ΜΕΛΧΗΣ ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ

ΕΚΗΔΕΥΘΗ ΧΘΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

ΜΕ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΕΝΘΟΥΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΑΡΟΙΚΙΑΣ

Χθες την 4.30 μ.μ. εις το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών εκηδεύθη ο Μελχισεδέκ Ι. Τσουδερός. Πολύ πριν από την ώρα της κηδείας πλήθη Ρεθεμνιωτών, Κρητικών φίλων του αλησμόνητου Μελχή είχα μαζευτεί για τον τελευταίο αποχαιρετισμό στον υπέροχο άνθρωπο συγγενή και φίλο.

Ανάμεσα σ’ αυτούς ο Υφυπουργός κ. Μοάτσος, οι Βουλευταί κ.κ. Ι. Κεφαλογιάννης, Βιργινία Τσουδερού και Ιωάννης Τσουδερός, οι τέως Υπουργοί κ.κ. Παύλος Βαρδινογιάννης και Σταύρος Μπίρης, ο Δήμαρχος Αθηναίων κ. Παπαδεοδώρου και πολλά επίλεκτα μέλη της Αθηναϊκής κοινωνίας και της Κρητικής παροικίας.

Της νεκρωσήμου ακολουθίας προέστη ο Σεβ. Μητροπολίτης Λάμπης και Σφακίων κ.κ. Θεόδωρος περιστοιχούμενος υπό Ρεθυμνίων Ιερέων.

Εις την σωρόν του μεταστάντος κατετέθησαν άνω των 30 στεφάνων απεχαιρέτησαν δε τον νεκρόν ο κ. Θεοφανόπουλος Πρόεδρος του Συλλόγου Υπαλλήλων Εθνικής Τραπέζης ο κ. Ανδρέας Τσουδερός εκ μέρους των συγγενών του και η κ. Ειρήνη Μπριλάκη – Καβακοπούλου εκ μέρους των Σπηλιανών. Τους επικηδείους των κ.κ. Θεοφανοπούλου και Τσουδερού δημοσιεύομεν κατωτέρω.

Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΤΟΥ κ. ΤΣΟΥΔΕΡΟΥ

Μελχή μας,

Οι συγγενείς σου δεν θα σε νεκρολογήσουμε, γιατί, μα την αλήθεια, είναι δύσκολο  να σε δεχθούμε νεκρό!

Λίγα λόγια αγάπης θα σου πούμε. Έφυγες λέμε από κοντά μας για να ξεκουραστής, στου Σπηλιανού πλατάνου την δροσιά, στης Αγιάς – Φωτιάς το Μύλο.

Έφυγες, για να βρης τσι λυράρηδες φίλους σου, τον Ροδινό και τον Καραβίτη, για να παίξετε μαζί στη λύρα σου, που τόσο αγαπούσες, το Σπηλιανό συρτό και  να πης την αγαπημένη μαντινάδα σου:

«Ανάθεμα κι αν έκαμα

 αγάπη με παράδες

μόνο με το λυράκι μου

και με τσι μαντινάδες».

Έτσι πιστεύομε και έτσι θέλομε να μείνης κοντά μας, όρθιος γιομάτος ζωντάνια, πρόσχαρος, πρόθυμος πάντα να μας δώσης την καρδιά σου, που πάντα ήταν ορθάνοικτη, όχι μόνο για μας, μα και για τους ξένους ακόμη.

Θα θυμούμαστε Μελχή μας πάντα την καλοσυνάδα σου την αγάπη που μας έδιδες θα θυμούμαστε τους αγώνες μα και τις αγωνίες σου για όλους του σογιού μας.

