Η ΣΚΛΑΒΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΣΣΑ


(Από τους θρύλους του τόπου μας)

του Βασίλη Γ. Χαρωνίτη
Διδασκάλου


Η Σκεπαστή είν’ ένα μικρό χωριό που βρίσκεται πάνω στον εθνικό δρόμο Χανιά – Ηράκλειο, λίγα
χιλιόμετρα μετά το Πάνορμο Μυλοποτάμου.
Παλιότερα η Σκεπαστή ζούσε σε τούτη την ήσυχη κι απόμερη γωνιά, μακριά από το θόρυβο και
την πολυκοσμία. Ούτε η βοή της θάλασσας καλά – καλά δεν άκουγε κι ας βρίσκονταν πολύ κοντά
της, γιατί την κρύβουν μια σειρά λόφοι. Μονάχα ο ήλιος τη συντρόφευε, έτσι όπως είναι μεσημβρινά
χτισμένη κι έχει στο βλέμα της τον καταπράσινο απ’ τις ελιές Περαμαθιανό κάμπο.
Τώρα ο πολυσύχναστος δρόμος άλλαξε την εικόνα: Αυτοκίνητα, μικρά και μεγάλα περνούνε
ασταμάτητα από την άκρη του χωριού κι εκατοντάδες άνθρωποι ρίχνουν καθημερινά τ’ αχόρταγα
μάτια τους πάνω στα κάτασπρα σπίτια. Μερικοί ανεβαίνουν ίσαμε την πλατεία όπου αφήνουν τ’
αυτοκίνητά τους και με τα πόδια περιδιαβαίνουν τα στενά του χωριού, αποθαυμάζουν τα όμορφα
καμαρόσπιτα, φτάνουν στη διμάρτυρη εκκλησιά μπαίνουν μέσα και παραξενεμένοι διαβάζουν τις δυό
συγκλονιστικές επιγραφές που βρίσκονται στην εσωτερική πλευρά του νοτικού τοίχου.
Η πρώτη, με επιτακτικό τρόπο παραγγέλνει:
<< Όντε θα πας στη Σκεπαστή την ανασκεπασμένη
χτισ’ εκκλησιά διμάρτυρη για με την κολασμένη>>.
Η άλλη, έρχεται σαν απάντηση της προηγούμενης και βεβαιώνει ότι:
<<Εκτίσθη ο θείος ναός της υπεραγίας θεοτόκου δια εξόδου του Νικοδήμου ιερομονάχου του
Ταρμάρο, από ’καμε η πρεσβυτέρισά του σκλάβα εικοσιοχτώ χρόνους και ήρθε…>>.
Τί κρύβεται πίσω απ’ αυτά τα λόγια; Ποιός και γιατί τά ’γραψε;
Αν ζητήσεις να σου εξηγήσουν τη σημασία τους θα ζωντανέψουν μπροστά σου κουρσάρικες
επιδρομές και θα ξεδιπλωθεί μια τραγωδία που την κρατεί ζηλότυπα η μνήμη των κατοίκων άσβηστη
απ’ τα χρόνια:
Τα ελληνικά νησιά και προπαντός η Κρήτη υπόφεραν, χρόνια και χρόνια, φριχτά μαρτύρια απ’ τις
κουρσάρικες επιδρομές. Σαν θεομηνίες ξεσπούσαν πάνω της καίγοντας, αρπάζοντας, λεηλατώντας.
Όπως γράφει ο Φώτης Κόντογλου: <<Από τον καιρό που είχανε ξεμπαρκάρει στην Ανατολή οι
Σταυροφόροι για να πάρουνε τον άγιο τάφο από τους μωχαμετανούς, κουρσεύανε τις θάλασσες οι
αραπάδες της Αφρικής… που τους λέγανε μ’ ένα όνομα Μπαρμπερίνους ή Μπαρμπαρέζους. Ύστερ’
από το 1500 αυτοί οι κουρσάροι φτάξανε σε μεγάλη δύναμη, γιατί άρχισε να λιγοστεύει η δύναμη της
Βενετιάς που βαστούσε τις θάλασσες. Τότες φάνηκε ο φημισμένος και φοβερός Μπαρμπαρόσας, που
ρήμαξε τα ελληνικά μέρη…>>.
Η Κρήτη έζησε φριχτές ώρες: Στις 24 Ιουνίου 1537 εκείνο το ανθρωπόμορφο θεριό, ο
τρομερότερος πειρατής απ’ όσους φάνηκαν στη Μεσόγειο, ο πατριάρχης των κουρσάρων, όπως
ονομάστηκε, με στόλο από 217 πολεμικά και φορτηγά πλοία έκαμε απόβαση στο Ρέθυμνο και στα
1538 κατάστρεψε το φρούριο του Πανόρμου.
Η Σκεπαστή έζησε τούτο το αιματοκύλισμα.
Λίγα χρόνια αργότερα ένας άλλος φοβερός αρχιπειρατής ο αλγερίνος Ουλούζ – Αλής, μια από τις
θηριωδέστερες μορφές της εποχής εκείνης, <<εφώρμησε κατάτης βορείου της νήσου παραλίας μετά
πεντήκοντα πλοίων και αποβιβάσας μαχητάς, πρώτον μεν δια πυρός και σιδήρου τας κώμας
ηρήμωσεν, έπειτα δε την Ρεθύμνην… ανέτρεψεν>>.
Σε κάποια απ’ αυτές τις επιδρομές, η Σκεπαστή κουρσεύτηκε αλύπητα: της πήραν ό,τι πιό καλό,
ό,τι πιό πολύτιμο είχε: τους ανθρώπους της. Τις κοπέλες που δεν πρόφτασαν να φύγουν μακριά, σε
μέρη που να μην τις έβρισκαν και τα παλικάρια που λαβώθηκαν ή πιάστηκαν στη μάχη.

