ΝΙΚΟΣ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗΣ : Ο πατέρας μου Οδυσσέας

Ο πατέρας μου Οδυσσέας Σηφουνάκης, στρατιωτικός, υπήρξε γέννημα θρέμμα Ρεθεμνιώτης.
Καταγόταν από μια οικογένεια που ήταν τέσσερα αδέρφια. Ο πατέρας μου κατετάγη στον
ελληνικό στρατό εθελοντής, νέος 18 χρονών. Έλαβε το πρώτο βάπτισμα του πυρός, στη μάχη
του Σκρά, όπου υπάρχουν και επιστολές δικές του, αλλά και των ανωτέρων του για τον
τρόπο συμμετοχής του στη μεγάλη αυτή μάχη που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην νίκη της
Αντάντ.
Ήταν η μάχη αυτή που οι σύμμαχες δυνάμεις, δηλαδή η Γαλλία, η Αγγλία, η Ιταλία, και η
Ελλάδα, καθοριστικά συνέβαλαν στην μη κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Βούλγαρους.
Ήταν η πιο καταλυτική μάχη. Γι’ αυτό όσοι γνωρίζουν την ιστορία σε αυτήν αποδίδουν τη
μεγάλη σημασία στην τελική έκβαση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στη συνέχεια όλα τα επόμενα χρόνια ο πατέρας μου ακολούθησε τον ελληνικό στρατό, με
επόμενο σταθμό την Μικρά Ασία. Αποβιβάστηκε στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 και έζησε
όλη αυτήν την ηρωική φάση μέχρι τον Μάη του 1921, όπου εκεί αρχίζει να γίνεται
κατανοητό ότι η βασιλική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου οδηγεί την πατρίδα στην
καταστροφή. 
Ο Βενιζέλος είχε ήδη φύγει ενάμιση χρόνο πριν, είχε χάσει τις εκλογές την 1η Νοέμβρη του

  1. Στον Μάη του 1921 η κυβέρνηση του Γούναρη, αλλά και του Στράτου και στη
    συνέχεια του Πρωτοπαπαδάκη, προσπαθούν να κάνουν διαπραγμάτευση με τους συμμάχους.
    Οι σύμμαχοι, όμως, είναι δύσπιστοι ως προς αυτούς. Έχει αποχωρήσει η Ρωσία από την
    Αντάντ με εντολή του Λένιν. Αυτό οδηγεί τη Ρωσία στην αγκαλιά του Κεμάλ. Ήταν η πρώτη
    συμμαχία, δυστυχώς της σοσιαλιστικής Ρωσίας με την νέα Τουρκία του Κεμάλ Ατατουρκ.
    Στη συνέχεια σπάει το αρραγές μέτωπο υπέρ της Ελλάδας. Ο πατέρας μου ζει την επέλαση.
    Ζει την απελευθέρωση της Σμύρνης, της Ιωνίας, της Αιολίδας, και του Αϊβαλιού.
    Προσωπικά έχω καταλήξει -εκτιμώντας τα ιστορικά γεγονότα όπως τα έχω διαβάσει- στην
    «μπλόφα» ουσιαστικά της κυβέρνησης του Λαϊκού κόμματος, να κάνει εκστρατεία προς την
    Άγκυρα, διότι ήθελε με αυτόν τον τρόπο να πείσει τους συμμάχους ότι έχει τη δυνατότητα να
    νικήσει έναν πόλεμο, που ήξερε ότι δεν μπορούσε να νικήσει χωρίς τους συμμάχους, οι
    οποίοι όμως είχαν κόψει τις γέφυρες, την τροφοδοσία του ελληνικού στρατού με πυρομαχικά
    και όπλα, ο άλλος λόγος ήταν ότι θέλησαν να υπερκεράσουν την δόξα του Ε. Βενιζέλου και
    επέλασαν στην Άγκυρα.
    Έτσι έφτασε ο στρατός μας μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ, στις πύλες της Άγκυρας όπου και
    άρχισε η υποχώρηση, με την επέλαση των Κεμαλικών και του Τσέτες. Οι Έλληνες πατριώτες
    πεινασμένοι, κατατρεγμένοι λιποτακτούσαν, στη Μικρά Ασία δεν ηττηθήκαμε, φύγαμε
    ατάκτως υποχωρώντας.
    Ο πατέρας μου όπως και όλος ο στρατός ρακένδυτος πεζή από την Άγκυρα περπάτησαν επί
    15 μερόνυχτα για να φθάσουν στη Σμύρνη. Αποβιβάστηκαν στην Χίο και στην Μυτιλήνη.
    Από εκεί και πέρα παρέμεινε στον στρατό, και συμμετείχε στο κίνημα του ’33, του Πλαστήρα
    που απέτυχε.
    Ο πατέρας μου κατέλαβε μαζί με άλλους αξιωματικούς το Σύνταγμα στρατού στη Σοχώρα
    στο Ρέθυμνο.

2
Υπήρξε υποστηρικτής του Πλαστήρα συνεργάτης του στο πολιτικό του γραφείο, όταν ο
Πλαστήρας αποφάσισε να κατέβει στη μαχόμενη πολιτική. Ο Οδυσσέας Σηφουνάκης δεν
ακολούθησε το κόμμα των Φιλελευθέρων, εντάθηκε στο νέο κόμμα που ίδρυσε ο Πλαστήρας
στην ΕΠΕΚ όπως και άλλα κορυφαία στελέχη, φιλελεύθερα του Ρεθύμνου.
Στις εκλογές του ’50 πρώτο κόμμα ήρθε το κόμμα των Φιλελευθέρων, δεύτερο η ΕΠΕΚ του
Πλαστήρα με ελάχιστη διαφορά, και τρίτο το κόμμα του Γ. Παπανδρέου, και έτσι έκαναν
μαζί κυβέρνηση.
Όπως σας προείπα ο πατέρας μου ήταν μεταξύ αυτών που κατέλαβαν το Σύνταγμα στο
Ρέθυμνο, εν ονόματι του κινήματος του Πλαστήρα.
Απέτυχε το κίνημα, συνέλαβαν όλους τους Ρεθυμνιώτες κινηματίες, και τους παρέπεμψαν σε
δίκη. Η απόφαση του δικαστηρίου σε όσους συμμετείχαν στο κίνημα ήταν δήμευση της
περιουσίας τους.
Μετά, -όπως γίνεται στην πολιτική-, ο Π. Τσαλδάρης έχοντας επικρατήσει και κερδίσει στις
εκλογές έδωσε αμνηστία, οπότε ουσιαστικά απελευθερώθηκε και του επεστράφη η περιουσία
που του είχε δημευθεί ήτοι το σπίτι, και ο πατρικός φούρνος (στο Μαμαγκάκη) στο κέντρο
της πόλης επί της οδού Γ. Τσαγρή.
Μετά την απόταξη του ιδιώτευσε. Ασχολήθηκε με τα κοινά, εκλέχθηκε δημοτικός
σύμβουλος Ρεθύμνου, με υποψήφιο Δήμαρχο τον Τίτο Πετυχάκη. Έχω ως κειμήλιο το
ψηφοδέλτιο που είναι υποψήφιος, μαζί με τον Μιχάλη Μαρούλη, τον γιατρό Νίκο Λυράκη,
και άλλους επιφανείς Ρεθυμνιώτες στις εκλογές του 1934.

