Κισσός


Του Στέργιου Σπανάκη και της ομάδας ΚΡΗΤΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑ 

Χωριό και κοινότητα της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Κτισμένο στις νοτιοδυτικές ρίζες του βουνού Κέντρος σε υψόμ. 650μ. Απέχει από το Ρέθυμνο 35χμ. Οι κάτοικοί του ανέρχονται στους 204.

Πριν το 1925, ανήκε διοικητικώς στο Δήμο Αγίου Πνεύματος (η ονομασία του δήμου αυτού προέρχεται από το ομώνυμο ιστορικό μοναστήρι). Στο διάστημα 1925-1935, υπαγόταν στην κοινότητα Αδράκτου. Στην κοινότητα του Κισσού υπάγεται και ο οικισμός Κάμπος.

Για την προέλευση του ονόματος του χωριού δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Σε αναφορά του Εμ. Λαμπρινάκη στη «Γεωγραφία της Κρήτης» 1890 σημειώνεται ότι «ο Κισσός κώμη κατάρρυτος και δενδρόφυτος έπαυλις άλλοτε της πλουσίας Μαρίας, φημίζεται δια τους κισσώδεις της θάμνους όθεν φέρει το όνομα».

Για το πότε κτίστηκε ο Κισσός δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα. Το βέβαιο είναι ότι υπήρχε στη δευτεροβυζαντινή περίοδο της Κρήτης και ήταν οικισμός με μεγάλη ακμή. Απόδειξη αυτού είναι τα πολλά μνημεία που υπάρχουν μέχρι σήμερα μερικά από τα οποία είναι μοναδικά.

Τα πιο παλιά έγγραφα στα οποία αναφέρεται το χωριό με λατινικούς χαρακτήρες είναι ο κατάλογος του Barozzi (1577) και η απογραφή του «Καστροφύλακα» (1583).

Ο Κισσός τουρκοκρατήθηκε μέχρι το 1897. Τα χρόνια της δράσης των γενίτσαρων οι περισσότεροι Έλληνες είχαν φύγει από το χωριό και όσοι είχαν μείνει ζούσαν απομονωμένοι στην ανατολική συνοικία του χωριού Πέρα Ρούγα, καταφεύγοντας στις πλαγιές του Κέντρος και στο μοναστήρι του Αγίου Πνεύματος. Το μοναστήρι αυτό ανήκει στην περιφέρεια του Κισσού και δημιουργήθηκε από κάτοικο του Κισσού. Κτίστηκε από την αρχόντισσα Μαρία και στάθηκε το προπύργιο της ορθοδοξίας στην εποχή της Ενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας. Στις 15 Ιουνίου 1821 οι Τούρκοι έσφαξαν τον ηγούμενο και τους μοναχούς της μονής. Εδώ υπήρχε κρυφό σχολείο, ιεροδιδασκαλείο και στα τέλη του 19ου αιώνα η Σχολή του Αγίου Πνεύματος. Σήμερα δυστυχώς χρησιμοποιείται σαν στάβλος. Στη σχολή του Αγίου Πνεύματος σπούδαζαν τα χριστιανόπουλα από το ακριτικό νησί Γ α ύ δ ο και από άλλα χωριά της Κρήτης. Υπήρξε το τελειότερο εκπαιδευτήριο στην Κρήτη τον περασμένο αιώνα. Δίκαια πρέπει να απονεμηθεί σ’ αυτή τη μονή ο τίτλος «Το πρώτο Πανεπιστήμιο της Κρήτης». Στο κέντρο του χωριού υπάρχει ένας πύργος μάλλον βυζαντινός. Πρέπει να ήταν κατοικία της βυζαντινής αρχόντισσας Μαρίας που αναφέρει ο Λαμπρινάκης.