Σε βλέπομε Μελχή μας, τούτη την στερνή ώρα του χωρισμού μας, να περνάς γελαστός χαρούμενος κι αισιόδοξος τσι κήπους της Εδέμ και στο κατώφλι του απέραντου αυτού λουλουδόκαμπου να σε περιμένουν να σε καλωσωρίσουν η αρχόντισσα μάνα σου, ο κύρης σου ο λεβέντης τ’ αδέλφια σου, όλοι οι δικοί μας, για να σε καλοδεχτούνε και  να σε καλωσωρίσουνε με το ρακιδοπότηρο στο χέρι και να σου ευχηθούνε:

-Καλώς το παιδί μας! Καλώς ώρισες αδέλφι μας.

Και συ ολόχαρος, που τους ξαναβρίσκεις, αρχίζεις μαζί τους τον περίπατο σου, στα Ρεθεμιώτικα εκεί πάνω σοκάκια για να συναντήσης τους παλιούς καλούς φίλους σου τον Γιώργη Ερετάκη, τον Μιχελή, τη Βασίλα, τον Σταμάτη Ξενάκη, τον Μαντωλανά και τόσους άλλους.

Και όλοι μαζί, ζηλευτή αλήθεια παρέα, να καταλήξετε στου Ρουστικιανού για να χαροκοπήσετε.

Κι απόεις Μελχή μας ευτυχισμένος να κοιμηθής κάτω από του ευκάλυπτου τις μυρωδιές στο πατρικό μας σπίτι.

Σε βλέπομε Μελχή μας και σε καμαρώνωμε τούτη την ώρα, όπως πάντα, ήσυχο, ήρεμο, μακάριο και  μ’ ένα μόνο παράπονο: που χωριστά πια θα περνοδιαβαίνης στη χώρα, χωρίς την Έλσα σου, που τόσο μα τόσο σου στάθηκε στα καλά σου και στ’ άσκημα σου.

Μην ξεχνάς ποτέ Μελχή μας πως σ’ αγαπούσαμε όλοι μας, αληθινά πέρα από συγγενικούς δεσμούς και μην ξεχνάς και πάλι πως πάντα μα πάντα θα σε θυμόμαστε με την ίδια αγάπη όλοι μας.

Άμε στο καλό Μελχή μας.

Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΤΟΥ κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Αγαπημένε Μελχή

Σου απευθύνω τον ύστατο χαιρετισμό των μελών του Συλλόγου των υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης. Των συναδέλφων σου. Των ανθρώπων που όσο αγάπησες και τόσο σε αγαπήσανε.

Σε συνοδεύουμε σήμερα στην τελευταία σου κατοικία, με την σκέψη μας στο παρελθόν και σε θυμόμαστε αγωνιστή, στην πρώτη θέση του Συλλόγου  μας. Πρόεδρό μας.

Σε θυμόμαστε προασπιστή της τιμής και της υπάρξεως της Εθνικής Τραπέζης.

Είχες συνδέσει τον εαυτό σου με το Ίδρυμα και  τους συναδέλφους σου, και δεν μπόρεσες ν’ αποσπάσης την σκέψη σου και το ενδιαφέρον σου από αυτούς, έστω και τις τελευταίες στιγμές της ζωής σου.

Σαν απλός υπάλληλος, σαν στέλεχος αργότερα της Εθνικής Τραπέζης, υπήρξες ο καλός συνάδελφος, ο καλός Προϊστάμενος, ο φίλος, ο σύμβουλος, ο  βοηθός.

Στο συνδικαλιστικό στίβο, σε οδήγησε η αγάπη σου για τους συναδέλφους σου.

Γεύτηκες τη χαρά της προσφοράς στον συνάνθρωπό σου και τις πίκρες, που είναι το μοιραίο επακόλουθο της προσφοράς, γιατί δυστυχώς, σπάνια αναγνωρίζεται η καλή προαίρεση. Αντιμετώπισες όμως την αχαριστία με το ίδιο χαμόγελο που δεχόσουνα και το ευχαριστώ εκείνων που αναγνώριζαν την προσφορά σου.

