ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ

της Εύας Λαδιά

Κάθε φορά που η αξέχαστη πρεσβυτέρα Αμαλία Σταυριανάκη, μου μιλούσε για τη θεία της, Ευαγγελία Μαραγκουδάκη, νότιζε το βλέμμα της. Αναφερόταν σε μια σπουδαία γυναίκα Έναν επίγειο άγγελο ,που έκλεινε μέσα της το Θεό.
ΜΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Ήταν μοναδική πραγματικά εκείνη η Ρεθεμνιώτισσα που γαλούχησε με τα νάματα της ηθικής και της πίστης εκατοντάδες παιδιά .
Γεννήθηκε το 1882 στο Ρέθυμνο και ήταν κόρη του πρωτομάστορα Βασίλη Σταματάκη. Καμάρωνε ο πατέρας την πανέμορφη κόρη του, που ,κατά γενική ομολογία, ήταν προικισμένη από τη φύση ,αλλά διαπίστωνε και με τρόμο ότι είχε πολλά πνευματικά ενδιαφέροντα. Όσο κι αν ακούγεται αυτό υπερβολικό στους καιρούς μας , εκείνα τα χρόνια ήταν εφιάλτης για το γονέα, η προοπτική ανώτερης μόρφωσης του κοριτσιού του. Άγραφοι ηθικοί κανόνες βλέπετε, που κατέστρεψαν ωστόσο πολλές χαρισματικές γυναίκες, γέμιζαν πρόσθετη ευθύνη τους γονείς.
ΜΕΓΑΛΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ
Ο Σταματάκης,ευτυχώς, είχε και ανοικτό μυαλό αλλά και μεγάλη εμπιστοσύνη στην Ευαγγελία του. Έτσι της έδωσε την ευκαιρία να πάρει απολυτήριο Ελληνικού, παρακαλώ, σπουδαίο εφόδιο για την εποχή και να μάθει σε χρόνο ρεκόρ Ιταλικά και Γαλλικά.
Σε τρυφερή ακόμα ηλικία η μικρή , εντυπωσίαζε με την μόρφωσή της κυρίως την εγκυκλοπαιδική.
Ο καιρός περνούσε.
Όμορφη, έξυπνη, μορφωμένη η Ευαγγελία εθεωρείτο εξαιρετική νύφη και ο Σταματάκης αντιμετώπιζε τη σχετική πολιορκία από προξενήτρες που έφθαναν με δελεαστικές προτάσεις. Η ευτυχία της κόρης του όμως μετρούσε και σε πείσμα της νοοτροπίας άλλων, που εκείνοι διάλεγαν ταίρι για το παιδί τους, άφησε εκείνη να αποφασίσει, όταν έφθασε σε ηλικία γάμου.
Κι εκείνη πάλι αν και είχε πολλές επιλογές , διάλεξε έναν έμπορο από τη Λούτρα τον Μανόλη Μαραγκουδάκη , άνθρωπο πράο και καλότροπο.
ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ
Ζούσαν ευτυχισμένοι, αλλά κάποια στιγμή ,φάνηκαν και τα σκοτεινά σύννεφα στο γάμο τους , χωρίς ευτυχώς να φέρουν θύελλες. Η Ευαγγελία δεν θα γινόταν ποτέ μητέρα. Έκλαψε μόνη της κρυφά, πολλές φορές, αλλά πάντα μπροστά στο εικονοστάσι και μέσα από την προσευχή ζητούσε λύτρωση στον πόνο της. Άνθρωπος φιλοσοφημένος και με ώριμη σκέψη ωστόσο η Ευαγγελία σκέφτηκε τα παιδιά των άλλων που είχαν την ανάγκη της και πέρα από τα ανίψια της ,που λάτρευε ,αφοσιώθηκε στον τομέα διαπαιδαγώγησης και μέσα από το Κατηχητικό.
ΜΙΑ ΑΞΙΑΓΑΠΗΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Μου έλεγε ο εκλεκτός μας κ. Γιώργος Εκκεκάκης, στον οποίο κατέφυγα και πάλι για μια φωτογραφία, ότι όλα τα παιδιά του Κατηχητικού θεωρούσαν καλή τύχη να τους κάνει μάθημα η Ευαγγελία. Μιλούσε απλά αλλά τόσο μεστά και ουσιαστικά. Είχε μια φωνή μελωδική που χάιδευε τα αυτιά. Και οι μικροί ακροατές της κρέμονταν από τα χείλη της.
Η κοινωνική της θέση της επέτρεπε επίσης να ασχολείται με τα κοινά. Έτσι τη βλέπουμε στα ιδρυτικά στελέχη του Λυκείου Ελληνίδων Ρεθύμνου, όπου για πολλά χρόνια ήταν Γραμματέας , ενώ πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες και στο Σύλλογο Κυριών.
ΜΕΡΑ ΓΕΜΑΤΗ ΔΡΑΣΗ
Η μέρα της ήταν πάντα γεμάτη. Μερικές φορές δεν την έφταναν και οι 24 ώρες για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που πρόθυμα αναλάμβανε.
Ετοίμαζε το σπίτι , τέλειωνε με το φαγητό κι ετοιμαζόταν να βγει
Κοιτούσε με παράπονο ο σύζυγος και καμιά φορά δεν κρατιόταν και τη ρωτούσε :
-Μα δεν θα καθίσεις ούτε και σήμερα Βαγγελίτσα μου να κουβεντιάσουμε λίγο;
Εκείνη , σταματούσε, τον πλησίαζε, τον φώτιζε με κείνο το γεμάτο καλοσύνη βλέμμα της και του εξηγούσε την ανάγκη κάποιων ανθρώπων για στήριξη και βοήθεια.
-Αντιλαμβάνεσαι τώρα Μανόλη μου γιατί θα πρέπει να πάω εκεί που με χρειάζονται; έλεγε στο τέλος
Κι εκείνος σώπαινε και παρά τις αντιρρήσεις του καμάρωνε ,κατά βάθος, για τη γυναίκα του.
ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ
Ήρθε ο πόλεμος να της προσθέσει καθήκοντα. Υπήρχε τόση δυστυχία και τόση ανάγκη ολόγυρα. Η Μαραγκουδάκη μοίραζε το χρόνο της ,στη φανέλα του στρατιώτη, αρχικά, κι έπειτα στην περίθαλψη των αιχμαλώτων και στην οργάνωση των συσσιτίων δίνοντας χέρι μεγάλης βοήθειας και στις άλλες κυρίες που πρόσφεραν προσωπική εργασία στον τομέα αυτό.
Ο άνδρας της ανησυχούσε γιατί έβλεπε το μόχθο της αλλά και τι να της πει ,αφού με τον γλυκό της τρόπο και πάλι θα τον καθησύχαζε.
Κι ήρθε ο πρώτος κεραυνός. Ήταν το 1944 που έχασε το σύντροφό της. Η γη έφυγε κάτω από τα πόδια της. Από την αρχή ένοιωθε ανήμπορη να διαχειριστεί τον πόνο αυτής της απώλειας.
Ένα πρωί , έχοντας πάλι ξεχαστεί προσευχόμενη, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα πήγαινε σε μοναστήρι…
« ΤΙ ΘΑ ΑΠΟΓΙΝΟΥΜΕ;»
Ήρθε στην Αθήνα για να χαιρετίσει κάποιους συγγενείς, που έπεσαν από τα σύννεφα όταν τους αποκάλυψε τα σχέδιά της κι έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να την αποτρέψουν
– Μα θ΄ αφήσεις στη μέση το έργο σου; Τι θα γίνουν τα «παιδιά» σου;
Σαν να δέχτηκε ψυχρολουσία η Ευαγγελία ακούγοντας αυτό. Είδε μπροστά της δεκάδες πεινασμένα παιδιά ,που είχαν την φροντίδα της και σαν να άκουγε τη φωνή τους να πληγώνει την ψυχή της
– « Μάνα που μας αφήνεις;»
Αυτό ήταν Παραιτήθηκε από τον αρχικό της σκοπό και αναζήτησε τρόπους να είναι πιο αποτελεσματική επιστρέφοντας. Έτσι συνδέθηκε με την Πανελλήνια Κίνηση συνεργαζομένων χριστιανικών σωματείων « Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ»
ΑΝΟΙΚΤΟ ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
