
Ο Γιάννης Τσουδερός γιος του γνωστού για το κοινωνικό του έργο και πολύ αγαπητού γιατρού και βουλευτή Γεωργίου Τσουδερού και της Ιωάννας γεννήθηκε το 1933 στο Ρέθυμνο. Παντρεύτηκε δύο φορές και απόκτησε δύο κόρες, δίδυμες, από τον πρώτο γάμο του.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πέρασε τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου κυρίως ως κατ’ οίκον διδαχθείς στο χωριό Νεύς Άγιος Βασίλειος της επαρχίας Αγίου Βασιλείου του Νομού Ρεθύμνου. Εκεί κατέφυγε ο πατέρας του, με την οικογένειά του, για να αποφύγει τη σύλληψή του από τους Γερμανούς, ως αδερφός του Πρωθυπουργού της εξόριστης στο Κάιρο Ελληνικής Κυβέρνησης Εμμανουήλ Τσουδερού.
Τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο στο Ρέθυμνο και πήγε να σπουδάσει Ιατρική στην Ιταλία, κλείνοντας οριστικά το κεφάλαιο των προχωρημένων μουσικών σπουδών του στο βιολί.
Από το Πανεπιστήμιο της Ferrara, όταν τελείωσε τις σπουδές του στην Ιατρική, του απονεμήθηκε και ο τίτλος του διδάκτορος του Πανεπιστημίου, ο οποίος αναγνωρίστηκε και στην Ελλάδα, ύστερα από εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Στη συνέχεια εργάστηκε για περισσότερα από πέντε χρόνια στο Ινστιτούτο Ακτινολογίας της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου του Τορίνο Ιταλίας, όπου και πήρε το Δίπλωμα Ειδικότητας στην Ακτινολογία – Ραδιολογία, καθώς και το Δίπλωμα Ειδικότητας στην Ακτινοθεραπευτική. Πήρε επίσης από τη Σχολή Εφαρμοσμένης Πυρηνικής Φυσικής του Πανεπιστημίου του Τορίνο, μετά από εξετάσεις Πιστοποιητικό για τις Τεχνικές Ραδιοϊσοτόπων.
Το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως απλός οπλίτης Ιατρός και αναγνώρισε στην Ελλάδα τους τίτλους και τα διπλώματα που είχε πάρει στην Ιταλία.
Στην Ελλάδα εργάστηκε ως ακτινοθεραπευτής ή ακτινολόγος στο ΙΚΑ Αθηνών και Ηρακλείου έως τον Μάρτιο του 1968, όταν διορίστηκε Διευθυντής του Ακτινολογικού Εργαστηρίου του Βενιζέλειου Νοσοκομείου. Σε αυτή τη θέση παρέμεινε ως το καλοκαίρι του 1995 που πήρε σύνταξη. Τον Νοέμβριο του 1985 εντάχθηκε στο νεοϊδρυθέν ΕΣΥ, του οποίου ήταν ένθερμος υποστηρικτής.
Όταν παρέλαβε το Ακτινολογικό Εργαστήριο, ήταν ο μοναδικός γιατρός που είχε δύο τεχνικούς ακτινολόγους και δύο μεταχειρισμένα μηχανήματα, ένα για ακτινογραφίες απλές και ένα για ενδοσκοπήσεις με σκιερές ουσίες. Με πολύ κόπο, λόγω της γνωστής γραφειοκρατίας του Δημοσίου τομέα, κατάφερε να το εμπλουτίσει με πολλαπλά μηχανήματα νέας τεχνολογίας, φροντίζοντας να μετεκπαιδευτεί και ο ίδιος στη λειτουργία και τις διαγνωστικές τους δυνατότητες σε αντίστοιχα πανεπιστημιακά εργαστήρια του εξωτερικού, καθώς επίσης και με το κατάλληλο επιστημονικό, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό. Έτσι, όταν συνταξιοδοτήθηκε παρέδωσε ένα αξιόζηλευτο για την εποχή του Διαγνωστικό Απεικονιστικό Εργαστήριο.
Στη Φιλανδία εργάστηκε κατά περιόδους ως βοηθός γιατρός στην ακτινοθεραπευτική κλινική του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι και μετά ως ειδικός ακτινολόγος στο ακτινολογικό τμήμα του ίδιου Πανεπιστημίου. Εκεί συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε το υλικό διδακτορικής διατριβής με την οποία πήρε, μετά από την παρουσίασή της, διδακτορικό δίπλωμα από την Ιατρική Σχολή Αθηνών.
Ο Γιάννης υπήρξε υπότροφος της Ιταλικής Κυβέρνησης για τις σπουδές του στην Ακτινολογία στο Τορίνο. Επίσης με υποτροφία του Συμβουλίου της Ευρώπης εργάστηκε στο Εργαστήριο του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνών, στο Πανεπιστήμιο της Πίζας. Ασχολήθηκε με την πυρηνική ιατρική και τη ραδιοανοσοανάλυση.
Αποτέλεσμα αυτής της μετεκπαίδευσης του ήταν η οργάνωση και λειτουργία εργαστηρίου in vitro ραδιο-ανοσολογικών εξετάσεων στο ακτινολογικό εργαστήριο του Βενιζέλειου Νοσοκομείου.
Ο Γιάννης Τσουδερός ήταν και καλός δάσκαλος. Το εκπαιδευτικό του έργο, διανθισμένο με το αστείρευτο διεισδυτικό – αλλά ποτέ προσβλητικό – χιούμορ που διέθετε υπήρξε άφθονο.