(Οικογένεια)
Παντρεύεται τη μητέρα μου το ’47, την Ευαγγελία Φραγκιαδάκη από τους Αρμένους,
Βαονάκη το γένος της μητέρας της, απέκτησαν τέσσερα παιδιά, ο μικρός μας αδερφός ο
Γιώργος δυστυχώς δεν υπάρχει, έφυγε νωρίς, και ο θάνατος του πατέρα μου, μας βρίσκει
μικρά παιδιά.
Την ευθύνη της οικογένειας ανέλαβε η μητέρα με τη φτωχή σύνταξη του πατέρα. Έτσι αυτή
η μάνα, νεότατη χήρα, φρόντισε να σπουδάσουν τα παιδία γιατροί, αρχιτέκτονες, και ο ένας
αδερφός έφτασε έως και τον βαθμό του ταξίαρχου, που ήταν και ο πόθος του πατέρα, τον
οποίο δεν τον γνωρίσαμε πολύ καλά, όμως έχω πολλές μνήμες από ωραίες διηγήσεις φίλων
του.
Θυμάμαι όταν ερχόταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος στο Ρέθυμνο αρχές δεκαετίας του ‘60. Του
έκαναν τραπέζι οι επικεφαλής του τοπικού κόμματος των Φιλελευθέρων. Ο Πλαστήρας τότε
δεν υπήρχε στην πολιτική, το ’53 είχε πεθάνει.
Θυμάμαι λοιπόν τον εαυτό μου 8 – 10 χρονών παιδάκι με έπαιρνε μαζί του ο πατέρας, και
πηγαίναμε χειμώνα στου Ζαμπράχου το εστιατόριο στην οδό Αρκαδίου όπου του έκαναν το
τραπέζι. Δεν ήξερα ότι θα ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος δεν μου το είχε προειπει και ήθελα να
τον γνωρίσω. Ήταν χειμώνας. Η πρώτη μου εντύπωση αντικρίζοντάς τον ήταν
απογοητευτική, φορούσε παλτό μέχρι τους αστραγάλους, καπέλο ρεπούμπλικα, και ήταν
τόσο πολύ κοντός, μα πάρα πολύ κοντός. Μου έκανε φοβερή εντύπωση αυτό.
Βαπτίστηκα σε ένα θέατρο, τότε βάπτιζαν και στα σπίτια. Πήγαινε ο παπάς όπου τον
καλούσαν, και βάφτιζε. Ο πατέρας μου ήθελε να με βαπτίσει σε προεκλογική περίοδο για να
τονώσει το ηθικό των Ρεθυμνιωτών των οπαδών του Πλαστήρα, και του επαναστατικού
κόμματος της εποχής εκείνης που ήταν η ΕΠΕΚ.

3
Ο Πλαστήρας έχαιρε μεγάλης εκτίμησης ως άδολη και ηρωική μορφή στο πολιτικό
στερέωμα της Ελλάδας. Έχω ακούσει πολλές αφηγήσεις για την βάφτισή μου, δεν ξέρω ποια
είναι η καλύτερη από όλες. Αλλά πρέπει να ήταν μια ωραία στιγμή. 
Η βάπτιση έγινε Παρασκευή 3 Μαρτίου του ΄51, ήμουν σχεδόν τριών μηνών. Οι γενικές
εκλογές ήταν προσδιορισμένες Κυριακή 5 Μαρτίου 1951, δηλαδή ο πατέρας μου και οι φίλοι
του Πλαστήρα στο Ρέθυμνο τον έφεραν και πραγματοποίησε την τελευταία του προεκλογική
ομιλία, και πραγματοποίησε και την βάφτισή μου.
Βαφτίστηκα μαζί με ένα άλλο παιδί τον Βοσκάκη, και αυτός έλαβε το όνομα Πλαστήρας, και
εγώ Νικόλαος, ήτοι λάβαμε το επώνυμο και το επώνυμο του ηρωικού Έλληνα.
Έχω ένα πιστοποιητικό γέννησης του Δήμου Ρεθύμνου, που το υπογράφει ο τότε ληξίαρχος
Αστρινάκης. Είναι ένα υπέροχο πιστοποιητικό. Σήμερα ζητάς ένα πιστοποιητικό γέννησης
και σου δίνουν ένα χαρτί που δεν περιέχει τίποτα. Τότε ένα πιστοποιητικό περιλάμβανε τα
πάντα, πότε γεννήθηκε, πότε πήγε ο πατέρας και το δήλωσε, που γεννήθηκε, σε ποια κλινική,
ποιο όνομα έλαβε, πότε βαπτίστηκε, ποιος είναι ανάδοχος και επάγγελμα αναδόχου.
Είναι εκπληκτικό. Παλιά ήμασταν πιο οργανωμένοι και συντεταγμένο κράτος, οι άνθρωποι
προσεκτικοί, πιο λεπτομερείς και έχει τη σημασία του αυτό.
 
(Μαρούλης)
Η σχέση του πατέρα με τον Μαρούλη ήταν καταρχήν συγγενική, ήταν πρώτα ξαδέρφια.
Μοναδικά πρώτα ξαδέρφια.
Ο πατέρας μου είχε άλλα τρία αδέρφια, τον Γιάννη και την Αικατερίνη που ήταν δάσκαλοι
και που πέθαναν στον πόλεμο από φθίση (tuberculosis), και την Γεωργία επίσης δασκάλα
που πέθανε το 1973.
Ο Μαρούλης ήταν από μια πλούσια οικογένεια, και είχαν σχέση πάρα πολύ στενή πριν τον
πόλεμο. Ο Μαρούλης σπούδασε γιατρός στο Παρίσι. Ο πατέρας του αν καλά θυμάμαι ήταν
(trésorier) στον Πρίγκιπα Γεώργιο, σημαίνουσα θέση. Ήταν πλούσια και ευκατάστατη η
οικογένεια του. Έτσι ο Μαρούλης σπούδασε στο Παρίσι, εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο.
Η ειδικότητά του ήταν παιδίατρος, την εποχή εκείνη η φυματίωση θέριζε. Στα βιβλία –
κατάστιχα του που έχουν σωθεί από τον πατέρα μου, είναι λεπτομερέστατα, και
αποδεικνύεται ότι το 80% των ασθενών τότε έπασχαν από φυματίωση.
Έφτιαξε κλινική στο Ρέθυμνο στην Λεωφόρο Κουντουριώτη που στη συνέχεια το δώρισε
στον δήμο με διαθήκη του λίγο πριν πεθάνει. Έφτιαξε αναρρωτήριο στις Πρασσές, στο
κτήμα εκεί που το είχε φτιάξει ο παππούς του, ο Επιμενίδης Μαρούλης, ο οποίος ήταν
οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1866.
Στη νότια είσοδο του σπιτιού στις Πρασσές, πάνω σε βράχο, σώζεται σκαλιστή μαρμάρινη
επιγραφή όπου αναγράφεται «βράχος Επιμενίδη Μαρούλη 1824 – 1896». Ο πατέρας και ο
γιατρός πέραν της συγγενικής τους σχέσης, συμπορεύτηκαν πολιτικά πριν την κατοχή.
Δέθηκαν βέβαια ιδιαίτερα πάρα πολύ στην γερμανική κατοχή.
Ο πατέρας μου δεν υπέφερε αυτά που υπέφερε ο Μαρούλης. Ο πατέρας μου υπήρξε
συνεργάτης των εγκλωβισμένων Άγγλων στην Κρήτη, τους οποίους μαζί με άλλους
βοήθησαν να διαφύγουν στην Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό και μετά την απελευθέρωση ο
Γουίνστον ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ, -ο αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη και στη
Μεσόγειο- απένειμε στον πατέρα μου μια ύψιστη τιμητική διάκριση με χρυσό μετάλλιο που
το έχουμε στο σπίτι, με την οποία τον ‘’Ευχαριστεί η εξ ονόματος της αυτού μεγαλειότητος

4
της αγγλικής κυβέρνησης για την προσφορά του και για τη βοήθεια προς τους συμμάχους
καθ’ όλη τη διάρκεια της κατοχής’’. Όπως έλεγε ο πατέρας μου το ίδιο μετάλλιο απενεμήθη
στον Μιχαήλ Μαρούλη μετά θάνατον.
Προς τον φίλο, συγγενή και συναγωνιστή του η ηρωική πράξη του πατέρα υπήρξε ότι μετά
την σύλληψη του Μ. Μαρούλη από τους Γερμανούς, του πήγαινε νύχτα στο καμαράκι που
κρατείτο -σε παρακείμενο δρομάκι της οδού Αρκαδίου- σιδηροδέσμιος από ένα παραθυράκι
με ένα καλάμι του περνούσε τροφή και τσιγάρα.
Αυτές τις συγκινητικές – ηρωικές στιγμές της ζωή τους, τις κατέγραψε ο ίδιος ο Μ.
Μαρούλης στη διαθήκη του λίγο πριν πεθάνει.
Μετά τον μετήγαγαν στις φυλακές των Χανίων όπου από τις κακουχίες οδηγήθηκε στον
θάνατο. Εκεί λοιπόν -αυτό το ξέρω από εξιστορήσεις του Μ. Κούνουπα-, αλλά και από
επιστολή του προς εμένα όπου το αναφέρει.