Ξαναγύρισε στο Ρέθυμνο όπου έγινε από τις πιο στενές συνεργάτιδες ,σε έργο αγάπης ,του Μητροπολίτη Αθανάσιου . Ήταν 60 χρόνων, αλλά ένοιωθε σαν να ξαναγεννήθηκε.
Άνοιξε το σπίτι της και το μαγαζί του ανδρός της και δημιούργησε έτσι άνετους χώρους για πνευματικές συγκεντρώσεις.
Αξημέρωτα ξεκινούσε τη δράση της.
Πρώτα φρόντιζε να ορίζει το πρόγραμμα για τις ομάδες που ασχολούντο με το καθαρά θρησκευτικό έργο. Ομιλίες, εράνους, φιλανθρωπία. Μετά έπαιρναν σειρά οι κατατρεγμένοι . Φαγητό , περίθαλψη, φροντίδα, συζήτηση, συμπαράσταση στο κάθε πρόβλημα, τακτοποίηση εκκρεμοτήτων για οικογένειες που βίωναν την απόλυτη φτώχεια.
Απογευματάκι πια δεχόταν τις κοπέλες που την ένοιωθαν μητέρα και φίλη , ακριβή συντρόφισσα και πρόθυμη ακροάτρια κάθε ανησυχίας, απορίας, αμφιβολίας.
Κάποια στιγμή μπορεί να τους έλεγε έκπληκτη και η ίδια…
« Μπα ,πήγε πέντε η ώρα; Δώστε μου λίγο χρόνο γιατί είμαι νηστική από το πρωί ,να φάω κάτι και θα είμαι πάλι κοντά σας.»
ΗΞΕΡΕ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΕΙ ΤΟ ΣΕΒΑΣΜΟ
Με όλο τον κόσμο που γέμιζε το σπίτι της ,ποτέ κανένας δεν ενοχλήθηκε από θόρυβο Η Ευαγγελία και με ένα της βλέμμα ,προκαλούσε τόσο σεβασμό.
Ενθουσιαζόταν όταν άκουγε νέες ιδέες και σχέδια ανθρώπων ,που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην αγορά εργασίας.
Εκτός από τα κατηχητικά μαθήματα οργάνωσε τη Χριστιανική ένωση Ρεθυμνίων την οποία διηύθυνε 25 ολόκληρα χρόνια.
Λειτουργούσε με επιτυχία τους Κύκλους για μεγάλους, είχε την ευθύνη και του μαθητικού κύκλου ενώ διέδιδε τα περιοδικά «Ζωή» « Ακτίνες» « ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ» « ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ»
Διέπρεπε σε θέματα πρόνοιας. Αμέτρητους γάμους βοήθησε να στεριώσουν , άπειρα ζευγάρια στα πρόθυρα διαζυγίου συμφιλίωνε, εκατοντάδες νέους απέτρεψε από αλητεία και αναρίθμητες κοπέλες σταμάτησε από έναν επικίνδυνο ηθικό κατήφορο. Πόσοι και πόσοι άστεγοι επίσης δεν εύρισκαν γωνιά να καταλύσουν χάρις στο ενδιαφέρον της
Είχε όμως και καλλιτεχνική φύση Τραγουδούσε υπέροχα Διέθετε και μια υψηλή αισθητική που συχνά την οδηγούσε να αλλάζει τη θέση των επίπλων στο χώρο της.
Κι όποιος της χρέωνε εμμονές για τις συχνές αυτές αλλαγές ,τον αφόπλιζε με το υπέροχο χαμόγελό της
«Μα αφού το ξέρεις. Είναι η αδυναμία μου…»
ΟΡΓΑΝΩΝΕ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ
Αυτό που αξίζει να τονιστεί είναι πως δεν απολάμβανε μόνο το Ρέθυμνο την δημιουργική παρουσία της, αλλά και ολόκληρος ο νομός Ακούραστη γύριζε στα χωριά, ανέπτυσσε διάφορα θρησκευτικά θέματα στις ομιλίες της ,σπέρνοντας «Φόβο Θεού» και λόγια του Ευαγγελίου σε κάθε καρδιά
Σε κάθε χωριό έδινε την ιδέα για μια βιβλιοθήκη και βοηθούσε όπου εύρισκε πρόθυμη ανταπόκριση
Ακόμα και στο Ρέθυμνο έκανε προσπάθεια να συγκεντρώσει χρήματα ,από λαχειοφόρο αγορά ,για τον πυρήνα βιβλιοθήκης ,που θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόδρομος της σημερινής
Η Βιβλιοθήκη που δημιούργησε ήταν δανειστική και λειτουργούσε στην αίθουσα των Τριών Ιεραρχών.
Για κάθε παιδί που έφευγε από το Ρέθυμνο αφιέρωνε πάντα χρόνο ,για να μιλήσει μαζί του και να το συμβουλεύσει Αν επρόκειτο να εισαχθεί σε κάποιο Ίδρυμα, το εφοδίαζε και με μια συστατική επιστολή.
Στις 16 Ιουλίου 1959, ενώπιον του τότε δημάρχου Στυλιανού Ψυχουντάκη, ορκίστηκε ως μέλος του Δ. Σ του Γηροκομείου ενώ ήταν και στο συμβούλιο του Ορφανοτροφείου.
ΑΠΟΛΥΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ
Περνούσαν τα χρόνια και η χαλύβδινη υγεία της άρχισε να κλονίζεται Μάταια τα ανίψια της παρακαλούσαν να την έχουν κοντά τους για να τη φροντίσουν Μητέρα τους την ένοιωθαν Εκείνη με μια αξιοπρέπεια που έφθανε τα όρια της υπερβολής ,απέφευγε, για να μη γίνει βάρος.
Σιγά σιγά η πόλη άλλαζε Οι ανάγκες λιγόστευαν Κι όσο ο κόσμος γνώριζε ευημερία, τόσο άδειαζε το σπίτι της Ευαγγελίας. Χιλιάδες πέρασαν το κατώφλι της για εξυπηρέτηση ,κανένας δεν το ξαναπέρασε μόνο για έναν χαιρετισμό , για μια λέξη συμπάθειας στη γυναίκα που γερνούσε ολομόναχη. Η μοναξιά της άρχισε να γίνεται εφιαλτική. Τα συγγενικά της πρόσωπα δεν έπαψαν να τη νοιάζονται και μάλιστα πολλές φορές τα πιάτα με το φαγητό, από τ’ ανίψια της , γέμιζαν το τραπέζι της Την άλλη μέρα τα εύρισκαν άδεια. Όχι βέβαια ότι τα είχε «τιμήσει» η Ευαγγελία . Κάποιοι πεινασμένοι είχαν και πάλι χορτάσει στην πόρτα της.
« ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΑΝ ΔΕΝ ΣΕ ΕΙΧΑ»
Πολλές φορές όταν την έπνιγε το παράπονο , έλεγε:
« Χριστέ μου αν δεν σε είχα μέσα μου , πόσο θα ένοιωθα τα γηρατειά…»
Χάρηκε ιδιαίτερα όταν γνώρισε τον Μητροπολίτη Τίτο. Πρόθυμα μάλιστα του έδωσε τετράδιά της που έγραφε σκέψεις της ικανοποιώντας παράκλησή του. Έτσι τη γνώρισε εκείνος και στον επικήδειο λόγο του τη σκιαγράφησε με τόση γλαφυρότητα. Κρίμα εκείνος ο επικήδειος να μην έχει διασωθεί.
Σε βαθειά γεράματα η Ευαγγελία αναγκάστηκε να υποκύψει στις πιέσεις των ανιψιών της και να δεχθεί τη βοήθειά τους Θέλησε μόνο να πάει κοντά στην Ευαγγελία Δασκαλάκη που είχε και το όνομά της.
Πέθανε πάμπτωχη , ανήμερα των Τριών Ιεραρχών το 1976, σε ηλικία 94 χρόνων
Στην κηδεία της ένα πλήθος κόσμου την αποχαιρέτισε ενώ τα έξοδα ανέλαβε η Μητρόπολη .
« Η ζωή της Ευαγγελίας Μαραγκουδάκη ήταν ένα ανοικτό Ευαγγέλιο» είπε μεταξύ άλλων ο μακαριστός Τίτος στον επικήδειό του
Και σίγουρα η φράση του αυτή, έκλεινε την πεμπτουσία της ύπαρξης αυτής της γυναίκας, που έδωσε τόση αγάπη στον τόπο της και στους ανθρώπους του, χωρίς ποτέ να ζητήσει ανταπόδοση

