Του κ. Μιχάλη Μ. Παπαδάκι
Επιτ. Δικηγόρου
Η μεγάλη προσωπικότητα της Ρεθεμνιώτικης τερατολογίας είναι ο Κόκκινος.
Παρανόμι είναι τ όνομα Κόκκινος. Και δόθηκε στον ιστορούμενο γιατί αυτή την απόχρωσι
είχαν τα μαλλιά του. Το καθαυτό όνομα το επίθετο και η ιδιότητα που προτιμούσεν ο ίδιος,
ήτο: «Καπτά – Μανώλης Χαμαράκις». Το ωραίο χωριό Πηγή του παλαιού Δήμου Αρκαδίου
είναι ο τόπος της καταγωγής της τιμημένης οικογένειας και της γεννήσεώς του.
Παιδί οκτώ χρόνων ήτο στο Ολοκαύτωμα του Μοναστηριού. Μα έλεγε πως αν ήτονε
μεγαλύτερος, γνώριζε τρόπο να… σφάξη το Μουσταφά Πασσά. Να ελευθερώση τον τόπο!
Με πράξι ηρωική άρχισεν ο Κόκκινος τη νεανική του σταδιοδρομία. Μια μέρα
βρισκότανε σε πατρικό χωράφι στην τοποθεσία Νήσπιτα για δουλειές. Εκεί ένας θηριώδης
Τούρκος, Γκαρδιακό τον έλεγαν, του έκαμεν επίθεσι για ανήθικο σκοπό. Ο Κόκκινος τον
έβαλε κάτω. Και με το ίδιο το μαχαίρι του Τούρκου, του τρύπησε την κοιλιά! Αφού πρώτα,
ζωντανού, του έκοψε «τ’ αχαμνά» του και τα πέταξε σε σκύλο που περνούσε! Με το
μαχαίρι ψηλά, αιματωμένο, έμπαινε στην Πηγή ο Κόκκινος. Και “διαλάλειε” το κατόρθωμά
του. Φθονεροί και κακοί άνθρωποι υπήρχαν και τότε στον κόσμο. Και στα χωριά. Αυτοί,
δήθεν «εξεγυβεντίσανε» τον Κόκκινο και είπαν πως δεν ήτονε Τούρκος που μαχαίρωσε
αλλά ένας… γάιδαρος ψοφισμένος. Και πρόσθεσαν οι αφιλότιμοι πως η «μαχαιρέ»
φαίνεται καθαρά στην κοιλιά του ζώου!
Με τον καιρό, ο Κόκκινος ήθελε να μεταφέρη κι αλλού τη δραστηριότητά του.
Ανιαρό και ανίκανο να τον νοιώση, καταλάβαινεν όσο μεγάλωνε, το χωριό του. Και
προτίμησε τη «Χώρα». Το Ρέθεμνος. Εκεί είδε πολλά περίεργα πράμματα. Ένα όμως του
έκαμεν ιδιαίτερη εντύπωσι. Στο λιμάνι έβλεπε την ημέρα ένα έρημο καλοσκαρωμένο
καράβι – μυστήριο. Άνθρωπος δεν φαίνονταν μέσα του. Ή κάποιος να ενδιαφέρεται γι’
αυτό. Τις νύχτες το καράβι γίνονταν άφαντο. Και ποτέ κανείς δεν κατάλαβε πότε έρχεται
και πότε φεύγει.
Ο Κόκκινος προβληματίστηκε πολύ. Και στο τέλος αποφάσισε να λύση τις
αμφιβολίες και τις απορίες του, με την ίδια τη δική του δύναμι και την εξυπνάδα!
Χωρίς να τον ιδή κανείς, αφού πρώτα ωπλίστηκε με τη μαχαίρα και τη διμούτσουνη
πιστόλα του, γλίστρησε στο καράβι, σήκωσε κάβους και σχοινιά, μπήκεν από κάτω,
σκεπάστηκε να μη φαίνεται, άφησεν όμως τρύπα να βλέπη αυτός. Περίμενε με αγωνία
ώρες πολλές. Μεσάνυχτα πλησίαζαν όταν αντιλήφθηκε τέσσερα άτομα να πηδούν στο
καράβι. Σαν να κατέβαιναν από τον ουρανό. Τρεις έμοιαζαν άντρες. Και μια γυναίκα. Δεν
μίλησαν. Αλλά δεν πέρασε πολλή ώρα κι ο Κόκκινος κατάλαβε πως το καράβι… επέτανε!
Κράτησε την ψυχραιμία του. Θα ήσαν δυό ώρες που πετούσαν. Μετά, προσγειώθηκε το
καράβι σε χωράφι που ήταν σπαρμένο με κριθάρι και τώρα, αν και Γενάρης, ήταν ώριμο,
έτοιμο για θερισμό. Οι συνταξειδιώτες του επορίσανε. Κουβέντιασαν με άλλους
παράξενους ανθρώπους, ντόπιους, πήρανε μερικά πράμματα που, όπως διαπίστωσεν
αργότερα, ήσανε… κουκκιά μισιργιωτάκια και με τον ίδιο τρόπο γυρίσανε μια ώρα νύχτα το
πρωί στο Ρέθεμνος. Αμέσως εξαφανιστήκανε με τον τρόπο που ήλθανε οι άλλοι.
