ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ τραγική πέρα ως πέρα αληθινή, που διαδραματίστηκε σ’ ένα
πανέμορφο χωριό της Κρήτης πριν πολλά χρόνια, τότε που ο αείμνηστος Ν. Ανδρουλιδάκης
μεσουρανούσε στο Ρέθυμνον σαν δικηγόρος και σαν δημοσιογράφος.
Στα μέσα λοιπόν του Γενάρη πήρε το διορισμό της μια δεκαεπτάχρονη δασκάλα και
μαζί με την αδελφούλα της μπήκαν στον δρόμο να πάνε στο απόμακρο κεφαλοχώρι με το
διτάξιο σχολείο του.
Ύστερα από δωδεκάωρη πορεία με τα μουλάρια, μέσα από μονοπάτια και
κατσικόδρομους, ξεχειλισμένα ρυάκια και συνεχή βροχή έφθασαν κατάκοπες στο χωριό και
για λίγες μέρες φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του προέδρου. Με πολύ κόπο βρήκαν ένα
δωμάτιο και έστησαν το νοικοκυριό τους. Μόλις ετακτοποιήθηκαν κάπως και το τζάκι τους
τριζοβολούσε και ζέσταινε τα παγωμένα τους μέλη, όταν γύριζαν από το σχολείο, έπιασε το
χιόνι. Στην πόρτα τους κρεμάστηκαν λαμπάδες και δεν άνοιγε με κανένα τρόπο. Χιόνι όχι
σαν αυτό που ήξερε η δασκάλα στην Αθήνα, μα σκληρό, άλυωτο σχεδόν ένα μέτρο στο
ύψος. Έμειναν έτσι φυλακισμένες για 3-4 ημέρες, όμως δεν στενοχωρήθηκαν καθόλου.
Θυμόταν τα λόγια του Τέννεση Ουίλιαμς «Και η καταιγίδα έχει θέλγητρα άμα ξέρης να την
απολαύσης».
Απελάμβαναν, λοιπόν, με την ξενοιασιά της νιότης, το χιονισμένο τοπίο, άκουαν τα
πρόβατα που βέλαζαν κλεισμένα στα μαντριά και εθαύμαζαν όσους αψηφούσαν το κρύο
και γύριζαν στους δρόμους κάνοντας επισκέψεις στα φιλικά σπίτια και τραγουδώντας. Τα
κρασάκια και οι μεζέδες που τους κερνούσαν τους έδιδαν θερμότητα και κέφι.
Ευτυχώς και εκείνες είχαν αρκετές προμήθειες σε τρόφιμα και ξύλα.
Ιδιοκτήτρια του δωματίου ήταν μια σμικτοφρύδα γεροντοκόρη που είχε μεταβάλει
το σπίτι της σε καλογερικό κελλί. Μύριζε παντού ασβέστης και λιβάνι. Φορούσε μαύρα
χωρίς να πενθή και από το πρωί ως το βράδυ γύριζε στα έρημα εκκλησάκια και τα φρόντιζε.
Είχε και μιαν ανηψιά για συντροφιά που εξακολουθούσε να μένη μαζί της και μετά την
εγκατάσταση της δασκάλας ύστερα από παράκλησή της. Το πατρικό σπίτι της ανηψιάς
ήταν απέναντι και εκτός από τους γονείς της είχε δύο ακόμη αδελφές και έναν αδελφό
αρραβωνιασμένο. Ένας ακόμη αδελφός υπηρετούσε στρατιώτης στο Ηράκλειο. Το σχολείο
όπως είπα ήταν διτάξιο και ο δάσκαλος που υπηρετούσε σ’ αυτό, ένας σοφός γέροντας,
έλεγε γελώντας: «Είμαστε η ανατολή και η δύση».