Ευαγγελία Μαραγκουδάκη: Η πρώτη γλωσσομαθής Ρεθεμνιωτοπούλα

Μια μεγάλη μορφή του πνευματικού Ρεθύμνου που ανέπτυξε σημαντική κοινωνική δράση θα είναι σήμερα το κεντρικό πρόσωπο του αφιερώματός μας.Μια γυναίκα με σπάνια ομορφιά αλλά και γεμάτη αρετές που της πρόσθεταν γοητεία. Η Ευαγγελία Μαραγκουδάκ

Ήταν κόρη του πρωτομάστορα και ξακουστού τεχνίτη Βασίλη Σταματάκη και γεννήθηκε το 1882. Από μικρή φαινόταν πως θα γίνει καλλονή όταν μεγαλώσει. Εκείνη όμως έδειχνε μεγάλη έφεση στα γράμματα και σε κάθε τομέα που διευρύνει το πνεύμα και τρέφει την ψυχή. Οι γονείς της ποτέ δεν της έβαλαν φραγμό στην πνευματική της εξέλιξη αδιαφορώντας για τα ήθη της εποχής. Αφού το ήθελε θα της έδιναν όλα τα εφόδια για καλές σπουδές.

Έτσι σε μια ηλικία που οι κοπέλες είχαν το νου τους στον «πρίγκιπα του παραμυθιού» ετοιμάζοντας τα προικιά τους, η Ευαγγελία ήταν η μοναδική κοπέλα της εποχής της που είχε απολυτήριο ελληνικού και ίσως η μοναδική στο Ρέθυμνο που μιλούσε άπταιστα Ιταλικά και Γαλλικά. Για την Ευαγγελία όμως δεν ήταν αυτό αρκετό. Διάβαζε ασταμάτητα όσα βιβλία έφθαναν στα χέρια της. Κι ήταν αρκετά αυτά. Σε μια τρυφερή ακόμα ηλικία η πανέμορφη Ρεθεμνιωτοπούλα είχε αποκτήσει μια τεράστια εγκυκλοπαιδική μόρφωση.

Με τόσα προσόντα ήταν φυσικό να ήταν όνειρο κάθε μητέρας για τον γιο της. Οι καλύτερες οικογένειες έδιναν τα πάντα να την κάνουν νύφη τους. Εκείνη όμως διάλεξε με τα δικά της κριτήρια.

Τυχερός ήταν ένας έμπορος από τη Λούτρα, ο Μανόλης Μαραγκουδάκης. Ο γάμος της ήταν όπως τον ονειρευόταν και ο σύζυγος αποδείχτηκε μια εξαιρετική επιλογή. Δυστυχώς όμως δεν άργησαν να εμφανιστούν τα πρώτα σύννεφα στην τόσο ανέμελη ζωή της. Περνούσε ο καιρός και η φύση δεν έστελνε κανένα μήνυμα για την μεγάλη αποστολή που είναι και η πεμπτουσία της ζωής κάθε γυναίκας. Το σπίτι έμενε βουβό από φωνές παιδιών. Η φύση δεν θα χάριζε ποτέ το ευλογημένο αυτό δώρο στην Ευαγγελία. Εκείνη όμως συνειδητή Χριστιανή, αποδέχτηκε το θέλημα του Δημιουργού. Αποδέχτηκε με αξιοπρέπεια τη μοίρα της κι αποφάσισε να γίνει «μητέρα» όλων εκείνων των παιδιών που θα την είχαν ανάγκη. Απέραντη η αγκαλιά της έγινε μια ζεστή φωλιά για κάθε δυστυχισμένο παιδί. Το σπίτι της ανοικτό πάντα φρόντιζε να δίνει χαρά σε κάθε μικρό επισκέπτη. Κι αφού ήταν τόσο στοργική με τα ξένα παιδιά μπορούμε να φανταστούμε πόσο δοτική θα ήταν για τα παιδιά των συγγενών της.

Παράλληλα άρχισε να διοχετεύει τον πλούτο της καρδιάς της σε κάθε πνευματική και κοινωνική δραστηριότητα.

Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Λυκείου των Ελληνίδων στο οποίο κράτησε επάξια το νευραλγικό πόστο της γενικής γραμματέως για πολλά χρόνια. Αξιόλογη όμως ήταν η δράση της και στον σύλλογο Κυριών.

Κι ήρθε η συμφορά του πολέμου. Η Ευαγγελία είχε προετοιμαστεί ψυχολογικά, καθώς σαν ενεργό κοινωνικό στέλεχος είχε πάρει μέρος σε πολλές δράσεις για την ενίσχυση εθνικών σκοπών, όπως ο έρανος για την κατασκευή της νέας Έλλης στη θέση του πλοίου που βομβάρδισαν οι Ιταλοί ανήμερα της Παναγίας στην Τήνο. Της έλαχε όμως να γίνει το καταφύγιο κάθε δυστυχισμένου. Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί θύματα του πολέμου και κάθε συμφοράς που επιφέρει.

