Γιώργη Σμπώκου :Μνήμες Αντίστασης και Ολοκαυτωμάτων

Στα καντιρίμια τρομοκρατηθήκαμε, τους μάζεψαν όλους στο σχολειό και άρχισαν τις
έρευνες. Είχαμε στο σπίτι κρυμμένα τουφέκια, το ήξερα και εγώ και η αδερφή μου. Δεν
υπήρχαν μυστικά πως ήμασταν παιδιά, μας τα έλεγαν. Εγώ φοβόμουν, γιατί εμάς τα παιδιά
δεν μας μαζεύανε εκεί. Εκείνη τη μέρα, λοιπόν, έκαναν τον κλοιό επειδή είχε πέσει πολύ
χιόνι στο βουνό και σου λέει που θα πάνε οι αντάρτες; Έχουν κατεβεί στα Ανώγεια. Τότε
συνέλαβαν και τον αρχηγό της ειδικής αντίστασης, τον Γιάννη Δραμουντάνη, και τον
εκτέλεσαν εδώ. Είχα την τύχη και την ατυχία την ώρα που έφευγαν οι Γερμανοί, γιατί
πήγαιναν από εδώ και κατέβαιναν κάτω στο Γενί Γκαβέ και από εκεί πήγαιναν στο
Ηράκλειο, καμιά δεκαριά παιδιά ακούσαμε -γιατί τριγυρίζαμε εμείς στα σπίτια, δεν μας
ενοχλούσαν οι Γερμανοί – που έλεγαν να να σκοτώσουν τον Στεφανογιάννη. Ακούσαμε
εξάλλου και τα πολυβόλα και όλα, γιατί αυτός όταν τον έστησαν να τον εκτελέσουν δεν
εστάθηκε. Είχε από κάτω τον δρόμο και ήταν ένας τράφος περίπου τρία μέτρα. Και δίνει
έναν σάλτο να πηδήξει προς τα κάτω. Είχαν ένα πολυβόλο σε απόσταση πενήντα μέτρων και
κατευθύνεται προς αυτό. Το πολυβόλο τον πέτυχε στον αέρα και έπεσε από κάτω. Φεύγουν
οι Γερμανοί, εμείς τα παιδιά κάνα εικοσαριά, ακλουθούσαμε από πίσω από τα σπίτια που
είναι εδώ και φτάξαμε στο σημείο όπου είχε πέσει. Σαν να τον εβλέπω αυτήν τη στιγμή. Είχε
πέσει και νομίζω ότι εζούσε, και τα μάτια του λειτουργούσαν βέβαια, το αίμα έρεε. Όλοι οι
κάτοικοι ήταν μέσα στο σχολειό και όταν έφυγαν οι Γερμανοί βγήκαν, ήρθαν από εκεί, τον
πήραν, τον θάψανε με τιμές βέβαια μεγάλες, γιατί πράγματι ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος
και ένας υπέροχος αρχηγός. Ήταν αυτός που εστέριωσε την αντίσταση σε όλη την κεντρική
Κρήτη. Ήταν πρώτος από όλους, τόσο πολύ. Τέτοιους κλοιούς έκαναν αρκετούς τότε στο
χωριό. Τότε μαζί με τον Στεφανογιάννη έπιασαν 11 άτομα, τα οποία ούτε ξέρουμε τι έγιναν.
Λέμε ότι τα σκότωσαν και τα έριξαν σε πηγάδια και δεν ξέρουμε ακόμη κανείς πού ακριβώς
τους εκτέλεσαν. Άλλους που έπιασαν από εδώ και τους πήραν, άλλους τους έβαζαν στα
καράβια και τους πήγαιναν στη Γερμανία. Εδώ έκαναν έναν κλοιό στην Ύδρα και πιάσανε
καμιά δωδεκαριά άτομα, τα περισσότερα ήταν μαντρατζίδες παιδιά, και τα αφήσανε. Άλλοι
φύγανε και μείναμε έξι άτομα. Τους πήγαν στα Χανιά, τους έβαλαν σε βαπόρι στο οποίο
ήταν και ένα ιταλικό τάγμα. Μέσα στο καράβι αυτό έγινε μάχη έξω από τη Σούδα. Περνούσε
και ένα αεροπλάνο, το βομβάρδισε, οι περισσότεροι δεν ήξεραν, σώθηκαν όμως μερικοί
Ιταλοί οι οποίοι είπαν τι ακριβώς συνέβη και η σφαγή που έγινε μέσα στο καράβι αυτό.
