
Ερινύες οι θύμισες
κυκλογυρίζουν την αλλοπαρμένη λήθη που κλείνει τα μάτια να μη
βλέπει
τα ματωμένα ποτάμια που στερεύουν το δρόμου της
που κλείνει τα αυτιά να μην ακούει τις κραυγές από πύρινα τείχη και
τα κλάματα παιδιών
Δικαίωση ζητούν οι θύμισες και το φωνάζουν όσο
άγιες μνήμες πορεύονται ξορκίζοντας αποφράδες μέρες
χοηφόρες σκιές αιωνίου πένθους θρηνούν νειότης ανθούς
που μαράθηκαν από την πύρινη ταχυβόλων ανάσα
Κραυγές αναθέματος τηςιστορίας
στον απόηχο αναπάντητων γιατί
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΑΝΑΚΩΧΗ ΘΛΙΨΗΣ
Η κουστωδία της θύμισης κινά ,
έχει μεγάλο δρόμο μπροστά της
Μακρύ το συναξάρι του χαμού
Κάθε τόπος ζητά το μερτικό του στο σέβας
για τους αναίτια νεκρούς του
Ένας ή χίλιοι όλοι ζητούν τη δικαίωση
Μόλιςσώπασαν τα κανόνια που μετρούσαν τη δύναμη στην αρένα του παραλογισμού
μιας πρώτης παγκόσμιας αναμέτρησης
ήρθε άλλος εχθρός να τυραννίσει το βασανισμένο λαό
Η πείνα βρήκεκαιρό να διαφεντέψει
τώρα που οι δουλευτάδες της γης
έγιναν λείψανα στα σπλάγχνα της
Βαλκανικοί , Μακεδονικό , Παγκόσμιος
κούρσεψαν του τόπου τον ανθό
Χωρίς χυμούς ευλογίας τα σπαρτά
και πως να βυζάξει η έρμη γης τα γεννήματα
πως να τ ́ αναστήσει στο χώμα
το γεμάτο από σπορά τουθανάτου
Κι ήταν κι άλλα δεινά
όσο η απληστία έφερνε το διάφορο στις τάξεις των ανθρώπων
ύπατοι και πληβείοι
η ηθική ανελέητη γέμιζε κατακόμβες με απελπισμένους έρωτες
κι η ιδεολογία τις φυλακές για να μην αλλάξει ο κόσμος
Η μισαλλοδοξία αγέρωχη στο αμπέχωνο της εξουσίας
γέμιζε τα ξερονήσια νιότη πολύτιμη
Μόνο η ζωή άκουγε στα δικά της κελεύσματα
όταν σώπασαν τα πρώτα κανόνια
Τόλμησε τοτε η ζωή να βγεί από την κρύπτη του φόβου
άφησε ξέπλεκα τα μαλλιά πάνω στους ώμους
κι έτρεξε να σμίξει με τον έρωτα
να χαθεί στα μονοπάτια της ξεγνοιασιάς
να μεθύσει με τα φιλιά της ελπίδας
να δρέψει καρπούς από το δέντρο της
που πήρε πάλι ν’ ανθίζει
Και το κλαρίνο έπαψε τα μοιρολόγια
έσμιξε στου σαντουριού το τερέτισμα
και με το βιολί ξεσήκωσαν τη λύρα
Γλύκανε η ροή των ποταμιών
Πόσο καιρό είχε να σμίξει με ηχους ζωής
μα και πόσο καιρό θα της πάρει
να ξεχάσει το κροτάλισμα του θανάτου
ΜΕΡΟΣ 2ο Β
Γέρμα του Οκτώβρη 1940 ηχήσανε ξανά οι σειρήνες
κι ο πόλεμος ξαναπήρε τα ηνία καλπάζοντας στην πνοή του ολέθρου
πάνω στο χώμα που δεν είχε ακόμα στεγνώσει από το αίμα
στα χνάρια του προηγούμενου
Στο σάλπισμα του χρέους
έτρεξε η νιότη στα παγωμένα βουνά
με τον ήλιο στις ψυχές να λιώνει το φόβο
με τη φλόγα στη ματιά
πυρκαγιά τόλμης στην καρδιά
Ήταν πανηγύρι κείνος ο πόλεμος
κι ο έρωτας για τη νίκη σκοπός
τόσο που κανένας δεν κατάλαβε
πως μοναδικό του όπλο ήταν η ψυχή του
Το χαλύβδινο τέρας
φάνηκε στο χάραμα της νίκης
