ΝΙΚΟΛΑΟΣ Κ. ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

(ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ)

Όταν ο σύγχρονος στοχαστικός Ρεθεμνιώτης στρέψη το βλέμμα του πίσω στην
ιστορία της Πατρίδος του, θα την διακρίνη στο βάθος του χρόνου πάντα μικρή κι απέριττη
αλλά να περιβάλλεται από άσπρο κατακάθαρο και πανέμορφο φως. Και παρακολουθώντας
την στη διαδρομή της δια μέσου των αιώνων, θα διαπιστώση πως το φως ολοένα και
περισσότερο, τη συντροφεύει και της προσδίδει φαντασμαγορική αρχοντιά και
μεγαλοπρέπεια.
Είναι οι ανταύγειες από τις λαμπρές συνήθειές της. Και ακόμη, οι αρετές από την
πνευματική ζωή των παιδιών της.
Μερικές από τις συνήθειες αυτές και τις αρετές, διασώθηκαν άσπιλες, ανέγγιχτες,
αμόλυντες, ζωντανές, ως τις μέρες μας. Και μια από τούτες τις πολύτιμες καταβολές, είναι
αναμφισβήτητα, η τιμή που εδώ αποδίδεται στους νεκρούς.
Ας μη παραξενευτή λοιπόν ο απληροφόρητος επισκέπτης που είδε σε πένθιμο
συναγερμό όλους τους κατοίκους του Ρεθέμνου, το απόγεμα της περασμένη Τετάρτης (10
Ιανουαρίου 1973) μέσα και έξω από το Μητροπολιτικό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Ήλθαν, με συνολικό, επιβλητικό, ανυπόκριτο και αξιοπρεπές πένθος, ν’ αποδώσουν τις
παραδοσιακές τιμές, σε δύο εκλεκτούς νεκρούς. Και να τους κατευοδώσουν στην τελευταία
τους κατοικία. Ο ένας από τους νεκρούς είναι ο αξέχαστος γιατρός Βαγγέλης Δασκαλάκης.
Εκείνος που κατεσπατάλησε τον εαυτό του για τους άλλους. Ο αφιλοκερδής, ο
συναισθηματικός Επιστήμονας, Χριστιανός και άνθρωπος που είχε τιμητική αποστολή στον
μάταιο τούτο Κόσμο ν’ ανακουφίζη τον πόνο και τη δυστυχία. Να είναι ο ελπιδοφόρος
άγγελος των ταπεινών και των αδυνάτων. Ο εκλεκτός βουλευτής και τελευταίος αιρετός
Δήμαρχος της πόλεως…
Ο άλλος είναι η πολυσχιδής και πολύπλευρος προσωπικότης του Δικηγόρου
Νικολάου Ανδρουλιδάκη, τον οποίο, κυρίως αφορά η παρούσα νεκρολογία.
Ο Νικόλαος Ανδρουλιδάκης που γεννήθηκε στο Ρέθεμνος το 1896 είχεν από την
νεότητά του δύο ευτυχείς συγκυρίες. Ο στοργικός πατέρας του Κωνσταντίνος
Ανδρουλιδάκης, Συμβολαιογράφος, του εχορήγησε, μαζί με την αγάπη του, τα οικονομικά
μέσα να σπουδάση ανέτως. Και ο μεγαλύτερος αδελφός του Μίνως, που διέπρεπε στην
Αθήνα ως λογοτέχνης, αρχισυντάκτης και συνεργάτης εφημερίδων και περιοδικών, όταν ο
Νίκος ήτο φοιτητής, του έκαμε την πρώτη γνωριμία με τη Δημοσιογραφία, τον Τύπο και
πνευματικές προσωπικότητες εκείνης της εποχής, όπως ήταν ο Βλάσης Γαβριηλίδης, ο
μεγάλος αυτός της Ελληνικής Δημοσιογραφίας, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο Π.