Ξεσκεπάστηκε σε λίγο από τα σκοινιά ο Κόκκινος, παράλαβε τα μισιργιωτάκια κουκιά και
μερικά στάχυα κριθαργιού που «αποκρεμάστηκενε κι έκοψενε» από το χωράφι που είχανε
προσγειωθεί, την ώρα που κουβεντιάζανε οι σύντροφοί του με τους ντόπιους, κι έφυγε με
τη σειρά του για το σπίτι του χωρίς να τον ιδή κανείς. Έδειχνε τις επόμενες μέρες τα στάχυα
και τα κουκιά, δεν έλεγε που τα βρήκε κι ο κόσμος απορούσε.
-Μωρέ ίντ’ άνθρωπος είν’ αυτός ο Κόκκινος. Δεν είναι μόνο παλληκάρι. Έχει και
πολύ νου…
Κάτω απ’ αυτές τις μυστηριώδικες, τις ακατάληπτες για κάθε μυαλό που δεν ήταν
σαν το δικό του συνθήκες, έκαμεν ο Κόκκινος το πρώτο του ταξείδι, όχι σε τόπο κοινό, αλλά
στο πολυπαινεμένο, το παραδεισένιο Μισίρι. Κι έφερε και πειστήρια: τα στάχυα του
κριθαργιού και τα μισιργιώτικα κουκιά!
Μερικοί τον ερωτήξανε:
-Κι’ ίντα γίνηκεν ύστερα καπτά Μανώλη το καράβι;
Αυτός απαντούσε με τρόπο που σήμαινε πολλά:
-Από κειά και κάτω δεν είναι δουλειά σου να ρωτάς!
Στις Κρητικές επαναστάσεις 1895-1898, δεν φάνηκεν ο Κόκκινος πουθενά. Λίγο μετά
τον πρίγκιπα, στο τέλος του 1898, παρουσιάστηκε στο Ρέθεμνος ξαφνικά
Οι Ρεθεμνιώτες τόνε ρωτούσανε:
-Πούσουνε Καπτά – Μανώλη στην επανάστασι; Δε σ’ είδαμενε!
Αυτός απηλογάτονε:
-Στο Κάστρο, μωρέ μπουνταλάδες, ευρέθηκα. Εγίνηκεν ένας πόλεμος στον Άγιο
Μύρος κι ήμουν εκειά. Εμπήκα ομπρός απου τσ’ άλλους κι ανακατώθηκα με τσοι
Τούρκους. Κι εμαχαίρωνά τσοι. Έπαιξέ μου κανείς τονε, η μπάλα μ’ ηύρενε στο μερό κι’
έπεσα ανάμεσά ντωνε. Απής ετέλειωσεν η μάχη οι Τουρκοι εμαζώνανε τσοί δικούς των
σκοτωμένους και τσοί βαρυσμένους. Εσίμωσέ μου κι εμένα εκειά που κοίτουμουνε ένας
Τούρκος γιατρός. Εθάρρεψενε πως είμαι Τούρκος. Έδεσέ μου την πληγή κι απόης είπενε:
-Τούτο σες είναι πολλά βαρέ βαρυσμένος. Να τονε πέψωμεν με τσ’ άλλους «βαρές»
στην Αλεξάντρα στο Νοσοκομείο. Έτσα γίνηκε-ν- κιόλας! Ογλήγορα καλλιτέρεψα. Και λέω τ’
απατού μου.
-Δε σηκώνεσαι μωρέ κακομοίρη να χαθής από επά μη σε γνωρίσουν οι Τούρκοι και
σε σφάξουνε; Και το πρωί εγίνηκα λαγός. Τέσσερις χρόνους εγύριζα στην Αλεξάντρα, έκανα
δουλειές και κέρδιζα παράδες. Δεν ημπόρουνε να γιαΰρω στην Κρήτη. Εκόβγουμουνε
νάρθω στον πόλεμο. Μα… αδύνατο. Μόνο εδά. Απόμεινέ μου όμως σημάδι τση μπάλλας.
Και κουτσαίνω απού το βαρυσμένο πόδα!
Πάλι όμως η κακογλωσσιά έδιδε κι έπερνε. Μα δεν την πίστευε κανείς. Έλεγε
δηλαδή πως ο Κόκκινος δεν τραυματίστηκε στον πόλεμο. Αλλά έβγαλε βουϊδόπαχο στον
πόδα κι εκούτσενεν από μικρός.
Πολλούς φίλους είχε στο Ρέθεμνος ο Κόκκινος. Κι όλο τον ερωτούσανε για την
Αλεξάντρα. Ίντα είδενε κι ίντάκουσενε εκειά όσον καιρό έμεινε.
Ανάμεσα σ’ αυτούς ήτανε ένας χωροφύλακας της Κρητικής Πολιτείας με τσοι
βράκες τότε, ο πονηρός Βαρδής Μακρής από τα Σελλιά. Είχε πείσει τον Κόκκινο πως τον
εθαύμαζε. Καπτά Μανώλη πάνω, Καπτά Μανώλη, κάτω. Κι ο Κόκκινος ενθουσιασμένος του
άνοιγε τους θησαυρούς της τερατολογίας του!
Σε κατάλληλη στιγμή τόνε ρωτά ο Βαρδής:
-Κι ίντα είδες, εδά Καπτά – Μανώλη στην Αλεξάντρα;
Απαντά ο Κόκκινος:
-Να πάτε μωρέ εσείς οι χωροφύλακες τση Κρήτης να ξεστραβωθήτε εκειά.
-Για ίντα Καπτά – Μανώλη;
-Εδά θα σου πω. Στην Αλεξάντρα μωρέ κακομοίρη Βαρδή οι γι’ ανθώποι έχουνε
περιουσίες όθεν όξω. Και πάνε και φυτεύγουνε, κλαδεύγουνε, σπέρνουνε, θερίζουνε,
αλωνεύγουνε. Κάνουνε ούλες τσοι δουλειές. Μαζώνουνε και χουρμάδες μα εσύ δε θα
είδες ποτέ σου για δε βγαίνουνε στα Σελλιά
-Ναι δεν είδα Καπτά – Μανώλη.