(Καταγγελίες στον τοπικό τύπο του γιατρού Φραγκιαδάκη για το ποιοι είχαν επωφεληθεί από
τη σύλληψη του Μαρούλη. Πώς το αντιμετώπισε αυτό στη συνέχεια ο Μαρούλης)
Είναι μια πολύ μεγάλη, λυπηρή και όχι τόσο τιμητική τοπική ιστορία. Δυστυχώς έχω το
χειρόγραφο κείμενο του Μαρούλη το οποίο συνέταξε λίγο πριν πεθάνει, που καταγράφει
λεπτομερώς ποιοί υπήρξαν καταδότες.
Μετά τον πόλεμο δημιουργήθηκαν με απόφαση της κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας του
Γεωργίου Παπανδρέου σε όλους τους νομούς ομάδες οι οποίες ερευνούσαν ποιοι ήταν
καταδότες και ποιοι ήταν εκείνοι οι οποίοι έδρασαν αντεθνικά. Και δημιουργήθηκε επίσης
επιτροπή επιστροφής των κλαπέντων.
Έχω λοιπόν την ιδιόχειρη επιστολή του Μαρούλη, η οποία είναι πολυσέλιδη, στην οποία
κατονομάζει πρόσωπα και πράγματα και μάλιστα και μια συγκεκριμένη ομάδα προδοτών
που την αποκαλεί «σπείρα».
Αυτήν την επιστολή την έχω και δαχτυλογραφημένη και σε πολλά αντίγραφα που ο ίδιος
κράτησε, που σημαίνει ότι κάθισε ο ίδιος μετά την απελευθέρωση και την κατέγραψε
ιδιοχείρως και στη συνέχεια η γραμματέας του την δακτυλογράφησε, με την χρήση καρμπόν
και υπάρχει σε αντίγραφα. Σκοπός να τη στείλει και επίσημα στην επιτροπή και άλλες
επίσημες αρχές.
Δεν είναι μεγάλο το αρχείο του, είναι αυτό που μπόρεσε να διασώσει ο πατέρας μου.
Πράγματι προκύπτει ότι ο Μαρούλης ήταν ηγετικό μέλος του ΕΑΜ. Έχω και χειρόγραφη
κατάσταση με μέλη της γραμματείας του ΕΑΜ  Ρεθύμνου και στην οποία ο Μαρούλης
αναγράφεται ως γραμματέας.
Μεταξύ των άλλων ονομάτων, έχω συγκρατήσει το όνομα Πραματευτάκης.
Η χειρόγραφη κατάσταση περιλαμβάνει όλα τα μέλη και τι αρμοδιότητα είχε ο καθένας ο
γραμματέας, ο υπεύθυνος πολιτισμού, ο υπεύθυνος κοινωνικής πολιτικής, κ.α.

5

(Πώς σχολίαζε ο Μαρούλης που είχε αναλάβει όλη την ευθύνη ο Φραγκελάκης)
Δεν το ξέρω, θα σας πω αυτά που έχω ακούσει από τη μητέρα μου, τα οποία της τα είχε
διηγηθεί ο πατέρας μου. Γιατί η μητέρα μου παντρεύτηκε τον πατέρα μου το ΄47, ο
Μαρούλης πέθανε το ’45 και η μητέρα μου ήταν 18 ετών όταν παντρεύτηκε το πατέρα μου.
Τον Φραγκελάκη λοιπόν, τον συνέλαβαν όταν η ομάδα των προδοτών του χωριού των
Πρασσών, με πρωτοστάτη τον ιερέα, τον κατονόμασε μαζί με τον Μ. Μαρούλη και άλλους.
Αυτός προσπαθούσε να πει ότι «όχι εγώ δεν ανήκω στον ΕΑΜ, δεν είμαι κομουνιστής». Δεν
τον πίστευαν οι Γερμανοί και φαίνεται ότι σε κάποια στιγμή αδυναμίας του κατά τις
βασανιστικές ανακρίσεις λύγισε.
Αυτές είναι αφηγήσεις που έχω ακούσει, δεν έχω κατασταλάξει. Φαίνεται ότι ο Φραγκελάκης
βρέθηκε σε στιγμή αδυναμίας όμως κατάλαβε ότι έκανε λάθος και είχε το σθένος, την
παλικαριά να πάρει απάνω του όλη την ευθύνη της αντιστασιακής οργάνωσης και οδηγήθηκε
στην θανατική καταδίκη.
Σημαντική και εξίσου ηρωική μορφή υπήρξε ο Ηγουμενίδης που δικάστηκε μαζί του, και
εκτελέστηκε στον ίδιο τόπο, την ίδια μέρα, την ίδια στιγμή.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΑΖΟΜΕΝΟ (ΝΙΚΟ ΣΗΦΟΥΝΑΚΗ), ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
Ήταν ωραία χρόνια. Έζησα το Ρέθυμνο όπως ήταν αιώνες. Δηλαδή κατέβαινες στη Μεγάλη
Πόρτα και συναντούσες μόνο ανθρώπους με γαϊδούρια και μουλάρια και τίποτα άλλο. Δεν
υπήρχαν αυτοκίνητα. Σε όλο το Ρέθυμνο δύο – τρία αυτοκίνητα υπήρχαν. Οι κούρσες – τα
ταξί – στους Τέσσερις Μάρτυρες, εκεί ήταν και τα χασαπιά με την ωραία σταυρωτή
ξυλοκατασκευή. Την θυμάμαι και όταν κατεδαφίστηκε.
Έζησα λοιπόν το Ρέθυμνο όπως ήταν επί αιώνες. Γι’ αυτό λέω και στα παιδιά μου, στη
μεγάλη μου κόρη κυρίως, ότι αισθάνομαι τυχερή γενιά που έζησα την μικρή πολιτεία του
Ρέθυμνου. Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε στους Αρμένους, αλλά και τον χειμώνα, ήταν χωριό
της μητέρας μου. Πηγαίναμε και μάζευα βαλανίδια, τα σακιάζαμε, τα ξεραίναμε. Πηγαίναμε
στον θερισμό και θέριζα, στη συνέχεια πηγαίναμε στο αλώνι.
Ανεβαίναμε πάνω, στο βολόσυρο που σέρναν δύο βόδια και κόβονταν τα στάχια. Στη
συνέχεια μας άρεσε να λιχνίζουμε. Λιχνίζαμε προς τα πάνω και έφευγε από δω το άχυρο και
από κει το στάρι, το μαζεύαμε και το βάζαμε στα σακιά, και το άχυρο το πηγαίναμε στην
άλλη γωνία και το έδενε ο θείος Γιώργης -ο αδερφός της μητέρας μου-, το στοίβαζε μέσα σε
αποθήκες που είχε για να θρέφει τα οικόσιτα ζώα τον χειμώνα.
Έμαθα και αγάπησα την καλλιέργεια της γης. Στο κτήμα στις Πρασσές υπήρχαν όλων των
ειδών καρποφόρα δέντρα, φρούτα για όλες τις εποχές, είχαμε 100 κουνέλια, 50 όρθες και
πετινούς, φραγκόκοτες, πάπιες και χήνες, κατσίκια και γουρουνόπουλα, και βέβαια πάντοτε 4
μοσχάρια μικρά που τα εκτρέφαμε και στη συνέχεια τα πουλούσε ο πατέρας.
Έτσι συμπλήρωνε τη σύνταξή του με επιπρόσθετα χρήματα, για να θρέψει και να σπουδάσει
τέσσερα παιδιά.
Έτσι λοιπόν αισθάνομαι, ότι είμαι μέλος της τελευταίας ίσως γενιάς ή της προτελευταίας που
έζησε το Ρέθυμνο των 7.000 κατοίκων, το οποίο σε δύο λεπτά το γύριζες όλο. Και όταν
έβγαινες στο δρόμο γνώριζες τους πάντες και σε γνώριζαν οι πάντες. Αυτό βεβαίως δεν ήταν