Πολυσήμαντη δράση

Μου μιλούσε με θαυμασμό η Μαρία Παπαϊωάννου, άλλο ένα «ιερό τέρας» ανυπολόγιστης κοινωνικής προσφοράς για την αεικίνητη δράση της Ευαγγελίας. Στη φανέλα του στρατιώτη, στα συσσίτια, στην περίθαλψη των αιχμαλώτων, την έβλεπες από τις πρώτες. Κι όλοι απορούσαν που εύρισκε τόση δύναμη η χαρισματική αυτή γυναίκα και ξεπερνούσε πολλές φορές τον εαυτό της για να δώσει κουράγιο και να βοηθήσει τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Ήταν όμως τόσο απλό. Εκείνη επιστρέφοντας στο σπίτι, εύρισκε την ευκαιρία στη γαλήνη του να αφοσιωθεί σε μια θερμή προσευχή για την ανάσταση της πατρίδας της και τη σωτηρία του κόσμου. Όταν τέλειωνε ένοιωθε ακόμα πιο δυνατή κι έτοιμη να ριχτεί με μεγαλύτερη δύναμη στον αγώνα.

Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Λυκείου των Ελληνίδων Ρεθύμνου

Εκεί που δοκιμάστηκε όμως η πίστη της και αισθάνθηκε για πρώτη φορά έρμαιο της οδύνης της ήταν η περίοδος που θρηνούσε τον θάνατο του συντρόφου της. Ο Μανόλης Μαραγκουδάκης πέθανε το 1944 λίγο πριν ανατείλει η λευτεριά. Πέρασε στιγμές σκληρής οδύνης. Ένοιωθε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια της.

Θρηνούσε τον χαμό του ανθρώπου που υπήρξε γι’ αυτήν ένας τρυφερός και αφοσιωμένος σύζυγος. Ο άνθρωπος που μοιραζόταν με αυταπάρνηση τα όνειρά της, που συμμεριζόταν τις ανησυχίες της που καμάρωνε για την κοινωνική της προσφορά.

Καμιά φορά βέβαια την κλόνιζε το παράπονό του όταν ετοιμαζόταν βιαστικά να τρέξει, όπου η ανάγκη κάποιων την καλούσε:

«Μα δεν θα καθίσεις ούτε σήμερα Βαγγελίτσα, να σε δω κι εγώ, να κουβεντιάσουμε;».

Γλύκαινε τότε ακόμα περισσότερο το πρόσωπό της προσπαθώντας να του εξηγήσει ενώ κατέληγε με τη συνηθισμένη επωδό:

«Αντιλαμβάνεσαι Μανόλη μου γιατί πρέπει να πάω εκεί που με χρειάζονται;».

Κι εκείνος δεν έλεγε τίποτα άλλο. Ήξερε ότι στην προσπάθεια και της γυναίκας του βρισκόταν ο σπόρος για μια πνευματική αναδημιουργία του βασανισμένου τόπου τους.

Έχει σημασία αυτό που σημειώνουμε γιατί εκείνα τα χρόνια η έντονη προσωπικότητα του συζύγου και η συμπαράστασή του βοηθούσαν μια δραστήρια γυναίκα να ασχοληθεί με τις ανάγκες της κοινωνίας που ζούσε. Μιλάμε για μια εποχή που και οι σπουδές ήταν απαγορευμένες για τα κορίτσια των παραδοσιακών οικογενειών με παλαιολιθικές όμως αντιλήψεις. Ακόμα και τα ψώνια ήταν υπόθεση του ανδρός προκειμένου να μην «ξεμυτίσει» η γυναίκα από το σπίτι.

Η Ευαγγελία έμεινε ξάγρυπνη νύχτες παρακαλώντας το Θεό να της δώσει δύναμη. Και ξαφνικά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του πένθους της σαν να πρόσεξε μια μικρή χαραμάδα φωτός κάνοντας κάποιες σκέψεις. Και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα τέλειωνε τη ζωή της σε μοναστήρι. Άνθρωπος που δεν ήθελε να επανέρχεται στα ίδια όταν αποφάσιζε για την πορεία του, έφυγε αμέσως για την Αθήνα και φρόντισε να συναντήσει ανθρώπους που θα την έφερναν κοντά στο σκοπό της. Εκείνοι όμως έδειχναν ξαφνιασμένοι.

«Μα είναι δυνατόν;» της είπε κάποιος από τους πιο αξιοσέβαστους που ζήτησε τη συμβουλή του.

– Μα είναι δυνατόν εσύ, της είπε, η γεμάτη ζωντάνια, ν’ αφήσεις στη μέση το έργο που άρχισες; Δεν καταλαβαίνεις πόσο απαραίτητη είσαι στο Ρέθυμνο κοντά στα «παιδιά» σου.

Στο άκουσμα αυτό μια σειρά από εικόνες εμφανίστηκαν μπροστά της και την προβλημάτισαν. Ήταν η θέα των νοικοκυρών που συναντούσε τα πρωινά όταν περνούσε βιαστικά από τις γειτονιές και τις έβλεπε ν’ ασχολούνται με το σπίτι αλλά σταματούσαν στο πέρασμά της για να τη χαιρετίσουν με μεγάλο σεβασμό. Κι εκείνη απαντούσε με μια μελωδική καλημέρα που γέμιζε χαρά κι αισιοδοξία όλο το στενό.

Μια άλλη εικόνα ήταν η θέα των παιδιών που περίμεναν από εκείνη να χορτάσουν την πείνα τους και να βρουν στη ζεστή της αγκαλιά παρηγοριά για την τραγική τους μοίρα.

Σαν να έβλεπε το βλέμμα τους να την ρωτάει με αφάνταστη θλίψη: «Μάνα που μας αφήνεις;».

Άνοιξε το σπίτι στην Αγάπη

Η Ευαγγελία στη σκέψη αυτή τινάχτηκε σαν να ξύπνησε από λήθαργο. Κατάλαβε ποιος ήταν ο μεγάλος της προορισμός. Κι αποφάσισε να επιστρέψει, αφού προηγουμένως φρόντισε να συνδεθεί με την Πανελλήνια κίνηση των συνεργαζομένων Χριστιανικών σωματείων «Ο Απόστολος Παύλος». Επέστρεψε στο Ρέθυμνο με αποστολή τη δημιουργία έργου εσωτερικής ιεραποστολής που θα ωφελούσε την πόλη.

Ήταν γύρω στα 60 αλλά πίστευε ότι είχε ξαναγεννηθεί.

Άνοιξε το σπίτι της και το μαγαζί του ανδρός της που ήταν από κάτω εκεί στη σημερινή Βίκτωρος Ουγκώ, και το έκανε αίθουσα για πνευματικές συγκεντρώσεις.

Δεν είχε πια λεπτό διαθέσιμο για χάσιμο.

