Στο περιοδικό «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» της 29 Δεκεμβρίου 1929, καταχωρήθηκε διήγημα υπό τον τίτλο «ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟΝ (Χριστουγεννιάτική ιστορία αληθινή). Δεν το υπογράφει κανείς. Αξίζει όμως τον κόπο να αναδημοσιευθή κι έτσι ν’ αποθυσαυρισθή από τον Τύπο της πόλεως. Το θέμα είναι καθαρώς τοπικό.
Ο Μωυσής Βαρούχ ο Ρεθυμνιώτης, ήταν Εβραίος στη θρησκεία, στη γλώσσα όμως Ελληνόφωνος. Είχε μεγάλη περιουσία, αλλά το έκρυβε απ’ όλους και έκανε πάντοτε τον φτωχό.
Καθώς ήταν κακομοίρης και καμπούρης, όλοι τον πειράζανε και κανένας δεν τον χώνευε για την τσιγκουνιά του. Έτσι σιγά – σιγά κι αυτός έγινε μισάνθρωπος.
Την εποχή εκείνη το Ρέθυμνο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Κάθε πρωί των Χριστουγέννων, μόλις τελείωνε η θεία λειτουργία, η νεολαία του Ρεθύμνου, έπαιζε στο θέατρο της πόλεως ένα δράμα που επιγραφόταν «Η αναίρεσις των εν Βηθλεέμ νηπίων».
Ο νέος που επρόκειτο να υποδυθή εκείνη τη χρονιά το πρόσωπο του Ηρώδη, έτυχε να είναι ο γυιός ενός ξεπεσμένου πλουσίου της πόλεως, του οποίου την περιουσία είχε κατασχέσει ο δανειστής του Βαρούχ. Γι’ αυτό λοιπόν ο νέος, μόλις ανέβηκε στη σκηνή, άρχισε να μιμείται τη φωνή, το περπάτημα και το καμπούριασμα του Εβραίου. Σε κάποιο μάλιστα σημείο της παραστάσεως ο ερασιτέχνης αυτός ηθοποιός έβαλε στο στόμα του βασιλέως της Ιουδαίας τέτοιες φράσεις και βλαστήμιες κατά του νεογεννήτου Ιησού, ώστε το πλήθος, φανατισμένο καθώς ήταν την εποχή εκείνη με τη θρησκεία, σηκώθηκε από το θέατρο και τράβηξε για το σπίτι του Εβραίου, για να τον κομματιάση…
Το πλήθος αποτελούμενο από ανθρώπους πάσης τάξεως, χωρικούς, ιερείς, παιδιά και γυναίκες, έφτασε με κραυγές και ορυγές εμπρός στο σπίτι του Βαρούχ, την ώρα που αυτός ανύποπτος καθόταν με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο τραπέζι για να φάνε.
Άρχισαν αμέσως να του σπάζουν με λιθάρια τα παράθυρα, ενώ συγχρόνως του φώναζαν άγρια:
-Έβγα να σε δούμε κοκκινότριχε! Πρόβαλε, βρωμερέ, παληόσκυλο με τα κουτάβια σου!… Έβγα να πης και μπροστά μας τις βλαστήμιες σου κατά του Χριστού!… ή θα βαφτιστής σήμερα και συ και όλη η σκυλοφαμηλιά σου, πιστεύοντας έτσι στο νεογέννητο Χριστό, ή θα σε κάψουμε ζωντανό!…
Και δόσ’ του βροχή στα παραθύρια τα λιθάρια!…
Ο φτωχός ο Μωυσής, μη βλέποντας άλλο τρόπο σωτηρίας, εβγήκε πράγματι στο παράθυρο και άπλωσε προς το πλήθος τα χέρια του.
-Βρε αδελφοί! τους φώναξε, τι σας φταίει ο φτωχός Βαρούχ!… Εγώ έσφαξα τα παιδιά της Βηθλεέμ; Ηρώδης είμ’ εγώ; … Ή μήπως ζούσα τότε;… Ή το κάνετε αυτό, για να ξεκάνετε ένα φτωχό, επειδή έκαμε λίγα χρήματα, για να του φάτε τα λεπτά του…
-Κάτω, σταυρωτή! Ούρλιαζε το πλήθος.
-Εάν σταυρώθηκε ο Χριστός, καθώς πιστεύεται, σταυρώθηκε από τον Πιλάτο…
-Μωρέ, τον αφίνετε ακόμα να μιλάη! Φώναξε τότε κάποιος από το πλήθος.
-Έλεος! Φώναξε ο Βαρούχ. Λυπηθήτε με όσοι είστε πατεράδες!