 
Το βουνό από την κορυφή και πάνω ήταν απαγορευμένη ζώνη. Απαγόρευαν να βγάζουν τα
κοπάδια, αλλά εμείς βγαίναμε με υπόψη. Έκαναν κλοιό εκεί πάνω, όπως θυμάμαι έναν κλοιό
τέτοιο, που ήμουν πάνω στο θερινό μητάτο μας που ήταν εδώ πιο χαμηλά στη ζώνη πιο
δίπλα. Και κοιμόμασταν στο μητάτο που ήταν μεγάλο, κάνα δεκαριά άτομα και εγώ μέσα,
νύχτα. Τα ξημερώματα λοιπόν ακούμε από κάτω «οι Γερμανοί βγαίνουνε». Σηκωθήκαμε
μέσα στη νύχτα, μαζεύαμε τα αυτά, δώσ’ του – δώσ’ του και τα κατεβάζαμε. Όταν ήμασταν
εκεί στην κορυφή, είχαν βγει κι από εδώ οι γυναίκες για να ειδοποιήσουν και όλα αυτά,
συγκεντρώθηκε ο κόσμος και είδα ακροβολισμένους τους Γερμανούς κάθε 20 μέτρα με τα
τουφέκια να βγαίνουν απάνω, να προχωρούν και να κάνουν και έρευνα. Εμείς καθόμασταν
εκεί, τα ζώα τα είχαμε κάτω, δεν μας μίλησαν καθόλου. Εκεί όμως που ήταν το μητάτο το
δικό μας, πιο κάτω, ήταν ένα άλλο μητάτο το οποίο ήταν «απόκολα» που λέμε, ήταν σε
μέρος που δεν είχε επαφή με τον γύρω κόσμο. Εκεί υπήρχαν ένας Λιβαδιώτης, ένας
Ανωγειανός και ένα παιδί μαντρατζής. Από εκεί πέρασαν οι Γερμανοί, τους πιάσανε, τους
έβγαλαν απ’ έξω και ο υπεύθυνος – αλλά όχι ο μεγάλος αρχηγός- έδιωξε το παιδί και έστειλε
τους άλλους για εκτέλεση. Αυτά τα μαθαίνουμε από τρίτο πρόσωπο που ήταν εκεί κοντά και
είχε βγει σε ένα πρίνο στην κορυφή και παρακολουθούσε όλη τη σκηνή τι έγινε. Σε λίγη ώρα
φτάνει ο αρχηγός του αποσπάσματος, θωρεί τους σκοτωμένους κάτω και του λέει «το
παιδί;». Λέει «το διώξαμε». «Προς τα που πήγε;». Και πηγαίνει προς τα εκεί, το φτάνει και
το σκοτώνει 14 ετών. 

 
Ήταν φοβερά τα δράματα που περάσαμε μια ζωή, ήταν η κατάστασή μας τραγική με τους
Γερμανούς τότε. Έτσι συνέχισε ο αγώνας, η αντίσταση γινόταν όλο και πιο δυνατή, ήταν οι
ομάδες του Παντουβά, ήταν οι κουρσανιώτικη ομάδα, ήταν του Πετρακογιώργη από την
άλλη μεριά, ήταν δυο Ανωγειανές ομάδες, μια του ΕΑΜ – ΕΛΛΑΣ και η άλλη η Ανεξάρτητη
Ομάδα Ψηλορείτης. Αγωνίζονταν με πείσμα. Όταν έφταξε λοιπόν ο Αύγουστος είχε δοθεί το
σύνθημα και στους αριστερούς και σε όλους τους αντάρτες, ότι οι Γερμανοί υποχωρούσαν
τότε από το Ηράκλειο που ήταν το κέντρο των Γερμανών και από τη Σητεία και με
αυτοκίνητα επήγαιναν στα Χανιά. Εκεί ήταν η συγκέντρωση σύμφωνα με τη συμφωνία που
είχαν κάνει με τους Εγγλέζους και τους άλλους. Από εκεί μετά με πλοία φύγανε. Και έλεγαν
«όπου θωρείτε Γερμανό», γιατί μέχρι τότε όταν σκότωνες έναν Γερμανό, σκότωναν πενήντα.