«Η ζωή της Ευαγγελίας Μαραγκουδάκη ήταν ένα ανοικτό Ευαγγέλιο» είχε πει στον επικήδειό του ο μακαριστός Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Τίτος

Η πόρτα άνοιγε αξημέρωτα και πρώτα περνούσαν τα στελέχη των ομάδων δράσης για να πάρουν το πρόγραμμα της ημέρας. Ακολουθούσαν οι περιοδεύοντες ιεροκήρυκες που έρχονταν να παρακολουθήσουν την πορεία του πνευματικού έργου και να δώσουν οδηγίες για τη συνέχεια. Μετά ήταν η σειρά κάθε κατατρεγμένου που ζητούσε τη συνδρομή της για να ξεπεράσει το πρόβλημά του. Η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλάβει η Ευαγγελία που πολλές φορές ξεχνούσε και το φαγητό και την ξεκούραση.

Το απόγευμα το σπίτι γέμιζε κορίτσια που είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν με την σπουδαία εκείνη γυναίκα για κάθε τους πρόβλημα και να πάρουν αποφάσεις για τη ζωή τους.

Οι πάντες εκτιμούσαν το έργο της. Από τον Μητροπολίτη μέχρι τον κάθε προϊστάμενο υπηρεσίας ήταν στη διάθεσή της για την επίλυση κάθε προβλήματος που απασχολούσε τις ομάδες της Ευαγγελίας. Όπως η γυναίκα αυτή με την τεράστια μόρφωση και την εμπειρία της ζωής ήταν πάντα μια καλή ακροάτρια όταν κάποιος ήθελε να προτείνει κάτι. Κι αν ήταν ενδιαφέρον αυτό που άκουγε πρώτη έβαζε δυνάμεις για την υλοποίησή του.

Είναι περίεργο πάντως πως κατάφερνε όλος αυτός ο κόσμος να μην δημιουργεί την παραμικρή φασαρία. Η Ευαγγελία τηρούσε την τάξη με μια απλή ματιά γεμάτη πάντα αγάπη και φως. Τα μέλη που ανήκαν στους «κύκλους» της και των δύο φύλων μεγαλώνοντας διέπρεπαν είτε στην Αθήνα, όπου αναζήτησαν καλύτερη τύχη είτε στο Ρέθυμνο. Τα «παιδιά» της Ευαγγελίας Μαραγκουδάκη είχαν μάθει από τη δασκάλα τους πώς να είναι χρήσιμα μέλη της κοινωνίας μας. Στους κύκλους που δημιούργησε ανήκε και ο κύκλος των «ακτίνων», καθώς και ο μαθηματικός που είχε την ευθύνη εκείνη αρχικά.

Με το συνεχές ενδιαφέρον της Ευαγγελίας, στέριωσαν γάμοι, αποκαταστάθηκαν άπορες κοπέλες, ορφανά σώθηκαν από την αλητεία και τις θλιβερές συνέπειες, γυναίκες σώθηκαν μετά από ηθικά ολισθήματα κι έφτιαξαν τη ζωή τους. Για αρκετό διάστημα διετέλεσε και Νομαρχιακή σύμβουλος.

Κι όμως η ανεξάντλητη αυτή μορφή προσφοράς, εύρισκε πάντα καιρό για διάβασμα και για να δημιουργεί νέα ατμόσφαιρα με συνεχείς αλλαγές στη διαρρύθμιση του σπιτιού. Πάντα υπήρχε στο γραφείο της ένα ανοικτό βιβλίο και μόνη της μετακινούσε τα έπιπλα για να δοκιμάζει τις αλλαγές που αποφάσιζε στον χώρο της.

Αν κάτι από αυτά που διάβαζε της έκανε εντύπωση φρόντιζε να το σημειώνει για να το αποστηθίζει καλύτερα.

Σαν να μην έφτανε τόσο έργο στην πόλη άρχισε να περιοδεύει και στα χωριά σπέρνοντας τον σπόρο της φιλαναγνωσίας. Εκείνη έβαλε την ιδέα για τη δημιουργία βιβλιοθήκης σε κάθε χωριό.

Ήδη είχε καταφέρει με τα έσοδα από μια λαχειοφόρο αγορά να δημιουργήσει μια δανειστική βιβλιοθήκη στην αίθουσα των Τριών Ιεραρχών που θεωρείται πρόδρομος της σημερινής.

Τα παιδιά που είχε στους κύκλους της τελειώνοντας το σχολείο είχαν ήδη αποκτήσει μια επαγγελματική κατεύθυνση γιατί ο επαγγελματικός προσανατολισμός ήταν μέσα στα ενδιαφέροντά της. Και το ενδιαφέρον δεν σταματούσε εκεί. Για κάθε παιδί που θα φιλοξενείτο σε ίδρυμα στη διάρκεια των σπουδών φρόντιζε να δίνει και μια συστατική επιστολή χωρίς να πάψει να ενδιαφέρεται για την πορεία του.

Τα χρόνια περνούσαν και τα προβλήματα υγείας άρχισαν να την ταλαιπωρούν. Μάταια τα ανίψια της την παρακαλούσαν να πάει κοντά τους να την φροντίζουν. Εκείνη δεν ήθελε ν’ αφήσει το σπίτι της, τη μεγάλη κυψέλη δημιουργίας.

Οι κοινωνικές εξελίξεις στη μικρή μας πόλη, άλλαξαν και τον τρόπο ζωής. Τώρα ο χρόνος δεν περίσσευε ούτε για μια επίσκεψη. Η Ευαγγελία υπέφερε όσο έβλεπε τα «παιδιά» να απομακρύνονται, έχοντας πια τόσες υποχρεώσεις. Μα δεν τους χρέωνε σκοπιμότητα. Είχε κατανόηση για όλους. Η μοναξιά όμως την έπνιγε. Και τότε εύρισκε καταφύγιο στο γράψιμο…

«Χριστέ μου, αν δεν σε ένοιωθα τόσο πολύ μέσα μου, πόσο βαριά θα ήταν τώρα τα γηρατειά».

Σιγά-σιγά η υγεία της άρχισε να κλονίζεται περισσότερο. Τώρα τ’ ανίψια της δεν άκουγαν τις παρακλήσεις της να μην νοιάζονται τόσο γι’ αυτή. Κι ήταν διαρκώς κοντά της. Μερικές φορές μαζεύονταν αρκετά πιάτα με φαγητό που άδειαζαν όμως γρήγορα. Δεν ήταν η Ευαγγελία που απολάμβανε το κάθε φαγητό αλλά οι πεινασμένοι που χτυπούσαν την πόρτα τους. Μπορεί η ίδια να έμενε νηστική κι ας είχαν φροντίσει τα ανίψια της να μην της λείπει τίποτα. Για τον άγγελο αυτό καλοσύνης και προσφοράς ήταν αρκετό ότι κάποιος πεινασμένο χόρτασε σπιτικό φαγητό. Έτσι χόρταινε η ίδια.

Κάποια στιγμή η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Η Ευαγγελία υποχρεώθηκε να δεχθεί την πρόταση της ανιψιάς της που είχε και το όνομά της και να καταφύγει στο σπίτι της.

Φρόντισε όμως να αφήσει και κάτι από το σπίτι της όπου εκείνη πίστευε ότι χρειάζεται, έτοιμη πάντα να προσφέρει. Όλα εκείνα τα μπιμπελό, οι πίνακες, τα μικροέπιπλα κάπου έπιασαν τόπο προς μεγάλη χαρά της γενναιόδωρης δωρήτριας.