Συνεχίζει ο Κόκκινος.
-Έναν καιρό εφεύγανε οι γι’ ανθρώποι απού τα σπίθια ντωνε στην Αλεξάντρα, τα
σφαλίζανε τα διπλοκλειδώνανε. Εβάνα ντωνε από μέσα σκόντρους, μπεράτες και
κολντεμιργιά. Και χωρίς τσοί κλειδωνιές, εβάναν απ’ όξω σιδερόβεργες με λουκέτα.
Εβεβαιώνοντανε πως εκλείσανε καλά κι ύστερα φεύγανε για τα χωράφια ντωνε.
Όντεν εγιαέρνανε εβρίχανε κλειδωμένα τα σπίθια ντωνε, όπως τ’ αφήκανε. Μα
μέσα ήσανε μόνο οι ξεροί τοίχοι. Ελείπαν ούλα. Καρέκλες, τραπέζια, πχιατοθήκες, ρούχα,
λεφτά, ούλα. Και το νερό απού τα σταμνιά! Επηγαίνανε να τρωζαθούνε. Εξεμυιγίστηνε κι ο
Βασιλιάς των. Και βγάνει τελάλη και φωνιάζει στα τσαρσά:
-Όποιος βρη τρόπο να γλυττώση το Βασίλειό μου απού τούτονέ το κακό, θα του
δώσω χίλιες χρυσές λίρες! Κι αν έχει και πράμμα ατιμία καωμένη, ότι κι αν είναι, θα του τη
χαρίσω!
Με τσοί μέρες επαρουσιάστηκενε στο παλάτι ένας Οβραίος. Οι φρουροί τον είδανε
κακαποδομένο. Εθαρρώσανε πως είναι διακονιάρης και τον εζυγώνανε. Αυτός εφώνιαζενε
πως θέλει να ιδή το Βασιλιά. Κατέει ένα μυστικό να του το πη. Κι είναι μεγάλο και φοβερό.
Όχι ψευθιά!
Ανέβηκενε ο αξιωματικός και τάπενε του Βασιλιά κι αυτός εδιάταξενε:
-Αφήστέ τον ν’ ανεβή. Μα αναγύρετέ τονε ομπρός, μήμπανά βαστά απάνω ντου
πράμμα σιδερικό.
Έτσα κι εγίνηκενε.
Συνεχίζει ο Κόκκινος:
Μπαίνει ο Οβραίος μέσα, πέφτει στα πόδια του Βασιλιά και τον εμπροσκύνανε. Ο
Βασιλιάς ήτανε ένας νέος γερός και δυναμερός άντρας, πιάνει τον Οβραίο απού το γιακά
και τονε σηκώνει ορθό σας τον Καραγκιόζη. Και τονε ρωτά:
-Πχοιός είσαι κι ίντα γυρεύγεις;
-Οβραίος είμαι Πολυχρονεμένε Βασιλέα μου και με λένε Γιαχουντή. Άκουσα τσοί
τελάληδες απούβαλες κι ήρθα να σου πω, πως εγώ κατέω μια μηχανή να κοπή η κλεψά και
το σπάσιμο των σπιθιώ στο Βασίλειό σου!
-Ίντα λες μωρέ γαμαρισμένε;
-Κοινονά που γροικάς Βασιλέα μου.
Λέει του ο Βασιλιάς.
-Κι ίντα μηχανή είν’ αυτή; Πέτηνε να την ακούσω.
Απηλογάται ο Οβραίος:
-Πολυχρονεμένε Βασιλέα μου καλλιάχω να μου δώσης ομπρός τσοί λίρες γιατί κι
απατοί σας οι Βασιλιάδες πολλές φορές σάσε φεύγει και λέτε ψώματα!
Αγκριγιοξάνοιξέν τονε ο Βασιλιάς. Και κακόβαλεν ο Οβραίος πως θα φάη ξύλο το
μόνο πράμμα που φοβούνται οι Οβραίοι.
Κάνει το μεταμορφωμένο και λέει:
-Ήμαρτον Βασιλέα μου. Εδά θα σου πω.
Λέει ο Οβραίος πως η μηχανή απού κατέχει, είναι κλειδωνιές που έχουνε μέσα
ντωνε μια θελέ (θηλειά) σκοινί. Όντε μπαίνει το αληθινό κλειδί, η θελέ κοιμάται. Όντε
μπαίνει αντικλείδι πορίζει όξω κι αρπά τον κλέφτη απού το λαιμό. Αν κάμη ο κλέφτης πως
τσιλιμπουρδά να φύγη τόνε σφίγγει η θελέ και τονε πνίγει! Αλλοιώς κάθεται δεμένος ώστε
να πάη το αληθινό κλειδί να ανοίξη, να λυθή η θελέ!
Άρεσε ντου Βασιλιά η κουβέντα και διατάξενε να πάνε στρατιώτες να βρούνε τα
σύνεργο του Οβραίου, σφυργιά, αμόνια, λαβίδες, φυσερά, μαστέλλα, γούρνες, σίδερα να
τα φέρουνε στο κατώι του παλαθιού. Κι εκειά να κλειστή ο Οβραίος μέρες και νύχτες ώστε
να κάμη διακόσιες κλειδωνιές. Να τρώη και να κοιμάται μέσα. Να κάμουνε νούμερα
δώδεκα στρατιώτες να τονε βλέπουνε γιατί αυτός είναι δαιμόνου γένος μην τινάξη το
παλάτι στον αέρα!
