και Γερακάρην, κρατών εις την διάθεσίν του
τμήματα ανέπαφα εφεδρείας και διηθύνε μετά του επιτελάρχου τα πάντα εν μέσω των σφαιρών
και οβίδων του εχθρού, δεχόμενος τας πληροφορίας διά των συνδέσμων των διαφόρων
τμημάτων και αποστέλλων οδηγίας και ενισχύσεις και πυρομαχικά εις τα διάφορα σημεία μετά
θαυμαστής δεξιότητος και παραδειγματικής ψυχραιμίας.
Περί την μεσημβρίαν ο επιτελάρχης Δημ. Μπαρδόπουλος διηυθύνθη επί κεφαλής τμήματος
των ερυθροχιτώνων εις την πρώτην γραμμήν και προς το κέντρον της παρατάξεως, έχων και τον
απαραίτητον ακόλουθόν του Κώτσον Παλάτζαν και εκανόνισε τα της παρατάξεως της πρώτης
γραμμής και ώθησε προς τα εμ προς τους εκεί μαχομένους, ίνα το πυρ των στραφή καθ’ όλης της
κλιτύος μέχρι των προπόδων.
Την ώραν εκείνην προσήλθεν έφιππος εκεί ο λοχαγός ιερεύς του σώματος Παπαφώτης και
συνεχάρη και κατεφίλησε τον επιτελάρχην διά την επιτυχίαν της μάχης, αλλά καθ’ ην στιγμήν
ανεχώρει ο Παπαφώτης, σφαίρα έπληξεν εις την χείρα τον Μπαρδόπουλον. Ο τραυματισμός του
επιτελάρχου ετηρήθη μυστικός από τους μαχομένους, άλλως ο γενναίος αξιωματικός, δεν
απέδωκε σημασίαν εις το τραύμά του και εδέχθη μόνον την πρόχειρον επίδεσίν του υπό του
ακολούθου του Παλάτζα.
Εν τούτοις, επειδή το τραύμά του ήτο σοβαρόν, απεμακρύνθη μετά τινα ώραν εκ της γραμμής
του πυρός και διηυθύνθη προς τον αρχηγόν Ρώμαν, προς τον οποίον εγνώρισε την κατάστασιν,
εις ην ευρίσκετο από γενικής απόψεως ο μαχόμενος στρατός και εβεβαίωσεν, ότι η νίκη ήτο υπέρ
των ερυθροχιτώνων. Όσον αφορά τον τραυματισμόν του απεφασίσθη να μην απομακρυνθή του
πεδίου της μάχης. Αμέσως δε εκλήθη ο ιατρός Ραζέλος, όστις επέδεσε το τραύμα.
Ολίγον πρότερον είχον τραυματισθή και ο Βέργης εις ορμητικήν έφοδον, βαλλόμενος υπό
ορμητικού πυρός των τούρκων και ο Σκορδαράς, είχε δε φονευθή ο κρης οπλαρχηγός Μακρής.
Μετά την διαβεβαίωσιν του επιτελάρχου Μπαρδοπούλου προς τον αρχηγόν Ρώμαν, ότι η νίκη
έκλινεν υπέρ των ελληνικών όπλων, εξηκολούθησεν η μάχη μέχρι της εσπέρας, ενισχυθείσης της
γραμμής της μεσημβρινής κλιτύος Τουφεκήθρας, ένθα εμάχοντο ο τρίτος, ο πέμπτος και ο
δεύτερος λόχος μετά του τετάρτου. Προσήλθε δε προς ενίσχυσιν της γραμμής ο υπό τον
Φιλάρετον λόχος του σώματος του Γαριβάλδη.
Περί την 3 μ.μ. κατέφθασαν τρία Ελληνικά παλαιά ορειβατικά πυροβόλα μετ’ αναλόγου
στηρίγματος πεζικού και παραταχθέντα πέραν των νώτων των ελλήνων ερυθροχιτώνων ήρχισαν
να βάλλουν κατά πρώτον κατά του χανίου της Λεύκας, βραδύτερον δε κατά της Γιάννιτσας και της
Γαστρίτσης.

-Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω ο Ρώμας! Εχαιρέτισε μία αυθόρμητος βοή την πρώτην ελληνικήν οβίδα
και η γαριβαλδινή επίθεσις εκραταιώθη, αποκρουσθέντος του εχθρού προς το αριστερόν και το
κέντρον και τηρηθεισών των προς τα δεξιά θέσεων.
Αλλά το αίμα των γαριβαλδινών έρεε τώρα. Πολλοί ετραυματίσθησαν. ο αξιωματικός Βραχνός
και ο κρης οπλαρχηγός Μακρής είχαν φονευθή. Οι τραυματίαι μετεφέρθησαν εις το νοσοκομείον,
εγκατασταθέν εις την μονήν Σωτήρος, είκοσι περίπου λεπτά όπισθεν των σκηνών, από του
κωδωνοστασίου της οποίας εκυμάτιζεν η σημαία του ερυθρού σταυρού.
Επήλθεν η νυξ της 27ης Νοεμβρίου και οι τούρκοι αριθμήσαντες πολλάς απωλείας,
αναβιβασθείσας εις υπερχιλίους, υπεχώρησαν εις την γραμμήν χάνι Λεύκας και δυτικώς ταύτης
μέχρι της λίμνης, την οποίαν γραμμήν είχον οχυρώση.
Νυξ αγωνίας – Προπαρασκευαί των δύο αντιπάλων – Μεγάλαι ενισχύσεις
των τούρκων – Η αιματηρά μάχην της 28ης Νοεμβρίου – Ο Μαβίλης
πίπτων ενδόξως. – Αισθηταί απώλειαι – Έλλειψις πολεμοφοδίων. –
Ηρωική εγκατάλειψις του Δρίσκου. – Επάνοδος εις το Μέτσοβον. –
Διάλυσις του σώματος του Γαριβάλδη.
Μετά την κατάπαυσιν της μάχης ελήφθη η πληροφορία, ότι εις το αριστερόν της παρατάξεως,
το εις την μονήν Τζούρας σώμα διοικούμενον υπό των λοχαγών Μαβίλη και Γιοβάνη και υπό των
αξιωματικών Μαρτινέγκου, Σαμούτη και Νοταρά απέκρουε τους τούρκους ηρωικώς και είχε θέση
πολλούς εκτός μάχης.

ΠΗΓΗ: ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ 1914

Αφήστε μια απάντηση