Πενήντα ήταν εμάς εδώ. Εάν ερχόταν ένας Γερμανός εδώ και τον σκοτώνανε, θα έπιαναν
πενήντα και θα τους σκοτώνανε. Έτσι λοιπόν δίνεται το σύνθημα ότι οι Γερμανοί
υποχωρούν, είναι οι τελευταίοι, βαράτε τους κ.λπ. Τότε έρχεται εδώ ο φρούραρχος του Γενί
Γκαβέ, ο Σήφης, με σκοπό να μαζέψει για την αγγαρεία που κάνανε. Τους πήγαιναν άλλους
στη Μεσαρά, άλλους στο Ρέθυμνο κ.λπ., αλλά δεν έβρισκε κανέναν με τις εγκαταστάσεις
που κρατούσε, θύμωσε και μάζεψε 80 – 90 γέρους, γυναίκες, παιδιά, ό,τι ήταν, και τα πήρε
μαζωμένο και κατέβαιναν κάτω. Τότε συνήλθε μια ομάδα 11μελης του ΕΑΜ – ΕΛΛΑΣ εδώ,
ήταν ο εφεδρικός ΕΛΛΑΣ σε αυτούς και είχαν όπλα τα οποία είχαν κρύψει σε διάφορα
σημεία. Συγκεντρωθήκαν στην Παπούρα που είναι το κέντρο υγείας και πήραν απόφαση
αυτά τα άτομα, τα 10 περίπου, και λένε να πάνε να τους χτυπήσουν. Πραγματικά πήγαν,
πήραν τα όπλα που τα είχαν σε κάτι χώρους. Τα έχω φωτογραφίσει όλα αυτά. Και
προχώρησαν μετά και έφτασαν στο μονοπάτι που έβγαινε από το Γενί Γκαβέ που ήταν τότε ο
κεντρικός δρόμος που συγκοινωνούσαμε με τον κάτω Μυλοπόταμο, δηλαδή το Γενί Γκαβέ-
τη Δροσιά που λένε τώρα- και όλα τα άλλα χωριά. Όταν έβγαιναν από εδώ, οχτώ ήταν οι
Γερμανοί και οι Ιταλοί όσοι ήταν αυτοί. Όταν έβγαιναν απάνω να φτάξουν στην κορυφή από
τον ποταμό του 10:05 που έβγαιναν απάνω, ήταν ακροβολισμένοι οι αντάρτες και με τους
πρώτους πυροβολισμούς που έριξαν έσπευσαν όλοι κάτω και τρέχανε προς τον ποταμό. Οι
συλληφθέντες, ο Σήφης και οι Γερμανοί προς τα κάτω, τους πήραν κυνήγι. Στο μεταξύ με
τους πυροβολισμούς που ακούστηκαν ξεσηκώθηκε από εδώ όλο το χωριό. Όσοι είχαν
τουφέκια τα πήραν, κατέβηκαν και βγήκαν ακριβώς από πάνω από εκεί που είχαν κατεβεί
στον ποταμό οι Γερμανοί. Δύο μάλιστα είχαν προχωρήσει πιο πάνω σε κάτι περιβόλια και
αυτοί που ήταν από πάνω που είχαν κατεβεί από εδώ τους πυροβόλησαν και τους σκότωσαν.