Για περισσότερα από είκοσι χρόνια εκπαίδευσε στην πλήρη ειδικότητα της ακτινολογίας πολυάριθμους ειδικευόμενους γιατρούς. Αρκετοί από τους μαθητές του κατέλαβαν αργότερα διευθυντικές θέσεις σε ακτινολογικά εργαστήρια δημόσιων και ιδιωτικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων.
Υπήρξε καθηγητής του Τμήματος Αδελφών Νοσοκόμων της Ανωτέρας Σχολής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας των ΚΑΤΕΕ Ηρακλείου, καθώς και της Μέσης Τεχνικής Επαγγελματικής Νοσηλευτικής Σχολής του Βενιζέλειου Νοσοκομείου.
Εργάστηκε επίσης για έναν χρόνο ως επισκέπτης καθηγητής στο Ιατρικό Τμήμα της Σχολής Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Κρήτης, τη χρονιά που ιδρύθηκε.
Μετά ήρθε το ΕΣΥ που απαιτούσε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
Ήταν για έξι χρόνια εκλεγμένος Διευθυντής Σπουδών του Βενιζέλειου Νοσοκομείου. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με τη δημιουργία και την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και την οργάνωση σεμιναρίων για τους ειδικευόμενους γιατρούς του ιδρύματος.
Υπήρξε μέλος πολλαπλών Ιατρικών Εταιρειών, Συμβουλίων, Επιτροπών και Ομάδων Εργασίας όπως:
• Μέλος της Ακτινολογικής Εταιρείας της Ελλάδας και εκλεγμένο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της.
• Μέλος της Ομάδας Εργασίας για την οργάνωση του Ιατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης.
• Μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου Ιατρικού και Οδοντιατρικού Προσωπικού Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων του Υπουργείου Υγείας.
• Μέλος της Ιατρικής Εταιρείας Ηρακλείου και εκλεγμένος Πρόεδρός της.
Ως Διευθυντής Σπουδών του Βενιζέλειου Νοσοκομείου και Πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Ηρακλείου συνεργάστηκε με την Ιατρική Εταιρεία Χανίων και συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία και καθιέρωση του θεσμού του «Παγκρήτιου Ιατρικού Συνεδρίου» από το 1979.
Το ιατρικό συγγραφικό έργο του Γιάννη είναι σημαντικό. Έγραψε τέσσερα επιστημονικά βιβλία, εκ των οποίων το Εγχειρίδιο για τους Τεχνικούς των Ακτινοδιαγνωστικών Εργαστηρίων υιοθετήθηκε για τους σπουδαστές τους από τις Ανώτερες Σχολές ΚΑΤΕΕ και τις Μέσες Τεχνικές Σχολές Αθηνών και Ηρακλείου.
Περισσότερες από τριάντα επιστημονικές εργασίες του δημοσιεύτηκαν σε ελληνικά και ξένα ιατρικά περιοδικά, καθώς και στα πρακτικά ιατρικών συνεδρίων στα οποία συμμετείχε με ανακοινώσεις.
Ήταν γλαφυρός ομιλητής και στις διαλέξεις που έκανε, μετά από σχετικό αίτημα διαφόρων συλλόγων ή άλλων φορέων, οι αίθουσες στις οποίες μιλούσε ήταν πάντα γεμάτες, συχνά δε και με όρθιους ακροατές.
Το καλοκαίρι του 1995, αφού συνταξιοδοτήθηκε μετά από δεκαετίες, επέστρεψε στο Ρέθυμνο και έγινε μόνιμος κάτοικός του. Έζησε με τη σύντροφό του στο σπίτι τους με την πανοραμική θέα στην περιοχή Καστελάκια, στη μοναδική τους περιουσία που κατάφεραν να αποκτήσουν τα χρόνια που δούλευαν.
Μετά την επιστροφή του στο Ρέθυμνο γρήγορα αναμείχθηκε στα κοινά του τόπου, με εθελοντική εργασία.
Στην αρχή, θέλοντας ίσως να διατηρήσει την επαφή του με το Βενιζέλειο Νοσοκομείο, υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος εκλεγμένος Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων του Νοσοκομείου.
Στο Ρέθυμνο, ως γιατρός, διατέλεσε για δύο χρόνια μέλος του Δ.Σ. του Νοσοκομείου Ρεθύμνου, καθώς επίσης και μέλος του Νομαρχιακού Συμβουλίου Υγείας του Νομού Ρεθύμνου.
Ως μέλος του Δ.Σ., μεταξύ των άλλων, φρόντισε να εξοικειωθούν οι εργαζόμενοι στο Νοσοκομείο με τη σχετικά νέα τότε ψηφιακή τεχνολογία. Γι’ αυτό συνεργάστηκε με επιστήμονες του Ινστιτούτου Πληροφορικής του ΙΤΕ Κρήτης και διοργάνωσε σεμινάρια εκμάθησης της λειτουργίας των υπολογιστών για τους εργαζόμενους.
Ως πολίτης ανέπτυξε έντονη εθελοντική συμμετοχή στα πολιτιστικά θέματα του τόπου.
Ασχολήθηκε πολύ με την αρθρογραφία στον τοπικό Τύπο, σχολιάζοντας, συχνά με χιούμορ, επίκαιρα θέματα που απασχολούσαν τον τόπο.
Στον Τύπο του Ηρακλείου δημοσίευσε άρθρα που αφορούσαν γενικά θέματα, όπως στην παιδεία, στην υγεία, στις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στην ανισοκατανομή του πλούτου, στη χειραγώγηση των κοινωνιών και άλλα.