Πέθανε πάμπτωχη αλλά πλούσια από την αγάπη και φροντίδα των ανιψιών και των άλλων συγγενών της.

Η ψυχή της πέταξε την ημέρα των Τριών Ιεραρχών του 1976.

Το Ρέθυμνο συγκλονίστηκε στο άκουσμα του θανάτου της Νεκρολογίες και ψηφίσματα κατέκλυσαν τον τοπικό τύπο.

Την ημέρα της κηδείας της ένα πλήθος είχε κατακλύσει τον Μητροπολιτικό ναό. Στη νεκρώσιμη ακολουθία πήρε μέρος όλος ιερός κλήρος προεξάρχοντος του μακαριστού Τίτου που εκφώνησε κι έναν εξαιρετικό επικήδειο. Κρίμα που δεν υπήρχε η δυνατότητα να ηχογραφηθεί. Χαρακτήρισε τη ζωή της ανοικτό Ευαγγέλιο. Και υπογράμμισε τη συμβολή της στην πνευματική ανάπτυξη του τόπου.

Ο μακαριστός Τίτος έδινε ακριβώς τα στοιχεία που χαρακτήριζαν την Ευαγγελία Μαραγκουδάκη. Είχε προλάβει να τη γνωρίσει καλύτερα και μάλιστα είχε το προνόμιο να του προσφέρει τα τετράδια με τις σημειώσεις της που όπως επαναλάμβανε πολλές φορές ο αοίδιμος Ιεράρχης τον είχε εντυπωσιάσει το περιεχόμενό τους.

Την επομένη της κηδείας της έγινε από τον Αγιογραφικό Κύκλο γυναικών του Μητροπολιτικού ναού φιλολογικό μνημόσυνο στη μνήμη της.

Όμως και ο Μητροπολιτικός ναός τίμησε την προσφορά της και σαν ελάχιστη προσφορά ανέλαβε τα έξοδα της κηδείας της.

Αυτή ήταν η Ευαγγελία Μαραγκουδάκη που με το φως της ψυχής της φώτισε τη νεολαία μας σε μια εποχή από τις πιο δύσκολες που έζησε το Ρέθυμνο. Και η ευγνωμοσύνη του τόπου μας στην υπέροχη αυτή γυναίκα θα έπρεπε κάποτε να εκδηλωθεί με τον τρόπο που αρμόζει σε μια κοινωνία που σέβεται τις παραδόσεις. Αν ισχύει αυτό και στις μέρες μας.

Πηγές:

Εύας Λαδιά: «Ευαγγελία Μαραγκουδάκη», εφημερίς «Κρητική Επιθεώρηση» φ.27/11/1987

Ο1 Φεβρουαρίου 1976

ΚΗΔΕΥΤΗΚΕ ΧΘΕΣ

Η εκλεκτή Ρεθύμνια

Ευαγγελία Μαραγκουδάκη

Με αληθινή οδύνη ολόκληρο το Ρέθυμνο έμαθε το θλιβερό άγγελμα για τον θάνατο της ευσεβεστάτης δέσποινας, Ευαγγελίας Μαραγκουδάκη.

Ο θάνατός την βρήκε στην ηλικία των ενενήντα δύο χρόνων της. Στην νεκρώσιμη ακολουθία έλαβε μέρος το σύνολον των Ιερέων της πόλεως μας προεξάρχοντος του Μητροπολίτη μας κ.κ. Τίτου, ο οποίος και απεχαιρέτησε με συγκίνηση την μεταστάσα.

Πρέπει νομίζω να τονισθή ο χαρακτηρισμός της εκλιπούσης από τον Σεβασμιώτατο ως χαρισματούχον γυναίκα, η οποία κυριολεκτικώς εδαπάνησε όλη την σφίζουσα δραστηριότητά της για την πνευματική οικοδομή της πόλεως μας.

Και όντως η σεμνή γερόντισσα, στην αιωνόβιο σχεδόν ζωή  της, δεν έπαψε ποτέ να συμμετέχη σε κάθε πνευματική εκδήλωση από τα νεανικά της χρόνια μέχρι τις ημέρες μας.

Αλλά όπως εύστοχα ετόνισε ο Σ. Μητροπολίτης μας η ζωή της υπήρξε ένα ανοικτό Ευαγγέλιο.

Επί δεκαετίες ολόκληρες, υπηρέτησε ιδιαίτερα την εκκλησία του Ρεθύμνου οργανώνοντας και επιβλέποντας με απαράμιλη στοργή κάθε εκδήλωση των κατηχητικών σχολείων, γιατί πίστευε πως μόνο αν σταλάξη βαθειά στη ψυχή της νεολαίας το χριστιανικό φρόνημα μπορεί ο κόσμος μας να ελπίζη σε κάτι καλλίτερο.

Προσωπικά είχα την ευκαιρία να την γνωρίσω από κοντά, από μικρό παιδί και με κολάκευε πάντα το ζωηρό ενδιαφέρον της για ότι καλά μπορούσε να πραγματοποιηθή στην πόλη μας.

Θυμούμαι όταν καμιά φορά μου έδειχνε το αρχείο της όπου συστηματικά και με μεγάλη επιμέλεια ταξινομούσε για δεκαετίες ολόκληρες τα δημοσιεύματά της, σε τοπικές εφημερίδες αλλά και ομιλίες που κατά καιρούς έκανε στο Λύκειο των Ελληνίδων ή στη χριστιανική Ένωση της πόλης μας, αλλά και σε ιδιαίτερες στενές οικογενειακές θάλεγα ευκαιρίες.

Παρά τα χρόνια της, που βάραιναν φυσικά την ζωή της, το πνεύμα της διατηρούσε όλη την λαμπρότητα μιας ψυχής, άδολης αλλά και κοσμοθεωριακά ολοκληρωμένη. Η Χριστιανική πίστη, που την στόλιζε δεν ήτανε απλώς μια κάποια θρησκευτική υπόθεση, την ζούσε σε κάθε λεπτό της ζωής της.

Και είμαι σε θέση να ξέρω πόσες νεανικές καρδιές είχαν συντονιστή στους χτύπους της δροσερής και αμόλυντης καρδιάς της. Και τώρα που η καλή γερόντισσα Ευαγγελία Μαραγκουδάκη, πέρασε στην άλλη ζωή την αιωνία πιστεύω πως θα χαίρεται τον «γλυκασμό των αγγέλων» που ψάλλει η εκκλησία μας. Και κάτι ακόμη νομίζω πως δεν χρειάζεται να ευχηθούμε: για την αιώνια μνήμη της, διότι η ζωή της το πέτυχε, μια που ξεδηψούσε πάντα από το αθάνατο και ζήδωρο νερό της αιωνιότητας.

Μονάχα τούτο οι νέες αλλά και ηλικιωμένες Ρεθεμνιώτισες να φροντίσουν να μιμηθούν την μοναδική αυτή ψυχή.