Εκείνο το χαμόγελο, το δικό σου χαμόγελο, που αιχμαλώτιζε τους φίλους και αφώπλιζε τους εχθρούς.

Η ομορφιά της ψυχής σου ξεχύλιζε στο πρόσωπό σου και εκφραζόταν με χίλιους τρόπους, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό.

Αγαπημένε Μελχή, το προσωπικό της Εθνικής Τραπέζης, τα μέλη του συλλόγου μας, οι φίλοι μας και οι αντίπαλοί σου στους συνδικαλιστικούς αγώνες, σε αποχαιρετούμε με πραγματική συντριβή και ευχόμαστε στην πιστή σύντροφο της ζωής σου, στην αγαπημένη σου Έλσα κάθε παρηγοριά.

Γειά σου Μελχή.

ΣΤΟ ΜΕΛΧΗ ΤΣΟΥΔΕΡΟ

(Επικήδειος εκφωνηθείς προ  του νεκρού Μελχή Τσουδερού εις Α΄ Νεκροταφείον Αθηνών, από την κ. Ειρήνη Μπριλλάκη – Καβακοπούλου)

Αείμνηστε Μελχή,

Διερμηνεύουσα τα αισθήματα λύπης και θλίψης, που διακατέχουν για τον θάνατο σου το χωριό μας, το χωριό σου το Σπήλι, πούχε την τιμήν νάναι γενέτειρά σου και να του χαρίσης τα πρώτα σκιρτήματα της πληθωρικής νειότης σου, σου  απευθύνω κι εγώ με συντετριμένη την καρδιά τούτα το λίγα της ψυχής μου λόγια.

Δεν σούπρεπε, λεβέντη μας, στη μαύρη γης για νάμπης.

Μόν’ σούπρεπε να κάθεσαι σ’ ένα όμορφο τραπέζι,

να τραγουδούν να χαίρεσαι, να σε κερνούν να πίνης,

να παίζης και στη λύρα σου τραγούδια της αγάπης.

Είναι λοιπόν στ’ αλήθεια, πολύ σκληρός του θανάτου ο νόμος. Τόσο που να μην τον συγκινούν τα δάκρυα και να μην τον μαλακώνουν οι ικεσίες.

Νόμος του Θεού, νόμος της φύσης, δεν φείδεται κανενός.

Παίρνει παιδιά, παίρνει νιούς, παίρνει και παλληκάρια

και παίρνει και μωρά παιδιά μαζί με τσι μαννάδες.

Τα δάκρυα δεν ωφελούν κι οι κοπετοί δε φτάνουν να γυρίσουν πίσω την ψυχή, που απελευθερωμένη τώρα από το φθαρτό σώμα, στρέφεται καθώς το εγκαταλείπει με περιφρόνηση προς αυτό, κι έτσι αλαφρή πετά ψηλά. Όλο και, πιο ψηλά. Για να φτάση εκεί, όπου «δεν υπάρχει πόνος, μηδέ λύπη και στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος», όπως λένε και τα ιερά μας βιβλία. Και μακάρι σ’ εκείνον που καταφέρη να νικήση τα ανθρώπινα πάθη, τις έριδες και τις κακίες, που συνταράσσουν το πρόσκαιρο της επίγειας ζωής μας και που σύμφωνα με τις Πανορθόδοξες χριστιανικές πεποιθήσεις μας βαρένουν την ψυχή κι εξαγνισμένος κι αέρινος, με τις μουσικές των αγγέλων να τον συνοδεύουν, να φτάση στα ουράνια και πάρη τη θέση του στα δεξιά του Κυρίου.

Κι αυτή την ευτυχία και χάρη, παίρνεις μαζί σου και φεύγεις τώρα από τη γη μας, αγαπητότατε εξάδελφε, φίλτατε σε συγγενείς και φίλους, με την αγγελική την όψη και καρδιά, αείμνηστε ΜΕΛΧΗ. Εσύ, τ’ Όμορφο Τσουδεράκι μας, καμάρι το Σπηλιού μας, του χωριού μας. Πούπαιζες το λυράκι  σου, μικρό κοπέλλι, εκεί με συντροφιά τις αηδονολαλιές και τα ομορφοκελαδίσματα του κούκου, των σιγαρδελιών και των κοτσιφών, που σου κρατούσαν το γλυκό το ίσο στ’ ανέμελα κορφογυρίσματά του ανά τις λαγκαδιές και τις καταπράσινες ρεματιές και τα βουητά του νερόμυλου. Πούτρεχες κι εσύ να κυνηγήσης με τη σφεντόνα, να γκρεμίσης πουλιτσές και να ξεζευγαρώσης άθελα σου πιστά ταιριασμένα πουλιά. Να τραγουδάς και να παίζης το λυράκι σου και τον αντίλαλό σου να παίρνη το ορθό βουνό και φωνή πελώρια, υπερκόσμια, μαγευτική να τη σκορπά στα πέρατα τ’ ανέμου. Να σκανταλίζης και να σκανταλίζεσαι από τους πλούσιους χυμούς της εφηβίας σου, που ζητούσαν τόσο αγνά ναύρουν τη διέξοδό τους, το ξεθύμασμά τους, με το να ξεχύνεσαι στις όμορφες εξοχές του χωριού μας, και να τραγουδάς και να παίζης τον έρωτα στις μαγικές χορδές της λύρας σου, αν και δεν τον είχες ανταμώσει ακόμη. Αν και δεν είχες γνωρίσει ακόμη αυτό το κάλλιστο κακό, που απρόσκλητα φωλιάζει στις ανθρώπινες καρδιές, γεννά και διαιωνίζει με τους ενθουσιασμούς του την ανθρώπινη συνέχεια πάνω στη γη, μέσα αλήθεια σε μια πλάνη.

Εκεί σ’ αντάμωσε κι εγώ, σημαδιακά λες, πέρισυ ακριβώς τέτοιον καιρό, αγαπητότατε ΜΕΛΧΗ. Στην χαρούμενη εκείνη άπλα του γαλαζένιου ουρανού και του πλούσιου πράσινου, που χαρακτηρίζει το χωριό μας. Το χωριό που σε γέννησε και που τόσο τ’ αγάπησες. Και πήρα, όλως ξαφνικά να σε τραγουδήσω, έτσι όπως σε φαντάστηκα πως θάσουνα μικρό κοπέλλι. Κι έννοιωσες παιδιάστικη χαρά, σαν διάβασες όλως απρόσμενα να σε τραγουδή η φτωχή ποιητική μου μούσα: Χειρομυλίζουν στση Χρυσώς, στ’ Αρχοντοτσουδερίνας… Και ξαφνιάστηκες για την απλότητα, αλλά και την ευστοχία, του τραγουδιστικού μου οίστρου, που διηγόνταν την παιδιάστικη ζωή σου. Ίδια όπως την είχες ζήσει και που ως τόσο δεν την γνώριζα εγώ, αλλά με την φαντασία μου και μόνο οδηγό, πέτυχα, εν τούτοις, την πραγματικότητα.

Και πήρα να σε τραγουδήσω πάνω στην ώρα, πριν ένα χρόνο, όταν η επάρατη αρρώστεια, σαρκαστική και βάρβαρη, ακάλεστη ήρθε να χτυπήση την πόρτα σου. Σαν να μην είχε χορτάσει, ύστερα από άλλες δυο προηγούμενες προσκλήσεις πούχε κάνει στα δυο αγαπημένα σου αδέλφια, τον Ιάκωβο και τον Μανιώ, που το πέρασμα κι αυτών από τη γη σκόρπισε χάρες, αρχοντιές περίσσιες και καλωσύνες αμέτρητες.

Και σε τραγούδησα, αλήθεια τι σύμπτωση, συντροφευτικά με τον αγαπητό σου εξάδελφο, τον Στεφανή, όπου η ίδια άνομη μοίρα, χωρίς νάχη κορέση τη σκληράδα της πήγε και στην παραπάνω γειτονιά, στη συγγενική πόρτα, στου ξαδέλφου σου, να δώση κι εκεί τη φαρμακερή γεύση του πικρού θανάτου. Αγωνιστές κι οι δυο σας κι εραστές της γλυκειάς λύρας του μουσικού Απόλλωνα, καταφέρατε ν’ ανάψετε με τις μελοδικές χορδές σας. Εκείνος, λιγότερο μαχητής από σένα, πρωτονικήθηκε από τον μαύρο καβαλλάρη χάρο κι έφυγε νωρίτερα από σένα, μ’ ένα πικρό, πικρότατο παράπονο: Φεύγω σου λέω, φεύγω… Κι όπως τον άκουγα μάρανε τα σωθικά μου.

Κι όμως έπρεπε να μείνεται ακόμη. Σεις οι φορείς της χαράς και της αρχοντιάς, που τόσο πλούσια γαργάλιζε στην αστήρευτη πηγή της καρδιάς σας, είχατε ακόμη πολλά να δώσετε. Και πολύ περισσότερο εσύ, αγαπητότατε ΜΕΛΧΗ. Πολύ πιο νεότερος εσύ, έλαμπες ακόμη από της ώρημης νειότης την τόσο χαρακτηριστική σε σένα ζωντάνια κι έτσι είχες όλη την άνεση να προσφέρης. Να δώσης, να κάμης να χαρούν και να χαρής προσφέροντας. Να χαρήσης, με τη λαμπρή μορφή της λεβέντικης κι ανεπανάληπτης όψης σου, την ευτυχία στη λατρευτή συντρόφισσα της ζωής σου, τη χαϊδεμένη σου γυναίκα, που γι’ αυτήν ήσουν το παν και για σένα ήταν η προσωποποίηση της όλης σου ευτυχίας.

Πες μου, ποιος ήτα πούβαλε φωθειά στο περιβόλι,

 κι εκάη ο φράχτης τ’ αμπελιού κι εκάη το περβόλι;

 Κι εκάησαν τα δυο δεντρά τα πολυαγαπημένα.

Και τόνα εκάη κι έπεσε, μα τ’ άλλο εκάη κι εστάθη.

Κείνο π’ εκάη κι έπεσε, εβγήκε από τις έγνοιες,

μ’ αυτό π’ εκάη κι έμεινε πολλά ‘χει να περάση.

 Θα το φυσάη ο βοριάς, θε να το δέρνη ο νότος.

 Και η δική σου θύμηση θα καίη τα σωθικά ντου.

Εσύ λοιπόν, αγαπητέ μας ΜΕΛΧΗ, κάηκες μα γλύτωσες από τις έγνοιες, από άλλους πόνους. Και τώρα εκεί, που πορεύεσαι με των αγγέλων τους ύμνους που καλύπτουν τα δικά μας κλάμματα, σε περιμένουν να σε υποδεχτούν, σε πλήρη παράταξη, όλοι οι αρχοντοπρόγονοί σου, φτασμένοι από το Βυζάντιο. Κι ανάμεσά τους ο ΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ. Ο θρυλικός εκείνος άγιος κι αγωνιστής, που σου χάρισε κι εσύ διαιώνισες τ’ όνομα του. Ενώ θα παραστέκουν να σ’ εναγκαλιστούν ευφρόσυνα και  να σε καλωσορίσουν οι γονείς και τ’ αδέλφια σου. Όλο τ’ όμορφο αρχοντολόι σου, που τόσο τίμησες κι ομόρφηνες κι εσύ στο  σύντομο διάβα σου από τη γη.

Αφήστε μια απάντηση