Λαογραφικά σημειώματα

24/2/68

ΠΙΣΩ ΜΟΥ Σ’ ΕΧΩ ΣΑΤΑΝΑ
Από το μελλοντικό βιβλίο του κ. Εμμ. Φραγκεδάκη
Κάθε φορά που θα σύρεις μια γραμμή με το νου σου από Βόρειο-Ανατολικά προς
τα Νότιο-Δυτικά στη μέση τση Κρήτης θα σ’ απαντήξουνε τέσσερα μεγάλα βουνά.
1) Τα Απέννινα βουνά του Μυλοποτάμου που μοιάζουνε με τα Απέννινα βουνά της
Ιταλίας και με τα Απέννινα βουνά του φεγγαριού.
(σημ. υπάρχουνε και στο Φεγγάρι Απέννινα βουνά πηγάδια μικρά και μεγάλα,
κρατήρες υφαιστείων και σκόνη σε μεγάλο πάχος ακατοίκητος τόπος).
2) Ο Ψηλορείτης το μεγαλύτερο βουνό τση Κρήτης κατοικιτήριο του Κρητογενούς
Δία.
3) Το Κέντρος, απούχει εκατό μια βρύσες.
Η μια βρύση λένε πως τρέχει αθάνατο νερό και χαράς τούτο απού θα τηνε βρει να
πιεί νερό αθάνατο και δεν αποθαίνει ποτές του.
4) ο Σιδέρωτας και ασιδέρωτας; Καωμένο βουνό από μονοκράτηχτη οροσειρά
βράχους, ψαρούς όπως τα γένεια του κάθε καπετάνιου.
Στη βορεινή μπάντα τ’ Ασιδέρωτα σε βραχώδη θεμέλια είναι χτισμένα δυο χωριά
ένα μεγάλο τ’ Ακούμια κι ένα μικρό πλειά ψηλά οι Βρύσες, το χωριό του Νικολάου Γ.
Παπαδάκι τρίτου Πρυτάνεως εκ Κρήτης εις τα Πανεπιστήμια της Ελλάδος.
Τέταρτος Πρύτανις εγένετο ο σημερνός κ. Γεώργιος Κουρμούλης από τα Σελλιά και
οι τέσσαρες μέχρι σήμερον πρυτάνεις της Κρήτης είναι ΑηΒασιλειώτες.
Τόπεν ο Θεός κι εγίνηκε το βουνό από πέτρες μονοκράτηχτες.
Άλλοι λένε πως εγίνηκενε το βουνό, όντεν εξεπετραδίζανε την Αίγυπτο οι Αραπάδες
και τσι πετούσανε ζεστές κι εκολλήσανε ύστερα εδά δε βρίσκεις εις την Αίγυπτο μουδέ
χαλικάκι να σκοτώσης σπουργιτάκι.
Το βουνό έχει ριζιμιά χαράκια και κοφτερά στην τρούλα και μεγαλώνουνε κάθα
χρόνο, γιατί το βρόχινο νερό παίρνει το χειμώνα κι από λίγο χώμα και μεγαλώνουν οι ρίζες
του βουνού και τω χαρακιώ – χρόνο με χρόνο.
Στην κορφή τ’ Ασιδέρωτα είναι σώπατο, λαγκοπίθι και στη μέση άλλο βουνό
ολοστρόγγυλο από καθάριο μονοκράτιχτο βράχο.
Εις την τρούλα του βράχου είναι μία εκκλησά ξεροπέτρι χτισμένη «Η Ανάληψη».
Η εκκλησία φαίνεται απού τον κάμπο τση Μεσσαρές -απού τα Σφακιά Απού τη
Γαύδο το νησί και Παξιμάδια κι απού τα Ρεθεμνιώτικα.