Ανάμεσα στους σκλάβους ήταν κι ο ιερέας της Σκεπαστής με την όμορφη γυναίκα του. Τους
έριξαν όλους μαζί στ’ αμπάρι με βρισιές, φωνές και χτυπήματα κι ετοιμάστηκαν ν’ ανοιχτούν στο
πέλαγος.
Μα το καράβι δεν ξεκινούσε. Σαν να το κρατούσε κάποιος σφιχτοδεμένο κοντά στην ακτή. Οι
προσπάθειες των κουρσάρων να το κινήσουν πήγαιναν χαμένες. Άρχισαν να βάζουν χίλια δυό στο
νου τους, ώσπου κάποιος θυμήθηκε τον ιερέα που είχαν ανάμεσα στους σκλάβους κι είπε στον
αρχιπειρατή ότι σίγουρα ο παπάς θά’ ταν η αφορμή που το καράβι δεν πήγαινε μπροστά. Τον
έβγαλαν έξω, χωρίς να τον πειράξουν και μονομιάς το πειρατικό, σαν να λύθηκε από κάποια δεσμά,
έκοψε δρόμο…
Μερικοί λένε πως όταν η παπαδιά κατάλαβε ότι δεν ξεκινούσε το καράβι, θέλοντας να βοηθήσει
τους χωριανούς της είπε ότι τους τιμωρεί ο Θεός για την άνομη πράξη τους να σκλαβώσουν αθώους
ανθρώπους. Οι κουρσάροι φοβισμένοι από την ανεξήγητη ακινητοποίηση του πλοίου τους άφησαν
λεύτερο μονάχα τον παπά και το καράβι πήρε δρόμο…
Άλλοι όμως υποστηρίζουν ότι τα πράγματα δεν έγιναν έτσι: Ο παπάς, λέει, την ώρα της μεγάλης
συμφοράς έλειπε μακριά κι όταν γύρισε βρήκε το χωριό του ρημαγμένο και το σπίτι του άδειο.
Τόσος ήταν ο πόνος που δοκίμασε, ώστε αποφάσισε να φύγει και να μη γυρίσει πίσω αν δεν
έβρισκε την παπαδιά του.
Κάλεσε τους χωριανούς και τους είπε την απόφασή του. Εκείνοι τρόμαξαν και του θύμησαν τους
κινδύνους που θά’ χει μια τέτοια αναζήτηση. Μα ο παπάς ήταν αμετάπειστος. Ή θά ’βρισκε την
παπαδιά ή θα χάνονταν κι αυτός.
Έτσι, μη μπορώντας να του προσφέρουν τίποτα καλύτερο, του ευχήθηκαν βοήθεια απ’ το Θεό και
τον αποχαιρέτησαν, συνοδεύοντάς τον ίσαμε το Πάνορμο απ’ όπου βρήκε καράβι κι έφυγε…
Στην Αλεξάντρεια και στο Αλγέρι, σ’ όλη τη Μπαρμπαριά, στα μικρά και μεγάλα λιμάνια, παντού
όπου οι κουρσάροι γύριζαν με τους θησαυρούς που είχαν αρπάξει, ένας πικραμένος άνθρωπος έψαχνε
αναζητώντας την γυναίκα του. Ήταν ο παπάς από τη Σκεπαστή Μυλοποτάμου, που ποιός ξέρει