Και για να τους συγκινήση, έδειξε από το παράθυρο το μικρότερο παιδί του.
-Τίποτε, τίποτε! Φώναζαν από κάτω. Ή θα κατεβής να βαφτιστής, ή θ’ ανεβάσουμε από το παράθυρο την κολυμβήθρα!
Και έδειχναν μια μεγάλη σκάφη που είχαν φέρει μαζύ τους.
Ο Εβραίος τότε τι να κάνη, δέχτηκε να γίνη χριστιανός.
-Αφού το θέλετε να βαφτιστώ, είπε, να βαφτιστώ!…
Αμέσως όμως από κάτω πιάστηκαν οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί, γιατί τότε υπήρχαν πολλοί καθολικοί στην Κρήτη. Τι όνομα θα έδιναν στον Εβραίο; Οι Έλληνες τον ήθελαν «Παφνούτιο» προς τιμήν του Αγίου Πάτρωνος της Κουμπαγιώτας.
-Ζήτω ο Παφνούτιος! Φώναζαν.
Από το άλλο μέρος όμως οι καθολικοί τον ήθελαν «Γαϊτάνο».
Έτσι, λίγο έλειψε να αιματοκυλιστούν.
-Πάψετε, αδέρφια, την φιλονεικία, φώναξε τότε από πάνω ο Βαρούχ. Αφού με θέλετε ομόθρησκό σας, το θέλημά σας θα γενή. Αλλά μη σκοτώνεστε, γιατί ένα τέτοιο πράγμα δεν το θέλει ο Θεός!… Για να μη γίνω αιτία φόνων, ας γίνη το εξής! Στείλτε μου επάνω έναν παπά Γραικό και έναν Δυτικό, και οι τρεις μας μαζύ θα τα κανονίσουμε και θα λύσουμε τη διαφορά ικανοποιητικώτατα για όλους. Συμβιβαστήτε λοιπόν έτσι και φιληθήτε αδελφικά!
Πράγματι, η πρότασίς του αυτή άρεσε και στα δυο μέρη και όλοι άρχισαν να φιλιούνται, όταν έξαφνα κάποιος φλαρόπαπας φώναξε:
-Να ονομασθή Γαϊτανοπαφνούτιος!…
-Όχι, Παφνουτογαϊτάνος!… απαντήσαν τότε με μια φωνή οι Έλληνες.
Το σύνθετο αυτό όνομα υποδαύλισε πάλι τα μίση και παρ’ ολίγο να γίνη αφορμή νέου αιματοκυλίσματος. Τη επεμβάσει όμως πάλι του φτωχού Βαρούχ, καθησύχασαν οι αντιμαχόμενοι και δυο παπάδες, ένας ορθόδοξος και ένας καθολικός, μπήκαν τότε μέσα στο σπίτι του Βαρούχ.
Πως διορθωθήκανε εκεί τα πράγματα μεταξύ τους, κανένας δεν γνωρίζει. Η ιστορία όμως δεν κάνει κανένα λόγο γι’ αυτό.
Ο,τιδήποτε όμως κι αν συνέβη μέσα στο σπίτι, φαίνεται ότι η συνάντησις του Βαρούχ και των δυο ιερέων ετελείωσε καλά.
Γιατί οι παπάδες, όταν βγήκαν σε λίγο έξω, είπαν στο συναγμένο πλήθος ότι ο Βαρούχ θα ομολογούσε την πίστι του προς την Αγία Τριάδα και ότι συνεφωνήθη να λέη ο Βαρούχ τρεις μήνες το σύμβολο της Πίστεως ελληνιστί και άλλους τρεις κατόπιν να λέη το «Πιστεύω» στη Λατινική.
Και ότι, τέλος, θα ρίχνανε τους κύβους και η τύχη θ’ αποφάσιζε σε ποιο δόγμα υποχρεωτικώς έπρεπε να προσχωρήση ο Βαρούχ.
………………………………………………………………………………………………………………………
Φαίνεται όμως ότι και ύστερα από τα γεγονότα αυτά τον Βαρούχ τον κυνηγούσε κάποια τύχη κακιά. Γιατί, ενώ αμέσως μετά τα Χριστούγεννα κατέφυγε σε κάποιον υποτακτικό του έξω από το Ρέθυμνο, για να γλυτώση από τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό, τον παρηκολούθησε κι εκεί η μοχθηρία των εχθρών του.
