του Κ.Ι. ΠΕΤΡΙΤΗ Επιτ. Εκπαιδευτικού Συμβούλου

Συμπληρώνονται εφέτος τριάντα (30) χρόνια από την ίδρυση της Μαθητικής
Κατασκηνώσεως Αρκαδίου (1949) και σκόπιμο θεωρούμε να γράψουμε το ιστορικό της. Με
μεγάλη συντομία, γιατί ο χώρος του «Προμηθέα» είναι πολύτιμος.
Ο υποφαινόμενος τοποθετήθηκε Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων Α΄ Περιφερείας
Ρεθύμνου, τον Αύγουστο του 1947 και βρήκε τις μαθητικές κατασκηνώσεις του Νομού
Ρεθύμνης, αρμοδιότητας Υπουργείου Παιδείας, να λειτουργούν ενιαία σε μια ωραία
τοποθεσία του Μέρωνα – Αμαρίου, κατά τρόπο άρτιο, υπό την αιγίδα της Β΄ Εκπαιδευτικής
Περιφερείας Ρεθύμνης (Επιθεωρητής κ. Π. Κασσιμάτης και Αρχηγός ο αξέχαστος Στέργιος
Παπαδάκης).
Εν όψει της επόμενης κατασκηνωτικής περιόδου (1948) εκρίθη σκόπιμο να
δημιουργηθεί αυτοτελής κατασκήνωση Α΄ Περιφερείας Ρεθύμνης, ώστε να διπλασιαστεί ο
αριθμός των φιλοξενουμένων μαθητών.
Η εξεύρεση κατάλληλου κατασκηνωτικού χώρου αποτελεί πολύ δύσκολη υπόθεση,
διότι απαιτείται η συνύπαρξη πολλών ευνοϊκών συνθηκών. Μετά πολλές αναζητήσεις,
επελέξαμε το χώρο που βρίσκεται ανάμεσα στους οικισμούς Πασσαλίτες και
Μελισσουργάκι της επαρχίας Μυλοποτάμου, όπου η κατασκήνωση ελειτούργησε
απρόσκοπτα κατά το θέρος του 1948.
Εν τούτοις, από το Νοέμβριο του 1948 επεσημάναμε νοτίως της Μονής Αρκαδίου,
την τοποθεσία (μοναδική στο είδος της) Κ ο υ κ ο υ ν α ρ ι έ ς, ελάβαμε δε σχετικώς και τη
γνώμη του αείμνηστου εκπαιδευτικού συμβούλου Γεωργίου Ζομπανάκη. Γενομένης
αυτοψίας την 24 Μαρτίου 1949 υπό της αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας, ο
χώρος εκρίθη υπέροχος. Ηγούμενος της Μονής ήταν ο έξοχος εκείνος και αλησμόνητος
Διονύσιος (Ψαρουδάκης), ο οποίος προθυμότατα παραχώρησε όσην έκταση του εζητήσαμε
και ενθουσιωδέστατα μας υποσχέθηκε παντοειδή αρωγή και διευκολύνσεις εκ μέρους της
Μονής. Και ήταν απαραίτητη η αρωγή της Μονής, διότι ναι μεν ο χώρος ήταν ιδεώδης,
αλλά η Κατασκήνωση είχε να αντιμετωπίσει τεράστιες δυσκολίες. Όχι μόνο τις δυσκολίες
που είναι αναπόφευκτες σε κάθε πρώτη εγκατάσταση, αλλά και παντοειδείς ελλείψεις σε
υλικό. Και, πάνω απ’ όλα, είχε ν’ αντιμετωπίσει την απόσταση από του τέρματος της
λεωφορειακής γραμμής εις Αμνάτο (εκείθεν υπήρχε μόνον ημιονική οδός κατά μήκος του
φαραγγιού). Και, το ακόμη δυσκολότερο, την απόσταση από το νερό (πηγή στο βάθος του
φαραγγιού).
Είχαμε πλήρη τη συναίσθηση ότι επρόκειτο για άκρως ριψοκίνδυνο τόλμημα, αλλά
είχαμε ακλόνητη εμπιστοσύνη στον ενθουσιασμό, την αυταπάρνηση και την ικανότητα των
στελεχών, ιδιαιτέρως του Αρχηγού Εμμανουήλ Παπαδάκη (διδασκάλου και εφημερίου
Αλφάς) και του Διαχειριστή, αείμνηστου Πέτρου Βασιλακάκη (διδασκάλου Πηγής).