6
μόνο προνόμιο του Ρεθύμνου, το είχαν όλες οι πόλεις της επαρχίας. Αλλά εγώ εδώ έζησα,
αυτή είναι η γενέθλια πόλη μου και έχω αυτές τις ωραίες αναμνήσεις. 
Το Ρέθυμνο ήταν μια Βενετία χωρίς κανάλια, με χρώματα βαμμένα τα σπίτια και οι τοίχοι,
ώχρα, rosso της Βερόνας, λουλακί, κ.α.
Πέρασα και από τη Φιλαρμονική του Δήμου, αλλά ήταν η εποχή τέτοια που δεν έμεινα, όχι
επειδή εγώ δεν το ήθελα. Η μακαρίτισσα η μητέρα μου, κάποια στιγμή σκέφτηκε ‘’αυτός θα
χάσει χρόνο εδώ, θα αφήσει το διάβασμα’’ και έτσι μου απαγόρευσε να πηγαίνω. Πήγαινα
για περίπου οχτώ μήνες, χωρίς να έχω επιλέξει μουσικό όργανο -ο διευθυντής το επέλεξε
γιατί μάλλον είχε ανάγκη η Φιλαρμονική και έκανε κατανομή. Και μου λέει «εσύ τρομπέτα».
Κι έτσι άρχισα να μαθαίνω  τρομπέτα. Στους έξι – οχτώ μήνες έφυγα.
 
(Μπάμπης Πραματευτάκης)
 
Είναι πολλά χρόνια που λείπω από το Ρέθυμνο, πάνω από 60, αλλά έχω μνήμες ανθρώπων
που γνωρίστηκα πολύ καλύτερα μετά τη Μεταπολίτευση, όπως με τον Μπάμπη
Πραματευτάκη.
Νομίζω είναι από τους πιο σεμνούς ανθρώπους, ταπεινός, ευγενής και έχει προσφέρει. Έχει
θρέψει και μορφώσει μουσικά γενιές Ρεθεμνιωτών και αυτό είναι πολύ σημαντικό. 

(Φοιτητικά χρόνια – Αντίσταση)
 
Καταρχήν δίνω εξετάσεις εδώ, ακαδημαϊκές, -έτσι λέγονταν τότε οι Πανελλήνιες-.
Ο πατέρας μου – και όπως κάθε στρατιωτικός – θέλει τα παιδιά του να γίνουν στρατιωτικοί.
Έτσι λοιπόν τον μεγάλο μου αδερφό ήθελε να τον κάνει γιατρό-στρατιωτικό, και του έδωσε
το όνομά του Μιχάλης, θέλοντας να τιμήσει τον σύντροφό του Μιχάλη Μαρούλη για αυτό
ήθελε να τον κάνει γιατρό.
Βέβαια ο Μιχάλης δεν έγινε γιατρός, έφτασε στον βαθμό του υποστράτηγου. Γιατρός έγινε ο
τρίτος μου αδερφός, ο Γιάννης νευρολόγος, και ο πιο μικρός ο Γιώργος που πέθανε νέος από
την επάρατο νόσο, και εργαζόταν στην Πολιτική Αεροπορία.
Στην Ιταλία αποφάσισα να φύγω γιατί δεν ήθελα να γίνω στρατιωτικός. Εμένα με προόριζε ο
πατέρας μου να πάω στη Σχολή Δοκίμων και για να με πείσει τι ωραία που είναι η Σχολή
Δοκίμων, μου έλεγε θα μάθεις να τρως το αχλάδι με το πιρούνι και το μαχαίρι. Να το
καθαρίσεις και να το τρως. Μου έλεγε ότι το ναυτικό είναι το πιο εξευγενισμένο σώμα από
τα τρία σώματα των ενόπλων δυνάμεων, τον στρατό και την αεροπορία. Εγώ όμως ήθελα να
σπουδάσω αρχιτέκτονας.
Είχε πεθάνει ήδη ο πατέρας μου και έτσι η καημένη μητέρα μου σήκωσε το βάρος και έφυγα
στην Ιταλία που τότε η πλειοψηφία πήγαινε στο εξωτερικό, όσοι δεν μπορούσαν να
εισαχθούν στις σχολές εδώ, γιατί τότε έπαιρναν πολύ λίγους. Η  Αρχιτεκτονική Σχολή
έπαιρνε 50 άτομα. Ποιος να πρώτο μπει;  Δίναμε 5.000 – 10.000, δεν υπήρχε πιθανότητα. 
Και έτσι πήγα στην Ιταλία και μπήκα στο κλίμα κατευθείαν της Αντίστασης, δηλαδή
κατάλαβα τι σημαίνει δημοκρατία. Βέβαια δεν νοείτο, νέος στην εποχή εκείνη, να είσαι με το
στρατιωτικό καθεστώς των Συνταγματαρχών, που δυστυχώς ήταν η χειρότερη δικτατορία

7
που είχε ζήσει η Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει ζήσει πολλές δικτατορίες, όχι όμως
μια τέτοια δικτατορία αγράμματων και βάναυσων φασιστών.
Ήταν αγράμματοι συνωμότες και άσωτα στοιχεία. Υπήρξε για παράδειγμα η δικτατορία του
Πάγκαλου που κράτησε έναν χρόνο. Ο Πάγκαλος μιλούσε γαλλικά. Είχε σπουδάσει στη
σχολή πολέμου στο Στρασβούργο. Όπως και όλοι οι στρατιωτικοί της εποχής εκείνης, δεν
ήταν όπως οι συνωμότες συνταγματάρχες του 1967. Δεν μπορούσα να ταυτιστώ ποτέ με ένα
τέτοιο καθεστώς προσωπικά και έχοντας και την προϊστορία του γονιού μου.
Γνωρίστηκα με σημαντικούς ανθρώπους τότε της πολιτικής όπως, ο Αντώνης Μπριλλάκης, ο
Λεωνίδας Τζεφρώνης, ωραίες φυσιογνωμίες.
Οι δράσεις μας συγκεκριμένες, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να συγκεντρώνουμε
κάποιους πόρους και να τους στέλνουμε σε οικογένειες που είχαν τους ανθρώπους τους στη
φυλακή, να τους βοηθήσουμε, και το πιο σημαντικό, ήταν όταν αρχίσαμε σιγά – σιγά να
οργανωνόμαστε για αντιστασιακή δράση.
Μαθαίναμε πώς να φτιάχνουμε εκρηκτικούς μηχανισμούς, μας εκπαίδευε Παλαιστίνιος. Η
πρώτη μου αντιστασιακή συμμετοχή, θα μπορούσα να πω ήταν η απόδραση του Νίκου
Ζαμπέλη από τις φυλακές της Αίγινας. Στις φυλακές της Αίγινας ήταν πάρα πολλοί
αγωνιστές, μεταξύ των οποίων οι Ρεθεμνιώτες, Ν. Απανωμεριτάκης, και Μ. Γεωργακάκης
μαζί με τον Ν. Ζαμπέλη, αλλά και τον Γιάννη Κλωνιζάκη από τα Χανιά, και επίσης τον
Λευτέρη Βερυβάκη. 
Κι έτσι πήρα το πρώτο βάφτισμα.