Τον κυνήγησαν και οι Αρχές, τον κυνήγησε και ο κόσμος και έτσι ο άλλοτε πλούσιος και καλός Βαρούχ βρέθηκε ένα πρωί χωρίς πεντάρα και αναγκάστηκε να φύγη στα Χανιά, όπου του απέμεναν δυο σπίτια. Επειδή όμως κάποιος νόμος απαγόρευε την εποχή εκείνη στους Εβραίους να έχουν κτήματα ακίνητα, τα δυο εκείνα σπίτια του Βαρούχ στα δημόσια βιβλία ήσαν καταγεγραμμένα στο όνομα ενός Ελβετού, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αποθάνει. Έτσι τα έχασε και αυτά.
Στο τέλος, τόση ήταν η φτώχεια του Βαρούχ, που ο σπιτονοικοκύρης του του έκαμε έξωσι από το σπίτι που καθόταν, γιατί δεν είχε να πληρώση τα ενοίκια, και αναγκάστηκε να καταφύγη σε μια κάμαρη στης πιο φτωχής συνοικίας των Χανίων, μαζύ με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που πεινούσαν…
Έτσι ήλθε ένας βαρύς χειμώνας.
Ήταν Δεκέμβριος και στα Χανιά για την τύχη του Βαρούχ, είχε χιονίσει.
Είχε φτάσει η παραμονή της εορτής των Χριστουγέννων.
Όλα τα σπίτια μαγειρεύανε και οι καπνοδόχες και των πιο φτωχών ακόμα κάπνιζαν και μοσχοβολήματα και κνίσσες έβγαιναν από παντού και μόνον το τζάκι του περιφρονημένου Ισραηλίτου ήταν δυο ημέρες τώρα σβυστό, για να μην ξανανάψη πλέον. Μόνον η στάχτη είχε μείνει στη γωνιά, για να θυμίζη παληά ωραία μαγειρεύματα, στην οικογένεια που τώρα πεινούσε!…
Τα παιδιά του Βαρούχ έκλαιγαν κι εφώναζαν: -Θέλω ψωμί!…
-Πεινάω!…
Οι φωνές αυτές σφάζαν του πατέρα τους την καρδιά και έκαναν τα μάτια του να τρέχουν σαν βρύσι.
Μονάχα η γυναίκα του υπέφερε σιωπηλή και καρτερική τα μαρτύρια της φτώχειας.
Ήταν ακριβώς το επόμενον έτος της ιστορίας που διηγηθήκαμε. Ο κόσμος έξω ήταν όλος στο πόδι και έτρεχε στην αγορά για να κάνη τα χριστουγεννιάτικα ψώνια του και μονάχα ο Μωυσής με τη φαμελιά του καθόταν κλεισμένος, πεινασμένος, δυστυχής. Έκλαιγαν τα μεγάλα τα παιδιά, έκλαιγε και το μικρό που θήλαζε, γιατί δεν είχε πειά γάλα το μητρικό το στήθος να του δώση. Ο Μωυσής καθόταν απέξω στο πεζούλι της αυλόπορτας, με το κεφάλι του χωμένο μέσα στα γόνατα, όταν μια κόττα, που την κυνηγούσε ένας σκύλος, εμπήκε τρομαγμένη από τη μισανοιγμένη πόρτα και χώθηκε κάτω από το κρεββάτι της ισογείου κάμαρης του Ισραηλίτου.
……………………………………………………………………………………………………………………………
Η κόττα αυτή τον έβαλε σε μεγάλους πειρασμούς.
-Ο Θεός της έστειλε! Σκέφτηκε.
Μια κόττα μπορούσε να σώση τη φαμελιά του, όπου πεινούσε.
Μα πάλιν πως να την κρατήση; Θα έκανε έτσι κλοπή!…
Μια φωνή όμως μέσα του εφώναξε:
-Τα παιδιά σου πεθαίνουν από την πείνα. Κύτταξε να τα σώσης όπως μπορείς!
Έτσι, επί τέλους, απεφάσισε να την κλέψη και την έκλεψε πράγματι.
Η κλοπή όμως αυτή δεν άφινε ήσυχο τον τίμιο Βαρούχ. Η συνείδησίς του φώναζε!
Αλλά μήπως ήταν αυτή μονάχα η αμαρτία του;
Μήπως και πέρυσι σαν αύριο, στο Ρέθυμνο, δεν εδέχθη ν’ αφήση τη θρησκεία των πατέρων του και να γίνη Χριστιανός; Μα ούτε κι αυτό δεν το έκανε. Και σκεφτόταν ότι, αν είχε γίνει πραγματικά χριστιανός, δεν θα έχανε τα δυο σπίτια του. Γι’ αυτό αποφάσισε να γίνη τώρα χριστιανός και να ξαναγίνη έτσι κύριος της κτηματικής του περιουσίας…
Την εποχή εκείνη έκανε φοβερούς σεισμούς στην Κρήτη. Ο κόσμος που είχε τρομοκρατηθή, μη ξέροντας τι να κάνη, το έρριξε στην δεισιδαιμονία. Είχε επικρατήσει δηλαδή μια πρόληψις ότι, για να κατευνασθή η θεία οργή, έπρεπε να εκχριστιανίζεται κάθε χρόνο ένας Τούρκος ή Εβραίος. Όλους αυτούς τους νεοφωτίστους τους βάφτιζαν τα μέλη του οίκου Τσαγγαρόλα, που ήσαν τότε πολύ πλούσιοι.