να καταλύσει την αντίσταση
νέος αγώνας άρχιζε
Περήφανα ατένισε τον εχθρό η Ελλάδα
ζωσμένη τα ταπεινά της άρματα φώναξε
πως δεν προσκυνά γη που γέννησε Θερμοπύλες
Κούγκι κι Αρκάδι Σούλι και Ζάλογγο
και πρόσταξε τα βουνά της να γίνουν ανταρτοφωλιές
Πιάσαν δουλειά τα λιανοντούφεκα τη σβάστικα να βλάψουν
κι ο άγριος γδικιωμός ξεκίνησε στις πρώτες της ραγισματιές
Στο ξέπνεμα της Μάχης της Κρήτης, Κοντομαρί, Άδελε, Αστέρι ,Λούτρα Χαμαλεύρι
και χρόνο με το χρόνο πλήθαιναν τα χωριά
με το ματωμένο σημάδι της ανήκουστης φρίκης στον κόρφο
πως να ξεχάσει ο χρόνος τόση συμφορά;
Το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ εκύλησε να σμίξει με το δάκρυ
που δίνει της παρηγοριάς την άφεση στον πόνο
μα δεν πήρε απόκριση σαν ρώτησε ποιος είδε
νεροσυρμού δικολογιά να τη συναπαντήσει
Δυο ξεχασμένα νούφαρα στην άκρη στο ποτάμι
μολογησαν πως ήξεραν κι άρχισαν να δηγούνται
Τα δάκρυα που ψάχνετε πετρώσανε στα μάτια
λιθάρια τα κατάντησε της συμφοράς το ρίγος
κι όσα ροβόλησαν στη γη ανάθεμα εκτίσαν
κι όσα στον κόρφο λούφαξαν εγίνανε κιβούρι
να κλαίει τις νύχτες η καρδιά αδικοσκοτωμένους
και η αυγή με στεναγμούς να ραίνει τους λεβέντες
ΕΛΕΓΕΙΑ ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΨΥΧΩΝ
Αυγουστιάτικη επέτειο οδύνης
κάλεσε η Κρήτη τις αδελφές της
για κοινό συναπάντημα μνημοσύνης
Στον ίσκιο του Αρκαδιού συνάχτηκαν οι ψυχές
χιλιάδες ψυχές που σμίξαν με τις άλλες
πυγολαμπίδες μαρτυρίου ξομπλιασαν το σκοτάδι
αιώρα από ζωές που χάθηκαν στις φλόγες
Καλή Συκιάς ,Χορτιάτη, Κρύας Βρύσης γεννήματα
Τραβούν κατά την αποθήκη προσκυνητές του μπαρουτιού
που άνοιξε Πύλες Αθανασίας
σε ξεγραμμένες ζωές
Κανένας δεν κλαίει πια
Ογδόντα χρόνια μετά , το δάκρυ έχει στερέψει
στέγνωσαν τα μάτια που θρηνούσαν αγαπημένους
με το που τους αντάμωσαν ξανά στου Άδη τα κατώγια
Μαζεύτηκαν κι οι Μνήμες οι μαυροφόρες να στέρξουν
τη δίκαιη κρίση για να μερέψουν οι ψυχές των αναίτια νεκρών
Καταπέλτης το μέτρημα ψυχών σε κάθε τόπο
που πέτρα στην πέτρα αφήσανε οι άνομοι φονιάδες
Σηκώνουν με ευλάβεια τα εξαπτέρυγα
η λιτανεία των ψυχών να ξεκινήσει
σμίγουν οι τόποι που δεινά κανοναρχούνε
ατέλειωτες σελίδες θρήνου και συμφοράς
Ένας Γερμανός σκοτωμένος – πενήντα Έλληνες,
δέκα Γερμανοί – ένα χωριό”
Καλάβρυτα , Δίστομο, Κομένο , Κάνδανος
στον ίδιο άκουσμα παντού ηχουν τα τύμπανα του θανάτου
Ανώγεια, Κάντανος ,Γερακάρι, Βρύσες , Δρυγιές,
τα πρόσωπα μόνο αλλάζουν στο σκηνικό της φρίκης
Άνω Μέρος, Καρδάκι, Σμιλές, Γουργουθοι
δακρύζουν οι άγγελοι για τα παιδιά που ορφανεύουν
, Δοξάτο ,Κοντομαρί,Υπάτη, Βιάννος, Πλατανιάς,
λευκές μέρες στοιχειώνουν τη ζωή που απόμεινε
Φαιστός, Αμπελόφυτο, Κυδωνίες Κλειστό, Σοκαράς,