Σε δέκα μέρες έκαμεν ο Οβραίος τσοι διακόσιες κλειδωνιές. Εβοηθούσαν του και
δυο στρατιώτες απούσανε χαρκιάδες. Και τότεσάς εδιάταξεν ο Βασιλέας να πάνε να τσοι
περάσουνε μυστικά με τη συνεννόησι μόνο τω σπιτονοικοκυρώ, σε διακόσια σπίθια τα πιο
μπρόβολα στην Αλεξάντρα.
Την πρώτη νύχτα δεν εγίνηκενε πράμμα. Και σκέφτηκεν ο Βασιλιάς να σφάξη τον
Οβραίο. Εθάρρεψενε πως τονε παίζει. Αλλά έκαμενε τόπο τσ’ οργής να ιδή καλλίτερα.
Την άλλη νύχτα επιαστήκανε από τσοι κλειδωνιές τρεις κλέφτες. Μάλιστα ο γεις
εδοκίμασενε να φύγη τον έσφιξενε η θελέ και τον έπνιξενε. Την αποπάνω νύχτα
επιαστήκανε πενήντα. Και στ’ άλλες που ακλουθήξανε, εθώρηες τσοι ταχυνές απού
πήγαινες στη δουλειά σου, δέκα – δεκαπέντε – είκοσι κλέφτες και κρέμουντανε στσοί
κλειδωνιές και στσοί πόρτες των σπιθιώ!
Εμονομέρισέν τσοι ούλους τσοι κλέφτες ο Βασιλιάς, έστεσενε κρεμάλες στη
μεγαλύτερη πλατεία τσ’ Αλεξάντρας εκρέμασέν τζοι και τσ’ άφηκεν εκειά να τσοί θωρεί ο
κόσμος ώστ’ απου βρωμίσανε!
Τοτεσάς απόλαρενε και τον Οβραίο.
Ρωτά ο Βαρδής:
-Κι έδωκενε ο Βασιλιάς Καπτά Μανώλη και τσοι λίρες του Οβραίου;
-Δεν έμαθα. Άκουσα μόνο πως οντενέφυγενε απού το παλάτι ο Οβραίος επήρενε
ούλα τα σύνεργά ντου. Επερίσσεψεν και σκοινί και χάρισέν του το ο Βασιλιάς.
Επεράσανε μέρες. Ο Οβραίος δεν εφαίνεντονε ποθές. Και βγήκενε σουργιό στην
Αλεξάντρα πως ευρέθηκενε κρεμασμένος με το σκοινί απού περίσσεψενε, σ’ ένα δοκάρι
του σπιθιού ντου!
Ξεσκαλίζει ο Βαρδής:
Πε μας Καπτά – Μανώλη κι άλλα πράμματα απού την Αλεξάντρα. Διψούμενε να
μάθωμενε!
Κάνει ο Κόκκινος χειρονομία αδημονίας. Και καλά εβαρεθήκενε την κουβέντα. Μα
πάλι μεταγνώθει:
-Ίντα να σας σε πω μπρέ απού είστε ούλοι οι Ρεθεμνιώτες στραβοί, Κι’ ένας
άνθρωπος ως κι αν είναι καλός και κοσμογυρισμένος δε φτάνει να σας σε ξεστραβώση.
-Ο Θεός Καπτά Μανώλη να σε ξεμυστεύγη. Πε μας πράμμα.
Αρχίζει ο Καπτά Μανώλης.
-Μια μπάντα κι άλλη του Νείλου, αυτός είναι ένας ποταμός μεγαλύτερος κι απού το
Μέγα Ποταμό του Πρέβελη (!), έχουνε τοίχο χτισμένο να μην πέφτουνε τα κοπέλλια στο
νερό. Μιάν ημέρα δεν είχα δουλειά και πάω και στένομαι στο τοιχαλάκι. Δίπλα μου ήτανε
ένας κι εκράθειενε καμάκι. Εξάνοιγενε να περάση κιανείς καβρός να τονε καμακώση. Σε
λιγάκι θωρεί πράμμα στο πάτο του ποταμού και το καρφώνει. Κοντά εκολύμπανε ένας
αράπης, μπήχνει τσοι φωνές, και γεμίζει ο τόπος αίματα. Ήτανε καμακωμένη η ψ…ή ντου!
-Κι’ ίντα την κάνει Καπτά Μανώλη, τόσο μπράμα όντε σαλεύγει στο δρόμο;
-Στη μέση ντου, μωρέ βούι, τηνε τύλισσενε σαν τη ζώνη!
Τούτη η κουβέντα για την Αλεξάντρα γίνεται πολλά χρόνια μετά την… επιστροφή
του Κόκκινου από εκεί. Όταν αυτός πλέον ήτο γέρων.
Με πολλή όμως διάθεσι κομπασμό και αυταρέσκεια ήθελε να διηγήται τα
κατορθώματά του προ παντός άμα πετύχαινεν ακροατήριο πειθαρχημένο και ήρεμο που
ήθελε να τον ακούη με θαυμασμό και χωρίς αμφισβητήσεις. Τέτοια ευκαιρία δόθηκε
πρωϊνό μιας καλοκαιριάτικης μέρας έξω από το καφενείο του Γεώργη Σταγάκη στη Σωχώρα
που σε πτυσσόμενο τραπεζάκι καθόταν ο Κόκκινος, ο Βαρδής Μακρής, κείνος που γράφει
και γύρω απ’ αυτούς πολυμελέστατο ακροατήριο.