Έτσι κι ο Μωυσής Βαρούχ, που στην απελπισία του αποφάσισε πειά τελειωτικά να γίνη χριστιανός, κατέφυγε στους Τσαγγαρόλους, οι οποίοι ενθουσιασμένοι για το εύρημα και μαζύ με αυτούς και όλος ο λαός των Χανίων, δεν ήξεραν πως να περιποιηθούν τον Εβραίο. Τους ντύσανε λοιπόν λαμπρά φορέματα και άρχισε να τρέφη την οικογένειά του με φαγητά καλά και άφθονα.
Ενώ όμως όλοι στο σπίτι έτρωγαν, ο Βαρούχ ο φτωχός έμενε νηστικός, γιατί ήταν υποχρεωμένος με νηστείες και προσευχές μιας εβδομάδος να καθαρίση το κορμί του. Επειδή όμως δεν ήξερε άλλη γλώσσα από τα Ελληνικά, του ήταν αδύνατο να προφέρη τα Λατινικά, που οι Ενετικές Αρχές των Χανίων προσπαθούσαν να του μάθουν.
………………………………………………………………………………………………………………………..
Τέλος ήλθε και η μέρα του βαφτίσματος και αποφασίστηκε να πη το «Πιστεύω» ένα άλλος αντί του Βαρούχ. Τη στιγμή όμως που ο νεοφώτιστος ήταν μέσα στην κολυμβήθρα και ο λαός εφώναζε: «Χιλιόχρονος! Χιλιόχρονος!» «Να ζήσης να χαρής και τ’ όνομά σου!» «Καλορρίζικος ο Γαβδελεά!…» (έτσι τον ωνόμασαν), ένας τρομερός σεισμός ετάραξε την πόλι.
Αμέσως όλη η εκκλησία άδειασε από ιερείς νουνούς, παρακουμπάρους, επισήμους και λαό.
Ο μόνος που έμεινε μέσα ήταν ο νεοφώτιστος Γαβδελεάς, πλέων ως το λαιμό μέσα στο πιθάρι, που χρησιμοποιήσανε για κολυμβήθρα του και τρέμοντας από το κρύο. Δεν μπορούσε να βγη ο φτωχός, γιατί δεν είχε ρούχα να φορέση.
Έτσι έμεινε επί αρκετή ώρα.
Απελπισμένος στο τέλος, εβγήκε, αλλά δεν εύρισκε τίποτε πουθενά να ρίξη επάνω του. Τότε τυλίχτηκε σ’ ένα σεντόνι και τράβηξε σαν φάντασμά, μισοπαγωμένος, για το σπίτι του.
Ένα σπουδαίο ζήτημα όμως γεννήθηκε έπειτα: Αν δηλαδή ο Γαβδελεάς, τέως Μωυσής Βαρούχ, ήταν Εβραίος ή χριστιανός, γιατί δεν είχε τελειώσει το βάφτισμα.
Η Βενετία, της οποίας εζητήθη τότε η γνώμη, εκήρυξε το βάφτισμα του Βαρούχ αμφίβολον και άκυρον. Κι έτσι τα κτήματα του Ισραηλίτου έμειναν στην κυριότητα της Λατινικής Κοινότητος Χανίων.
Τα τελευταία του Βαρούχ ήσαν κακά και άσχημα. Όλοι τον απόπερναν και κανείς δεν τον ευσπλαχνιζόταν. Ο κόσμος τον αποκαλούσε ο «Εβραιοχριστιανός».
Όταν απέθανε, επειδή δεν έστεργαν ούτε οι Λατίνοι παπάδες να τον θάψουν, ως αβάφτιστο, ούτε ο Ραββίνος να τον ευλογήση, γιατί είχε αρνηθή την Ιουδαϊκή θρησκεία, τρεις Τουρκογύφτοι τον έρριξαν στη θάλασσα για να τον φάνε τα ψάρια…
Από την ιστορία αυτή έμεινε στην Κρήτη η παροιμία: «Ούτε Μωυσής, ούτε Γοβδελεάς!»