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ
Εμείς όμως ενταχθήκαμε ή αν θέλετε γίναμε φίλοι μιας ομάδας ανθρώπων που ήθελαν να
σώσουν τον Αλέκο Παναγούλη, στον οποίο είχε επιβληθεί η ποινή του θανάτου.
Γνωριστήκαμε με τον επίσης διαφυγόντα εμιγκρέ αδερφό του Αλέκου, Στάθη Παναγούλη και
συμμετείχαμε στην πρώτη απεργία πείνας μπροστά από την ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη,
στις 18 Νοεμβρίου του 1968.
Στις 17 Νοέμβριο του 1968 εκδίδεται η απόφαση δις εις θάνατον καταδίκη του
στρατοδικείου για τον Αλέκο Παναγούλη. ‘’Θάνατος στον Παναγούλη.’’
Κάνουμε την πρώτη απεργία πείνας ενάντια στην εκτέλεση της θανατικής ποινής. Υπήρξε
παγκόσμια κινητοποίηση από τον Πάπα μέχρι τον στρατηγό Ντεγκόλ. Κι έτσι η Χούντα, ενώ
έκανε τρεις απόπειρες εκτέλεσης του, έκανε πίσω, τον έβαζε στο τορπιλικό του ναυτικού, τον
πήγαινε στην Αίγινα δήθεν για εκτέλεση, δεν τόλμησε να τον εκτελέσει.
Εάν δεν υπήρχε διεθνής κινητοποίηση δεν θα είχε σωθεί. Ένας άλλος Ρεθεμνιώτης ο οποίος
επίσης πέρασε από τις φυλακές της Αίγινας ήταν και ο Γιάννης Χαλκιαδάκης, ο εκδότης των
Ρεθυμνιώτικων Νέων, Πρωτοτυπόθηκε η εφημερίδα δίπλα στο σπίτι μας την οδό Γεωργίου
Τσαγρή και Τομπάζη.
Μικρό παιδί 1963-1964, πήγαινα και έβλεπα πως γινόταν η εκτύπωση μια εφημερίδας,
μοναδική εμπειρία. Τότε γνώρισα τον Γιάννη Χαλκιαδάκη.

8

(Φιλία με Παναγούλη)
 
Με τον Αλέκο Παναγούλη δεθήκαμε πάρα πολύ την περίοδο της χούντας, μόλις
αποφυλακίστηκε και ήρθε στη Ρώμη μαζί με την Οριάνα Φαλάτσι.
Η Φαλάτσι, ήρθε και βρήκε εμάς τους Έλληνες εμιγκρέδες Θ. Πετρίδη, Μήνο Νικολακάκη,
Ν. Ζαμπέλη, αμέσως μετά την αμνηστία του Παπαδόπουλου, 23 Αυγούστου του 1973, για να
έρθει σε επαφή με τον Αλέκο για μια συνέντευξη.
Η αμνηστία εδόθη, βέβαια, γιατί αισθανόταν ο δικτάτορας ότι καταρρέει. Τέσσερεις μήνες
πριν είχε γίνει το κίνημα του Ναυτικού, το οποίο ουσιαστικά έδωσε τη χαριστική βολή στη
δικτατορία, γιατί ταρακουνήθηκε το ΝΑΤΟ, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Αναθάρρησαν οι
Έλληνες διότι κατανόησαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν είναι πλέον με τη Χούντα.
Το κίνημα του Ναυτικού και ο Νίκος Παππάς, με την ανταρσία του Βέλους με τον οποίο
συνδέθηκα πάρα πολύ, υπήρξε καταλύτης της πτώσης της Χούντας.
Τους παραλάβαμε στο Φιουμιτσίνο έξω από την Ρώμη με τον Γιάννη Βούλτεψη, τον Βασίλη
Βασιλικό, τον Νίκο Ζαμπέλη.
Την πενταετία 1968 – 1973 αγωνιστήκαμε μια χούφτα εμιγκρέδες για να σωθεί ο Α.
Παναγούλης χωρίς να τον έχουμε γνωρίσει, την τριετία 1973 – 1976 ως τον θάνατό του
συνυπήρξαμε σε καθημερινή βάση. Επανιδρύσαμε την ΕΔΗΝ της οποίας έγινε γραμματέας
και εμείς μέλη της γραμματείας.
Βέβαια, στη Μεταπολίτευση, στις πρώτες εκλογές της 17 Νοέμβρη 1974, οι μισοί φίλοι
πήγαν με το ΠΑΣΟΚ, οι άλλοι μισοί πήγαν με την Ένωση Κέντρου. Ο Αλέκος είχε μια
άποψη ότι η δικτατορία έγινε για να ρίξει τον Γεώργιο Παπανδρέου, έπρεπε να κατέβει όλη η
Ένωση Κέντρου ξανά μαζί για να μην έρθει ξανά πίσω το Συντηρητικό Κόμμα το οποίο είχε
κατά την άποψή του έναν καταλυτικό ρόλο στο να γίνει δικτατορία στην Ελλάδα και γι’ αυτό
και δεν πήγε με το ΠΑΣΟΚ.

(Πώς ήρθαν στο Ρέθυμνο – Παναγούλης και Σηφουνάκης)
Σκοτώθηκε 1η Μαΐου του 1976. Στο Ρέθυμνο ήρθαμε 2 Ιανουαρίου του 1976, δηλαδή
τέσσερις μήνες πριν πεθάνει Είχε πολλούς φίλους στην Κρήτη, αγαπητούς φίλους. Είχε τον
Γιάννη Κλωνιζάκη από τα Χανιά και δικάστηκαν μαζί, γιατί ήταν στην ομάδα του Αλέκου.
Είχε τον Γιώργο Κατσανεβάκη πολύ φίλο, γιατί ήταν μαζί στο Πολυτεχνείο.
Ο Αλέκος ήταν φοιτητής του πολυτεχνείου των Μηχανολόγων Μηχανικών. Ο Αλέκος ήταν
μια μαθηματική διάνοια και μπήκε σε σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών από τους πρώτους.
Είχε πολλούς φίλους στο Λασίθι. Είχε στο Ηράκλειο τον Φοίβο Ιωαννίδη αδελφικό του φίλο
και έτσι αποφασίζει την ημέρα της πρωτοχρονιάς μου τηλεφωνεί και μου λέει «αύριο
φεύγουμε, πάμε στην Κρήτη». Λέω εγώ «δεν έχουμε ετοιμάσει τίποτα», «Πάμε στην
Κρήτη», μου λέει.
Βγάζουμε τα εισιτήρια με το αεροπλάνο και φτάνουμε την επομένη στα Χανιά, το βράδυ
μένουμε στο σπίτι του Γ. Κλωνιζάκη στο Ακρωτήρι. Ο Γιάννης πολιτικός μηχανικός, ήταν
γνωστοί από το πολυτεχνείο με τον Αλέκο, ο αδερφός του Αρτέμης γιατρός είχε επίσης
καταδικαστεί επί χούντας.
Την άλλη μέρα δειπνήσαμε με τον Γεώργιο Κατσανεβάκη, φίλο του από το πολυτεχνείο και
μετέπειτα Δήμαρχος Χανίων.