Θα ήταν μεγάλο λάθος αν οι βιογράφοι του Κόκκινου δεν σταματούσαν ιδιαίτερα
στη δεύτερη εγκατάστασί του στο Ρέθεμνος, μετά την επιστροφή του από την Αλεξάνδρεια.
Και ειδικά στο διάστημα που αυτός διεύθυνε το καφενείο του Κήπου. Οι παλιοί
Ρεθεμνιώτες θυμούνται πως εκείνος ο Κήπος δεν έχει καμμιά σχέσι με τον σημερινό που
τότε ήτο Μουσουλμανικό Νεκροταφείο (Μεζάρια).
Κείνου του καιρού ο Ρεθεμνιώτικος Κήπος, ήτο σε λόφο που ισοπεδώθηκε μετά και
χτίστηκε το σημερινό Τελωνείο.
Ως το τέλος της επαναστάσεως του 1889, ο λόφος ήτον ωχυρωμένος και χρησίμευε
για την προστασία του λιμανιού. Δεν είναι γνωστό για ποιο λόγο τότε έφυγαν απ’ αυτόν οι
Τούρκοι στρατιώτες. Ο Τουρκαλβανός στρατιωτικός γιατρός Περτέφ Εφέντης που ήτο
Ρεθεμνιώτης γαμπρός, είχε τη θυγατέρα του πλούσιου Τουρκορεθεμνιώτη Ζεϊνέλ
Καρπουζάκι την Αντιλέ και ήτο ολόκληρο το χωριό Αγιά Τριάδα δικό του, υπόδειξε στο
Δήμο Ρεθύμνης (Belediye) και κατάλαβε το λόφο. Ο εξαιρετικός επιστήμονας,
φιλάνθρωπος και πολιτισμένος γιατρός Περτέφ – Εφέντης με αυτή τη χειρονομία ήθελε να
δώση αέρα και ήλιο στους δυστυχισμένους Ρεθεμνιώτες που κατοικούσαν στην υγρασία
και τη μούχλα των ανήλιων σπιθιών της συνοικίας Κιουλούμπαση.
Ο Δήμος ισοπέδωσε την κορυφή του λόφου, φύτεψε διάφορα δέντρα και «έρποντα
φυτά», έκτισε στη μέση του δεξαμενή με μικρό πήδακα, έβαλε χρυσόψαρα, εκκαλώπισε
τον επί τόπου μικρό στρατώνα, τον έκαμε κέντρο και τον όλο χώρο ωνόμασε «Δημοτικό
Κήπο Ρεθύμνης». Τόση σημασία εδόθη στον Κήπο, ώστε έφερεν εδώ ο Δήμος τον Πρίγκιπα
Γεώργιο Ύπατο Αρμοστή των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κρήτη και σε ειδική τελετή, την 1
Οκτωβρίου 1899, φύτεψε τον φοίνικα που για πολλά χρόνια στόλιζε το τοπίο!
Διάφοροι ενοικιαστές Τούρκοι και Ρωμηοί πέρασαν από τον Κήπο. Εκείνος όμως
που τον πρόσεξε περισσότερο, ήταν ο Κόκκινος. Αυτός πρόσθεσε στη φυτεία του Κήπου
ωραία καλάμια, έσπερνε σε κανονικές αποστάσεις, κάθε χρόνο, καλλωπιστικά ξενικόσταρα
(καλαμπόκια), βασιλικούς, φούλια, γιασεμιά και καντηφέδες. Στόλισε με υποφερτά έπιπλα
της εποχής το καφενείο κι έφερε μπιλιάρδο.
Πρωϊνές ώρες το καφενείο του Κήπου δεν είχε πελατεία από μεγάλους. Και
πήγαιναν νεαροί Ρεθεμνιώτες χασομέρηδες πλουσιόπαιδα που δεν ασχολούνταν με
δουλειές να περάσουν την ώρα των μακρυά από τον πατρικό έλεγχο που τότε ήταν
αυστηρός. Στον Κήπο κάπνιζαν κανένα τσιγαράκι, έπαιζαν μπιλιάρδο, πείραζαν τον Κόκκινο
και τον προκαλούσαν να λέη τις ιδιοτροπίες και τις φαντασιώσεις του.
Των έλεγεν αίφνης πως πρωί – πρωί την Κυριακή που έβγαινε στο κυνήγι ή το
ψάρεμα, άμα συναντούσε κανένα τόχε «κακό ποδαρικό» και γύριζε πίσω. Κι αυτοί οι
αφιλότιμοι πήγαιναν κι έπιαναν όλες τις εξόδους του Κήπου και του φώναζαν:
-Καλημέρα Καπτά – Μανώλη. Ε! που πας;
Ο Καπτά Μανώλης γύριζε στη βάσι του και φώναζε:
-Αμέτε στο διάολο!
Περισσότερο ενδιαφέρο παρουσίαζαν οι ιστορίες. Θα πούμε παρακάτω μερικές
ακόμη.
Ένα πρωί «όντεν αποδιαφώτανε» σηκώθηκε και έβλεπε προς το πέλαγος. Διάκρινε
καθαρά «στο αστάχι του γιαλού», ένα βοσκό που έπλεε. Συγκέντρωσε την προσοχή του και
διαπίστωσε πως ήταν η κεφαλή ενός θεόρατου ψαργιού. Όλη τη μέρα περνούσε το σώμα
του. Και βραδάκι πέρασε και η… ουρά του!