Μετά πήγαν αντάρτες και είχε μέσα ένα ξεροπήγαδο και τους έριξαν μέσα. Ακόμη εκεί είναι
πετρωμένοι. Τους υπόλοιπους Γερμανούς τους έπιασαν, τους πήραν, πήγαν και πέρασαν από
τον τάφο γιατί θεωρούσαμε ότι υπεύθυνος για τον σκοτωμό του Στεφανογιάννη ήταν ο
Σήφης. Τον πήγαν στο νεκροταφείο, στον τάφο αυτουνού και από εκεί τον πήραν οι αντάρτες
και από τις Αγριάδες ανατολικά βγήκαν στα Τσουνιά που ήταν το λημέρι του ΕΑΜ –
ΕΛΛΑΣ, μαζί με τους υπόλοιπους. Εκεί μετά από στρατοδικείο, λαϊκό δικαστήριο που έγινε,
τους εκτέλεσαν και υπήρχε μια τρύπα μεγάλη η οποία κατέβαινε πολύ βαθιά και εκεί μέσα
τους ρίξανε, και τον Σήφη. Ο Σήφης έδειξε ανδρειοσύνη ως Γερμανός στρατιωτικός. Αυτοί
τον πήγαν εκεί για ανακρίσεις, για να δουν και ποιοι ήταν οι συνεργάτες του και όλα αυτά.
Δεν είπε τίποτα. Αυτό έγινε στις 7 Αυγούστου. Εκείνη την ημέρα, μαντρατζής στο Βάλσαμος
και κατεβαίνω κάτω και οδηγώ το γαϊδαράκι μας φορτωμένο και είναι το γόνατό μου αυτό
πιο μεγάλο από την κεφαλή μου, πρησμένο. Και κρατώ την μπιστιά του γαϊδάρου, είναι πίσω
από το σαμάρι, και κούτσα-κούτσα κατέβαινα. Όταν εφτάξαμε στην κορυφή μαζεύτηκαν και
άλλοι μαντρατζίδες και κατεβαίναμε. Όταν φτάναμε λοιπόν εκεί που είναι τα πάνω αμπέλια –
που λέμε στη βάση με τις δρυγιάδες τους μεγάλους – εβγαίνανε μια ομάδα ανταρτών, ξένοι
πρέπει να ήταν, γιατί δεν γνωρίσαμε κανέναν. Και ακούμε μια φωνή από απέναντι και τους
λέει «μα ίντα μωρέ εγίνηκε;». Λέει «επιάσανε αυτόν τον Σήφη και τον έχουν στον τάφο του

Στεφανογιάννη». Μέχρι να ακούσουμε εμείς ότι πιάσανε τον Σήφη μας είχαν αλλάξει τα
πετρέλαια. Κρατούσε μια βέργα και έδερνε. Και είχε ταλαιπωρήσει και τα παιδιά, δεν έκανε
εξαίρεση πουθενά. Αρχίζαμε και δώσ’ του με τους γαϊδάρους και τρέχαμε για να προλάβουν.
Όταν βγήκαμε εκεί που είναι η Ντελίνα, πιο κάτω, και είδαμε το νεκροταφείο, υπήρχαν 1-2
άνθρωποι, τον είχαν πάρει από εκεί και φύγανε.

 
Αναμπουμπούλα στο χωριό. Το ίδιο βράδυ όλοι έφυγαν εκτός του χωριού. Εγώ θυμάμαι και
με έβγαλαν στην καπούλα ενός γαϊδάρου και πήγαμε στου Σφυρή το μετόχι στη «Λιβάδα»
που λένε τώρα. Εκεί μείναμε το πρώτο βραδύ. Μετά οι Γερμανοί έμεναν άπραγοι και
ξεθαρρέψαμε και ήρθαμε. Πηγαίναμε εκεί πιο πάνω στην Ντελίνα δίπλα, έμεινα εγώ δύο
βράδια μαζί με την οικογένειά μου και όλοι που ήμασταν εκεί. Όμως στις 8, ενώ έχουν
ηρεμήσει τα πράγματα, γίνεται με τους αντάρτες το σαμποτάζ της Δαμάστας, στο οποίο
συμμετείχε και ο πατέρας μου. Πήγαν, ήταν μπορώ να πω η κυριότερη πολεμική ενέργεια
της Αντίστασης πέρα από τις ανατινάξεις, που έγινε στα χρόνια της κατοχής. Τότε
τραυματίστηκε και ο Μανώλης Σπινθούρης (Νταμπακομανώλης), ο οποίος ως εκ θαύματος