Απού τη βορεινή πλευρά τ’ Ασιδέρωτα ξεκινούνε τέσσερα ρυάκια και στη μέση του
βουνού σμίγουνε δυο-δυο τα ρυάκια και μονοσμίγουνε τα δυο στση Μάχας το μεγάλο
χάρακα δίπλα στο μεγάλο χωριό στ’ Ακούμια.
Τση Μάχας ο μεγάλος χάρακας καμωμένος από μονοκράτηχτη πέτρα,
ολοστρόγγυλος ένα χιλιόμετρο περιφέρεια κάθεται στη γης απάνω.
Τον περασμένον αιώνα ένας κοντοχωριανός μου ανέβαινεν απάνω στο χάρακα και
δίδει τ’ απατούντου μια και πέφτει κάτω και σκορπά.
Οι χωριανοί ντου τον ευρήκαν ύστερα τον αναμαζώξανε και τον επετρώσαν εκεί δα
γιατί δε δικαιάται ταφής Χριστιανού σε νεκροταφείο.
Απ’ αυτόν το χάρακα τσουρούνε οι Ακουμιανοί τα Καυσούλια, τα Κουλούκια τσι
κάτες και τσι σκύλους.
Από τότες εκι’ ύστερα, ο τόπος φαντάσι τη νύχτα.
Όποιος δεν το πιστεύγει ας πάη και σήμερο τη νύχτα να δει φαντάσματα στση
Μάχας το χάρακα.

ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ; ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ!

Η πραγματικότης είναι πως τα φώσφορα που παράγουνται απού το λιώσιμο των
ζωικών και ανθρωπίνων οργανισμών δημιουργούνται ανταύγειες τη νύχτα και οι
φοβιτσάρηδες τσι θωρούνε μακρές λαμπάδες, σπιθίζουνε τα μάθια ντωνε από φόβο και τ’
ανεβάζουνε ως τον ουρανό και κάθα φοβιτσάρης θωρεί και φανταχτά.
Όσα κοπέλλια κι αν αποθάνουνε αβάφιστα λένε πως γίνουνται τελώνεια και
μεροξημερώνουνται στα ρυάκια.
Οι κλέφτες απού σκοτώνουνται στα ξένα και θάφτουνται δίχως παπά στα ξένα
καταχανεύγαυνε και μεροξημερώνουνται στα ρυάκια καταχανάδες. Οι Νεράιδες πατείς με
πατώσε, μεροξημερώνουνται στα ρυάκια στα νερά και στσι κολύμπες.
Οι Δαιμόνοι απούναι στα βουνά και στα φαράγγια μεροξημερώνουνται στα ρυάκια.
Οι Διαόλοι του κόσμου έχουνε κατοικητήριο τα ρυάκια.
Οι Μουζωμένοι τρυπώνουνε απού τσ’ ανυφοράδες τω σπιθιώ και κατασταλάζουν
ύστερα στα ρυάκια να πλυθούνε.
Οι Σατανάδες παίζουνε τα όργανα στα ρυάκια και τσι διασκεδάζουν ούλους τσι
κερατάδες και τσι Βεελζεβούληδες.
Μέσα από τέθοια μονομέρηση πρέπει να περάση ο φοβιτσάρης κοντοχωριανός μου
μια νύχτα ο Λαμποκωσταντής απού τ’ Ακούμια πίσσα αιώνιο σκοτείδι.
Και ποιος χριστιανός δεν άκουσε να λένε για τα πονηρά και ακάθαρτα ξωτικά που
μεροξημερώνονται στα ρυάκια;
Ποιος μικρός γη μεγάλος δεν άκουσεν ιστορίες για φαντάσματα, τελώνεια και
Νεράιδες εις τα ρυάκια;
Εκειά στα τρεχούμενα παστρικά νερά στα κουτσουναριστά κι αφρισμένα νερά στσι
κολύμπες χορεύγουνε και κολυμπούνε και δροσερεύγουνε απού την κάψα τση μέρας.

