Γεννήθηκα στις 22 Φεβρουαρίου του 1934. Ήταν τα Ανώγεια σκεπασμένα με χιόνια, το σπίτι
μας ήταν εδώ κι απέναντι ήταν του παππού, του Σμπωκοκωστάκη το σπίτι. Την επαύριον,
λόγω του ότι εμείς δεν είχαμε πολλή θέρμανση στο σπίτι και ήταν λίγο κρύο, πήρε ο πατέρας
μου την μάνα μου στην πλάτη του. Ακολουθούσαν και οι γειτόνοι που με είχαν στην αγκαλιά
τους και πήγαμε στου παππού μου το σπίτι. Εκεί πέρασα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια και
μου άφησαν και τις ωραιότερες αναμνήσεις.
Ο πατέρας μου, ο Γιάννης Σμπώκος ή Κωστακογιάννης, ήταν ένα από τα βασικά στελέχη της
Αντίστασης και με ενέπλεξε και μένα πολλές φορές με το να μεταδίδω πληροφορίες, γιατί
έκανα τον μαντρατζή και ανεβοκατέβαινα στο 1.26 που είναι πιο πέρα από τη Νίδα, κάθε
μέρα και συνέχεια ήμουν στα λημέρια της αντάρτικης ομάδας. Βοήθησα όσο μπορούσα,
δεδομένου ότι η περιοχή εκεί απάνω ήταν τότε απαγορευμένη και όσες φορές οι Γερμανοί
έκαναν κλοιό, όσους έπιαναν εκεί τους εκτελούσαν ή τους έπαιρναν και τους εξαφάνιζαν.
Γεννήθηκα λοιπόν στις 22 Φεβρουαρίου του 1934, αλλά η ταυτότητά μου λέει ότι
γεννήθηκα στις 8 Ιουνίου 1934. Πώς συνέβη αυτό; Με την ολοκληρωτική καταστροφή των
Ανωγείων κατεστράφη παντελώς το αρχείο. Ούτε δημοτολόγια έμειναν, ούτε μητρώα. Τα
μόνα που έμειναν και τα πήραν από το Ρέθυμνο ήταν τα μητρώα αρρένων. Εκεί στα μητρώα
αρρένων φαινόταν ότι γεννήθηκα το 1934. Όταν λοιπόν το ’50 – ’53 συνεστήθη μια επιτροπή
για να καταγράψει νέα δημοτολόγια και μητρώα, τότε το θεώρησαν ως επουσιώδης την
ημερομηνία γεννήσεως, πρώτα δεν την χρησιμοποιούσαν ποτέ, μετά το ζητούσαν οι
ταυτότητες. Έτσι με έβαλαν στις 8 Ιουνίου, το θεώρησα και εγώ επουσιώδες και έτσι στην
ταυτότητά μου αναγράφεται αυτό το πράγμα.
Οι γονείς μου ήταν αγροτοκτηνοτρόφοι, όπως ήταν και οι δικοί τους γονείς. Ο πατέρας μου
ήταν γιος του Σμπωκοκωστάκη και το παρατσούκλι του ήταν Κωστακογιάννης. Κώστας και
Γιάννης το δικό του από τον πατέρα του. Είχε και αδέρφια. Ο παππούς μου παντρεύτηκε δύο
φορές. Την πρώτη φορά πήρε μια Κεφαλογιαννοπούλα και γέννησε δύο κόρες, την
Μαρουλιώ όπως την λέγανε και την Ειρήνη, οι οποίες παντρεύτηκαν και άφησαν απογόνους.
Με τη δεύτερη γυναίκα απέκτησε τα εξής παιδιά, τον πατέρα μου, τον θείο μου τον Γιώργη,
την Ζουμπουλιά η οποία ήταν παιδί από τον πρώτο γάμος της δεύτερης γυναίκας που πήρε,
της Ζαχαρένιας. Επίσης την Μαριωρή και την Άννα. Αυτά ήταν τα παιδιά.