σώθηκε, με τις συνθήκες που σώθηκε. Σκοτώθηκε και ένας Ρώσος εκεί, αλλά έπιασαν και
αιχμάλωτους και τους έφεραν εδώ, τότε το λημέρι είχε κατεβεί πιο πάνω στο χωριό μας, εκεί
που είναι η Ντελίνα λίγο πιο πέρα ήταν. Εκείνη την ημέρα παιδί εγώ, 10 χρονών τότε, το
1944, και παίζαμε με άλλα παιδιά εδώ ήταν ένα μεγάλο πηγάδι και με είχε στείλει ένας θείος
μου αεροπόρος από την Αθήνα ένα αυτοκινητάκι κουρδιστό, το οποίο το κούρδιζα και
προχωρούσε και όταν έφτανε στην άκρη σταματούσε. Και μου περνούνε τα παιδιά «βάλε το
να δούμε εάν πέσει στο ανοιχτό πηγάδι». Και το βάζω και μόλις έφταξε εκεί που ήταν το
άνοιγμα, σταμάτησε. Εκείνη τη στιγμή το αρπώ εγώ με αγωνία και φεύγω και βλέπω τον
πατέρα μου και κατεβαίνει. Είχε κρεμασμένο το ένα τουφέκι και κρατεί και δύο τουφέκια
στον ώμο του. Μόλις τον είδα γλάκουνα «δώσε μου μπαμπά και εμένα τουφέκι». Και μου
δίνει το ένα από τα δύο τουφέκια, το οποίο μάλιστα είχε και σφαίρα που του είχε σπάσει ένα
κομμάτι από το ξύλο που είχε εκεί. Του κλούθουνα και ήρθαμε εδώ, πλύθηκε και λέει στη
συγχωρεμένη τη μάνα μου «Ερηνάκι, ετοίμασέ μου κάτι γιατί πρέπει να φύγω, και μην
ξεχάσεις το νερό». Έφυγε πραγματικά από εδώ και πήγε στο προσωρινό λημέρι εκεί από
πάνω. Εκεί είχαν και αιχμαλώτους, γιατί το σαμποτάζ της Δαμάστας το έκανε η Ανεξάρτητη
Ομάδα ο Ψηλορείτης των Ανωγειανών, μαζί βέβαια με την καθοδήγηση 03:31 και με
υπαρχηγό τον Ανωγειανό Νικόλαο Σταυρακάκη, ο οποίος ήταν ο υπαρχηγός της ομάδας.
Πήγαν λοιπόν εκεί και λένε «τώρα με τους αιχμαλώτους τι θα κάνουμε». Ανάμεσα στους
αιχμαλώτους ήταν και ένας Έλληνας, που ήταν από τους ξυλοφόρους που τους έπαιρναν και
τους κουβαλούσαν ξύλα για τα γερμανικά μαγειρεία. Και λένε όλοι «τι θα κάνουμε;
Περιμένουμε εδώ τους Γερμανούς από στιγμή σε στιγμή». Αυτό που πρότεινε ο αρχηγός
ήταν να εκτελεστούν όλοι. Τότε παίρνει τον λόγο ο πατέρας μου που είχε φτάξει στο λημέρι
και λέει τότε στον αρχηγό Μιχάλη Ξυλούρη, που ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος και ένας
υπέροχος αγωνιστής που είχε πολεμήσει και στη Μικρά Ασία. Τότε γυρίζει ο πατέρας μου
και του λέει «Καπετάν Μιχάλη εμείς πολεμούμε και σκοτώνουμε τους Γερμανούς, δεν
σκοτώνουμε Έλληνες». Έπιασε ο λόγος του και εξαιρείται ο Έλληνας αιχμάλωτος. Και
παίρνουν τους υπόλοιπους, κάτι Ρώσους που ήταν στην ομάδα που τους είχαν φέρει εδώ.
Τους παίρνουν πάνω – πάνω στην κορυφή των πλαγιών, ήταν ένας καύκος, εκεί τους
σκότωναν με το μαχαίρι και τους έριχναν μέσα. Αλλά, όπως έπεφταν μέσα, είχε τις
λεγόμενες «πέζες» ο καύκος και σταμάτησαν εκεί δύο – τρείς. Οι άλλοι πήγαν πιο κάτω.