ύστερα από πόσες περιπέτειες και βάσανα πάτησε το πόδι του στην αφιλόξενη τότε βόρεια Αφρική.
Τη μια πόρτα άφηνε και την άλλη χτυπούσε. Αλλού τον έβριζαν, αλλού τον περιγελούσαν κι
αλλού, δίδοντάς του ένα ξεροκόματο, τού ’λεγαν να χτυπήσει σε κάποιο άλλο σπίτι. Είδε πλούσιους,
είδε αρχόντους, είδε φτωχούς, είδε σκλάβους. Τη γυναίκα του πουθενά.
Η βροχή και το κρύο, ο χειμώνας και το καλοκαίρι, άφησαν πάνω του τα ίχνη τους. Και τα χρόνια
περνούσαν… Ο παπάς έψαχνε ασταμάτητα. Κοιμήθηκε σε χάνια, σπηλιές, κάτω από δέντρα, σε
κάποιες αυλές φιλόξενων σπιτιών. Γνώρισε πείνα και δίψα. Τα ρούχα του έλιωσαν, τα μαλλιά του
άσπρισαν, μα η καρδιά του δεν τό ’βαζε κάτω. Η απόφασή του, μια και μοναδική, ήταν αμετακίνητη:
Ή θά ’βρισκε την παπαδιά του ή δεν θα γύριζε ποτέ…
Πολλές φορές, με δάκρυα στα μάτια διηγήθηκε σ’ άγνωστους ανθρώπους, σε σπίτια και σε χάνια
την πικραμένη ιστορία του και παρακαλούσε να του πουν πού βρίσκονταν σκλάβοι από την Κρήτη να
τους ρωτήσει…
Βήμα βήμα περπάτησε τη βόρεια Αφρική, χωρίς αποτέλεσμα. Το μόνο που κατάφερε να μάθει
ήταν πως τότες που άρπαξαν τη γυναίκα του, άνθρωποι απ’ την Κρήτη πουλήθηκαν σε τούρκικα
λιμάνια.
Έφυγε για την Πόλη μα κι εκεί στάθηκε άτυχος. Καμιά πληροφορία, καμιά ελπίδα. Όλα σκοτεινά
και μαύρα…
Πήρε τα παράλια της Ιωνίας και βρέθηκε στη Σμύρνη. Στην είσοδο της πόλης ένας χανιτζής τον
λυπήθηκε και τού ’δωσε ένα ποτήρι κρασί. Σαν άκουσε όμως την τραγική ιστορία του τού ’δωσε και
μια γωνιά να κοιμάται όσον καιρό θα ’μενε στην πόλη τους.
Κι άρχισε η αναζήτηση. Από πόρτα σε πόρτα κι από δρόμο σε δρόμο. Αλλού τον έδιωχναν, αλλού
τον περιγελούσαν κι αλλού τού ’διναν ένα ξεροκόματο και τον έστελναν σ’ άλλο σπίτι.
Ένα απομεσήμερο χτύπησε την πόρτα ενός αρχοντόσπιτου. Του άνοιξε μια γυναίκα, τον έβαλε
μέσα στην αυλή και τον ρώτησε τί ήθελε. Εκείνος είπε τί ζητούσε. Η γυναίκα τον άφησε, μπήκε μέσα