Ο Κόκκινος ήτο και μανιώδης ψαράς και κυνηγός. Και διγάτον…
-Μιαν ημέρα εψάρευγα με καλάμι στο γυρογιάλι του Πηγιανού Κάμπου. Εβάρυνενε
το καλάμι καταλαβαίνω πως επιάστηκενε μεγαλωπό ψάρι. Κι απού την πολλή δύναμι
απούβαλα, επετάχτηκεν οπίσω μου το αγκίστρι με το ψάρι. Γροικώ τσιλιμπούρδισμα
γυρίζω και ξανοίγω κι απού την άλλη του μπάντα το αγκίστρι (ήτανε διπλό), εκράθειενε ένα
… λαγό! Σε αγκάθα καθόντανε ο κακομοίρης εχτύπησέν του το ψάρι με το αγκίστρι.
Επήγαινε να φύγη και του κάρφωξενε το ελεύθερο αγκίστρι! (Από την άλλη τη μεριά
κρατούσε το ψάρι).
Άλλο:
Μάρτη μήνα όντε ζευγαρώνουνε οι λαγοί εκυνήγουνε στη Μεσανή Χαλέπα. Εκειά
που σάλευγα πορίζανε ομπρός τρεις λαγοί. Παίζω των μια πανιστή μπαλωτέ και σκοτώνω
τσοι και τσοι τρεις. Ξανοίγω τσοι κι ήσαν οι δυό αρσενικοί και συνορίζουντανε το θηλυκό…
Άλλο:
Μια φορά ήρθενε στη θάλασσα του χωριού Κεραμέ ένα θεργιό. Ότι νάχα σιμώση
κιανένα οζό στην άμμο επορίζενε και τότρωενε. Επαίζασιν του οι χωριάτες μπαλωτές μα
δεν το περνούσαν οι μπάλλες! Απής εξαμαργιολέψανε τα ζύγωνενε τάπιανενε και
τάτρωενε. Κι άνθρωπο νάχα μπιάση θέλα τονε φάη!
Απελπιστήκανε οι γιαθρώποι και πέψανε φοράδα κι αγωγιάτη να φέρη τον Καπτά
Μανώλη τον Κόκκινο. Αυτός έξυπνος και κοσμογυρισμένος θελά τσοι γλυτώση. Επήγαιν’ ο
Καπτά Μανώλης στην Κεραμειανή γιαλιά κι ανέβηκενε σ’ ένα μεγάλο ριζιμιό χαράκι.
Εβάστανε κάντρα και σιδεράκια και γεμίζει τον εμπροθογεμή τσιφτέ-ν-του κι απού τσοι
δυο κάννες. Ύστερα λέει τω χωργιάτω.
-Φέρετε εδά ένα ρίφι να το δέσετε να φαίνεται απού τη θάλασσα στη ρίζα τούτουνε
του χαρακιού. Κι αμέτε πάντα κι άλλη να χωστήτε.
Απής εγινήκανε ούλα τουτανά είδενε το θεργιό το ρίφι κι ήρχεντονε να το φάη.
Ξαμώνει του θεργιού ο Καπτά Μανώλης στα μάθια, παίζει του και το στραβώνει.
Εχυθήκανε τα μάθια ντου και δεν εθώρειενε πράμμα. Εχάθηκενε στη θάλασσα και σε δυο
τρεις ημέρες το βρήκανε ψοφισμένο στην Τριόπετρα.
Ο Λυκούργος Καφφάτος ο ιδρυτής και επί πολλά χρόνια ευφυής διευθυντής της
τοπικής εφημερίδος «ΒΗΜΑ» ήτο φίλος του Κόκκινου και τακτικός θαμώνας του καφενείου
του Κήπου. Ένα απόγευμα πήγε και βρήκε τον Κόκκινο μοναχό, χωρίς κανένα πελάτη. Σε
ερέθισμα του Λυκούργου και εκδήλωσι θαυμασμού προς τον Κόκκινο, αυτός
ενθουσιάστηκε και του διηγήθη την επόμενη μυθιστορία. Τη σημείωσα από τον αείμνηστο
Ρεθεμνιώτη Δημοσιογράφο. Βέβαια ο Κόκκινος την έλεγε αληθινή, δεν δεχότανε
αμφισβήτησι. Και ο Λυκούργος δεν του χαλούσε την καλή διάθεσι.
Ρωτά ο Λυκούργος:
Και δεν κατέχεις Καπτά Μανώλη καμμιά ιστορία για τούτονέ τον τόπο;
Τον Κήπο
-Κατέω και θα σου την επώ. Μα να μην τη γράψης.
-Έχεις το λόγο μου.
-Επαέ, απού λες, Λυκούργο, στον Κήπο είναι μια μυστική τρύπα. Δεν τηνε κατέχει
κιανείς. Εγώ την ηύρα οντενέσκαφτα να φυτέψω ένα δεντρό. Την είδα βαθέ και σκοτεινή
και τη σκέπασα για μια. Μα δεν εφύτεψα το δεντρό εκειά. Πέρα – πέρα τόβαλα.
Μιάν αργαδυνή απής άδειασε-ν- το μαγαζί μούρθενε στο νου να μπω την τρύπα να
ιδώ ίντάναι. Εκακόβαλα πως είναι πράμμα δαιμόνοι μέσα, εκρέμασα στο λαιμό του το
χαϊμαλί μου απού με γλύττωσεν απού τσοί πολέμους ένα Τίμιο Σταυρό απού έφερα απού
τ’ Αγιονόρος, εγέμισα και τον τσιφτέ μου και τον εβάστουνε γεμάτο, άψα το καγκελωτό
φενέρι απούχω κι εμπήκα στην τρύπα. Στην αρχή εσάλευγα καβρουλιστός. Ύστερα ορθός
μα μ’ απαντήξανε νερά. Έβγαλα τα στιβάνια μου, αναμπούκωσα τη βράκα μου κι επέρασά
τα. Ύστερα έτυχενε ένας ταύκος. Επήρα φόρα, επήδηξα και βρέθηκα στη πέρα πάντα του.