Αποτέλεσμα ότι κατάφεραν οι κακομοίρηδες να βγουν, θεόγυμνοι γιατί τους είχαν βγάλει τα
ρούχα, τα παπούτσια, τα πάντα. Και πήγαν πέρα γυμνοί και τους είδαν σε ένα μητάτο εκεί
και ειδοποιούν τη μονάδα και πήγαν και τους πιάσανε και πήγαν πάλι τους Ρώσους, τους

εκτέλεσαν και τους έριξαν μέσα, από τον φόβο βέβαια ότι περιμένουμε τους Γερμανούς,
ήταν δύσκολα τα πράγματα και όλα αυτά. Όσον αφορά στον Έλληνα, έμεινε στην ομάδα,
τον είχαν εκεί στο μαγειρείο, αγαπητός Έλληνας, «Ελληνάρας» κι αυτός. Όταν έφευγαν οι
Γερμανοί τον Αύγουστο, κατέβηκε η ομάδα και ήταν στου Περίδη το μετόχι στη Φοινικιά οι
δικοί μας. Εκεί λοιπόν περίμεναν να μπουν στο Ηράκλειο και λένε «εδώ τον έχουμε ακόμη
τον άνθρωπο». Αυτός ήταν στο Ατσαλένιο του Ηρακλείου, στον Άγιο Κωνσταντίνο λίγο πιο
πάνω. Αποτέλεσμα, του λένε να πάει στο καλό, τον ευχαρίστησαν πολύ «πήγαινε στο σπίτι
σου, στα παιδιά σου» και όταν έφευγε τους χαιρετούσε, και ένας από τους αντάρτες του λέει
«πήγαινε καημένε στο καλό, μα να συγχωράς στου Κωστακογιάννη» (του πατέρα του). Λέει
«Γιατί;». Μέχρι τότε αυτός δεν ήξερε τίποτα τι είχε γίνει. Γιατί αυτός ήταν η αιτία και έγινε
αυτό και υπάρχει εδώ σήμερα, αλλιώς θα ήταν με τους Γερμανούς στον τάφο. Αυτός έφυγε,
μπήκαν οι αντάρτες στο Ηράκλειο, μπήκαμε και εμείς. Βρήκαμε σπίτια Γκεσταπιτών και
άλλα, τα σπάσαμε τις πόρτες, μπήκαμε μέσα. Στων Χανιών την πόρτα πήγε η οικογένειά μου,
η οικογένεια του μπάρμπα μου, ένας γείτονας από εδώ με την οικογένειά του και μια
δασκάλα του είχε πάρει έναν Χαιρέτη. Είχαμε μια κοινή κουζίνα και ένα δωμάτιο ο καθένας
μετά την καταστροφή. 
 
Μια μέρα ήμουν στο σπίτι, όπως όλοι, και βλέπουμε έναν που έρχεται και κρατεί ένα μεγάλο
καλάθι. Λέει «του Κωστακογιάννη η οικογένεια που είναι;». Τού είπαν ότι είμαστε εδώ
απάνω, βγαίνει και μας δίνει χίλια δυο καλά ο καημένος. Ήρθε και ο πατέρας μου, τον
ευχαρίστησε και μας λέει «την επόμενη Κυριακή σας περιμένω στο σπίτι, θα έρθω να σας
πάρω να σας κάνω τραπέζι». Ήρθε πραγματικά και πήγαμε στο Ατσαλένιο, στον Άγιο
Κωνσταντίνο στο νεκροταφείο εκεί δίπλα ήταν. Όταν λοιπόν έγιναν αυτά τα σαμποτάζ
περιμέναμε τους Γερμανούς κάθε μέρα. Οι περισσότεροι από τους νέους, γυναίκες και
παιδιά. Εγώ που έτυχε να είμαι εκεί μέρες από προηγουμένως, γέμισε ο χώρος εκεί με
ένοπλους, με άοπλους κ.λπ. Οι Γερμανοί έρχονται από όλα τα σημεία και κάνουν κύκλωση
και προχωρούσαν σιγά και προς τα πάνω. Έτσι λοιπόν στις 14 προηγουμένως ήμασταν τόσο
πολλά τα παιδιά. Ήταν και ο επιστάτης του χωριού ο κακοπάντιδος ο λεγόμενος, γιατί έλεγε
μια μαντινάδα «δεν τση μιλεί κανείς σα τη δακτυλιδώσω, γιατί είμαι κακοπάντιδος και θα
τον εσκοτώσω». Τον ελέγανε κακοπάντιδο, ηλικιωμένος και ήταν ο επιστάτης του σχολείου
και μας έχει συγκεντρώσει καμιά τριανταριά αγόρια και κάθε μέρα από τις 9 του Αυγούστου
μας πήγαινε σε ένα σπήλιο και καθόταν κέρβερος στην είσοδο γιατί πετούσαν τα αεροπλάνα
από πάνω να μην βγούμε έξω. Κάθε βράδυ πηγαίναμε στα μητάτα, στα δικά του ο καθένας.