Και για την αντιγραφή
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΙΣ
ΜΙΑ ΠΑΛΗΑ ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στο περιοδικό «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» της 29 Δεκεμβρίου 1929, καταχωρήθηκε διήγημα υπό τον τίτλο «ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟΝ (Χριστουγεννιάτική ιστορία αληθινή). Δεν το υπογράφει κανείς. Αξίζει όμως τον κόπο να αναδημοσιευθή κι έτσι ν’ αποθυσαυρισθή από τον Τύπο της πόλεως. Το θέμα είναι καθαρώς τοπικό.
Ο Μωυσής Βαρούχ ο Ρεθυμνιώτης, ήταν Εβραίος στη θρησκεία, στη γλώσσα όμως Ελληνόφωνος. Είχε μεγάλη περιουσία, αλλά το έκρυβε απ’ όλους και έκανε πάντοτε τον φτωχό.
Καθώς ήταν κακομοίρης και καμπούρης, όλοι τον πειράζανε και κανένας δεν τον χώνευε για την τσιγκουνιά του. Έτσι σιγά – σιγά κι αυτός έγινε μισάνθρωπος.
Την εποχή εκείνη το Ρέθυμνο βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Κάθε πρωί των Χριστουγέννων, μόλις τελείωνε η θεία λειτουργία, η νεολαία του Ρεθύμνου, έπαιζε στο θέατρο της πόλεως ένα δράμα που επιγραφόταν «Η αναίρεσις των εν Βηθλεέμ νηπίων».
Ο νέος που επρόκειτο να υποδυθή εκείνη τη χρονιά το πρόσωπο του Ηρώδη, έτυχε να είναι ο γυιός ενός ξεπεσμένου πλουσίου της πόλεως, του οποίου την περιουσία είχε κατασχέσει ο δανειστής του Βαρούχ. Γι’ αυτό λοιπόν ο νέος, μόλις ανέβηκε στη σκηνή, άρχισε να μιμείται τη φωνή, το περπάτημα και το καμπούριασμα του Εβραίου. Σε κάποιο μάλιστα σημείο της παραστάσεως ο ερασιτέχνης αυτός ηθοποιός έβαλε στο στόμα του βασιλέως της Ιουδαίας τέτοιες φράσεις και βλαστήμιες κατά του νεογεννήτου Ιησού, ώστε το πλήθος, φανατισμένο καθώς ήταν την εποχή εκείνη με τη θρησκεία, σηκώθηκε από το θέατρο και τράβηξε για το σπίτι του Εβραίου, για να τον κομματιάση…
Το πλήθος αποτελούμενο από ανθρώπους πάσης τάξεως, χωρικούς, ιερείς, παιδιά και γυναίκες, έφτασε με κραυγές και ορυγές εμπρός στο σπίτι του Βαρούχ, την ώρα που αυτός ανύποπτος καθόταν με τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο τραπέζι για να φάνε.
Άρχισαν αμέσως να του σπάζουν με λιθάρια τα παράθυρα, ενώ συγχρόνως του φώναζαν άγρια:
-Έβγα να σε δούμε κοκκινότριχε! Πρόβαλε, βρωμερέ, παληόσκυλο με τα κουτάβια σου!… Έβγα να πης και μπροστά μας τις βλαστήμιες σου κατά του Χριστού!… ή θα βαφτιστής σήμερα και συ και όλη η σκυλοφαμηλιά σου, πιστεύοντας έτσι στο νεογέννητο Χριστό, ή θα σε κάψουμε ζωντανό!…
Και δόσ’ του βροχή στα παραθύρια τα λιθάρια!…
Ο φτωχός ο Μωυσής, μη βλέποντας άλλο τρόπο σωτηρίας, εβγήκε πράγματι στο παράθυρο και άπλωσε προς το πλήθος τα χέρια του.
-Βρε αδελφοί! τους φώναξε, τι σας φταίει ο φτωχός Βαρούχ!… Εγώ έσφαξα τα παιδιά της Βηθλεέμ; Ηρώδης είμ’ εγώ; … Ή μήπως ζούσα τότε;… Ή το κάνετε αυτό, για να ξεκάνετε ένα φτωχό, επειδή έκαμε λίγα χρήματα, για να του φάτε τα λεπτά του…
-Κάτω, σταυρωτή! Ούρλιαζε το πλήθος.
-Εάν σταυρώθηκε ο Χριστός, καθώς πιστεύεται, σταυρώθηκε από τον Πιλάτο…
-Μωρέ, τον αφίνετε ακόμα να μιλάη! Φώναξε τότε κάποιος από το πλήθος.
-Έλεος! Φώναξε ο Βαρούχ. Λυπηθήτε με όσοι είστε πατεράδες!
