ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ

Για τον Κώστα Μουντάκη δεν χρειάζεται να πούμε ότι είναι ο κορυφαίος
λυράρης της Κρήτης, όπως δεν χρειάζεται να πούμε ότι ο Ψηλορείτης είναι το
ψηλότερο βουνό της. Γιατί και ο Ψηλορείτης και ο Μουντάκης είναι το ίδιο
γνωστοί. Γι’ αυτό και δεν θα επιχειρήσουμε να προβάλλουμε την
προσωπικότητά του. Απλώς θα σημειώσουμε με την ευκαιρία της σημερινής
εκδήλωσης, μερικά σύντομα βιογραφικά στοιχεία και χαρακτηριστικά
περιστατικά…
Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε το 1926 σ’ ένα γραφικό αλλά φτωχό
χωριό, χωμένα στα ελαιόδεντδα και στα βράχια. Το χωριό Αλφά
Μυλοποτάμου που είναι γνωστό από την πέτρα του την αλφόπετρα… Είναι το
μικρότερο από τα 7 παιδιά του Νίκου Μουντάκη, που η καταγωγή του είναι
από το Καλλικράτη Σφακίων -και της Καλλιόπης το γένος Καλλιγιάννη.
Τασιματάρης από τον πατέρα του ο Κωστής, βαφτίστηκε στην ιστορική μονή
του Αρκαδίου. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύονται από την φτώχεια και την
ορφάνια, γιατί μόλις γεννήθηκε πέθανε ο πατέρας του, ένας λεβέντης Κρητικός
γλεντζές, πρώτος σε χορό και σε τραγούδι με το παρατσούκλι «Κελαϊδής». Τα
προσόντα του αυτά κληρονόμησε ο μεγαλύτερος από τα επτά αδέλφια ο
Νικίστρατος, ο οποίος έπαιζε σπουδαία λύρα. Από τον μεγαλύτερο κατά 20
χρόνια αδελφό του ο Κώστας Μουντάκης άκουσε τα πρώτα τραγούδια και
σκοπούς με τη λύρα του… Μόλις τέλειωσε το δημοτικό καταπιάστηκε με τις
αγροτικές εργασίες, αλλά παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε δεν άφηνε
ξεφαντώματα και χορούς… Πάθος του όμως η κρητική λύρα… Όνειρό του,
μια δική του λύρα για να μπορέσει να παίξει σαν τον αδελφό του, ή έστω σαν
το γειτονόπουλό του το Νίκο του μάστορα που ο πατέρας του του είχε φτιάξει
μια λύρα… Δύσκολα τα χρόνια τότε και προπάντων για τον Κώστα…