9
Την άλλη μέρα φύγαμε για το Ρέθυμνο. Φτάσαμε νύχτα. Το σπίτι μας στο Ρέθυμνο το
νοικιάζαμε στην οικογένεια του Μαμαγκάκη του φούρναρη.
Κοιμηθήκαμε στο ξενοδοχείο «Βαλαρή» επί της λεωφόρου Κουντουριώτη.
Ξυπνήσαμε το πρωί επισκεφθήκαμε τον δήμαρχο Ρεθύμνου Μανώλη Καλαϊτζάκη που μας
υποδέχθηκε θερμά, και ήταν συγκινημένος που γνώριζε τον Παναγούλη. Εάν ανατρέξετε στις
εφημερίδες εκείνης της εποχής ίσως θα δείτε σχετικά ρεπορτάζ.
Το μεσημέρι μας έκανε το γεύμα η Αλεξάνδρα Μαμαγκάκη και ο Βαγγέλης στο πατρικό μου
στην οδό Γ. Τσαγρή. Το απόγευμα πήγαμε για καφέ στο καφενείο του Γιώργου Ανυφαντάκη.
Μετά φύγαμε για το Ηράκλειο όπου μας περίμενε ο Φοίβος Ιωαννίδης και στη συνέχεια
πήγαμε στην Σητεία στο Λασίθι στον φίλο του και Δήμαρχο της πόλης Νίκο Πετράκη.
 
ΣΥΜΒΟΛΗ Β. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
Ο Βαρδής Βαρδινογιάννης ήταν άνθρωπος που την εποχή της δικτατορία υπηρετούσε μόνιμα
αξιωματικός στο πολεμικό ναυτικό και τους γνώριζε τους ανθρώπους του ναυτικού, και
βέβαια τον πλοίαρχο Νίκο Παππά. Αποτάχθηκε, δεν ήταν πλέον ένας επιδοτούμενος
δημόσιος υπάλληλος, και ασχολήθηκε με επιχειρήσεις.
Είχαν γίνει πλέον επιχειρηματίες η οικογένεια Βαρδινογιάννη, και έτσι βοηθούσε τις
οικογένειες των απότακτων και όλων εκείνων που είχαν ανάγκη. Εγώ γνώριζα τον Παύλο
τον Βαρδινογιάννη μαθητής δημοτικού στο Ρέθυμνο, γιατί το γραφείο του ήταν κοντά στο
σπίτι μας. Ήταν στο τέλος της οδού Γεωργίου Τσαγρή απέναντι στη γωνία.
Είχε σχέση και με τον πατέρα μου, παρότι ο πατέρας μου ήταν υποστηριχτής του Γεωργίου
Τσουδερού, του γιατρού, ο οποίος είχε βαφτίσει τον αδερφό μου Γιώργο. Ο Τσουδερός ήταν
στην ΕΠΕΚ του Πλαστήρα.
Τον Π. Βαρδινογιάννη τον γνώρισα και στην Αθήνα, το γραφείο ήταν στην οδό Σταδίου. είχα
πάει και στο γραφείο του ήταν Βουλευτής σε ένα παλιό κτίριο, έτσι θυμάμαι.

(Πώς τον κρίνει σαν πολιτικό)
 
Η αίσθησή μου είναι ότι δεν πρόλαβε. Γιατί πέθανε πολύ νέος. Ως βουλευτής εξελέγη το
1958 και το 1967 ήρθε η δικτατορία, δηλαδή, έμεινε 9 χρόνια βουλευτής. Επανεξελέγη το
1977 μέχρι το 1981. Δηλαδή σύνολο διετέλεσε 12 χρόνια βουλευτής. Έφυγε στα 59 του
χρόνια, πολύ νέος. Αλλά φαίνεται ότι ήταν ένα ταλαντούχο άτομο, το οποίο θα μπορούσε να
προσφέρει πάρα πολλά σε έναν τόπο, στο Ρέθυμνο που αγαπούσε.
Υπήρξα μάρτυρας στην ομιλία του με τον Α. Παναγούλη, τον Σεπτέμβριο του 1974 στην
Γλυφάδα, αλλά δεν συμπορεύθηκαν πολιτικά.

10

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ
 
Δεν ξέρω ποιες ήταν οι σχέσεις της οικογένειάς μου – δηλαδή του πατέρα μου και της
μητέρας μου- με τον Γ. Χαλκιαδάκη. Εγώ τον γνώρισα μόνος μου τον Γιάννη Χαλκιαδάκη. 
Ήμουν φίλος με τον Γιάννη Δασκαλάκη, τον ανιψιό του, με τον οποίο πηγαίναμε στο
βιβλιοπωλείο που είχε δίπλα στο ζαχαροπλαστείο του Κανακάκη, και ψωνίζαμε τα βιβλία και
τα τετράδιά μας.
Ο πατέρας μου όμως, επειδή ήταν δίκαιος άνθρωπος, δεν ήθελε να ψωνίζουμε μόνο από ένα
βιβλιοπωλείο. Κάποια πράγματα, χαρτικά και βιβλία έπαιρνε από τον Χαλκιαδάκη, αλλά και
κάποια άλλα έπαιρνε από τους αδερφούς Κηριακάκοι,  που ήταν γνωστοί κομουνιστές με
φυλακές και εξορία σε ένδειξη αλληλεγγύης. Το βιβλιοπωλείο τους ήταν επίσης δίπλα στο
σπίτι μας. Έτσι γνώρισα και τους μεν και τους δε, μάλιστα πολύ καλά.
Τον Γιάννη Χαλκιαδάκη όμως τον γνώρισα όταν εξέδωσε την εφημερίδα ‘’Ρεθεμνιώτικα
Νέα’’, καθώς τότε όπως σας είπα στεγάζονταν στο τέλος του δρόμου του σπιτιού μας, στην
διασταύρωση των οδών Τσαγρή και Τομπάζη. Εκεί υπήρχε ένα πέτρινο τότε ισόγειο κτήριο
και μ’ άρεσε να μπαίνω μέσα και να βλέπω το τυπογραφείο που ήταν επικλινές με μικρά
κουτάκια μέσα στα οποία υπήρχαν τα γράμματα, τις μηχανές που είχε φέρει.
Ήταν ένα πρότυπο καινούργιο τυπογραφείο και ένα νέο παιδί από την Ήπειρο ή από τη
Μακεδονία, μου έδειξε την τεχνική της εκτύπωσης της εφημερίδας. Μου έκανε τρομερή
εντύπωση πως τοποθετούνταν τα γράμματα ανάποδα.
Σκεφτόμουν πώς τα γνωρίζει όλα αυτά αυτό το παιδί και γενικότερα οι τυπογράφοι που
έκαναν αυτή τη δουλειά. Κάθε απόγευμα σχεδόν μετά το σχολείο περνούσα, και εκεί
συναντούσα τον Γιάννη Χαλκιαδάκη, όπως και την γυναίκα του την Μπούμπα.
Άρα γνωρίστηκα με τον Γιάννη Χαλκιαδάκη μόνος μου και συνέχισα, γιατί μετά πέθανε ο
πατέρας μου, φύγαμε πολύ μικροί στην Αθήνα. Η μητέρα μου δεν ξέρω εαν είχε κάποια
σχέση, θα το γνώριζε σίγουρα, αλλά δεν είχε κάποια σχέση.
Φύγαμε στην Αθήνα μετά τον θάνατο του πατέρα μου, και το συνάντησα ξανά χρόνια μετά,
με την πτώση της δικτατορίας του 1974. Ήταν πολύ οικείος και ανοιχτόκαροδς μαζί μου,
αναπτύξαμε φιλία, και τον εκτιμούσα γνωρίζοντας τους αγώνες του, την φυλάκισή του επί
δικτατορίας, αλλά και ο ίδιος γνώριζε τη δική μου δράση.