Αραβαντινός, ο ποιητής Σουρής. Όλοι αυτοί, όπως έλεγεν ο ίδιος ο Ανδρουλιδάκης, είχαν
μεγάλη επιρροή για την μετέπειτα πολιτική και πολιτιστική του τοποθέτησι. Ιδίως ο Μίνως,

του έδωσε την αφορμή να κατατοπισθή στην πορεία και την εξέλιξι των Κοινωνικών ιδεών
και των συστημάτων.
Ο μελετηρός και προσεκτικός Νίκος, εκράτησε ότι ενόμισε χρήσιμο από τις
ανωτέρω επαφές του και τις σπουδές. Ύστερα, πραγματοποίησε δικές του μελέτες και
διαπιστώσεις, και κατέληξε σε ωρισμένα συμπεράσματα επί όλων των φαινομένων του
σύγχρονου πολιτισμού.
Πολύ πρόσεξε και τη Νομική του μόρφωσι. Εις το Πανεπιστήμιο ήτο εκ των αρίστων
φοιτητών. Έλαβε το δίπλωμά του και την άδεια του Δικηγορείν και, τον Απρίλη του 1920,
κατέβηκε στο Ρέθεμνος πάνοπλος, ικανός ν’ αρχίση τους επαγγελματικούς και τους
κοινωνικούς αγώνες του.
Η πρώτη του εμφάνισις στο Ρεθεμνιώτικο Κοινό, έγινε με διάλεξί του «περί της
ποινής του θανάτου», στο Ιδαίον Άντρον. Επηκολούθησεν άλλη στην Αίθουσα των Τριών
Ιεραρχών «περί της Ερωφίλης» και τρίτη στα Χανιά.
Οι νέοι επιστήμονες τότε, έπρεπε να κάμουν διαλέξεις. Να βαθμολογηθούν και
γνωρισθούν από το κοινό που προσφέρονται και προορίζονται να υπηρετήσουν.
Η κρίσις του κόσμου που άκουσε τον Ανδρουλιδάκι, ήταν χωρίς εξαίρεσι
ενθουσιώδης. Μίλησε σε απλή καθαρεύουσα, συμπληρωμένη και με στοιχεία Δημοτικής.
Τότε (το 1920 και τα χρόνια που επακολούθησαν), η Κρήτη εμαστίζετο από την
αντεκδίκησι, τα παλαιά «οικογενειακά» και πολιτικά πάθη και την αναρχία. Οι φόνοι ήσαν
συχνότατοι ως και οι σχετικές δίκες. Το Κακουργιοδικείο Ρεθύμνης είχε 4-5- συνεδριάσεις
τον μήνα επί εγκληματικών υποθέσεων. Και απετελείτο όπως όλα τα Δικαστήρια του
είδους του, από δώδεκα ενόρκους, τρεις δικαστάς, τον Εισαγγελέα και τον γραμματέα. Η
διαδικασία του έμοιαζε με εντυπωσιακή ιεροτελεστία. Και οι παράγοντες της δίκης με
ιεροφάντες.
Αυτά τα Δικαστήρια, σύμφωνα και με την προσωπική νοοτροπία και τις κοινωνικές
αρχές του Ανδρουλιδάκι, τον ενθουσίασαν. Και του έδωσαν την ευκαιρία να δείξη τα
χαρίσματά του. Τη ρητορική του δεινότητα, την επιχειρηματολογία του, το καλλιεπές του
λόγου του, την ανωτερότητα των διανοημάτων του. Επί δέκα ολόκληρα χρόνια, εκείνος με
τον άλλο Ρεθεμνιώτη εξαίρετο νομικό, τον αξέχαστο Ευθύβουλο Τσουδερό, χειρίστηκαν,
σχεδόν, αποκλειστικά τις πολυάριθμες ποινικές υποθέσεις των Δικαστηρίων της Ρεθύμνης.
Οι νεώτεροι συνάδελφοι, ήσαν επιστρατευμένοι, βράδυναν να πάρουν τα χαρτιά τους και
μόνο μετά το 1930 άρχισαν να κάνουν υπολογίσιμες δικαστικές εμφανίσεις.
Εν τω μεταξύ στα 1922, ο Ανδρουλιδάκης άρχισε να εκδίδη εβδομαδιαία εφημερίδα
τη «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» του. Και δεν ήτο μόνο το όνομα της εφημερίδος η λέξις «Δημοκρατία».