Κατοχή… Δύσκολο να αποκτηθεί μια λύρα, όταν όλο σου το βιος είναι δυο
αίγες και τρία πρόβατα… Και τότε πήρε το μάτι του ένα κακολυράκι στο σπίτι
μιας θείας του, πεταμένο κάτω από τον καναπέ ανάμεσα σε παλιοπάπουτσα και
παλιοτσόκαρα, γεμάτο ασβέστες και μπογιές… Με παρακάλια το πήρε σαν
κάτι το πολύτιμο, του έβαλε τέλια και οργυές, έφτιαξε ένα δοξαράκι και άρχισε
να προσπαθεί να βγάλει από μέσα του μουσική… Όμως η απόπειρα για ένα
ξεκίνημα μ’ αυτό το άχαρο κακολυράκι δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντική.
Μικροί και μεγάλοι κορόιδευαν. Τον άφηναν όμως αδιάφορο τα γέλοια και οι
χλευασμοί… Ο νους του στη λύρα… Δεν άφηνε από τα χέρια του το
κακολυράκι, μα το παντέρμο δεν εννοούσε να παίξει με τα τέλια και τους
σπόγγους. Οι μικροί τον κυνηγούσαν για να του πάρουν τη λύρα και οι μεγάλοι
για να τον ζορίσουν να καταπιαστεί με τις δουλειές. Σε λίγους μήνες όμως η
επιμονή έφερε κάποιο αποτέλεσμα. Κάποια μελωδία, άχαρη ίσως αλλά
σωστή… Ξάφνιασμα από ένα τέτοιο ερασιτεχνικό εργαλείο. Τότε με
περισσότερο θάρρος έβαλε κάποιο συγχωριανό του να μεσολαβήσει στη μάνα
το για να του αγοράσει μια λύρα… Ήταν το 1943. Κακή χρονιά. Κάποιος
πουλούσε στο χωριό μια καλούτσικη λύρα… Ένα αρνί και τρία τέσσερα
τυράκια την έδινε… Ο Κωστής συμφώνησε για τα τυράκια… Θα τα βουτούσε
από το λαδοπίθαρο… Για το αρνί όμως έπρεπε να συμφωνήσει η μητέρα
του…. Έκλαψε, παρακάλεσε, απείλησε, μεσολάβησε ο φίλος και η μητέρα του
συμφώνησε… Κατακραυγή όμως από το συγγενολόι… Ψωμί δεν έχουμε και
ραπανάκια για ην όρεξη αγοράζουμε; Πολυτέλεια κάτω από τις συνθήκες
εκείνου του καιρού η λύρα… Αυτό όμως ήταν κάτι που ξεπεράστηκε… Έπεσε
με τα μούτρα στη λύρα, στο τραγούδι, στη μαντινάδα, στο σκοπό με μεράκι
και έρωτα, με επιμονή και πάθος. Δεν άργησε να τα καταφέρει. Λίγα πράμματα
αλλά ωραία… Δεκαεφτά με δεκαοχτώ χρόνων έπαιζε ωραία λύρα, αλλά πώς
να εμφανισθεί σε πανηγύρια, σε ξεφαντώματα; Ούτε στιβάνια, ούτε ρούχα
υπήρχαν. Λυράρης με μπαλωμένα ρούχα δεν συμβιβάζεται.

ΒΟΣΚΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΝΤΥΣΙΜΟ

Εκείνη την εποχή, ο Κώστας Μουντάκης καθώς τον είχαν αγγαρεία οι
Γερμανοί στην επισκευή δρόμων πληροφορήθηκε ότι κάποιος ζητούσε
βοσκό… Πήγε λοιπόν και τον βρήκε… Βόσκοντας τα ξένα πρόβατα έξι μήνες,
αγόρασε στιβάνια και το κατάλληλο ντύσιμο. Εκεί του δόθηκε και η ευκαιρία
για την πρώτη δημόσια εμφάνιση… Ο άνθρωπος που τον προσέλαβε βοσκό,
αρραβώνιασε την αδελφή του… Και τον κάλεσε στο γλέντι επίσημο λυράρη…
Δεν ήταν βέβαια η πρώτη εμφάνιση στο χωριό του, όπου θα είχε
συμπαραστάτη την αγάπη δικών και φίλων, αλλά σε άγνωστο γι’ αυτόν
περιβάλλον. Και είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις και να σταθείς σαν
λυράρης ανάμεσα στους Κρητικούς που λίγο πολύ όλοι έχουν στο αίμα τους το
τραγούδι και τη μαντινάδα… Γύρισε στο χωριό του ολόκληρος ντεληκανής,
καλοντυμένος, πράγμα που τούδινε αυτοπεποίθηση και σιγουριά… Άρχισε
πάλι τα γλέντια αλλά τη φορά αυτή άφοβα, χωρίς το τρακ των πρώτων
χρόνων… Κι όταν στα γλέντια ο πρωτολυράρης του χλωριού, ο Καφάτος,
άφηνε το δοξάρι να ξεκουραστεί έπιανε ο Μουντάκης τη λύρα και δεν
ξεχώριζες ποιος ήταν ο πρωτομάστορας και ποιος ο παραγιός… Σιγά, σιγά
άρχισαν τα ωραία χρόνια… Ο τόπος ξεσκλαβώθηκε, η κατάσταση έφτιαχνε και
όπου γάμος και χαρά, πανηγύρι και ξεφάντωμα, ο Μουντάκης πρώτος και
καλύτερος…

ΣΤΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ

Το 1948 ο Κώστας Μουντάκης κατετάγη στη Σχολή Χωροφυλακής στο
Γουδί. Μετά βρέθηκε στα Χανιά για εκπαίδευση. Στη Σχολή κάθε μέρα γλέντι
με συναδέλφους και αξιωματικούς. Όταν βγήκε από τη Σχολή τοποθετήθηκε
στα Σφακιά στην υποδιοίκηση Χωροφυλακής. Εκεί πήρε μια πρόσκληση να
παίξει σε γάμο, ανάμεσα σε φίλους Σφακιανούς, με τους οποίους είχε βέβαια
κοινή καταγωγή, αφού η ρίζα του είναι από τα Σφακιά… Παρακάλεσε να μη
κάνουν φιλοδωρήματα αλλά οι Σφακιανοί που είχαν ενθουσιαστεί με τη λύρα
δεν το χώνεψαν κι άρχισαν να πετούν στο χορό της νύφης χιλιάρικα σαν τις
μπαλωτιές. Στο λαούτο συνόδευε ο παπά Άγγελος – Ψυλλάκης που ήταν τότε
μαθητής.
Αργότερα τοποθετήθηκε στην προσωπική φρουρά του τότε
πρωθυπουργού Σοφοκλή Βενιζέλου. Η τοποθέτηση αυτή έδωσε την ευκαιρία
να προβληθεί από το Μουντάκη η κρητική λύρα στην Αθήνα, καθώς άρχισε η
καλλιτεχνική δραστηριότητα του συμπατριώτη μας λυράρη… Ταβέρνες,
κέντρα διασκεδάσεως, ερτζιανά, δέχονται την κρητική μουσική, για να
ακολουθήσουν οι ηχογραφήσεις… δίσκων. Βέβαια ο δρόμος δεν ήταν
στρωμένος με ρόδα… Χρειάστηκε το πείσμα του Μουντάκη που ποτέ δεν

αρνήθηκε πρόσκληση φίλου ή γνωστού να δώσει δείγματα της τέχνης του σε
γλέντια, σ’ εκδρομές, σε εκδηλώσεις συλλόγων, ακόμα κι όταν ήταν
άρρωστος. Οι πόρτες άνοιγαν σιγά, σιγά… Και η αναγνώριση ερχόταν…
Μπορεί η πρώτη εταιρία δίσκων να μην ανταποκρίθηκε… Όμως η πρώτη
ηχογράφηση δίσκου έγινε επιτυχία… Έτσι ακολούθησαν κι άλλες… Εκατόν
πενήντα δίσκοι μικροί και δώδεκα μακράς διάρκειας είναι ο απολογισμός από
τους οποίους οι περισσότεροι έγιναν επιτυχίες…
«Χρυσοδάκτυλο», τον αποκάλεσε ο Σίμων Καράς όταν άκουσε το
Μουντάκη στην επιτροπή ακροάσεως της ΕΡΤ, μαζί με τον Βάρβογλη, τον
Καλομοίρη, τον Σαλονικιό… Το 1960 άρχισε τουρνέ στην Αμερική, στον
Καναδά, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ελβετία, στο Βέλγιο, στην
Ολλανδία, στη Γιουγκοσλαβία… Σ’ όλη την Ευρώπη για να φθάσει ως την
Νότιο Αφρική και στην Αυστραλία… Στο εξωτερικό απέσπασε τα πιο
κολακευτικά σχόλια… Και στον τόπο μας το ίδιο. Η αναγνώριση ήταν
γενική…
Ποιος όμως θα μπορούσε να φαντασθεί ότι ο μεγάλος Βάρδος του νησιού
μας ξεκίνησε με μια κακόλυρα με σπάγκους και τέλια για να κάμει τον αχό της
κρητικής λύρας να φθάσει στα πέρατα της οικουμένης, προβάλλοντας την
κρητική μουσική και τον τόπο που τον γέννησε;

Από το Καλλιτεχνικό Σωματείο
«ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΑ»

Αφήστε μια απάντηση