Πολλές τρύπες ήσανε ετσά που σάλευγα. Και δεν εκάτεχα ποια ν’ ακλουθήξω. Έπερνα μια
και δεν έβγαινενε ποθές, εγιάερνα οπίσω. Κι ηύριχνα άλλη. Κι εγανάχτησα να βρω τη
σωστή απού όσονε πήγαινενε εστένευγενε και την επέρνουνε με την κοιλιά. Με το
πολυώρι έφταξα σε μια μεγάλη τρύπα. Εξάνοιξα απού τον πόρο της κι ήτον ομπρός μου ένα
μεγάλο χάος. Θωρώ μέσα ντου πράμματα κι εγλακούσανε, εφωνιάζανε κι εχτυπιούσανε ο
γεις το άλλο. Λέω με το νου μου.
-Μικρά, δαιμονοσπέρματα θάναι!
Ένα μ’ είδενε. Και λέει του πρώτου-ν τωνε.
-Ιδέ εκέ έναν κερατά. Να τονεπνίξωμενε!
Ο πρώτος του απαντά:
-Εστραβώθηκες μωρέ και δε θωρείς πως βαστεί κεινονά απού μας σε ξεκουμπίζει;
Το Σταυρό;
Δεν επρόλαβε να τ’ αποπή και ούλα τα δαινομικά γινήκανε άσπρος καπνός. Και
χαθήκαν από μπρός μου.
Εμπήκα στο χάος κι εσάλευγα στον πάτο του να βρω καμμιάν τρύπα. Ψηλά είδα μια
μικρή. Εσώριασα πέτρες, επάτησα απάνω και την έφταξα. Εσάλεψα κάμποσες ώρες ορθός.
Ύστερα μ’ απαντήξανε πολλά νερά. Εγδύθηκα έκαμα κόμπο τα ρούχα μου, τάδεσα στη
ράχη μου κι όσον επροχώρουνα διάκρινα… ημέρα! Έκαμα το σταυρό μου και σε λιγάκι
βρέθηκα σ’ ένα πηγάδι. Άκουσα εμιλιές από πάνω και κατάλαβα πως ήσανε χανούμισσες κι
επέρνανε νερό. Απής εφύγανε, είχε-ν- το πηγάδι πέτρες έπιανα τη μια και άφηνα την άλλη
και με τα πόδια μου επάτουνε τσ’ αποκάτω πέτρες κι εβγήκα στον ήλιο. Επαραμέρισα σ’
ένα γύρο κι εντύθηκα. Ξανοίγω καλά τον τόπο κι ήμουνε στη Φορτέζα! Εξεκίνησα νάρθω
επαέ. Οι γι’ ανθρώποι απού απαντήχνανε με ρωτούσανε:
-Από πούρχεσαι Κατεπά – Μανώλη κι’ είσαι αρματωμένος κι ολόγρος;
Ήλεγα καλημέρα κι έφευγα. Άλλο μπράμμα.
Ρωτά ο Λυκούργος:
-Από παέ στη Φορτέτζα δεν είναι 100 μέτρα και συ πορπάθειες ούλη νύχτα ως τε να
φτάξης;
-Ναι ετσάναι απού την τρύπα.
-Και δε μου τη δείχνεις κι’ εμένα Καπτά – Μανώλη να την κατέχω;
-Φχιούούού – απαντά ο Καπτά – Μανώλης. Σα σε πιάνει και σένα βρέ τηνε.
Στον Καπτά – Βαγγέλη το Γαλλιανό ένα αληθινό παλληκάρι που τίμησε την Κρήτη
όπου πήγε, διηγήθηκεν ο Καπτά Μανώλης ο Κόκκινος πως έπιασενε μια φορά μια ζουρίδα
ζωντανή. Κι’ έμαθέν την να βάνη… μασούργια!
Κι άλλες παρόμοιες ιστορίες είπεν ο Κόκκινος. Αλλά δεν σκέφτηκε κανένα να τις
αποθανατίση. Όλες φανταστικές, αλλά κάναν εντύπωσι. Ο Ρεθεμνιώτης ποιητής Γ.
Καλομενόπους, τελειώνει το τραγούδι του για τον Κόκκινο:
Ήρθαν γεράματα βαθιά
σβησμένη ολότελα η ματιά
πάψαν τα παραμύθια
«Ψεύτης ο κόσμος βρε παιδιά»
Έλεγε με βαριά καρδιά
Η μόνη που ‘πε… αλήθεια!
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΒΑΛΑΡΗ ΑΠΟ ΤΟΝ “ΚΟΚΚΙΝΟ”
Δύο ακόμα από τις ιστορίες που μας εδιηγείτο ο Κόκκινος
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΠΩΣ ο Μανώλης Χαμαράκης, με το παρανόμι «Κόκκινος», διότι
ήτο κοκκινοτρίχης, δεν ήταν συνηθισμένος καφετζής. Ήτο έξυπνος, ετοιμόλογος και στην
συζήτησή του σοβαρός και μετρημένος. Η αδυναμία του ήταν να κάνη τον καπετάνιο κι ας
του ‘λειπεν όχι μόνο το μπόι αλλά ήταν και κουτσός. Σερμαγιά για το καφενείον του, που
είχε κι ένα μπιλιάρδο, ήταν οι φαντασιώσεις του. Η μυθομανία του αυτή εξεδηλώνονταν,
όταν ΄θελα ερεθισθή από συνομιλητάς του και, προ παντός, αν του ‘βρισκες το κουμπί του.