Ήταν και το «ΠΙΣΤΕΥΩ» του Διευθυντού και αρθρογράφου της. Δεν καταλάβαινε ο
Ανδρουλιδάκις τις «Ελέω Θεού» εξουσίες. Και, φυσικά ούτε κληρονομική διαδοχή σ’ αυτές.
Γι’ αυτό πολέμησε με φανατισμό τη Βασιλευομένη Δημοκρατία και όλα τα πολιτικά
τεχνάσματα που κατέληγαν στην κατάκτησι της εξουσίας χωρίς προσφυγή στη λαϊκή
ετυμηγορία. Οι συχνές και πείσμονες μάχες εδίδοντο με προφορικές συζητήσεις και τη
«Δημοκρατία». Ήσαν σφοδρές, ανυποχώρητες, αδιάπτωτες, ανεξαρτήτως αντιπάλου.

«Κατεστημένο», πλην του Θρησκευτικού, δεν υπήρχε για κανέναν αντιτιθέμενο στις
αρχές του.
Στα επιτόπια Ρεθεμνιώτικα ζητήματα, ήθελε πάντοτε να έχη γνώμη. Κανενός δεν
είναι τσιφλίκι το Ρέθυμνος. Όλοι πρέπει να παρασκευάζουν γι’ αυτό μια καλλίτερη αύριον.
Να συμβάλουν στο επίτευγμα με την υπεύθυνη γνώμη τους. Και στις απόψεις της αυτές η
«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» ήταν αδιάλλακτη, εριστική, ανένδοτη προ παντός όταν, κατά την κρίσι της,
εζημιώνετο η πόλις, ο τόπος.
Όσον περνούσεν ο καιρός, η ρωμαλέα αρθρογραφία του Ανδρουλιδάκι, η αδρά και
ανδροπρεπής παρουσίασις της γνώμης του, του εδημιούργησαν αναμφισβήτητη αίγλη.
Αλλά και μεγάλες αντιπάθειες. Πολλοί φοβήθηκαν πολιτική και άλλη υποσκέλισι από τον
νεαρό μαθητή. Καραδοκούσαν ευκαιρία να τον βλάψουν. Και δόθηκε. Μικροπαρεξήγησις
σε συζήτησι στο Δήμο Ρεθύμνης με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και παρά το ότι ο Εθνάρχης
πάντοτε εξετιμά και υπελήπτετο τον Ανδρουλιδάκι, διηυκόλυνε την επιτόπια δημοκοπία να
τον διασύρη στο λαό ως ικανό να μη πειθαρχήση στις διαταγές και τις υποδείξεις του
Αρχηγού. Οι Βενιζελικοί, από τους οποίους και ο Ανδρουλιδάκις ήθελε ν’ αντλήση την
πολιτική του δύναμι, συγχωρούσαν ανυποταξία στον Θεό. Αλλά όχι διαφωνία με τον
Ελευθέριο Βενιζέλο. Το πράγμα, ασήμαντο καθ’ εαυτό, είχε δυσμενή επίδρασι στη
δημοφιλή επιφάνεια του Διευθυντού της «Δημοκρατίας». Εξ άλλου, από τις εκλογές, δεν
αναδεικνύονται πάντοτε οι άριστοι. Συνήθως, ανεξαρτήτως ουσιαστικής αξίας του
υποψηφίου, χρειάζονται τα λεγόμενα «εκλογικά κόλπα» που στο σύνολό τους είναι,
μάλλον αναξιοπρεπή, όχι σοβαρά και διόλου σύμφωνα με την καλή συμπεριφορά. Ο
Ανδρουλιδάκις, ανώτερος και υπερήφανος άνθρωπος, δεν διέθετεν από ψυχοσυνθέσεως,
ικανότητες να τα χρησιμοποιήση. Και αυτές, κατά τη γνώμη μου, υπήρξαν οι κυριώτερες
αιτίες που το Ρέθεμνος έχασε πάντοτε τις ευκαιρίες ν’ αντιπροσωπευθή στη Βουλή των
Ελλήνων από την εξαίρετη, πάμφωτη και θαρραλέα προσωπικότητα του Νικολάου
Ανδρουλιδάκι.