Παρηγορούσε την δασκάλα και της έλεγε ότι ο χειμώνας κοντεύει να περάση και
θάρθη η άνοιξη και θα δη ομορφιές που ποτέ δεν θα ξεχάση. Θα κάνουν εκδρομές και θα
συναντώνται με τους συναδέλφους των γύρω χωριών, όλων καλών και εξαιρετικών φίλων
του. Κόντευαν οι Αποκρηές και το χωριό συχνά αντηχούσε από τα μουγκρητά των χοίρων,
που έσφαζαν οι χωριανοί. Πυκνός καπνός ανέβαινε από τις καμινάδες, που άναβαν μέρα
και νύκτα.
Κάποια μέρα η ανηψιά είπε ότι γύρισε ο αδελφός της και έπιασε δουλειά στο
μπακάλικο του χωριού. Πήγαινε στην πόλη και έφερνε εμπορεύματα και παραγγελιές.
Σε κάποιο ταξίδι όμως είπε ότι του επετέθησαν κλέπτες και του πήραν τα λεπτά.
Άλλοι το πίστεψαν και άλλοι όχι. Ύποπτη φάνηκε η απόκτηση πιστολιού που με το οποίο
πυροβολούσε στα γλέντα, που έκανε διαρκώς με τους φίλους του. Βλέποντας όμως την
δυσπιστία και την περιφρόνηση στα μάτια όλων επενόησε νέα επίθεση κλεπτών, οι οποίοι
και τον ετραυμάτισαν στο πόδι. Όπως όμως απεκάλυψεν ο γιατρός στο νοσοκομείο που
πήγε, ο νεαρός είχεν αυτοτραυματισθή.
Η αδελφή του, η οποία μας μετέδιδε τα νέα, ήταν έξω φρενών με τα καμώματά του
αυτά. Τα απέδιδε δε στον έρωτά του για μια συγχωριανή τους με το όνομα Μαρία. Αυτή
όμως τον καιρό που ήταν στρατιώτης είχε συνδεθή μ’ ένα τριανταπεντάρη καλό νοικοκύρη,
που αργότερα τον παντρεύτηκε.
Ήλθε η τελευταία Κυριακή των Απόκρεω. Στήθηκε ο χορός σε κάποιο μεγάλο οντά
(σάλα) του χωριού.
Ο νεαρός φόρεσε προβιές, κρέμασε λέρια (κουδούνια) στο λαιμό του και χόρευε
ξέφρενα όλη την νύκτα. Παρά την μάσκα του όλοι τον ανεγνώρισαν και αγανακτούσαν για
την συμπεριφορά του. Έπινε κρασί κατά κόρον, έλεγε πειρακτικές μαντινάδες και δεν
άφηνε από τα μάτια του την Μαρία, που διαρκώς εχόρευε με τον αρραβωνιαστικό της,
αδιαφορούσα για τις ματιές του. Ξημέρωσε και όλοι πήγαν για ύπνο. Το επόμενο βράδυ η
πόρτα χτύπησε και ο νεαρός, ξεμέθυστος τώρα μα πικραμένος βαθειά, ζήτησε από την
δασκάλα μελάνι και κονδυλοφόρο να γράψη ένα γράμμα στο Ηράκλειο. Εκείνη ανύποπτη
του τα έδωσε.
Η τριήμερος αργία τελείωσε και το σχολείο άνοιξε πάλι. Στο διάλειμμα βγήκαν τα
παιδιά στην αυλή, βγήκαν και οι δασκάλοι ν’ αναπνεύσουν καθαρόν αέρα, ύστερα από την
κλεισούρα στην αίθουσα που δεν εθερμαίνετο και έπρεπε ν’ αερισθή. Όταν έστρεψαν τα
βλέμματά τους προς τα σπίτια που σκαρφάλωναν στην πλαγιά σαν πρόβατα στη βοσκή
είδαν στο δώμα του σπιτιού της δασκάλας πολλές γυναίκες να ξεφωνίζουν και να χτυπούν
τα χέρια στα γόνατά τους. Την ίδια στιγμή είδαν τον γιατρό που ήταν στενός συγγενής της
Μαρίας, να έρχεται και να ζητά να τηλεφωνήση στον Αστυνομία. Ο νεαρός είχε
αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στο κεφάλι. Η ερημιά που βασίλευε εκεί τον βοηθούσε.