Από τη μεριά της μάνας μου, ήταν κόρη ενός εξόχου Ανωγειανού, ήταν γνωστός ως
Αλμπάτης. Και τα καφενεία αυτά που είναι απέναντι εκεί ήταν όλα δικά του. Ήταν
προοδευτικός άνθρωπος και φοβερός γεωργός. Οι περιουσίες του ήταν ζωγραφιές και όλα. Ο
παππούς μου λοιπόν αυτός, ο Αλμπάτης, το όνομά του ήταν Αριστείδης Πασπαράκης,
παντρεύτηκε και πήρε μια γειτονοπούλα του από την οικογένεια των Κονιού. Έκαναν τα
ακόλουθα παιδιά, τον Μύρο, τον Γιώργη, τον Στεφανή, τη μάνα μου Ειρήνη, τη θειά μου την
Μαρία και τη θειά μου την Άννα. Έξι παιδιά.
Η οικονομική κατάστασή τους ήταν πάρα πολύ καλή. Ο Κωστάκης ο παππούς μου από τον
πατέρα μου ήταν κυρίως κτηνοτρόφος, αλλά και γεωργός και είχε περιουσίες, και τα
καταφέρναμε, γιατί ήμασταν αυτοσυντήρητοι εκείνα τα παλιά χρόνια. Ο παππούς μου ο
Κωστάκης είχε και κουράδι, ήταν κυρίως κτηνοτρόφος. Ο παππούς μου ο Aλμπάτης ήταν
κυρίως γεωργός με πολλές περιουσίες και εδώ κοντά στο χωριό και μακριά και ακόμη πολλά
χωράφια τον καιρό καλλιεργούσαν για τα δημητριακά το βουνό. Το ξεχέρσωναν και μέχρι τη
ρίζα της μεγάλης κορφής το έσπερναν. Τότε έσπερναν τον περιβόητο μαρτή, που τον
έσπερναν τον Μάρτη και έδινε το πιο ωραία κρίθινο ψωμί.
Τα χνάρια τους ακολούθησαν και οι δικοί μου γονείς. Ήταν αγροτοκτηνοτρόφοι και εγώ από
την πρώτη στιγμή της ζωής μου που άρχισαν να καταλαβαίνω, από τα πέντε χρόνια, με
βάλανε στον αγώνα της ζωής. Η πρώτη δουλειά για όλα τα Ανωγεινάκια, θηλυκά και
αρσενικά, ήταν η βουκολική. Κάθε σπίτι εξασφάλιζε για τα παιδιά του ένα πρόβατο, μια
κατσίκα, ένα αρνί και αυτά τα βλέπαμε, χωρίς όμως να υστερούμε στα περιβόλια, να
ποτίζουμε, να μαζεύουμε, να κάνουμε χίλιες δυο άλλες δουλειές, να μεταφέρουμε ξύλα κ.α.
Αυτά γινόταν μετά τα πέντε χρόνια. Εγώ ακριβώς τη χρονιά που θα πήγαινα στην πρώτη
τάξη του δημοτικού, θυμάμαι ότι έστειλε ο πατέρας μου πάνω από το βουνό ένα ωραιότατο
αρνί για να το βλέπω, να το κάνω πρόβατο και να έχουμε το γάλα για τις ανάγκες των
παιδιών. Θυμάμαι όταν ήθελα να πάω στο σχολείο, τότε χτυπούσε η καμπάνα, δεν είχαμε
ρολόγια και όλα αυτά. Με έπαιρνε η μάνα μου, πηγαίναμε εδώ πίσω που είχε κάτι αμπέλια ο
παππούς μου και σέρναμε το αρνί, το δέναμε σε ένα μέρος και μετά εκάθιζε και έβγαζε τα
βιβλία να μου κάνει την τελευταία επανάληψη. Το μεσημέρι γύριζα, το έπαιρνα και το
απόγευμα πήγαινα το έβλεπα και όλα αυτά.
Επίσης, δεν ήταν μόνο η βουκολική. Ήταν η κύρια εργασία όλων των παιδιών μέχρι τα 12.
Και ορισμένοι έμεναν βουκόλοι σε όλη τους τη ζωή. Πλήθαιναν το κοπάδι τους και πολλοί
φτάνανε στα 20 τα οποία έβλεπαν, τα είχαν οικόσιτα και τα μαντρίζανε, τα αρμέγανε και
πουλούσαν το γάλα πολλές φορές σε όσους δεν είχαν.