Δεν έχουνε ποθές αλλού σπίτι οι Νεράιδες όξω μόνο στα ρυάκια.
Ανατριχιάζει άθρωπος να γροικά τα όσα γίνουνται και βρίσκουνται στα ρυάκια τη
νύχτα κι ο φοβιτσάρης τα θωρεί πολλές φορές το δίκηο μεσημέρι το τσίτσιλο του
μεσημεργιου απής βραδυάσει και σκοτεινιάσει και τάδικη μεσάνυχτα.
Κοντά στα ρυάκια μέσα στα σταυροδρόμια συνάσονται ούλοι διαόλοι και
καρφώνουνε το Μαυρομάνικο μαχαίρι στη μέση και καθίζει απάνω ο Λυρατζής και του
μαθαίνουνε τη λύρα.
Ο Βρυσανός Ζεϊνομανώλης απούπαιξενε την καλή και περίφημη λύρα του την
εμάθανε οι Δαιμόνοι και μόνο πως δεν ομιλούσεν η λύρα ντου κάθα που την έπαιζεν
ύστερα.
Ούλοι δαιμόνοι απούναι στα βουνά και στα γκρεμνά κι εις τα δάση και λαγκάδια
στα ρυάκια μονομερίζουνε και παν πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα που λέει κι ο παππάς εις
τα ρυάκια πάει απής βγει απού του διαβασμένου.
Οι Βιστιρές τω γυναικώ μέσα στα ρυάκια γίνουνται.
Ετσούρησενε. Μικρός ήμουνε τον περασμένον αιώνα και θυμούμαι πως μας έφερε
στο σπίτι μας την είδηση μια μου ξαδέρφη απού πήγε στη βρύση μας να γεμίση το σταμνί
τζη νερό την ταχυνή.
-Ετσούρησενε, λέει Θειαδάκι ο κλαούρης απού τση Μάχας το χάρακα το μεγάλο κι
εσκοτώθηκενε!
Όντεν εγύριζεν απού το σώχωρο την άλλη μπάντα του χωριού άκουσε πως
ετσούρησεν ο Κολοκύθης κι εσκόρπισεν απού τση Μάχας τον αψηλό χάρακα το μεγάλο και
στέκεται στην πόρτα μας απόξω και λέει τση θειάς τση.
«Πίσω μου σ’ έχω σατανά».
Άνεν πάω στη βρύση μας γροικάς και λένε.
Ετσούρησεν ο Κλαούρης απού τη Μάχα Ανεν πάω στο σώχωρο γροικάς και λένε.
Ετσούρησεν ο Κολοκύθης.
Τίνος να πιστέψης εδά Θειαδάκι κι αουλιάς;
Ο ίδιος είναι ανηψάδι έχει δυο παρανόμια τσ’ είπεν η Μάννα μου τότε σας.
-Άθρωπος δεν κατέει θειαδάκι την αφορμήν του.
-Κάθα πράμμα ανηψά έχει και την αφορμή ντου.
-Και τίνος έκαμεν εδά το κακό θειαδάκι;
Εχήρεψενε τη γυναίκα νέου.
Κι ορφάνεψενε τα κοπέλλια ντου.

Οι αιώνες πορπατούνε

Απής αρχίνηξε να πορπατά ο σημερινός αιώνας κι ήτοναι δύο χρονώ το 1902
αφέντης του σημερινού γραμματικού έφυγεν απού τσι Βρύσες κι επήγεν εις την Αμερική να
δει το γινόντου το Γεωργάκι, απούτονε Ζαχαροπλάστης απού τον περασμένον αιώνα.