Στις 14 λοιπόν είμαι στα πετραδολάκια και υπήρχε κόσμος, γυναίκες, παιδιά, μεγάλοι. Αλλά
ήρθε τη νύχτα η διαταγή -μεταδόθηκε σε όλα τα μητάτα- ότι όσοι είναι άοπλοι να φύγουν
από τη μεριά του Ψηλορείτη, δηλαδή προς το Αμάρι, γιατί ο κλοιός στενεύει και θα τους
έπιαναν. Εκείνο το βράδυ σε ένα μητάτο κοντά στη Νίδα έμενα εγώ με τον μετέπειτα τον
αρχηγό του υγειονομικού ξάδερφό μου τον Σμπώκο, με τον στρατηγό. Ήμασταν μέσα και θα
ήταν και καμιά εικοσαριά μέσα, άοπλοι βέβαια όλοι, το πρωί όμως που σηκωθήκαμε δεν
υπήρχε άνθρωπος. Βγήκαμε σιγά – σιγά απέξω εγώ κι αυτός. Εκεί είχαμε τρόφιμα, είχαμε
φάει, κοιμηθήκαμε καλά και βγαίναμε για να δούμε κάτω στη Νίδα εάν υπάρχει κίνηση.
Τίποτα. Ούτε πρόβατο, ούτε άνθρωπος, τίποτα. Και γυρίζουμε οι δύο μας μέσα φοβισμένοι
και μου λέει ο Γιάννης που ήταν έναν χρόνο μεγαλύτερος από εμένα «έλα καημένε Γιώργη
να φάμε τις τελευταίες πατάτες» στη στάχτη μέσα που ψήναμε, είχαν βάλει πατάτες και ήταν
ένα σωρό πατάτες εκεί μέσα. Εκείνη τη στιγμή ακούμε μια φωνή και βγαίνουμε και ήταν
ένας γείτονάς μου από εδώ γέρος, τον οποίον είχαν στείλει να μας πάρει και να μας πάει στο
λημέρι. Πραγματικά μας πήρε, πήγαμε στο λημέρι και εκεί οργανώθηκαν ποιοι ήθελαν να
πάνε και ποιοι θα συνόδευαν τα παιδιά. Άλλοι πήγαιναν προς τον νότο, άλλοι προς τα εδώ
και κοίταζαν πώς να ξεφύγουν και να βγουν εκτός τοπίου. Εμάς μας συνόδευαν ο πατέρας
μου, ο πατέρας του στρατηγού, ο Γαρτζόλης ένας Καλλέργης και ένας άλλο Καλλέργης που

λεγόταν Σηφογιάννης, και ένας μπάρμπας μου ψάλτης στον Αϊ Γιώργη, ο λεγόμενος
Κωνιδοχρόνης. Μας παίρνουν από εκεί τα δύο παιδιά, κατεβαίνουμε κάτω και μόλις
εφτάξαμε στην κορυφή ήταν βραδιασμένα, αλλά βλέπαμε καλά. Οι Γερμανοί τότε τις πρώτες
τρείς μέρες είχαν σε κλοιό το χωριό, αργότερα έφευγαν και πήγαιναν στα Σίσαρχα και τη
νύχτα δεν υπήρχαν εδώ Γερμανοί και έρχονταν οι άνθρωποι, ό,τι μπορούσαν έπαιρναν και
σηκώνονταν και έφευγαν.

Αφήστε μια απάντηση