Και για να τους συγκινήση, έδειξε από το παράθυρο το μικρότερο παιδί του.
-Τίποτε, τίποτε! Φώναζαν από κάτω. Ή θα κατεβής να βαφτιστής, ή θ’ ανεβάσουμε από το παράθυρο την κολυμβήθρα!
Και έδειχναν μια μεγάλη σκάφη που είχαν φέρει μαζύ τους.
Ο Εβραίος τότε τι να κάνη, δέχτηκε να γίνη χριστιανός.
-Αφού το θέλετε να βαφτιστώ, είπε, να βαφτιστώ!…
Αμέσως όμως από κάτω πιάστηκαν οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί, γιατί τότε υπήρχαν πολλοί καθολικοί στην Κρήτη. Τι όνομα θα έδιναν στον Εβραίο; Οι Έλληνες τον ήθελαν «Παφνούτιο» προς τιμήν του Αγίου Πάτρωνος της Κουμπαγιώτας.
-Ζήτω ο Παφνούτιος! Φώναζαν.
Από το άλλο μέρος όμως οι καθολικοί τον ήθελαν «Γαϊτάνο».
Έτσι, λίγο έλειψε να αιματοκυλιστούν.
-Πάψετε, αδέρφια, την φιλονεικία, φώναξε τότε από πάνω ο Βαρούχ. Αφού με θέλετε ομόθρησκό σας, το θέλημά σας θα γενή. Αλλά μη σκοτώνεστε, γιατί ένα τέτοιο πράγμα δεν το θέλει ο Θεός!… Για να μη γίνω αιτία φόνων, ας γίνη το εξής! Στείλτε μου επάνω έναν παπά Γραικό και έναν Δυτικό, και οι τρεις μας μαζύ θα τα κανονίσουμε και θα λύσουμε τη διαφορά ικανοποιητικώτατα για όλους. Συμβιβαστήτε λοιπόν έτσι και φιληθήτε αδελφικά!
Πράγματι, η πρότασίς του αυτή άρεσε και στα δυο μέρη και όλοι άρχισαν να φιλιούνται, όταν έξαφνα κάποιος φλαρόπαπας φώναξε:
-Να ονομασθή Γαϊτανοπαφνούτιος!…
-Όχι, Παφνουτογαϊτάνος!… απαντήσαν τότε με μια φωνή οι Έλληνες.
Το σύνθετο αυτό όνομα υποδαύλισε πάλι τα μίση και παρ’ ολίγο να γίνη αφορμή νέου αιματοκυλίσματος. Τη επεμβάσει όμως πάλι του φτωχού Βαρούχ, καθησύχασαν οι αντιμαχόμενοι και δυο παπάδες, ένας ορθόδοξος και ένας καθολικός, μπήκαν τότε μέσα στο σπίτι του Βαρούχ.
Πως διορθωθήκανε εκεί τα πράγματα μεταξύ τους, κανένας δεν γνωρίζει. Η ιστορία όμως δεν κάνει κανένα λόγο γι’ αυτό.
Ο,τιδήποτε όμως κι αν συνέβη μέσα στο σπίτι, φαίνεται ότι η συνάντησις του Βαρούχ και των δυο ιερέων ετελείωσε καλά.
Γιατί οι παπάδες, όταν βγήκαν σε λίγο έξω, είπαν στο συναγμένο πλήθος ότι ο Βαρούχ θα ομολογούσε την πίστι του προς την Αγία Τριάδα και ότι συνεφωνήθη να λέη ο Βαρούχ τρεις μήνες το σύμβολο της Πίστεως ελληνιστί και άλλους τρεις κατόπιν να λέη το «Πιστεύω» στη Λατινική.
Και ότι, τέλος, θα ρίχνανε τους κύβους και η τύχη θ’ αποφάσιζε σε ποιο δόγμα υποχρεωτικώς έπρεπε να προσχωρήση ο Βαρούχ.
………………………………………………………………………………………………………………………
Φαίνεται όμως ότι και ύστερα από τα γεγονότα αυτά τον Βαρούχ τον κυνηγούσε κάποια τύχη κακιά. Γιατί, ενώ αμέσως μετά τα Χριστούγεννα κατέφυγε σε κάποιον υποτακτικό του έξω από το Ρέθυμνο, για να γλυτώση από τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό, τον παρηκολούθησε κι εκεί η μοχθηρία των εχθρών του.