Έναν ολοστρόγγυλο μήνα εκουνοπερπατούσανε πατέρας και παιδί κι εχορτάσανε ο
γεις τον άλλο, και την Αμερική.
Ύστερα έφυγεν ο πατέρας και γύρισεν εις την Κρήτη στο σπίτι ντου με τάλλα ντου
κοπέλλια και τη γυναίκα ντου το Κατεργιώ.
Με το φεύγα του πατέρα τούδωκεν ο γιυός και δώρα πολλά και λεφτά πολλά.
Τούδωκεν όμως κι ένα μικρό, χυτό, ασημωτό καμπανελάκι να το βαστά τ’ αδελφού
ντου του Νικολή απούτοναι βοσκός εις τον Ασιδέρωτα το βουνό στσι Βρύσες να το κρεμάση
στο λαιμό νους αρνιού γη ριφακιού να το παίζη.
Τ’ Αμερκάνικο καμπανελάκιν έπαιζεν ιδιότροπα, ψιλή φωνή κι εξεχώριζεν ο χτύπος
του απού το συνηθισμένο χτύπο τω λερακιώ των άλλων οζώ και το κρέμασεν αδελφός μου
σ’ ένα τραγάκι στο λαιμόντου.
Μέρα-νύχτα, καταχτυπά τ’ Αμερκάνικο καμπανελάκι στο λαιμό του ριφακιού.
Το τραγάκι έχει στα σκέλια ντου μαντάκους και τζιμπουρδάκους… απού το τρώνε
ταχτικά και ξέται με τ’ αδόδια ντου.
Την ώραν απού ξέται καταχτυπά τ’ αμερκάνικο χυτό καμπανελάκι δαιμονισμένα κι
όμορφα και λέει ο βοσκός.
«Πίσω μου σ’ έχω Σατανά».
Τάξε πως μονοπαίζουνε πολλά λεράκια κι είντα όμορφα που παίζουνε.
Λόπης μωρέ δεν είναι καμπανέλι, μονόναι δαιμοτική συναιρία!
«Τρεις βοσκοί ένα Μιτάτο»
Ένας βρυσανός βοσκός και δυο Ακουμιανοί βοσκοί εκάμανε το κοινάτο, το μιτάτο
στα όρη στο σώπατο στο Ασιδέρωτα, αποκάτω στην εκκλησά στο χάρακα στη σπηλιάρα
στον Αφέντη μας το Χριστό.
Οι δυο βοσκοί βλέπουνε μαζύ τα έγκαλα και τ’ αρμέγουνε αργά – ταχυά στη μάντρα
κι ο άλλος βοσκός βλέπει αμοναχός του τα στείρα.
Με το πολυταίρι, εκαταξεσκίστηκενε του ριφακιού η λαιμουδαρέ απού φορεί τ’
αμερκάνικο καμπανελάκι και μαντρίζει ο στειρονόμος τα στείρα και τσακώνει το τραγάκι
και ξεκρεμνά τη λαιμουδαρέ να την αναράψη να μη χάση τ’ όμορφο καμπανελάκι.
Το μεσημέρι απής εσταλήσανε τα στείρα έκατσεν ο βοσκός εις το νεροποτιστήρι
στο σκιανιό να κάμη μεσημέρι και ν’ αναράψη τη ξεχομπατωμένη λαιμουδαρέ.
Απής απόφανε βγάνει το σουβλαραγό ντου απού το βουργίδι ντου και τη
λαιμουδαρέ με το καμπανελάκι και την ανάραψενε καλά – καλά με τα πεδούλια.
Για να μην τ’ αναβαστά ύστερα μέσα στο βουργιάλι να γυρίζη στα όρη το κρέμασεν
εις το λαιμό του σκύλου ενούς Ακουμιανού βοσκού.
«Ακροκουτσαίνει ο σκύλος».
Ο σκύλος εζήγωνε παληά στα όρη ένα λαγό κι έπεσε κι έσπασενε το ζερβό ντου
πόδα τότε σας κι ακροκουτσαίνει γιατί στραβόδεσε το κόκκαλο και τ’ ασημένιο
καμπανελάκι παίζει δυο χτύπους διαφορετικούς στο περπάτημά ντου.
Δυνατότερος ο χτύπος εις το γερό πόδα κι αδυνατότερος και ψιλότερος εις τον
κακοδεμένο πόδα.

Με το σήμερο και με το αύριο, θα μαντρίσει πάλιν ο στειρονόμος τα αιγοπρόβατά
ντου να πιάση το τραγάκι να του ξαναπεράση τη λαιμουδαρέ με το καμπανελάκι
επεράσανε τέσσερις εβδομάδες και παίζει ακατάπαυστα ο σκύλος το καμπανελάκι στα όρη
και στο μιτάτο -γύρου-γύρου.