Η προσφορά και των δύο υπήρξε ανεκτίμητη. Εξ ίσου βασιστήκαμε και στην
επικουρία της Μονής. Το ηγουμενοσυμβούλιο αποτελούσαν τότε (1949) οι Διονύσιος
Ψαρουδάκης, Θεόκλητος Βολακάκης και Τίτος Μαρκίδης. Αλλά και οι άλλοι μοναχοί, με
επικεφαλής τον Γαβριήλ Κλάδο, υπήρξαν υποστηρικτές της Κατασκηνώσεως. Έτσι οι
ελπίδες και οι προσδοκίες μας δικαιώθηκαν.
Τις σκηνές δανειστήκαμε από την Ε.Μ.Σ. Χανίων (Επιθεωρητής ο αείμνηστος Ι.
Βαλέργας). Πάγκους, είδη μαγειρείου, είδη τραπεζαρίας και παντοειδές άλλο υλικό
κατασκευάσαμε ή προμηθευθήκαμε συν τω χρόνω. Η αρχική μεταφορά του βαρέως υλικού
(σκηνές, κρεβάτια, τραπέζια, κλπ.) δια ζώων από Αμνάτο εις Αρκάδι αποτέλεσε άθλο.
Επετεύχθη δια ζώων, κυρίως της Μονής.
Η καθημερινή μεταφορά τροφίμων, υλικού, επισήμων επισκεπτών, αποτέλεσε
άλλον άθλον.
Προς τούτο η Μονή μας παραχώρησε μονίμως ένα ζώο, εκτάκτως δε και
περισσότερα. Προσέφεραν όμως και τα γύρω χωριά δωρεάν ανά δύο ζώα εναλλάξ. Προς
περιορισμό των μεταφορών, το ψωμί επρομηθευόμεθα όχι εκ της αγοράς, αλλά
προσελάβαμε έναν αρτεργάτη, ο οποίος το παρεσκεύαζε στο φούρνο της Μονής.
Αληθινά, η Κατασκήνωση εγαλουχήθη στο λίκνο της Μονής, έως ότου ανδρωθεί.
Όταν έληξε η κατασκηνωτική περίοδος (1949), το υλικό αποθηκεύτηκε στη Μονή
και έτσι αποφύγαμε τις μεταφορές.
Σε όλη αυτή την προσπάθεια είχαμε τη συμπαράσταση του Θεοφιλέστατου
Επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ.κ. Αθανασίου (Αποστολάκη), ο οποίος ήταν και
επίτιμος πρόεδρος της Ε.Μ.Σ.
Κατά τα λοιπά, η σύνθεση της Επιτροπής Μαθητικών Συσσιτίων και Εξοχών Α΄
Περιφερείας Ρεθύμνης κατά το θέρος του 1949 είχε ως εξής:
Πρόεδρος, ο Επιθεωρητής Κ. Πετρίτης.
Αντιπρόεδρος, ο Νομίατρος Στυλ. Αληγιζάκης.
Ταμίας, ο Διευθυντής της Τραπέζης Αθηνών Ιωάν. Μπιμπίρης
Μέλη, οι έγκριτοι Ρεθύμνιοι κ.κ. Ιωσήφ Χομπίτης, Γεώργ. Βουγιούκαλος, Γεώργ.
Μαμαλάκης, Εμμ. Φραγκιαδάκης, Αθηνά Περιστερίδου, Φωφώ Τζιφάκη
Γραμματέας ο κ. Γεώργ. Μπαρμπούνης, δ/λος Περιβολίων
Αυτό ήταν το Επιτελείο.
Έτσι πραγματοποιήθηκε η πρώτη, η ηρωική φάση της Κατασκηνώσεως. Ακολούθησε
δεύτερη, εξ ίσου ηρωική.
Ο διδάσκαλος Κυριάννας, κ. Γ. Στεφανάκης, αυθορμήτως εμεσολάβησε στον
εξάδελφό του κ. Κ. Μητσοτάκη (τότε Υφυπουργό Οικονομικών), ο οποίος εχορήγησε
πίστωση με την οποία διανοίχτηκε αμαξιτή οδός από Αμνάτο μέχρι της θέσεως «Πατάρι».
Έτσι, κατά την επομένη κατασκηνωτική περίοδο (1950) οι μεταφορές μας διευκολύνθηκαν
κατά πολύ.
Ομοίως, με τη μεσολάβηση του εκπαιδευτικού συμβούλου Γεωργίου Ζομπανάκη
(μετείχε στην Κ.Ε.Μ.Σ.), το Υπουργείο Παιδείας μας παρεχώρησε πίστωση με την οποία
έγινε η ύδρευση της Κατασκηνώσεως. Έγινε υδρομάστευση των πηγαίων νερών στο βάθος
του φαραγγιού, ανηγέρθη οίκημα και κατασκευάστηκε συλλεκτήριος δεξαμενή. Στο οίκημα
εγκαταστάθηκε υδραντλία, η οποία ανέβαζε το νερό σε ύψος 120 μέτρων, ως την είσοδο
της Μονής, όπου έγινε δεξαμενή εναποθηκεύσεως. Από εκεί, με ελεύθερη ροή, το νερό
έφτανε ως τον κατασκηνωτικό χώρο. Αυτό, για την εποχή εκείνη, αποτέλεσε τεχνικό
επίτευγμα, η τιμή του οποίου ανήκει στον τότε προϊστάμενο Τεχνικών Υπηρεσιών
Νομαρχίας Ρεθύμνης κ. Στ. Αγγελιδάκη (εν πολλοίς και στην ευσυνειδησία του εργολάβου
κ. Χαρ. Αραχωβίτη). Πράγματι, πολλοί είχαν φοβηθεί ότι το νερό δεν θα ανέβαινε από τη
συλλεκτήριο δεξαμενή στη δεξαμενή εναποθηκεύσεως, δεδομένου ότι παρόμοια απόπειρα
στο Γαράζο (και σε πηγάδι μικρού βάθους) είχες αποτύχει.
Η μεταφορά των αναγκαίων υλικών, και ιδίως των σιδηροσωλήνων, από Αμνάτο εις
Αρκάδι, έγινε δια των ζώων της Μονής, αντιλαμβάνεται δε ο καθένας το μέγεθος και τη
δυσκολία του εγχειρήματος. Τα ζώα βέβαια ήταν εξαίσια. Το αποκορύφωμα όμως υπήρξεν
η δια ζώου της Μονής μεταφορά της υδραντλίας. Οι διδάσκαλοι οι οποίοι την ωργάνωσαν
και την επέβλεψαν υπήρξαν αφανείς ήρωες.
Αρχηγός, κατά τη φάση αυτή, ανέλαβε ο κ. Νικόλαος Περάκης (δ/λος Σκουλουφίων)
και κατόπιν ο κ. Εμμανουήλ Καλούδης (δ/λος Αγγελιανών). Διαχειρισταί ο αείμνηστος
Άριστος Παπαδάκης (εκ Δοξαρώ) και ο κ. Εμμαν. Τρανταλίδης (Ορφανοτροφείου
Ρεθύμνης), αποθηκάριος ο αείμνηστος Κων/νος Νικολουδάκης (δ/λος Ελευθέρνης). Αυτοί
ήταν το τοπικό επιτελείο κατά τη νεώτερη φάση της Κατασκηνώσεως.
Έγινε περίφραξη του κατασκηνωτικού χώρου δια συρματοπλέγματος, συμπλήρωση
της υδρεύσεως, εμπλουτισμός του υλικού.
Ηγούμενος της Μονής ανέλαβε ο εκ Μαργαριτών Μυλοποτάμου αείμνηστος
Θεόκλητος (Βολακάκης).
Επί των ημερών του, και με την έγκριση των προϊσταμένων του Εκκλησιαστικών
Αρχών, έγινε η επίσημη παραχώρηση του κατασκηνωτικού χώρου προς το Υπουργείο
Παιδείας, δια συμβολαιογραφικής πράξεως. Αυτό άλλως τε ήταν απαραίτητη προϋπόθεση
για την ανέγερση κοιτώνων και λοιπών μονίμων εγκαταστάσεων (περί της οποίας,
κατωτέρω). Το γεγονός αξίζει ιδιαιτέρας εξάρσεως, διότι πρόκειται περί μεγάλης εκτάσεως
(100 στρέμματα, περίπου), εκλεκτής ποιότητος εδάφους, με 100 περίπου πανύψηλες
κουναριές και πληθώρα άλλων δένδρων και θάμνων, εις τα πρόθυρα δε της Μονής.
Άλλο σημαντικότατο επίσης επίτευγμα, υπήρξε η διάνοιξη αμαξιτής οδού από Βιράν
Επισκοπής μέχρι της Μονής Αρκαδίου και μέχρι του κατασκηνωτικού χώρου. Έτσι, οι
μεταφορές της Κατασκηνώσεως γίνονταν ακόπως πλέον, μέσω της επαρχίας
Μυλοποτάμου. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ο ηγούμενος Θεόκλητος και οι μοναχοί Γαβριήλ και
Τίτος. Η πρωτοβουλία όμως και η μεγάλη τιμή ανήκει στους διδασκάλους κ. Ν. Περάκη και
αείμνηστο Κ. Νικολουδάκη. Συγκεκριμένα, υπήρχε τότε ένα πρόγραμμα εκτελέσεως
κοινωφελών έργων υπό τον τίτλο «Πρόνοια – Εργασία».
Οι προαναφερθέντες διδάσκαλοι εφρόντισαν να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα
αυτό και η κατασκευή της οδού Βιράν Επισκοπής, – Αρκαδίου και εμερίμνησαν να
ολοκληρωθεί το έργο. Επρωτοστάτησαν δε και στη συλλογή χρημάτων για το σκοπό αυτό,
συνεισέφεραν μάλιστα και οι ίδιοι , καθώς και μοναχοί, στον έρανο. Και πάλι η συμβολή
του μηχανικού κ. Στ. Αγγελιδάκη υπήρξεν ανεκτίμητη.