παντού σταυρωμένη ξεψυχά η ελπίδα
Κερδύλλια, Καταρράχτες, Λιγκιάδες, Κιλκίς,
γέρνουν το ζύγι της Ιστορίας στη μπάντα της ντροπής
Ταξιάρχες, Πύργοι,Σαραντάπορο, Δομένικο,
το μερτικό τους στο πένθος απλόχερο
Άγιοι Ανάργυροι , Άγιος Βασίλειος ,Καταρράκτης , Πύργοι ,
κι ακόμα ο Αδης να χορτάσει ψυχές
Βορίζια , Βλαχέρνα ,Γδοχιά, Κλεισούρα Αβδελάς
Ο νους απόστασε να μετράει κρανίων τόπους
όσο ο Ούνος επιμένει
Ένας Γερμανός σκοτωμένος – πενήντα Έλληνες,
δέκα Γερμανοί – ένα χωριό”
Σαν παύει το συλλείτουργο μνήμης και τιμής
κι η ψαλμωδία της καρδιάς σωπαίνει
παίρνει σειρά η Ιστορία να πεί το λόγο της
της λογικής το μονοπάτι ακολουθώντας
Μίλα Κυρά της Σωφροσύνης
σύ που κρατάς το δίκιο μας
βγάλε δική σου κρίση
να γαληνέψουν οι νεκροί
ΙΣΤΟΡΙΑ
Δεν ωφελούν τα μοιρολόγια χορτάσαν οι ψυχές το θρήνο
καιρός να πάψουνε τα λόγια κι εγώ το άδικο να κρίνω
Ο θύτης τώρα να πληρώσει το τίμημα φρικτών θανάτων
να πάψει ο νους μας να σαλεύει στο μέτρημα τόσων μνημάτων
Δώσε κυρά το λυτρωμό τους
στείλε στη μαύρη καταδίκη
τους δήμιους και τις γεννιές τους
άλλο κακό μη ξαναγίνει
ΙΣΤΟΡΙΑ
Όση οργή και να με πνίγει πρέπει σωστά ν αποφασίσω
αν εγκλημάτισαν οι λίγοι πως τις γενιές τους ν’ αφορίσω;
πως ν’ αγνοήσω τη συγγνώμη που μας ζητάνε τα παιδιά τους
γιατί των δίκαιων οι ώμοι να φορτωθούν τα κρίματά τους;
Στο αίμα που βυζαξε βρέφος από νεκρή μάνα
στις γυναικόπαιδα που έγιναν στάχτη
στη νεροσυρμή ψυχών που πήρε το ποτάμι
στους αθώους που αντάμωσαν το χάρο
ενώ έθαβαν ήρωες νεκρούς
σε κάθε Ολοκαύτωμα όνειδος της Ανθρωπιάς
εκεί απόκριση θα βρούνε
ΙΣΤΟΡΙΑ
Τότε από μένα αυτό μονάχα ν ́ακουστεί
αιώνια παρακαταθήκη και δίκης κολασμός
Εις Άκτιστον Φως οι δια την ελευθερίαν
αθλήσαντες
Εις Πυρ το εξώτερον οι την παραφροσύνην
διακονησαντες
Εις Άκτιστον Φως ο ιερός Αγών των δικαίων
Εις πυρ το εξώτερον οι του χρέους απόντες
Εις Άκτιστον Φως οι δια βίου πενθήσαντες
Εις Πύρ το εξώτερον οι την μισαλλοδοξίαν
δοξολογήσαντες
Εις Άκτιστον Φως η των προγόνων διδαχή
Εις Πυρ το εξώτερον η δια τους τυράννους ανοχή
Εις Άκτιστον Φως οι των δεσμών καταλύτες
Εις Πυρ το εξώτερον οι δόλιοι θύτες
Εις Άκτιστον Φως μεγαλείου μνημόνια
Εις Πυρ το εξώτερον ολέθρου δαιμόνια
Μεριάστε τώρα Μνήμες για το ̈”δι ευχών”
κι αντίδωρο του όρκο αυτό σας δίνω
Αποτάσσομαι τον πόλεμον και πάσι τοις έργοις
αυτού
και πάσι τοις δόγμασι και δοξασίας αυτού και πάσι
τοις δαιμόνοις αυτού
Αποτάσσομαι τον πόλεμον εις το νυν και επέκεινα
Ιεράς Μνημοσύνης πρεσβειών εις αεί
Προς δόξαν Ειρήνης
Προς κλέος Ανθρώπου
Προς νίκος Νεκρών
Αρχή του Φωτός
Είθε και η απάντησις του μέλλοντος
στεντορίας ισχύος κέλευσμα ζωής να είναι
Απεταξάμην
Δεκέμβρης 2024