Ο ΒΟΣΚΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟ ΣΚΥΛΟ

Ήταν η σειρά του πατέρα του βοσκού με τον κουτσό σκύλο του γέρο
Καραγιανονικολή του συμπεθέρου νάρθη στο μιτάτο να πήξη το γάλα των προβάτω το
ψαργάδανο και τση ταχυνής.
Απής απαρμέξανε τα έγκαλα, εμονομερίσανε το γάλα.
Εστέσανε το καζάνι με το μισό γάλα στην παρασιά κι ανάφτει μιαν αγκάθα και
ζεσταίνεται το γάλα κι απόης εδιάλυσενε την αγαστέρα και τήνε χύνει στο ζεστό γάλα.
Τάφηκε λίγη ώρα κι έπηξεν ούλο το γάλα.
Τότες πιάνει τον ταράχτη κι ανακατώνει το πημένο γάλα κι εγίνηκε ρόψυχα.
Ύστερα ετρύπωξενε στο τυροκέλι κι επήραινε δυο Μαδαρές κι ήρθεν απόξω και
λέει. «Πίσω μου σ’ έχω σατανά».
Αντίς να πάρω το τουπί επήρα τσι μαδαρές!
Και ξαναγυρίζει και φέρνει το τουπί και θέτει το κανόνι στα χείλη του καζανιού κι’
απάνω το τουπί.
Αναμπουκώνει τσι μανίκες του ποκαμίσου ντου και ξεπλύνει τσι χερούκλες του
απού τσ’ αγκώνους και κάτω και τσ’ βουτά στο καζάνι κι έπιανε με τσι χαχάλες του
χαχαλές-χαχαλές το πημένο γάλα και τόβανεν εις το τουπί ώστ’ απού γέμισενε Μαλάκα και
εσύρωσενε καλά στο καζάνι απάνω.
Απής αποσύρωσεν ο χουμάς απού το τουπί το πιάνει και το βάνει στο τυροκέλι κι
έκαμεν ένα τυρί.
Μετά τη μαλάκα δίδει φωθιά του καζανιού μ’ αγκάθες θόμους κι αγκαραθές κι
αναγέρνει το καζάνι με τον αηδόνησο να μην τσικνώση στον πάτο του καζανιού το γάλα.
Απής έβρασε κι εζεστάθηκε καλά μπουμπουρίζει τ’ ανάχυμα, τ’ αποδέλοιπο γάλα
του βρασκιού και τ’ αναγέρνει δυο φορές απής αποσύρει τη φωθιά απού τσι πυρομάχους.
(σημ. Τότες όποιος θέλει να φάη σουχλί βάνει με το καυκί απάνω απάνω τον αθό
του γαλάτου πημένο και κείνο να είναι το καλύτερο καλό, νόστιμο, δυναμωτικό, διεγερτικό,
της ορέξεως και κάθε βοσκός τρώει ταχτικά Σουχλί και κοκκινίζει η μούρην του σα
μαχαιρίδες εις το χωράφι και δεν έχουνε μανταλωμό).
Με τα χέρια ντου πάλιν ο μιτατάρης το παίρνει το ξαναπημένο γάλα και γεμίζει τσι
μαδαρές και κάνει τσ’ αθοτύρους.
Ο Μιτατάρης όντεν έφυγεν απού τα όρη τ’ ακλουθά κι ο σκύλος τωνε με τ’ ασημωτό
χυτό καμπανελλάκι κρεμασμένο στο λαιμό ντου και κατεβαίνουνε μαζύ στο χωριό.

Ο Μιτατάρης ειδοποιά το μεσημέρι το χωριανό ντου το Λαμποκωσταντή, πως θάναι
ταυτέρου το γάλα δικό ντου ν’ ανεβή στο όρη να τυροκομήση.

Αφήστε μια απάντηση