Από τη φιλολογική εργασία του Νίκου Ανδρουλιδάκι είναι κατάμεστη η
«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» του. Διηγήματα, επικαιρότητες, στοχασμοί. Τα «Ρεθεμνιώτικα δειλινά» με
το ψευδώνυμο ΝΙΚΟΣ ΜΙΡΑΝΤΑΣ, είναι κείμενα περιωπής. Μάλιστα μερικά από αυτά, στο
είδος τους, είναι ανυπέρβλητα. Ο Ανδρουλιδάκις ευχάριστα φιλοξενούσε στη
«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» τις εργασίες των νέων, τους ενίσχυε, τους ενεθάρρυνε και τους
προέβαλλε. Ο υποφαινόμενος σ’ αυτή πρωτόγραψε στο Ρέθεμνος, με την καλωσύνη και
την εξαίρετη διάθεσι του αλησμόνητου Νεκρού.
Το 1929 έκλεισεν η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του
Διευθυντού της.
Το 1935 ο Ανδρουλιδάκις έλαβε μέρος στο κίνημα και ύστερ’ από την καταστολή
του, εφυλακίσθη. Κατά τη Γερμανική κατοχή, ανεμίχθη στις απελευθερωτικές οργανώσεις,
συνελήφθη από τους Γερμανούς, μετεφέρθη στα φρικιαστικά στρατόπεδα του Νταχάου και
άλλα και μόνο σε θαύμα απέδιδε τη σωτηρία του. Τις ανατριχιαστικές εντυπώσεις του από
την εμπειρία των στρατοπέδων, δημοσίευσε σε περιλήψεις στο «ΒΗΜΑ» λίγο μετά την
επάνοδό του. Φιλοδοξούσε να τις εκδόση σε βιβλίο, αλλά δεν πρόλαβε.

Αργότερα εξέδωσε την εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΕΙΑ». Και τούτη πέτυχε. Πάντοτε
ιδεολόγος και μαχητική, ακολουθούσε τις αυτές αρχές με τη «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», λιγότερο
όμως ενθουσιώδης η «ΠΟΛΙΤΕΙΑ», ήτο η ΟΔΥΣΣΕΙΑ για τον Ανδρουλιδάκι. Η
«ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», ήτο η ΙΛΙΑΔΑ του.
Συνήθιζε τα θέματα που τον απασχολούσαν νομικά, επαγγελματικά, πολιτικά,
κοινωνικά να συζητή με τους συναδέλφους του στις, πολλές φορές, ατέλειωτες διακοπές
«προς διάσκεψιν» του Δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωσι μίλησε για το Φιλόπτωχο.
Όλοι έμειναν σύμφωνοι πως το αίσχος της επαιτείας έπρεπε να απομακρυνθή από τους
δρόμους. Ο Δικηγορικός Σύλλογος ετάχθη αμέσως υποστηρικτής της Ιδέας. Ο αείμνηστος
Σταύρος Κελαϊδής έκαμεν έντονη προβολή του θέματος. Τέλος, με τη συνεργασία
εξαιρέτων συμπολιτών αμφοτέρων των φύλων το Φιλόπτωχο Ταμείο που τόσον ωραία
πέτυχε κι ελειτούργησε, αρκετόν καιρό υπό τη φωτισμένη προεδρία του Ανδρουλιδάκι είχε
κιόλας επιτύχει πέρα ως πέρα στο σκοπό του.
Και η ιστορία του Γηροκομείου από αυτόν αρχίζει. Η πρώτη κίνησις και η πρώτη
ενέργεια, έγινεν από ομάδα Ρεθυμνίων όπου κατευθύνων νους ήτο ο Ανδρουλιδάκις.