Έτσι, η Μαθητική Κατασκήνωση Αρκαδίου εστερεώθη, και η λειτουργία της υπήρξεν
υποδειγματική. Όπως το είχαμε προβλέψει, πολλές άλλες κατασκηνώσεις σε όλη την
Ελλάδα έσβησαν, η Μ.Κ. Αρκαδίου όμως μένει και θα μένει στο διηνεκές, συμβολίζοντας τη
σύνδεση ανάμεσα στο ένδοξο ιστορικό παρελθόν της Φυλής, που ενσαρκώνει το
μοναστήρι, με το μέλλον και την ελπίδα του Έθνους, που είναι τα παιδιά.
Από του θέρους 1949 αποβλέψαμε στην ανέγερση μονίμων εγκαταστάσεων, ευθύς
ως ήθελαν εκτελεσθεί τα έργα υποδομής (ύδρευση και δρόμος). Παρακαλέσαμε προς
τούτο τον αρχιτέκτονα μηχανικό και επιμελητή του Πολυτεχνείου κ. Κ. Ζαχαράκη να
επιληφθεί του θέματος.
Πράγματι, ο κ. Ζαχαράκης προέβη σε σχετικές προτάσεις για την τοπογράφηση του
χώρου (την επραγματοποιήσαμε αργότερα) και τη σύνταξη μελέτης μονίμων
εγκαταστάσεων για 320 κατασκηνωτές και με πρόβλεψη χειμερινού πρεβαντόριου για 80
τροφίμους.
Δυστυχώς οι προτάσεις απορρίφτηκαν, με το αιτιολογικό ότι το Υπουργείο θα
εκπονήσει ενιαία μελέτη για όλες τις κατασκηνώσεις του κράτους. Εμείς απαντήσαμε στο
Υπουργείο Παιδείας ότι η έξοχη ιδιομορφία της Μονής Αρκαδίου και του συγκεκριμένου
κατασκηνωτικού χώρου δεν επιτρέπει ούτε αυτοσχεδιασμούς του υποφαινομένου, ούτε
υπαγωγή στο καλούπι το οποίο θα καταρτίσουν οι τεχνικοί του Υπουργείου για όλη τη
χώρα. Και ότι δια της βαθμιαίας παραθέσεως παραπηγμάτων θα προκύψει στο τέλος
αρχιτεκτονικό εξάμβλωμα, για το οποίο θα επικριθούμε σφοδρώς εκ των υστέρων, διότι το
Αρκάδι αποβαίνει βαθμηδόν προσκύνημα ολόκληρης της Ελλάδας.
Ακολούθως εκάναμε αλλεπάλληλα προσωπικά διαβήματα στο Υπουργείο, με
αποτέλεσμα να έρθει επί τόπου ο αείμνηστος Πάτροκλος Καραντινός, καθηγητής
αρχιτεκτονικής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκείνος επρότεινε να φτιάξωμε οικήματα
από ξερολιθιές και να τα σκεπάσωμε με κλαδιά στη στέγη, εν είδει μαντριού
αιγοπροβάτων, για να βρίσκονται σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Συζητήσαμε το
θέμα με τον Γεώργιο Ζομπονάκη και απορρίψαμε τις προτάσεις.
Κατόπιν αυτού, αποφασίσαμε να ακολουθήσομε το καλούπι του Υπουργείου. Ο
Γεώργιος Ζομπανάκης εμερίμνησε και μας χορηγήθηκε πίστωση 200 εκατομμυρίων
δραχμών της εποχής εκείνης (1952). Ελάβαμε και τα αρχιτεκτονικά σχέδια του Υπουργείου.
Ετοιμαστήκαμε να προκηρύξουμε μειοδοτική δημοπρασία, ο υποφαινόμενος όμως
αναχώρησε με τριετή εκπαιδευτική άδεια στο εξωτερικό (Σεπτέμβριος 1952).
Αναπληρωτής Επιθεωρητού διορίστηκε ο αείμνηστος Στέργιος Παπαδάκης (δ/λος
Αγίας Γαλήνης). Κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, υπερνίκησε αντιδράσεις, αντιξοότητες και
επέτυχε την ανέγερση των εγκαταστάσεων. Μεγάλη του τιμή και αιωνία του η μνήμη.
Στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα, δεν ήταν δυνατό να συμπεριληφθούν όλα όσα
έγιναν και όλοι όσοι συνετέλεσαν. Ας συμπληρώσουν τα κενά οι επιζώντες εκ των
μοχθησάντων.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ 1981