Ο4 Φεβρουαρίου 1976

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ

Πάντοτε ενημερωμένη σε όλα τα θέματα τα οποία κατείχε και απέδιδε γραπτώς και προφορικώς, με τρόπο γλαφυρό και μεταδοτικό ώστε να αγγίζουν τα μύχια της καρδιάς.

Σε μεγάλη ηλικία – γύρω στα εξήντα τόσα – φαίνεται αφού έφυγε 94 αφού έχασε τον πολυαγαπημένο της σύζυγο, ξεκίνησε να πάη ν’ αφιερωθή στο Μοναστήρι.

Οι συγγενείς της των Αθηνών την γύρισαν πίσω αφού την σύνδεσαν με τη Πανελλήνια τότε πνευματική κίνηση των συνεργαζομένων Χριστ. Σωματείων «α Αποστ. Παύλος» και της ανετέθη να δημιουργήση έργο εσωτερικής ιεραποστολής έργο κοινωνικό πνευματικό στο Ρέθυμνον.

Έτσι στα πρώτα μεταπολιτικά χρόνια η Ευαγγελία Μαραγκουδάκη έφερε ως εδώ το σύνθημα «πάλι προς πίστη του Χριστού» και άρχισε να θεμελιώνη με τις ευλογίες της εκκλησίας – σε στενή συνεργασία γεμάτη σεβασμό και κατανόηση με τον τότε Μητροπολίτη μας κ.κ. Αθανάσιο Αποστολάκι- και τους λοιπούς ιερείς – έργο μεγάλο και βαθύ.

Μεγάλο γιατί αγκάλιασε όλες τις ηλικίες και των 2 φίλων και βαθύ κι αθόρυβο, σαν όλα τα μεγάλα έργα, μια μάλιστα που όργωνε καρδιές κι απρόσωπο γιατί κοντά της και γύρω της δούλεψαν πολλές αφανείς εργάτιδες και εργάτες μ’ αφοσίωση και ταπείνωση Χριστιανική. Άλλες και άλλοι από κείνους έφυγαν από τη ζωή, όπως η Ειρήνη Λίτινα ο Ν. Σκανδάλης, Ι. Πατακός, Παπαδάκι άλλες έφυγαν από τον τόπο κι άλλες ζουν και κινούνται ανάμεσά μας, μεγάλες ή μεγάλοι πια…

Μ’ ένα καταπληκτικό οργανωτικό πνεύμα, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ωργάνωσε σαν πρωτεργάτης που ήταν – χριστιανικά μαθήματα για νέες απόφοιτες Γυμνασίου, που έκανε η ίδια με ευλάβεια θρησκευτική. Αξέχαστα θα μείνουν εφ όρου ζωής σ’ όλες εμάς που τα παρακολουθήσαμε αυτά τα όμορφα απογευματινά, μέσα στο μικρό μαγαζάκι του συζύγου της, που είχε μεταβάλλει σε αίθουσα συνάξεων.

Δεν είχε κανένα στολίδι κείνος ο τόπος, τον γέμιζε όμως και τον ομόρφαινε, το χαρούμενο πρόσωπο κείνης που μας δεχόταν σαν μάνα και μας κατευώδωνε και καθοδηγούσε σαν μεγάλη αδελφή.

Οργάνωση το Χριστ. Ένωση Ρεθυμνίων της οποίας επί χρόνια υπήρξε Πρόεδρος και η οποία μετά την αποχώρησή της ύστερα από 25 χρονών γόνιμη δράση λίγα χρόνια διατηρήθηκε προτού διαλυθή.

Γερά θεμελιωμένοι κύκλοι για μεγάλες κυρίες και κυρίους με στελέχη που σε εβδομαδιαίες συναντίσεις στο σπίτι της τροφοδοτούσε πνευματικά, λειτουργούσαν σ’ όλες τις συνοικίες της πόλης.

Τα περιοδικά της «Ζωής» των «Ακτίνων» της «Ζωής του παιδιού» κι αργότερα του «Κόσμου της Ελληνίδος» και της «Συζητήσεως» όπως και αι εκδόσεις της «Δαμασκού Ζωής» «Αποστολικής Διακονίας» και άλλαι, εκείνη πρωτογνώρισαν ως υπεύθυνο της διαδόσεως των στο Ρέθυμνο και από το σπίτι της αργότερα περνούσαν όλες οι επί μέρους υπεύθυνες και ενεπνέοντο, όπως επίσης σε κείνη απευθύνοντο όλοι οι περιοδεύοντες του Χριστ. Κινήματος και κείνη φρόντιζε για τη φιλοξενία και την επαφή τους με τα μέλη της εδώ κινήσεως.

Πάνω της σα σε βράχο έσπαζαν και όλες οι τυχόν αντιθέσεις και ήταν τόση η δύναμη η μαεστρία της που δεν άφισε ποτέ να παρατηρηθούν άτοπα, όπως σε κινήσεις άλλων πόλεων κι η πόλη μας ενωμένη γνώρισε τη χριστ. προσπάθεια.

Στον τομέα των κύκλων, ανήκε κι ο κύκλος των Ακτίνων δεσποινίδων και ο μαθηματικός, που μελέτησε στην αρχή τη διακήρυξη της Ενώσεως Επιστη – Ελλάδος τη σχετική με τη πίστη και συνέχισε με θέματα από τις Ακτίνες του Καθ. κ. Αλεξ. Τσιριντάνη με το ψευδώνυμο Π. Μελίτης.

Κι αυτών των κύκλων είχε την ευθύνη αρχικά.

Ο κύκλος δεσποινίδων στον οποίον αφομιώθηκαν και οι μαθήτριες που τέλειωναν και έμειναν στο Ρέθυμνον, απετέλεσε τον πυρήνα των κύκλων του Ελλην. Φωτός (Κύκλος κοινων. Μορφόσεως της Ελληνίδος) και στα χρόνια μας τον πυρήνα Αγιαστικού κύκλου του Καθεδρικού ναού και διατηρείται ως σήμερα καίτοι οι τότε κοπέλλες, είναι τώρα μανίες και γιαγιάδες ακόμη.

Τα Χριστ. μαθήματα και ο κύκλος Ακτινών τροφοδοτούσαν με στελέχη τα Κατηχητικά σχολεία (κατηχήτριες βοηθούς) και τις Χριστ. Μαθητικές ομάδες (με ομαδάρχες βοηθού ) στα οποία στελέχη έκανε ιδιαίτερες συναντήσεις κι οι κύκλοι κυριών της εφορευτικές επιτροπές των Κατηχητικών σχολείων.

Οι κύκλοι κυριών τροφοδοτούσαν με στελέχη το Κατηχητ. και ομάδες Αρρένων και κύκλοι κυρίων και κυριών τροφοδοτούσαν με μέλη τη Πρόνοια της οποίας ηγείτο η ίδια.

Η Πρόνοια ήταν ένας πολύπλευρος τομέας με πλούσια αφανή δράση που απέβλεπε στη θεραπεία των κακών στη ρίζα του. Έτσι είναι πολλοί οι γάμοι που στηρίχτηκαν, οι άπορες κοπέλλες που αποκαταστάθηκαν οι γυναίκες που βρήκαν το χαμένο δρόμο τους τα παιδιά που μαζεύτηκαν οι άστεγοι που βρήκαν στέγη οι θλιμένοι που παρηγορήθηκαν οι πτωχοί που ελεήθηκαν, οι άπιστοι που βρήκαν τη χαμένη πίστη τους στο Θεό, τη ζωή και τον άνθρωπο.