(Αντιστασιακή δράση Γ. Χαλκιαδάκη)
Την αντιστασιακή του δράση την γνώριζα από τον Γιάννη Κλωνιζάκη και τον Νίκο
Ζαμπέλη της ομάδας του Α. Παναγούλη, με τους οποίους ήταν μαζί κρατούμενοι στην
Αίγινα, αλλά και από τον Ρεθυμνιώτη Ν. Απαναμεριτζάκη.
Όμως, έχω και παλαιότερη μνήμη. Η οικογένεια μας τα καλοκαίρια κατέβαινε από την
Αθήνα στο Ρέθυμνο. Το καλοκαίρι του 1965 είναι η χρονιά της Αποστασίας, υπάρχει
μεγάλος αναβρασμός στην Ελλάδα, ζω τα γεγονότα στο Ρέθυμνο.
15 Ιουλίου έγινε η Αποστασία, στις 16 αρχίζει η λαϊκή κινητοποίηση και στις 17 γίνεται η
πρώτη συγκέντρωση στο Ρέθυμνο ενάντια στο Βασιλικό πραξικόπημα, του Βασιλιά
Κωνσταντίνου, και της κυβέρνησης των ανδρείκελων, του Νόβα και συνέχεια του
Τσιριμώκου. Μια ομάδα Ρεθεμνιωτών πήρε την πρωτοβουλία να κάνει την πρώτη
συγκέντρωση, δεν θυμάμαι αν ήταν 17 ή 18 Ιούλη, αλλά ήταν εκείνες τις μέρες. Στην πρώτη

11
διαμαρτυρία συμμετείχαν επώνυμοι και ευυπόληπτοι Ρεθυμνιώτες δημοκράτες,
συγκέντρωση έγινε στον κινηματογράφο «Έσπερος» στην Λεωφόρο Κουντουριώτη, στην
οποία πήγα εγώ με φίλους, κι ένας από τους ομιλητές ήταν ο Γιάννης Χαλκιαδάκης. Οπότε
έχω και αυτή τη μνήμη, πολύ πριν τη δικτατορία.
Έχω επίσης και μια φωτογραφία από την πρώτη έλευση του Γεωργίου Παπανδρέου στο
Ρέθυμνο, και την ομιλία του στην πλατεία των Τεσσάρων Μαρτύρων στην οποία εγώ πήγα,
παρότι ήμουν 14 χρονών. Αυτή η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στα Ρεθυμνιώτικα Νέα και μου
τη στείλανε, δεν την ήξερα. Ήταν φοβερές στιγμές, η Ελλάδα τότε άρχισε να παίρνει τα πάνω
της, δηλαδή να ζει την Δημοκρατία, να αποκτά αυτό που η Ευρώπη ζούσε μόλις έπεσε ο
Ναζισμός και ο Φασισμός.
Στην Ευρώπη υπήρξε πλήρης δημοκρατία, ενώ στην Ελλάδα μετά την πτώση του ναζισμού
και τη νίκη, μετά την απελευθέρωση, είχαμε μια καχεκτική δημοκρατία. Είχαμε το παλάτι
είχαμε μια υπό κηδεμονία δημοκρατία που οδήγησε στην αποστασία. Αυτό ήταν και το αίτιο
που έφερε την δικτατορία, και το χειρότερο, οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου ο
τυχοδιωκτισμός των δικτατόρων συνταγματαρχών.
Εκείνοι λοιπόν οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν στο Βασιλικό Πραξικόπημα, ήταν αυτοί οι
οποίοι καταλάβαιναν τι επρόκειτο να γίνει και τι ερχόταν, εάν δεν γινόταν η Αποστασία, δεν
θα είχε γίνει δικτατορία. Δυστυχώς αυτή είναι πραγματικότητα.
Έτσι λοιπόν έζησα τον Γιάννη Χαλκιαδάκη από τα προσωπικά βιώματα και τις αφηγήσεις
των συντρόφων του, αλλά τον έζησα και προσωπικά, τον γνώρισα μικρό παιδί, δέκα χρονών,
μέσα στο τυπογραφείο. Έζησα αυτή την ωραία εμπειρία και βεβαίως στη συνέχεια, σε αυτή
την πρώτη εκδήλωση, στο θερινό κινηματογράφο «Έσπερος».
 (Πώς τον χαρακτηρίζει)
 
Ήταν πάντα χαρούμενος, ήταν πρόσχαρος, δεν ξέρω εάν ήταν μόνο στα παιδιά και δεν ήταν
με τους μεγαλύτερους, αλλά λέω τη δικιά μου εμπειρία.
Μετά τη δικτατορία πολλές φορές είχαμε βρεθεί μαζί με τον Λευτέρη Βερυβάκη και με τον
Κλωνιζάκη από τα Χανιά. Όταν ερχόμουν στο Ρέθυμνο, πάντοτε τον επισκεπτόμουν στο
γραφείο του στην εφημερίδα στην παλιά πόλη και πάντοτε επαινούσε έναν Κρητικό, έναν
Ρεθεμνιώτη –την αφεντιά μου-, ο οποίος πήγε και έκανε άλλη πατρίδα, την Λέσβο, αλλά τιμά
την πατρίδα του και μας τιμά και μας, γιατί είναι βουλευτής σε άλλο τόπο, είναι τιμή μας και
καμάρι μας. Διερωτόταν γιατί ένα Ρεθεμνιωτόπουλο πήγε κάπου αλλού και πολιτεύτηκε, ενώ
θα μπορούσε να πολιτευτεί στο Ρέθυμνο.
Με ρωτούσε επίμονα «γιατί δεν κατέβηκες στο Ρέθυμνο βουλευτής;», του απαντούσα εγώ
προσπαθώντας να ελαφρύνω την ερώτηση, «Μα δεν μπορούσα να κατεβώ, γιατί είναι φίλος
μου ο Μανώλης ο Λουκάκης. Υπήρξαμε μαζί νομάρχες με τον Μανώλη, και πάνω από όλα
φίλοι, όπως υπήρξαν φίλοι και οι πατεράδες μας ο Οδυσσέας και ο Χαράλαμπος, και οι δύο
στρατιωτικοί στο επάγγελμα, και ταγμένοι στην δημοκρατική παράταξη».

(Ανάπτυξη του Ρεθύμνου)
 Ξέρω πολλές πρωτοβουλίες που είχε κάνει ο Γιάννης Χαλκιαδάκης, ακόμα και για το λιμάνι,
ακόμα και για να υπάρξει καράβι, για να υπάρξει αεροδρόμιο κ.α. Νομίζω ότι προσπάθησε
να πετύχει αυτά τα οποία έβλεπε ότι ήταν ο πόθος των Ρεθεμνιωτών. Αλλά νομίζω ότι σε όλα