Τον κυνήγησαν και οι Αρχές, τον κυνήγησε και ο κόσμος και έτσι ο άλλοτε πλούσιος και καλός Βαρούχ βρέθηκε ένα πρωί χωρίς πεντάρα και αναγκάστηκε να φύγη στα Χανιά, όπου του απέμεναν δυο σπίτια. Επειδή όμως κάποιος νόμος απαγόρευε την εποχή εκείνη στους Εβραίους να έχουν κτήματα ακίνητα, τα δυο εκείνα σπίτια του Βαρούχ στα δημόσια βιβλία ήσαν καταγεγραμμένα στο όνομα ενός Ελβετού, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αποθάνει. Έτσι τα έχασε και αυτά.
Στο τέλος, τόση ήταν η φτώχεια του Βαρούχ, που ο σπιτονοικοκύρης του του έκαμε έξωσι από το σπίτι που καθόταν, γιατί δεν είχε να πληρώση τα ενοίκια, και αναγκάστηκε να καταφύγη σε μια κάμαρη στης πιο φτωχής συνοικίας των Χανίων, μαζύ με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, που πεινούσαν…
Έτσι ήλθε ένας βαρύς χειμώνας.
Ήταν Δεκέμβριος και στα Χανιά για την τύχη του Βαρούχ, είχε χιονίσει.
Είχε φτάσει η παραμονή της εορτής των Χριστουγέννων.
Όλα τα σπίτια μαγειρεύανε και οι καπνοδόχες και των πιο φτωχών ακόμα κάπνιζαν και μοσχοβολήματα και κνίσσες έβγαιναν από παντού και μόνον το τζάκι του περιφρονημένου Ισραηλίτου ήταν δυο ημέρες τώρα σβυστό, για να μην ξανανάψη πλέον. Μόνον η στάχτη είχε μείνει στη γωνιά, για να θυμίζη παληά ωραία μαγειρεύματα, στην οικογένεια που τώρα πεινούσε!…
Τα παιδιά του Βαρούχ έκλαιγαν κι εφώναζαν: -Θέλω ψωμί!…
-Πεινάω!…
Οι φωνές αυτές σφάζαν του πατέρα τους την καρδιά και έκαναν τα μάτια του να τρέχουν σαν βρύσι.
Μονάχα η γυναίκα του υπέφερε σιωπηλή και καρτερική τα μαρτύρια της φτώχειας.
Ήταν ακριβώς το επόμενον έτος της ιστορίας που διηγηθήκαμε. Ο κόσμος έξω ήταν όλος στο πόδι και έτρεχε στην αγορά για να κάνη τα χριστουγεννιάτικα ψώνια του και μονάχα ο Μωυσής με τη φαμελιά του καθόταν κλεισμένος, πεινασμένος, δυστυχής. Έκλαιγαν τα μεγάλα τα παιδιά, έκλαιγε και το μικρό που θήλαζε, γιατί δεν είχε πειά γάλα το μητρικό το στήθος να του δώση. Ο Μωυσής καθόταν απέξω στο πεζούλι της αυλόπορτας, με το κεφάλι του χωμένο μέσα στα γόνατα, όταν μια κόττα, που την κυνηγούσε ένας σκύλος, εμπήκε τρομαγμένη από τη μισανοιγμένη πόρτα και χώθηκε κάτω από το κρεββάτι της ισογείου κάμαρης του Ισραηλίτου.
……………………………………………………………………………………………………………………………
Η κόττα αυτή τον έβαλε σε μεγάλους πειρασμούς.
-Ο Θεός της έστειλε! Σκέφτηκε.
Μια κόττα μπορούσε να σώση τη φαμελιά του, όπου πεινούσε.
Μα πάλιν πως να την κρατήση; Θα έκανε έτσι κλοπή!…
Μια φωνή όμως μέσα του εφώναξε:
-Τα παιδιά σου πεθαίνουν από την πείνα. Κύτταξε να τα σώσης όπως μπορείς!
Έτσι, επί τέλους, απεφάσισε να την κλέψη και την έκλεψε πράγματι.
Η κλοπή όμως αυτή δεν άφινε ήσυχο τον τίμιο Βαρούχ. Η συνείδησίς του φώναζε!
Αλλά μήπως ήταν αυτή μονάχα η αμαρτία του;
Μήπως και πέρυσι σαν αύριο, στο Ρέθυμνο, δεν εδέχθη ν’ αφήση τη θρησκεία των πατέρων του και να γίνη Χριστιανός; Μα ούτε κι αυτό δεν το έκανε. Και σκεφτόταν ότι, αν είχε γίνει πραγματικά χριστιανός, δεν θα έχανε τα δυο σπίτια του. Γι’ αυτό αποφάσισε να γίνη τώρα χριστιανός και να ξαναγίνη έτσι κύριος της κτηματικής του περιουσίας…
Την εποχή εκείνη έκανε φοβερούς σεισμούς στην Κρήτη. Ο κόσμος που είχε τρομοκρατηθή, μη ξέροντας τι να κάνη, το έρριξε στην δεισιδαιμονία. Είχε επικρατήσει δηλαδή μια πρόληψις ότι, για να κατευνασθή η θεία οργή, έπρεπε να εκχριστιανίζεται κάθε χρόνο ένας Τούρκος ή Εβραίος. Όλους αυτούς τους νεοφωτίστους τους βάφτιζαν τα μέλη του οίκου Τσαγγαρόλα, που ήσαν τότε πολύ πλούσιοι.