Έτσι, εκτός από αυτήν τη δουλειά, ήταν για εμάς τα αγόρια, αλλά και για τα κορίτσια πολλές
φορές, η μαντρατζική. Δηλαδή πηγαίναμε στο μιτάτο απάνω το φαί, κάθε μέρα εάν ήταν
κοντά το μιτάτο ή μέρα παρά μέρα εάν ήταν ψηλά. Το δικό μας ήταν ψηλά, ήταν πιο μακριά
από τη Νίδα. Θυμάμαι όταν για πρώτη φορά ήταν ψημοκαλόκαιρο και ο πατέρας μου ήταν
μοναχός. Το μιτάτο μας ήταν ακραίο, δεν ήταν άλλα μιτάτα που είχαν μαντρατζίδες για να
δώσουμε τη βούρια με το κουνέτο και το φαΐ να του τα πάνε. Και ειδοποιεί τη μάνα μου,
κάνε κάτι. Λέει «και τι να κάνω;». «Φτιάξε τα, φόρτωσέ τα στον γάιδαρο και βάλε το παιδί
πάνω και όταν θα περνούν οι περοχωριανοί, θα περιμένεις ακριβώς εδώ στον δρόμο που
βγαίνουν να τους παραδώσεις, αυτοί θα τα στείλουν». Οι περοχωριανοί ήταν οι πιο κοντινοί
γείτονές μας. Θυμάμαι ότι με πήραν από εδώ, βγήκαμε απάνω, πήγαμε στα πετραδολάκια
που είναι ο Άγιος Φανούριος, και όταν φτάσαμε εκεί ήταν ο δρόμος που πήγαινε προς το
μιτάτο το δικό μας και θυμάμαι κατεβαίνει ένας από τους βοσκούς και λάγε τον γάιδαρο, τον
βάζει στο μονοπάτι και θυμούμαι έπαιξε με το χέρι του μια πίσω και μου λέει «λάλιε εδά
παιδί μου, μα ο γάιδαρος θα σε πάει στο μιτάτο». Και πραγματικά με πήγε στο μιτάτο. Αυτή
ήταν η πρώτη πορεία μου και πρέπει να ήμουν 7 προς τα 8 ετών τότε, γιατί μετά εσυνέχισε
αυτή και τον καιρό της κατοχής. Όταν ακόμα ήμουν μαθητής και ήμουν στην ακαδημία,
εξακολουθούσα να κάνω αυτήν τη δουλειά και να βοηθώ, γιατί του πατέρα μου του πήραν οι
Γερμανοί όλο το κοπάδι. Μαζί με τον αδερφό του είχαν 500 αιγοπρόβατα.
Μετά την απελευθέρωση δεν είχαμε τίποτα, όλα είχαν ρημάξει. Από οικονομική άποψη ήταν
όλοι σε αθλία κατάσταση. Τότε λοιπόν οι κτηνοτρόφοι εδώ είχαν μια ωραία ιδέα. Εάν κανείς
κτηνοτρόφος για κάποιον λόγο, αρρώστια ή κάποιο άλλο κακό, έχανε το κουράδι του,
εγύριζε και έκανε το λεγόμενο «αρνοκλίση» και μάζευε από τους φίλους, από τους
συγγενείς, από τους συντέκνους από τους κουμπάρους. Του δίνανε όλοι, άλλος μια αίγα,
άλλος ένα πρόβατο, άλλος ένα αρνί. Έτσι έκανε την ίδια δουλειά ο πατέρας μου με τον
αδερφό του και μάζεψαν 120 και εξεκίνησε πάλι το μιτάτο, πάλι στο ίδιο μέρος που ήμασταν
και εξακολουθούσα και εγώ να πηγαίνω και τον καιρό που ήμουν στην ακαδημία, το
καλοκαίρι που ήμουν εδώ.
Η ζωή μου γενικά, αυτή η παιδική, ήταν για εμένα το καλύτερο κομμάτι της ζωής μου.
Πέρασε ευτυχισμένα. Βέβαια ήμουν και μοναχοπαίδι, με προσέχανε, αλλά πάντα δουλειά και
τίποτα άλλο. Δεν είχα εξαίρεση σε αυτό. Είχα τα πιο χαρούμενα χρόνια, ειδικά τα πρώτα 7
χρόνια, γιατί μετά άρχισε ο αλβανικός πόλεμος και τότε τα πράγματα άλλαξαν ριζικά.