Ευτύχησε στο γάμο του καίτοι δεν εγεννήθησαν παιδιά. Η σύζυγός του Βικτωρία το
γένος Μιχελιδάκι, από τα πρώτα ονόματα του Ρεθέμνου, η καλώς αναθραμμένη και με
πλούσια αισθήματα εξαιρετική αυτή δέσποινα, η Κυρία με το ανώτερο ήθος, τη στοργή, την
αγάπη, και την αυταπάρνησί της, του χάρισε τη ζωή που ονειρεύεται και επιθυμεί ο κάθε
άνθρωπος για τον εαυτό του. Η μόρφωσις και η συμπεριφορά της, μετρίαζαν τις
επιπτώσεις από τις αντιξοότητες, τις πικρίες, τα δυστυχήματα της πατρικής του
οικογενείας.
Το να θάψη κανείς πατέρα και μητέρα είναι φυσιολογικό. Το να χάση όμως όλους
τους αδελφούς του, μεγαλύτερους και μικρότερους από αυτόν, είναι δυστύχημα αφύσικο,
τρομακτικό. Ακόμη ο Ανδρουλιδάκις επέζησε και δύο γαμβρών του. Όλα αυτά τα
οικογενειακά δράματα τα υπέμεινε με θαυμαστή καρτερία. Και η ηθική και υλική όταν
εχρειάζετο συμπαράστασις και προστασία του, στα θύματα ήταν αυθόρμητη και
παραδειγματική.
Τα τελευταία χρόνια της δικηγορικής του σταδιοδρομίας, πέρασε σε σχετική ηρεμία.
Πάντα ακμαίος, θαλερός και περιζήτητος συζητητής, διασκέδαζε με τις διηγήσεις των
άλλων και τις δικές του ανέκδοτες ιστορίες και τα περίεργα περιστατικά που συνήντησε.
Και τα έλεγε σε τόνο γελαστό, εύθυμο.
Το 1967 κατάλαβε κόπωσι. Και μία αμβλυωπία τον βασάνιζε. Για να ξεκουραστή και
να κοιταχτή, παρητήθη από την Δικηγορία που εξήσκησε σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια.
Ησύχασε και φιλοσόφησεν. Αλλά η αμβλυωπία επετείνετο. Σχεδόν δεν έβλεπε να διαβάζη
και, πολύ περισσότερο, να γράφη. Στην Ελλάδα δεν έβλεπε βελτίωσι. Κι αναγκάστηκε
πάντα με την αγαπημένη του σύζυγο, να πάη στο εξωτερικό. Εκεί χειρουργήθηκε και με
μεγάλη του χαρά, είδε να επανέρχεται το φως του.
Επανέλαβε την πνευματική του απασχόλησι. Έγραψε μερικές κριτικές, γεμάτες
πείρα και μάθησι για έργα άλλων. Και λίγα δικά του άρθρα. Οι φίλοι του, όλοι οι

Ρεθεμνιώτες, υποδέχτηκαν με χαρά τις νέες επιτεύξεις του Ανδρουλιδάκι. Και
αναθάρρησαν αυτοί και ο ίδιος πως απεκατεστάθη η υγεία του.
Δυστυχώς στο 74 έτος της ηλικίας του, έπαθε καρδιακή προσβολή. Ανέρρωσε χωρίς
σημεία σωματικής βλάβης. Αλλά έκτοτε ήταν προσεκτικός και ολιγόλογος. Χωρίς να είναι
απηλπισμένος και με το θάρρος του στωικού, αντιμετώπιζε την κατάστασι. Σ’ αυτό το
σημείο ήλθεν ο θάνατος του μικρότερου αδελφού και πνευματικού του παιδιού του
Σπύρου. Έδειξε τη συνηθισμένη του ψυχραιμία και υπομονή. Αλλά στην πραγματικότητα, ο
θάνατος αυτός ήταν η χαριστική βολή για την προσωπικότητά του. Όταν έμπαινε στο 77 ο
έτος της ηλικίας του, στα καλά καθούμενα, χωρίς προειδοποίησι, ξαφνικά, ένα κρύο
χειμωνιάτικο πρωινό έκλεισε για πάντα τα φωτεινά μάτια του μέσα στην αγκάλη της
αγαπημένης του Βικτωρίας.

Μιχάλης Παπαδάκις

Αφήστε μια απάντηση