Έτρεξε η δυστυχισμένη κοπέλλα όταν άκουσε τον πυροβολισμό και τον βρήκε νεκρό.
Έτρεξαν και οι δασκάλοι και άφωνοι και με φρίκη είδαν τον μεγάλο αδελφό ν’ ανοίγη τις
παλάμες του και να φασκελώνη τον λιποτάκτη της ζωής, τον ανάξιο αγωνιστή, τον δειλό
που ντρόπιαζε την Κρήτη. Στο χέρι του νεκρού ήταν δεμένη μια επιστολή που ο Σταθμάρχης
έλυσε και πήρε. Η τραγική είδηση διαδόθηκε σ’ όλη την επαρχία, έφθασε και στο Ρέθυμνο.
Ο γιατρός και οι συγγενείς της Μαρίας παρεκάλεσαν τον Σταθμάρχη να μην παρουσιάση
την επιστολή για να μην εκτεθή το κορίτσι τους, αδιαφορώντας, ίσως και βοηθώντας να
ενοχοποιηθή ένα άλλο αθώο κορίτσι που, ούτε κατά φαντασίαν μπορούσε να συλλάβη την
πλεκτάνη αυτή. Ό,τι θυμόταν ήταν ένας άνθρωπος ντυμένος αρκούδα να χορεύη και ν’
ασχημονή.
Ο μακαρίτης Ν. Ανδρουλιδάκης τηλεφώνησε στον δάσκαλο για να γράψη το σχετικό
ρεπορτάζ στην εφημερίδα του. Αγανακτισμένος ο δάσκαλος είπε όλη την αλήθεια και για
την εξαφάνιση της επιστολής. Με την σειρά του αγανάκτησε και ο δημοσιογράφος,
αποτάθηκε όπου έπρεπε και την επομένη εδημοσίευσε την επιστολή στην πρώτη σελίδα
και εξέθεσε τα γεγονότα όπως έγιναν.
Η επιστολή άρχιζε με την επίκληση: «Αγαπημένη μου Μαρία». Ακολουθούσαν πικρά
παράπονα γιατί τον εγκατέλειψε, της υπενθύμιζε τους όρκους της και τελείωνε με την
δήλωση ότι είναι αυτή υπεύθυνη για το φευγιό του απ’ αυτό τον ψεύτη κόσμο.
Ημερομηνία και υπογραφή.
Σ’ όλο αυτό το διάστημα και ενώ οι ψίθυροι φούντωναν και ωργίαζαν η δασκάλα
ανύποπτη προσπαθούσε να παρηγορήση την άτυχη οικογένεια που βέβαια δεν
συνεμερίζετο την φοβερή κατηγορία ότι από απελπισμένο έρωτα γι’ αυτήν αυτοκτόνησε το
παλληκάρι της.
Ο δάσκαλος το ίδιος τους παρηγορούσε αλλά και ανησυχούσε για την δασκάλα και
η αδημονία και η στενοχώρια του της είχε κάνει εντύπωση και δεν μπορούσε να την
εξηγήση. Πολύ αργότερα κατάλαβε και εξετίμησε την στάση του.
Εξετίμησε όμως πιο πολύ τον ευσυνείδητο δημοσιογράφο και ερευνητή της
αλήθειας, που βοήθησε να μην σπιλωθή για όλη της την ζωή άδικα και αναπάντεχα.
Ένοιωσε βαθειά ευγνωμοσύνη αλλά από κοινωνική δειλία και σεβασμό δεν την
φανέρωσε ποτέ. Ο δάσκαλος όμως όσο ζούσε επαναλάμβανε την ιστορία και ετελείωνε την
αφήγησή του με την φράση: «Είναι τρομεροί οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει μια δασκάλα».
Για τον Ν. Ανδρουλιδάκη έλεγε: «Ήταν ο ανιδιοτελής δικηγόρος σε μια δίκη που δεν έγινε
ποτέ και ούτε θα γίνη». Ίσως γίνη τώρα εκεί ψηλά. Ο Θεός ας του ανταποδώση το καλό
που έκανε.
Αικατερίνη Τσουρλάκη – Θεοφανοπούλου