Τον πύργο χρησιμοποίησαν οι εκάστοτε κατακτητές ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ένα μέρος απ’ αυτόν χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους ως χαμάμ, δηλαδή ως λουτρό. Ελάχιστα υπολείμματα του μέρους αυτού σώζονται μέχρι σήμερα. Χρησιμοποιήθηκε και για κατοικία επιφανών Τούρκων. Μετά την απελευθέρωση του 1897 τον χάλασαν οι Χριστιανοί, όπως όλα τα τουρκόσπιτια εκτός από ένα τοίχο που λόγω στερεότητας δεν μπορούσαν να χαλάσουν.

Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1867, οι Τούρκοι έκαψαν τον Κισσό μαζί με τα χωριά Δουμαεριό, Ακάμια και Πλατανέ εκδικούμενοι τους Χριστιανούς για τις σοβαρές απώλειες που είχαν στις μάχες στο Γερακάρι και στον Τράχηλα. Ένα χρόνο αργότερα στα υψώματα πάνω από τη μονή του Αγίου Πνεύματος σκοτώθηκαν 200 εθελοντές Μανιάτες από το σώμα του Πετροπουλάκη που ονομαζόταν «Πιάπηδες» και τους φιλοξενούσαν στον Κισσό.

Εκτός από το βυζαντινό πύργο στο χωριό υπάρχει και ένα υδραγωγείο, βυζαντινής εποχής και αυτό με πολλά διακοσμητικά στοιχεία. Στο χωριό του Κισσού υπάρχουν ακόμη τέσσερις εκκλησίες: της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, που αναφέρεται και από τον Giuseppe Gerola. Κτίστηκε τον 13-15 αιώνα. Κτήτορας της εκκλησίας είναι ο Δημήτριος Βεργίλης. Υπάρχει και τοπωνύμιο στην περιφέρεια του Κισσού που ονομάζεται Βεργίλης. Ασφαλώς θα ήταν κτήματα της οικογένειας Βεργίλη που έζησαν στο χωριό την υστεροβυζαντινή με πρωτοενετική περίοδο, της Γέννησης της Θεοτόκου, το καμπαναριό της οποίας κτίστηκε το 1901 και είναι σπουδαίας τέχνης, του Αγίου Ιωάννη στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού, που σώζονται πολύ καλά οι αγιογραφίες του, της Αγίας Παρασκευής, ερειπωμένος ναός, που όμως σε μερικά σημεία του φαίνονται αρκετά καλά οι τοιχογραφίες του.

Στο βουνό Κέντρος πάνω στο οποίο είναι κτισμένος ο Κισσός, ο θρύλος το θέλει με εκατόν μία πηγές που μια από αυτές είναι αθάνατη. Η πηγή αυτή είναι κρυμμένη και δεν φανερώνεται. Όποιος βρει την πηγή αυτή και πιει από το αθάνατο νερό της δεν πεθαίνει.

Μια μακρινή αφήγηση του θρύλου, που σώζεται μέχρι τις μέρες μας είναι η εξής:

Κάποτε η αθάνατη πηγή φανερώθηκε σε κάποιους οδοιπόρους, μερικοί απ’ αυτούς πήγαν να πλύνουν σαρδέλες για να φάνε και αυτές ζωντάνεψαν και έφυγαν. Ξαφνιασμένοι, δεν εκμεταλλεύτηκαν το περιστατικό να πιούν από το νερό της πηγής, αλλά έτρεξαν να φωνάξουν τους συντρόφους τους, γυρίζοντας όμως η πηγή είχε εξαφανιστεί. Επίσης υπάρχει και η εξής παραλλαγή δημοτικού τραγουδιού σχετική με το βουνό Κέντρος.

Τρία βουνά μαλώνανε κ’ είναι να σκοτωθούσι,

το Κέντρος, και το Σφακιανό και τ’ άλλο ο Ψηλορείτης

το Κέντρος το μικρότερο τωνε μηνά μαντάτα:

Σωπάτε σεις το δυο βουνά μην περισσοκαυχάστε

μα γω ‘μαι το μικρότερο μ ‘χω εκατό μια βρύση

κι έχω αθάνατο νερό, π’ άνθρωπος δε το βρίσκει.

Αφήστε μια απάντηση