Εχαθήκανε μάννα τ’ Ακούμια ο Πλατανές το Δουμαεριό (δώματα του Διος) κι ούλη
πάντα. Παναγία μου πια δροσούλα. Που θα βρω μάννα ένα λύχνο;
Κι είντα δεν έχομεν δυο σωστούς.
Μα τον ένα θα βαστά το Δεσποινιό και τον άλλο θ’ αφίσωμεν επαέ και γω είντα θα
βαστώ να φέγγω να μαζώνω τσι χοχλιούς;
Ένα λύχνο θα κρατείτε τα δυο σας για δε θέλω να ξεχωρίσετε μόνο να κρατείς εσύ
το λύχνο και το καλάθι να φέγγεις τσ’ αδερφής σου να τσ’ ναμαζώνει να τσι βάνει στο
καλάθι μέσα και να θωρείς και συ να μην σκοντάφνεις.
Ύστερα πάλι θα λέει πως τσ’ ηύρικεν αυτήν σαν κι εις τον επιτάφιο με τσι βιόλες.
Το νου σου νάχεις να μη φύγει από κοντά σου η γι’ αδερφή σου κι όπως θέτε τα
κάμετε.
Φοβάσαι λόπης μάννα, πως θα τήνε κλέψουνε;
Όποιο τόνε πιάνει ας αποκοτήσει μα την κεφαλή ντου θα κάμω χόντρο με τσι
πέτρες.
Κι είντα ποιος μωρέ παιδί μου σου λέει τέθιο πράμα κι εξαγριγιέφτηκες από δα;
Αφοράθηκα το μάννα πως τόβαλεν ο νους σου.
Κατέω δα πως την έβγαλες απού το σχολειό για να μη σου τήνε κλέψουνε. Εγώ λέω
αφουκράζουμουν οπέρυσις όντε τόλεγεν τση γειτόνισσας;
Παναγία μου α δεν εκέντησεν η πέρα πάντα του Κέντρους του βουνού απούτσι
λύχνους. Ιδέτε λύχνους σαν άστρα τάξε πως είναι Ανάσταση τη Λαμπρή με τα κεριά. Μάννα
απάντηξέ μας αρδαχτιλινόποδας και μας εξάνοιγνε μα δεν εμίλησενε.
Ε τον κακομοίρη απού θέλα μάσε μιλήσει, μέσα στο καλάθι βαστούσα δυο πέτρες
χωρίς να το κατέει κιανείς κιαπόης δε μου σφέρνει λέω πετρέ.
Ιστόρημα αληθινόν.
ΕΜΜ. ΙΩΣ. ΦΡΑΓΚΕΔΑΚΗΣ
Χειρουργός
ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1972