Σ’ όλους δε συγγενείς συνεργάτες, πνευματικά παιδιά, γνωστούς κι άγνωστους στάθηκε πλάι στους πόνους και στις χαρές στις γέννες και στις κηδείες, στους γάμους, στα μικρά και μεγάλα προβλήματα.

Αυτό το αδιάκοπο πήγαινε έλα στο σπίτι κείνου του στενού, αυτό το ανοιγόκλειμα της πόρτας από την αυγή ως τα μεσάνυκτα που δεν την άφηνε να φάη ούτε στις 5 το απόγευμα πολλές φορές -πόσο γέμιζε τις ώρες της πλάι στην αδιάκοπη μελέτη και το γράψιμο.

Χαιρώσουν τη συντροφιά της που σε ανέβαζε στη γεμάτι νόημα και αλάτι ηρτυμένη ομιλία της τη διάθεση για ανανέωση – κάθε εβδομάδα άλλαζε τη θέση των επίπλων της – τη γεμάτη ζωντάνια και κέφι παρουσία της παντού.

Λες και από τη στάχτη της σα φοίνικα την αναναίωνε η βαθειά πίστη της κι εμπιστοσύνη στο Θεό και της αποστολής της και η αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο τον οποιοδήποτε άνθρωπο.

Λίγα έχουν να πουν οι χωρικοί μας; Όλα τα χωριά ή σχεδόν όλα γνώρισαν τις όμορφες εξορμίσεις της Χριστιανικής Ενώσεως με επικεφαλής εκείνη όλα ή σχεδόν όλα τα χωριά την άκουσαν να κηρύττη, να ομολογή Χριστό.

Κι αντήχησαν από τα χαρούμενα τραγούδια νέων ή νεανίδων που ξεσήκωναν καρδιές ή δέχτηκαν βιβλία σαν αρχή μιας προσπαθείας για δημιουργία βιβλιοθήκης του χωριού.

Η παλιά αίθουσα των 3 Ιεραρχών – τι σύμπτωση να πεθάνη ανήμερα της γιορτής που τόσο τίμησε με γιορτές και ομιλίες σε αυτή την αίθουσα – γνώρισε μέρες δόξας κείνα τα χρόνια και το εντευκτήριο των ομάδων στέγασε τη δανειστική βιβλιοθήκη των παιδιών – πρώτη δανειστική βιβλιοθήκη της πόλης μας.

Τα εργαζόμενα κορίτσια εκατό περίπου και τα εργαζόμενα αγόρια, κοντά της βρήκαν ζεστασιά, που τη μετέδωσε αργότερα στους κατηχητές και κατηχήτριες των, και ο τελειόφοιτοι Γυμνασίου παιδιά ομάδων και Κατηχητικών από κείνη έπαιρναν γραμμή και κατεύθυνση και συστατικά γράμματα και βοήθεια υλική για να συνεχίσουν σπουδές στα Πανεπιστήμια ή άλλες σχολές.

Πολλά παιδιά που ακολούθησαν το δρόμο της αφιέρωσης στην Εκκλησία από κείνη εμπνεύστηκαν και βοηθήθηκαν και τους είδε σεμνούς ιερείς.

Όλα τα ομαδόπουλα αγόρια και κορίτσια όλοι οι νέοι και νέες είχαν μαζί της στενή ψυχική επαφή κι από τα πέρατα του κόσμου όπου σκορπίστηκαν, της έγραφαν ή την επεσκέπτοντο στην επιστροφή των εδώ.

Μια αλληλογραφία μεγάλη που διατηρούσε με αμέτρητα πρόσωπα, της έδωσε τη δυνατότητα, να σταθή δίπλα των παρήγορος άγγελος σε δύσκολες στιγμές οδηγός και εμπνευστής, στις σπουδές ή στο έργο των.

Χριστοκεντρική η γραμμή της, ωδηγούσε κατ’ ευθείαν στο Χριστό και στην Εκκλησία Του με συνέπεια συνέχεια και δίχως παρεκκλίσεις.

Γραμμή σαφής, ξεκάθαρη που δεν άφηνε περιθώρια για κριτική του έργου των άλλων ανθρώπων μα έθετε τη πίστη την ελπίδα την αγάπη που θα πρέπη να κυβερνά σκέψεις και πράξεις στην πρώτη γραμμή, την αυτοκριτική και την αγωνιστική διάθεση για ένα καλύτερο εσωτερικό κόσμο για ένα καλύτερο αύριο, αυτομικό, κοινωνικό και τέλος την αισιοδοξία και την αληθινή χαρά της ζωής, μ’ όλες τις τυχόν αντίξοες περιστάσεις.

Και ακόμη ανιδιοτέλεια αυτάρκεια και ολιγάρκεια απ’ τα βασικά γνωρίσματα της όλης προσπαθείας της.

Όλα τά δειξε στην πράξη κι η ίδια πέθανε στης Βαγγέλας το σπίτι πτωχότερη απ’ ότι τη γνωρίσαμε με όλη την αγάπη και συμπαράσταση που είχε από όλους τους αγαπημένους της συγγενείς.

Μια ζωή δοσμένη στο χρέος, με εσωτερική πληρότητα μια ζωή θυσίας κι ανυστερόβουλης προσφοράς μια προσφορά ζωής χωρίς άλλο αντάλλαγμα από της συνείδηση της επιβεβαίωσης.

Θαρρώ δεν θάμεινε σπιτικό στο Ρέθυμνο που να μη νοιώθη την ευεργετική παρουσία της – έρχεται μπρος στα μάτια μας, σαν φως σαν παράδειγμα προς μίμηση σα σύμβολο Χριστιανής εργάτιδας σαν φάρος που δείχνει το δρόμο προς το Χριστό και την αλήθεια του.

Αναπαύσου αγαπημένη μας πνευματική μητέρα με τη σιγουριά πως το έργο σου δεν πήγε χαμένο, γιατί ώργωσες βαθειά μες τις καρδιές των Ρεθεμνιωτών.

Πήγαινε κοντά στον αγαπημένο σου Χριστό, που για τη δόξα Του δούλεψες και μεις μικρές κι ασήμαντες μπρος στο δικό σου μεγαλείο και τις ικανότητες σου υποσχόμαστε μάνα πως αντάξια ανάλογα με τις δικές μας δυνάμεις, με την ευλογία της Εκκλησίας και τη δική σου την ευχή όλες οι πνευματικές σου κόρες αυτής της μικρής μας συντροφιάς όλα τα μέλη του Αγ. Κύκλου της Ενορίας στα οποία μίλησες και πέρισυ ακόμα, οι γυναίκες της πόλης και των χωριών που σ’ αγάπησαν θα συνεχίσωμε το έργο σου πιστές στη γραμμή που μας έδωσες σ’ όλη μας τη ζωή.

Ας είναι αιωνία η μνήμη σου και το Ρεθεμνιώτικο χώμα που σε σκέπασε ελαφρό.

Ειρήνη Γ. Παπαδάκη

Αφήστε μια απάντηση