12
τα πράγματα δεν αρκεί μόνο η βούληση. Πρέπει να έχεις από πίσω σου και τη δύναμη, η
οποία πηγάζει από την πολιτική. Εάν δεν υπάρχει πολιτική βούληση ή αν δεν υπάρχει
πολιτική κάλυψη, δύσκολο. 
Σε κάθε περίπτωση όμως, το Ρέθυμνο νομίζω ότι έγινε πλέον μια πόλη υπόδειγμα. Έχει τον
μεγάλο πλούτο της που είναι η Παλιά Πόλη. Και πάντοτε το λέω, γιατί εγώ έζησα μόλις
γύρισα από την Ιταλία τον μεγάλο πόλεμο που υπήρξε μεταξύ εκείνων που ήθελαν να
κατεδαφιστεί η Παλιά Πόλη, και εκείνων που ήθελαν να διατηρηθεί. Ξέρω και ονόματα και
επώνυμα αυτών που ερχόντουσαν και με βρίσκανε και μου ζητούσαν να μεσολαβήσω να
αρθεί η κήρυξη της Παλιάς Πόλης ως Μνημείο.
Η Παλιά Πόλη λοιπόν, είναι αλήθεια ότι κηρύχθηκε επί δικτατορίας ως μνημείο. Όχι ως
παραδοσιακός οικισμός, αλλά ως μνημείο που υπήχθη κατευθείαν στη Γενική Διεύθυνση
Αρχαιολογίας που υπαγόταν στο Υπουργείο Παιδείας, καθώς τότε δεν υπήρχε υπουργείο
Πολιτισμού. Ο υπουργός που φέρει την υπογραφή του η κήρυξη της Παλιάς Πόλης του
Ρεθύμνου ως μνημείο, είναι ο καθηγητής Πανεπιστημίου Γ. Κουρμούλης, που ελάχιστοι το
γνωρίζουν, και δεν μνημονεύεται ποτέ. Αλλά αυτός έβαλε την υπογραφή του και παραβλέπω
ότι υπήρξε υπουργός επί δικτατορίας. Ρεθύμνιος, σε αυτόν νομίζω οφείλει το Ρέθυμνο την
διατήρηση της αρχιτεκτονικής του ιστορίας, την οποία δεν μπόρεσαν στη συνέχεια να
προσπεράσουν και να καταργήσουν άλλοι που προσπάθησαν να το κάνουν.
Αυτό που έκανε δεν ήταν εύκολο.
Αυτό δεν το λέω για να θυμίσω ή για να υμνήσω έναν άνθρωπο με τον οποίο, από τη στιγμή
που υπηρέτησε τη δικτατορία, δεν αισθάνομαι καλά. Έκανε όμως μια πράξη. Και για να
κάνεις αυτή την πράξη δεν είναι εύκολο. Στις περίπου τρεις δεκαετίες που έζησα στο
Ελληνικό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από πέντε υπουργεία που
πέρασα, ξέρω τι θα πει να βάλεις μια τελική υπογραφή.
Πότε έχει κόστος και πότε παίρνεις εσύ την ευθύνη και δεν ρωτάς και κανέναν. Ή πότε
παίρνεις την ευθύνη και μετά φεύγεις και πας σπίτι σου. Γι’ αυτό έκανα αυτή την αναφορά.
 
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑΝΝΗ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ
 
Με τον Γιάννη Κεφαλογιάννη τον μακαρίτη ήμασταν πολλά χρόνια στη Βουλή. Αυτός πολύ
μεγαλύτερος από μένα. Εγώ μπήκα πολλά χρόνια μετά από αυτόν στη Βουλή. Όμως ήταν
ένας άνθρωπος που θυμάμαι ότι αγωνιζόταν για ότι πίστευε. Ξέρετε, οι πολιτικοί μιας εποχής
ήθελαν να κάνουν έργα στον τόπο τους, για να αποδείξουν μέσω αυτών την δεινότητα τους
Στην πολιτική μετρούσε ένας πολιτικός ο οποίος ήταν αποτελεσματικός όταν μπορούσε να
παρουσιάσει έργο. Αυτό πρέπει να σας πω σε ένα μεγάλο βαθμό ισχύει και σήμερα στην
πολιτική, ίσως για πάντα να ισχύει. Αν εγώ στη Λέσβο καταξιώθηκα, ένας ξένος άνθρωπος,
που  πάτησε το πόδι του πρώτη φορά εκεί, όταν ο Παπανδρέου με τοποθέτησε νομάρχη.
Ήξερα τι σημαντικό πράγμα είναι ο κόσμος να αναγνωρίζει εκείνον ο οποίος δουλεύει, αλλά
φέρνει αποτέλεσμα. 
Θυμάμαι την προσπάθεια του Κεφαλογιάννη και άλλων να γίνει λιμάνι. Αντί για λιμάνι,
έγινε βέβαια παραλία. Άλλα αυτό είναι μεγάλη συζήτηση, ας μη την ανοίξουμε. Μέσα στη
Βουλή ήρθαμε πολλές φορές σε ρήξη μεταξύ μας, όπως το 1989. Τότε ήταν υπουργός
Δημόσιας Τάξης και είχε παρθεί η απόφαση να καούν οι φάκελοι.
Εμείς διαφωνήσαμε, γιατί βίωσα όταν το ΠΑΣΟΚ πήρε πρώτο την απόφαση να καούν οι
φάκελοι το 1984 με υπουργό τον Γ. Σκουλαρίκη και με απόφαση του Α. Παπανδρέου. Τότε

13
ξεσηκώθηκε όλη η αριστερά, όλος ο κόσμος, και ο Παπανδρέου έκανε πίσω, δεν τους
κάψαμε τους φάκελους. 
Βουλευτής Λέσβου ήταν ο Κώστας Βασάλος και ήρθε και με βρήκε και μου λέει «θέλετε να
κάψετε την ιστορία μου; Η ιστορία μου υπάρχει, τον φάκελο δεν θέλω να μου τον κάψετε».
Και πράγματι, έκανε όπως σας είπα πίσω ο Παπανδρέου και δεν κάηκαν οι φάκελοι.
Η κυβέρνηση τότε του Τ. Τζαννετάκη, με υπουργό Δημοσίας τάξης τον φίλο μου Γιάννη
Κεφαλογιάννη τον μακαρίτη και υπουργό Εσωτερικών τον φίλο τον Νίκο Κωνσταντόπουλο,
και υπουργό Δικαιοσύνης τον Φώτη Κουβέλη, πήραν αυτήν την απόφαση της καύσης και
εγώ υπήρξα εκείνος που συνέταξε την πρώτη επερώτηση στη Βουλή για την μη καύση των
φακέλων.
Τότε το ΠΑΣΟΚ ήταν χαμένο, βρισκόταν σε περιδίνηση, στέλνανε στο δικαστήριο να
καταδικάσει τον Παπανδρέου για την δαπάνη νοσηλείας του στο Ωνάσειο.
Στον Παπανδρέου ό,τι θέλει ο καθένας μπορεί να του καταμαρτυρήσει, ένα πράγμα δεν
μπορεί να του καταμαρτυρήσει. Δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα. Γι’ αυτό και δεν απέκτησε
κανένα προσωπικό περιουσιακό στοιχείο.
Εκεί λοιπόν διαφωνήσαμε και μέσα στη βουλή ήρθαμε σε αντιπαράθεση για το κάψιμο των
φακέλων. Την επομένη τους κάψανε.
Έτσι σβήστηκε η πικρή ιστορία χιλιάδων ανθρώπων αυτού του τόπου. Κακιά ιστορία, αλλά
είναι η ιστορία.
Βέβαια διατήρησαν τους φακέλους αυτών που μπόρεσαν να επιβάλλουν την μη καύση, των
επωνύμων δηλαδή, και των ανωνύμων εξαφανίστηκαν. Του φτωχού που ήταν κουμουνιστής
εκείνη την εποχή και ήταν δακτυλοδεικτούμενα, και υπό παρακολούθηση, και τα παιδιά του,
τα οποία δεν μπορούσαν να βρουν μια δουλειά και η οικογένειές τους ζούσαν μέσα στη
μιζέρια.
Αυτών οι φάκελοι είχαν μεγαλύτερη αξία από τον φάκελο του επώνυμου, ο οποίος έσωσε τον
φάκελό του. Σήμερα τον έχει, τον βλέπει, τον διαβάζει και λέει «κοίταξε να δεις τι πέρασε η
Ελλάδα. Τι πέρασα εγώ». Με αυτήν την έννοια νομίζω ότι ήταν λάθος τότε της κυβέρνησης
που έκανε αυτό το πράγμα.

Αφήστε μια απάντηση