στο σπίτι και σε λίγο ξαναγύρισε κρατώντας ένα ολόκληρο ψωμί. Του τό ’δωσε και τού ’πε αλλού να
ψάξει για τη γυναίκα του.
Το βράδυ γύρισε στο χάνι, κάθισε στη γωνιά του κι έβγαλε να κόψει το ψωμί. Μα το μαχαιράκι
χτύπησε σε κάτι σκληρό. Άνοιξε τότε το ψωμί στα δυό με τα χέρια του κι έκπληκτος είδε χρυσά
φλουριά να πέφτουν στα πόδια του μαζί μ’ ένα σημείωμα που έγραφε:
<<Όντε θα πας στη Σκεπαστή την ανασκεπασμένη
χτίσ’ εκκλησιά διμάρτυρη για με την κολασμένη>>.
Απόμεινε άλαλος… Η γυναίκα του!… Αυτή πρέπει να βρίσκονταν στο αρχοντόσπιτο και τού
’δωσε το ψωμί με τα φλουριά και το σημείωμα…
Χωρίς καθυστέρηση έτρεξε πίσω σ’ εκείνο το σπίτι και χτύπησε την πόρτα, μα δεν του άνοιξαν.
Ξαναπήγε την επομένη, μα οι υπηρέτες τον αποπήραν και τον περιγέλασαν. Κατάλαβε: Τη γυναίκα
του δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ…
Αποφάσισε να γυρίζει στη Σκεπαστή και να κάμει όσα έγραφε το σημείωμα…
Ύστερα από λίγον καιρό στη Σκεπαστή χτίζονταν μια διμάρτυρη εκκλησιά, αφιερωμένη στην
Παναγία και στον Άη – Νικόλα… Μα η ιστορία δεν τελειώνει εδώ: Στη Σμύρνη η παπαδιά δεν
ησύχαζε. Κι ένα πρωί, λέει, την ώρα που έγερνε στην αφέντη της να πλυθεί, αναστέναξε τόσο
πικραμένα που εκείνος απόρησε και τη ρώτησε τί έχει. Η παπαδιά, σύμφωνα με την παράδοση,
απάντησε:
<<Σήμερο είναι του Σταυρού, ταχιά τ’ Αγιού Νικήτα
και γίνεται στο σπίτι μου μεγάλο πανηγύρι>>.
Ο τούρκος αφέντης την κοίταξε περιγελαστικά και θέλοντας να την κοροιδέψει στην πίστη της της
είπε:
<<Αν έχει δόξα ο Σταυρός και χάρη ο Άη Νικήτας
Θε να βρεθείς στο σπίτι σου μ’ ό,τι βαστάς στη χέρα>>.
Στη στιγμή, λέει, χάθηκε απ’ τα μάτια του και βρέθηκε στο σπίτι της, στο χωριό της. Τούτος ο
γυρισμός αναφέρεται με συγκλονιστική λιτότητα στην επιγραφή που βρίσκεται στην εκκλησιά και θα
χαράχτηκε εκείνα τα χρόνια…
Στη Σκεπαστή Μυλοποτάμου ακόμη το θυμούνται!… Κι αν πάτε στο χωριό καμιά φορά θα σας
ανοίξουν τη διμάρτυρη εκκλησιά, όπου θα δείτε τις συγκλονιστικές επιγραφές, θα σας διηγηθούν την
ιστορία και ύστερα έξω θα σας δείξουν ένα βράχο που βρίσκεται δίπλα στον αυλότοιχο του ναού. Θα
σας βεβαιώσουν ότι πάνω σ’ αυτόν αρπάχτηκε η παπαδιά και γαντζώθηκε πάνω του με τόση δύναμη,
που χρειάστηκε να έρθουν πολλοί κουρσάροι να την αποσπάσουν…
Ύστερ’ απ’ αυτά εσύ δεν ξέρεις αν σου διηγούνται ένα θρύλο ή αν ζεις μια φοβερή
πραγματικότητα απ’ αυτές που τόσες φορές έζησε η Κρήτη μας*…

Χανιά, Μάρτης, 1983

  • Εκφωνήθηκε από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Χανίων, στις 31-3-1983.

Αφήστε μια απάντηση