Έτσι κι ο Μωυσής Βαρούχ, που στην απελπισία του αποφάσισε πειά τελειωτικά να γίνη χριστιανός, κατέφυγε στους Τσαγγαρόλους, οι οποίοι ενθουσιασμένοι για το εύρημα και μαζύ με αυτούς και όλος ο λαός των Χανίων, δεν ήξεραν πως να περιποιηθούν τον Εβραίο. Τους ντύσανε λοιπόν λαμπρά φορέματα και άρχισε να τρέφη την οικογένειά του με φαγητά καλά και άφθονα.
Ενώ όμως όλοι στο σπίτι έτρωγαν, ο Βαρούχ ο φτωχός έμενε νηστικός, γιατί ήταν υποχρεωμένος με νηστείες και προσευχές μιας εβδομάδος να καθαρίση το κορμί του. Επειδή όμως δεν ήξερε άλλη γλώσσα από τα Ελληνικά, του ήταν αδύνατο να προφέρη τα Λατινικά, που οι Ενετικές Αρχές των Χανίων προσπαθούσαν να του μάθουν.
………………………………………………………………………………………………………………………..
Τέλος ήλθε και η μέρα του βαφτίσματος και αποφασίστηκε να πη το «Πιστεύω» ένα άλλος αντί του Βαρούχ. Τη στιγμή όμως που ο νεοφώτιστος ήταν μέσα στην κολυμβήθρα και ο λαός εφώναζε: «Χιλιόχρονος! Χιλιόχρονος!» «Να ζήσης να χαρής και τ’ όνομά σου!» «Καλορρίζικος ο Γαβδελεά!…» (έτσι τον ωνόμασαν), ένας τρομερός σεισμός ετάραξε την πόλι.
Αμέσως όλη η εκκλησία άδειασε από ιερείς νουνούς, παρακουμπάρους, επισήμους και λαό.
Ο μόνος που έμεινε μέσα ήταν ο νεοφώτιστος Γαβδελεάς, πλέων ως το λαιμό μέσα στο πιθάρι, που χρησιμοποιήσανε για κολυμβήθρα του και τρέμοντας από το κρύο. Δεν μπορούσε να βγη ο φτωχός, γιατί δεν είχε ρούχα να φορέση.
Έτσι έμεινε επί αρκετή ώρα.
Απελπισμένος στο τέλος, εβγήκε, αλλά δεν εύρισκε τίποτε πουθενά να ρίξη επάνω του. Τότε τυλίχτηκε σ’ ένα σεντόνι και τράβηξε σαν φάντασμά, μισοπαγωμένος, για το σπίτι του.
Ένα σπουδαίο ζήτημα όμως γεννήθηκε έπειτα: Αν δηλαδή ο Γαβδελεάς, τέως Μωυσής Βαρούχ, ήταν Εβραίος ή χριστιανός, γιατί δεν είχε τελειώσει το βάφτισμα.
Η Βενετία, της οποίας εζητήθη τότε η γνώμη, εκήρυξε το βάφτισμα του Βαρούχ αμφίβολον και άκυρον. Κι έτσι τα κτήματα του Ισραηλίτου έμειναν στην κυριότητα της Λατινικής Κοινότητος Χανίων.
Τα τελευταία του Βαρούχ ήσαν κακά και άσχημα. Όλοι τον απόπερναν και κανείς δεν τον ευσπλαχνιζόταν. Ο κόσμος τον αποκαλούσε ο «Εβραιοχριστιανός».
Όταν απέθανε, επειδή δεν έστεργαν ούτε οι Λατίνοι παπάδες να τον θάψουν, ως αβάφτιστο, ούτε ο Ραββίνος να τον ευλογήση, γιατί είχε αρνηθή την Ιουδαϊκή θρησκεία, τρεις Τουρκογύφτοι τον έρριξαν στη θάλασσα για να τον φάνε τα ψάρια…
Από την ιστορία αυτή έμεινε στην Κρήτη η παροιμία: «Ούτε Μωυσής, ούτε Γοβδελεάς!»
Και για την αντιγραφή
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΙΣ