ΜΑΝΘΑΙΟΣ ΒΑΛΕΡΓΑΚΗΣ

του Μάρκου Γιουμπάκη

Από την Αθήνα μας ήρθε το θλιβερό μαντάτο.
Μακριά από συγγενείς και φίλους, στην αγκαλιά της αγαπημένης του κόρης κάτω από
την φροντίδα της γυναίκας του, άφησε την τελευταία του πνοή ο Μανθαίος Βαλεργάκης.
Γόνος γνωστής και μεγάλης οικογένειας των Βαλέργηδων από το χωριό Καρέ,ήτανε
γνωστός στους παλιούς μα και στους καινούργιους Ρεθεμιώτες.
Παλιός χρυσοχός του παλιού καλού καιρού, άριστος τεχνίτης του χρυσού, διακρίθηκε
για την τιμιότητά του πάνω στην δουλειά του μα και σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής
του.
Ο Μαθιός σε όλο το βίος του ήτανε παράδειγμα ενάρετου ανθρώπου και έχαιρε
σεβασμού και γενικής εκτίμησης.
Στοργικός γονιός χαιρότανε την ανταξιά του κόρη που μόνη της, λες κείχε κλέψει το
δημιουργικό μυαλό του πατέρα της ανέβηκε και κατέλαβε τη ζηλευτή θέση στην
Τράπεζα της Ελλάδος.
Μαζύ της άφησε το Ρέθυμνο, και στρυμώχτηκε σ’ ένα μικρό μαγαζάκι μέσα στη Στοά
Φέξη, πάνω στο πάγκο του, γεμάτος ζωή , γεμάτος κέφι, γεμάτος δημιουργικό μυαλό.
Το ανήσυχο του όμως πνεύμα, το γεμάτο ενεργητικότητα κεφάλι του δεν τον άφηνε
ήσυχο.
Η σκέψη του πετούσε πίσω στο τόπο του, στο χωριό του, ονειροπολούσε και ήθελε,
σκεφτότανε και αποφάσισε να αξιοποιήσει το τόπο του, να προσφέρει κάτι που να
δώσει ζωή στο χωριό του.
Κι ΄ έτσι πριν δύο χρόνια ένα σύγχρονο εργοστάσιο ελαιοτριβείο και αλευρόμυλος,
άρχισε να δουλεύει στο χωριό του στη Καρέ.
Κι’ όμως (αν και αυτό είναι φυσικό σε κάθε δράση γεννιέται κ’ η αντίδραση) χίλια
εμπόδια βρεθήκανε μπροστά του , ασυμφωνίες χαρακτήρων, ζηλοφθονίες και
αντιδράσεις, δεν τον άφησαν να πραγματοποιήσει τα μεγάλα του όνειρα για το τόπο του
που τόσο αγάπησε.
Κι΄έτσι πουλώντας τους μακρύχρονους μόχθους του, κουρασμένος ψυχικά άφησε για
πάντα το χωριό του και γύρισε και πάλι κοντά στη στοργή και τη φροντίδα της κόρης
του.
Το δημιουργικό του μυαλό όμως δεν σταματούσε, πάντα σκεφτόταν να γυρίσει με νέες
δυνάμεις με καινούργια όνειρα.

Κι’ όμως ο ξαφνικός του θάνατος, στάθηκε το τέρμα στο ενεργητικό του βίο. Δεν
πρόλαβε να δει τα όνειρα του ολοκληρωμένα, ίσως στα θολά από τον χάρο μάτια του να
βρισκότανε γραμμένο ένα μεγάλο παράπονο ένα ΓΙΑΤΙ;
Αξέχαστε Μαθιέ πέθανες στην στοργική και ζεστή αγκαλιά της κορούλας σου και του
γαμπρού σου που τόσο σ΄αγάπησαν , δέχτηκες την τελευταία φροντίδα της γυναίκας
σου. Αναπαύσου λοιπόν στον αιώνιο ύπνο σου ατάραχος και ήσυχος.
Εμείς οι καλοί σου φίλοι στεκόμαστε νοερά μαζί με την βαρυπενθησμένη οικογένειά σου
πάνω στο κρύο χώμα που σε σκεπάζει, και με τα μάτια δακρυσμένα για την ματαιότητα
του κόσμου ενώνουμε τις ευχές μας για τη δίκαιη ανάπαυση της ψυχής σου.

Μ.ΓΙΟΥΜΠΑΚΗΣ

Αφήστε μια απάντηση