Σε μια, λοιπόν, από τις συχνές επισκέψεις μας στο καφενείο του, τον βρήκαμεν με
ερεθισμένο τον εγωισμό του από προηγηθείσα παρέα. Του λέμεν λοιπόν…
«Ήντα ‘χεις, Μανωλάκη, και είσαι τσατισμένος;»
«Δε με παραιτάτε κι εσείς απού μου κάνετε τσοι έξυπνους…», η απάντηση.
«Στάσου δα, Μανωλάκη, μη σε παίρνει η φόρα. Εξηγήσου μας ήντα σου
συμβαίνει».
«Να, μωρέ. Εσείς θαρρείτε πως τα κατέχετε ούλα, μα κακομοίρηδες γελιέστε, γιατί
εγώ κατέω και είδα και με τα μάθια μου πράμματα που εσείς μουδέ στο όνειρό σας
μπορείτε να δήτε!»
«Στάσου δα, Μανωλάκη. Γιάντα τα ‘χης μετά μας που δε σου φταίμεν. Καλλιά δεν
είναι να μας πης να μάθωμεν κι εμείς κάτι τις από τον κόσμο που ‘χεις δη;…»
Μαλακώνει ο Μανωλάκης.
«Και ήντα να σάσε πω, απού δε κατέτε και πράμα από κόσμο. Κατέτε, μωρέ, τον
Πύργο του Αλφιέ! (Άιφελ), που είναι στην Γαλλία;»
«Ποιος είναι πάλι τούτοσας ο Πύργος του Αλφιέ: Πρώτη φορά τον ακούμεν.»
Με περιφρονητικό ύφος μας λέει…
«Και ήντα σάσε φταίω εγώ που δεν κατέχετε τον κόσμο. Αυτός, μωρέ, ο Πύργος
είναι στα Παρίσια κι ούλος είναι κτισμένος με ασημένια τάλαρα!»
«Για το Θεό, Μανωλάκη. Και ήντα λοής στέκει όρθιος…»
«Κολλημένα, μωρέ, είναι τα τάλαρα!»
Με θαυμασμό του λέμε…
«Για το Θεό! Πρωτάκουστα πράματα μας λες…»
«Ετσά, μωρέ, να τόνε δήτε, εκατόν πενήντα μέτρα ύψος απού ‘ναι, να λάμπη και να
μείνη ο νούς σας. Μόνο επαέ να ‘ρχεστε να με βρίσκετε, να ξεστραβωθήτε, να μην
κουτουλάτε σαν τζ’ άλλους Ρεθεμνιώτες!»
Άλλη πάλι φορά πήγαμεν παρέα μεγάλη, μήπως και τα καταφέρομεν και μας πη ο
Κόκκινος κάτι να γελάσωμεν, γιατί αυτό δεν ήτο τόσο εύκολο πράμα. Πολλές φορές
πηγαίναμεν και δεν άνοιγε το στόμα του, οπότε φεύγαμεν άπρακτοι.
Καθίζομεν, λοιπόν, και του παραγγέλνομεν καφέδες. Ένας όμως από μας, που το
ύφος του εκαπετανόφερνεν, του παραγγέλνει ξεχωριστά…
«Κάμε μου ένα πολλά βαρύ καφέ, Μανωλάκη».
Ο φίλος μας αυτός είχε ύφος πάντοτε καπετανίστικο επειδή, κάθε που γιορτάζαμε
μια μεγάλη νίκη μας στον πόλεμο του 1912, εξέθετε στην βιτρίνα του καταστήματος του
θείου του, που παρανόμαζαν «Ζούμπερο» και που ήταν στην οδό Τσάρου τότε, την
αρματωσιά του πατέρα του, ένα γκρά, μια διμούτσουνη μπιστόλα και απλωμένα στον πάτο
της βιτρίνας κάμποσα φυσέκια, άπαιχτα, του γκρα.
Σε λίγο φτάνει ο Μανωλάκης με τους καφέδες και μας τους σερβίρει, αλλά
ξεχωρίζει τον καφέ του φίλου μας, λέγοντάς του… «Αυτός είναι ο βαρύς ο δικός σου…» και
φεύγει.
Πάει, λοιπόν, ο φίλος μας να τραβήξη την πρώτη ρουφιά και φωνάζει έκπληκτος,
αφήνοντας το φλυτζάνι στο τραπέζι.
«Μανωλάκη, έλα παέ. Ήντα ‘ναι τούτονά που μου ‘φερες. Καφές είναι ή κάτι
άλλο;…»
Έρχεται κούτσα κούτσα ο Μανωλάκης και του λέει…
«Ήντα παράξενο θωρείς. Βαρύ δεν μου τόνε παράγγειλες; Βαρύ σου τον έκαμα!»
Γεμάτοι περιέργεια εμείς, πιάνομεν το φλυτζάνι του καφέ, που όντως ήταν βαρύ,
και το γυρίζομεν σιγά σιγά κι εχύθηκεν λίγος καφές, αλλά έπεσε και κάτι βαρύ χάμω. Το
πιάνομεν και βλέπομεν πως ήταν το μολύβι από άπαιχτη μπάλα φυσεκιού του γκρα.
Ο Μανωλάκης στέκει, μας κοιτάζει όλους και λέει…
«Ήντα παράξενο θωρείτε. Βαρύς άντρας είναι, βαρύ του τον έκαμα!!» και φεύγει
κουτσαίνοντας.
Αυτός λοιπόν ήταν ο μακαρίτης ο Κόκκινος.
(απόσπασμα από το βιβλίο του ” ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ”