του Θεμιστοκλή Βαλαρή

ΔΕΝ ΕΙΧΟΝ ΠΕΡΑΣΕΙ πολλοί μήνες από την κατάληψίν μας από τους Ρώσσους και
μπήκε σε λειτουργία το εμπορικό δαιμόνιο της φυλής μας.
Οι εισαγωγείς μας απετάνθησαν σε όλες τις γωνιές του κόσμου και άρχισαν να
φέρνουν όλα τα αναγκαιούντα είδη.
Εκείνην την εποχή, το παν εισήγετο από το εξωτερικόν. Η παραγωγή μας ήταν
σχεδόν τίποτα. Έφερναν, λόγου χάριν, υφάσματα κατ’ ευθείαν από την Αγγλίαν, σίδηρα σε
λάμες ή τετράγωνα ατσάλια από την Σουηδίαν (μπετόν δεν υπήρχε εκείνην την εποχήν),
ξυλεία από την Τεργέστην, επίσης δε και τρόφιμα, πατάτες, ρύζια, ζάχαρη και άλλα πολλά…
καλλυντικά, μυρωδιές, κ.λπ. από την Γαλλία, από την Ρουμανίαν τα ξακουστά άλευρα της
Μπραϊλας και στάρια, από την Ρωσσίαν ψαρικά, χαβιάρια, ταραμάδες, ταραμόγλωσσες,
από την Ιταλία μακαρόνια, από την Ισπανίαν σαρδέλλες, από την Ντέρνα (Αφρική) βούτυρο
μυρωδάτο θαυμάσιο. Δηλαδή τα πάντα, γιατί των πάντων είχαμε ανάγκην, εφέρναμε απ’
έξω για να ζήσωμεν.
Εκείνο που με ξαφνιάζει ακόμα και τώρα, αν και το έζησα, είναι το να φέρνωμε ρύζι
και πατάτες απ’ έξω.
Τα σίδηρα που φέρναμε απ’ έξω ήσαν κατάλληλα μόνον για τας ανάγκας των
χαλκιάδικών μας.
Αυτά ήταν μια ολόκληρη βιοτεχνία, γιατί λειτουργούσαν στο Ρέθυμνο περισσότερα
από δεκαπέντε, και τα οποία ειργάζοντο πυρετωδώς και λίαν θορυβωδώς, κατασκευάζοντα
σκαλίδες, άροτρα, δρεπάνια, μεντεσέδες, σουρμέδες, μάσκουλα πορτών, κλειδαριές
τεράστιες με κλειδιά επίσης μεγάλα, που δύσκολα να χωρούν στην τσέπη (ζεμπερέδες),
κολντεμιριά για την ασφάλιση του σταθερού φύλλου της πόρτας, επίσης δε μπρόκες
μεγάλες που μπρόκωναν τις κλειδαριές και που ξεπερνούσαν το πάχος του ξύλου και ότι
επερίσευεν το καμπυλώνανε και το ξανακάρφωναν αντίθετα, ώστε να μην μπορή κανείς,
πιάνοντας τις μπρόκες με τανάλια, να τις ξεκαρφώση και πολλά άλλα.
Επίσης, υπήρχαν ουκ ολίγα μπακιρτζίδικα, όπου κατειργάζοντο τα εις φύλλα
εισαγόμενα από την Ευρώπην μπακίρια και παρήγαγαν γηγούμια, μύστατα για το λάδι,
τσικάλια σε όλες τις διαστάσεις (τεντζερέδια), καζάνια, κατσαρολάκια του καφέ και
μεγαλύτερα για άλλην χρήσιν, τηγάνια, κουτάλες, τάσια αντί για ποτήρια, λύχνους και
πολλά άλλα είδη.
Με άλλα λόγια, σιγά σιγά ετακτοποιείτο ο ρυθμός της ζωής και ο κόσμος ειρηνικά
απησχολείτο εις την δουλειά του, χωρίς τις διαρπαγές των Τούρκων και άλλες αυθαιρεσίες.
Τότε άρχισαν δειλά δειλά να παρουσιάζωνται και τα λεγόμενα ομόλογα
(γραμμάτια) εις τας συναλλαγάς, γιατί μέχρι τότε αι συναλλαγαί γινότανε με τον λόγο.
Εξαγωγικόν Εμπόριον
ΤΟ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟΝ ΕΜΠΟΡΙΟΝ ήταν μια επιχείρηση πολύ δύσκολη και
παρακεκινδυνευμένη, διότι τα μέσα φορτώσεως ήταν πρωτόγονα, όπως και τα μέσα
μεταφοράς στην ξηρά, που εγίνετο αποκλειστικώς με τα ζώα.
Τα λάδια, λόγω της αξίας των, πολύ μεγαλυτέρας τότε παρά τώρα, εκάλυπταν την
αμοιβήν των κυρατζήδων για την μεταφοράν των εις ορισμένα κέντρα φορτώσεως, όπως
Πάνορμο, Αγία Γαλήνη και Ρέθυμνο, όπου και υπήρχαν κατάλληλες αποθήκες και έμποροι
εξαγωγείς. Οι όρμοι Πανόρμου και Αγίας Γαλήνης, όμως, υστερούσαν εις μέσα φορτώσεως,
διότι δεν προσέφεραν ουδεμίαν ασφάλειαν στερούμενοι παντελώς λιμανίσκου. Εκ του
ανωτέρω λόγου, τα ναύλα ήσαν ακριβώτερα και αι αμοιβαί των εργαζομένων δια την
φόρτωσιν μεγαλύτεραι, οπότε τα επί πλέον αυτά έξοδα επεβάρυναν την αξίαν του
εμπορεύματος και γι’ αυτό απέφευγον τους όρμους τούτους οι εξαγωγείς.
Οι φορτώσεις εγίνοντο σε ξύλινα βαρέλια, τα οποία όμως αν και ήταν γερά και καλά
στανιαρισμένα, μετά μερικές μέρες παραμονής των στο αμπάρι του βαποριού, ξελάδωναν
και εδημιουργούντο πολλές φορές τεράστια ελλείμματα.
Πολλές φορές εναυάγησαν μικρά καΐκια μεταξύ Πανόρμου και λιμένος μας στο
Ρέθυμνο, στην προσπάθειά των να μεταφέρουν βαρέλια με λάδια ή κίτρα, ιδίως κατά τον
χειμώνα που ηρνούντο τα βαπόρια να προσεγγίσουν εις τον όρμον και να παραλάβουν το
εμπόρευμα, οπότε και ηναγκάζοντο να το μεταφέρουν στο Ρέθυμνο, από όπου θα
εφορτώνετο ευκολώτερα.
Μεγαλύτερα προβλήματα αντιμετώπιζαν οι παραγωγοί στις μεταφορές του
χαρουπιού, το οποίον, λόγω της μικράς αξίας του, δεν άφηνε περιθώριο για έξοδα
μεταφοράς με τα ζώα σε μακρυνές αποστάσεις.
Εκ του λόγου τούτου, η μεταφορά εγένετο στο πλέον κοντινό παραθαλάσσιο
σημείο, εις το οποίον το βάθος της θάλασας ήταν αρκετό για να πλεύση μια μικρή
βαρκούλα. Από εκεί με τα σακκιά εφορτώνετο μια μικρή ποσότης σάκκων στην βαρκούλα
που διέθετε το καΐκι κι εμετεφέρετο σιγά σιγά το εμπόρευμα, με μύριους κινδύνους, εις
αυτό. Το καΐκι ήταν με πανιά, άνευ μηχανής, μόλις δε αντελαμβάνετο προσεγγίζουσαν
έστω και την πλέον ελαφράν φουσκοθαλασσιά, ανοιγότανε στο πέλαγος και εγκατέλειπε το
φορτίον στην ακτή. Τότε οι δυστυχείς φορτωταί ηναγκάζοντο και μετέφεραν το εμπόρευμα
στις γύρω σπηλιές και επερίμεναν νέαν καλωσύνην και σύμπτωσιν ευκαιρίας ιστιοφόρου,
για να κατορθώσουν να φορτώσουν και το υπολειπόμενον εμπόρευμα. Εις την περιφέρειά
μας, τα προσφερόμενα σημεία της ακτής μας δι’ αυτόν τον σκοπόν ήσαν η Χρυσοπηγή, η
Λίμνη, ο Άγιος Αντώνιος, το Γεράνι, ο Κόρακας κι ο Πετρές.
Εκτός του τρόπου αυτού της φορτώσεως του χαρουπιού, εγίνετο και φόρτωσις από
τον λιμένα του Ρεθύμνου, όπου ήτο και ευκολώτερη. όμως οι μεγαλύτεραι ποσότητες
εφορτώνοντο από τα πιο πάνω σημεία.
Επίσης, από τον λιμένα μας εφορτώνοντο ατμοπλοϊκώς για την Βουλγαρία ή
Ρωσσίαν εις σάκκους, διαλεγμένα χαρούπια με πολύ μέλι, τα οποία έτρωγαν εκεί
τυλιγμένα ένα ένα σε χρυσόχαρτο, σαν τις σοκολάτες. Τα χαρούπια αυτά, έτσι διαλεγμένα,
επληρώνοντο ακριβότερα.
Εξήγοντο επίσης πολλά σαπούνια δια το εσωτερικόν και την Αίγυπτον.
Ομοίως εις Αίγυπτον εξήγετο βύσσινο ξηρό, γιαούρτι σε μικρά κάτασπρα αρνίσια
ασκάκια, ξηρά δαφνόφυλλα, ρήγανη, φασκομηλιά δι’ Αμερικήν και Γαλλίαν και δίκταμο δια
Γερμανίαν.
Οι ατμοπλοϊκές εταιρείες που μας συνέδεον με τον άλλον κόσμον και με τα Χανιά
και Ηράκλειον ήσαν του Πανταλέοντος, Γιαννουλάτου, Τζών.
Έκαναν την γραμμήν Θεσσαλονίκη – Πειραιά – Χανιά – Ρέθυμνο – Ηράκλειον και
τανάπαλιν, εξαιρετικώς δε η Ατμοπλοΐα Πανταλέοντος συνέχιζε από το Ηράκλειον και
έπιανε Αλεξάνδρεια και Πόρτ Σάιδ.
Επίσης και τα Λόυδ Τριεστίνο έκαναν την γραμμή Τεργέστη – Πρίντεζι – Πάτρα –
Χανιά – Ρέθυμνον – Ηράκλειον – Αλεξάνδρεια – Πόρτ Σάιδ και τανάπαλιν ανά
δεκαπενθήμερον.
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ”)