Ένας λεβέντης λαδέμπορος στην οδό Αρκαδίου

O Γιαννίκος Πλατύρραχος κατάγεται απ’ το χωριό Κουρούτες Αμαρίου. Ο πατέρας του ονομάζονταν Νικόλαος και η
μητέρα του Εργίνη το γένος Ριζικιανού απ’ το Αποδούλου, κοντινό χωριό στις Κουρούτες. Ο Γιώργης Καπελώνης,
ανιψιός του Γιαννίκου αναφέρει πως το επίθετο Πλατύρραχος συναντάται μόνο εκεί. Ο πατέρας του Γιαννίκου είχε
πολλά αδέλφια, ένας εκ των οποίων, ο Χαρίδημος, ήταν πατέρας του οπτικού Μιχάλη Πλατύρραχου. Ο Νικόλαος με
την Εργίνη παντρεύονται προς τα τέλη του 19
ου αι. και κατοικούν στις Κουρούτες. Αποκτούν δέκα παιδιά και
ασχολούνται με τ’ αγροτικά. Ο Γιαννίκος, που γεννιέται το 1905 ή 1906 είναι ο μικρότερος απ’ τ’ αδέλφια. Τα ονόματα
των υπόλοιπων παιδιών της οικογένειας που επιβίωσαν ήταν: Αναστασώ, Μαριγώ (γιαγιά του Γιώργη Καπελώνη,
που μας διηγείται την ιστορία του θείου Γιαννίκου), Αριστείδης (1897), Αγγελική, Γιώργης, Γληγόρης (παππούς της
Αναστασίας Πλατύρραχου, που μας διηγείται σχετικά), και Χρυσή. Ο Γιαννίκος φοιτά στο Ανώτερο Δημοτικό Σχολείο
στη Νίθαυρη Αμαρίου (1913-17), όπου λαμβάνει φροντισμένη μόρφωση, γεγονός που αποδεικνύεται απ’ τον
προσεγμένο γραφικό του χαρακτήρα και τη σωστή χρήση της Ελληνικής γλώσσας, όπως φαίνεται στις επιστολές
προς τον ανηψιό του, Ζαχάρη Καπελώνη (πατέρα του Γιώργη Καπελώνη) όταν ο Ζαχάρης ήταν τραυματίας σε
νοσοκομεία της Αιγύπτου, το 1945.

ΣΤΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ
Ο Γιαννίκος κατατάσσεται στη Χωροφυλακή και εκπαιδεύεται στα Χανιά, το 1925. Υπηρετεί σε Δράμα και Μυτιλήνη.
Έχουμε πολλές περιπτώσεις που νεαροί Κρητικοί κατατάσσονται στη Χωροφυλακή και υπηρετούν με τον τρόπο
αυτό τη στρατιωτική τους θητεία. Ουσιαστικά το Κράτος τους στέλνει σε δυσπρόσιτα κυρίως μέρη ως
θεματοφύλακες της τάξης, χωρίς να χρειάζεται να προσλάβει μόνιμους χωροφύλακες, μειώνοντας έτσι τα κρατικά
έξοδα. Την περίοδο εκείνη γνωρίζεται με τον Σοφοκλή Βενιζέλο και τον Παύλο Βαρδινογιάννη. Το πως γνωρίστηκαν
παραμένει ασαφές στην οικογένεια Πλατύρραχου. Ο Γιαννίκος ήταν μερακλής και πολύ κοινωνικός.
Πριν τον πόλεμο εργάζεται ως εργοδηγός σε μια εταιρία που ανελάμβανε δημόσια έργα στην περιοχή του
Ρεθύμνου. Η εταιρία αυτή ανέλαβε και έργα στη Βόρεια Ελλάδα και ο Γιαννίκος μετέχει στα έργα αυτά, στα οποία
περιελαμβανόταν και η κατασκευή του Οχυρού Ρούπελ. Αυτήν την πληροφορία μας την έδωσε άλλος ανηψιός του
Γιαννίκου, ο Κωστής Πλατύρραχος (εγγονός από την αδερφή του Μαριγώ) που τη γνώριζε από αφήγηση του
πατέρα του Δημόκριτου Πλατύρραχου, που μαζί και με άλλους Κουρουθιανούς και γενικότερα Κηρτικούς, εργάστηκε
στα έργα αυτά.
Στην κατοχή λαμβάνει ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση στην περιοχή του Αμαρίου, συνεργαζόμενος με το 5ο
Δίκτυο διαφυγής που είχε οργανωθεί από τους Άγγλους στην περιοχή της Αμπαδιάς. Κατάφερνε με τη βοήθεια των
συγχωριανών του να κρύβει απ’ τον εχθρό, Νεοζηλανδούς και Άγγλους. Στο Ι.Λ.Μ. Ρεθύμνης υπάρχει αρχείο της
Ε.Ο.Ρ. στο οποίο αποδεικνύεται πως ο Γιαννίκος «έλαβε το χρίσμα» του υπεύθυνου της ομάδας των Αντιστασιακών
στην περιοχή των Κουρουτών. «Ήταν πολύ λεβέντης και στην εμφάνιση και στο χαρακτήρα. Πολύ σεμνός και
αξιοπρεπής άνθρωπος. Χωρίς έπαρση» συμπληρώνει η ανιψιά του, Αναστασία.
Μετακατοχικά με εντολή της Κεντρικής Επιτροπής του νομού μετέχει στην οργάνωση του Γραφείου Ανεφοδιασμού
(Ε.Μ.Ε.Λ.). Μάλιστα σε κάποιο επιστολόχαρτο υπογράφει ως: «Γιαννίκος Πλατύρραχος Γραφεία Εμελ». Σε άλλες
επιστολές υπογράφει ως «Γιαννίκος Πλατύρραχος, Γραφεία Ανεφοδιασμού». Ο Πλατύρραχος ασχολείται με τον
εξωραϊσμό της περιοχής του Αμαρίου. Μετά την κατοχή προσπαθεί να βοηθήσει με το δικό του τρόπο, τον τόπο του.
Μέσω των πολιτικών του φιλιών καταφέρνει να στραφεί το ενδιαφέρον της ανασύστασης του κράτους στην Αμπαδιά
αλλά και σε όλη την επαρχία Αμαρίου. Οι διασυνδέσεις που είχε με τον Σοφοκλή Βενιζέλο ουσιαστικά φέρνουν στον
τόπο ζεστό χρήμα για την ανάκαμψη της περιοχής. Φιλοβενιζελικός, εντάσσεται στο κόμμα των Φιλελευθέρων. Ο Γ.
Καπελώνης αναφέρει κι ένα χαριτωμένο περιστατικό: «Μια φορά ήλθε σπίτι μας που βρίσκονταν στην οδό
Αρκαδίου, κοντά στο λαδεμπορικό του. Όπως πέρασε δίπλα απ’ το γραφειάκι που διάβαζα, κοντοστάθηκε. Είχα
κρεμάσει μια εικόνα του Ελευθερίου Βενιζέλου στον τοίχο πάνω απ’ το γραφείο. «Ποιος την έβαλε εκεί τη
φωτογραφία;» με ρώτησε. «Εγώ» του απάντησα. Χωρίς να μιλήσει καθόλου, έβγαλε απ’ την τσέπη του χρήματα,
μου τα έδωσε και μπήκε μέσα… Δε χρειάστηκε να πει τίποτε άλλο… κατάλαβα».
Επί σειρά ετών ο Γιαννίκος Πλατύρραχος υπηρέτησε ως Νομαρχιακός Σύμβουλος της επαρχίας Αμαρίου, θέση την
οποία, κατά γενικήν ομολογία, υπηρέτησε άριστα.

ΤΟ ΛΑΔΑΔΙΚΟ
Στα 1948 στήνει το λαδάδικό του στην οδό Αρκαδίου με συνέταιρο τον Ιωάννη Μουρτζανό ή «Ντελμπισογιάννη».
Από αλληλογραφία μεταξύ των συνεταίρων φαίνεται ότι η συνεργασία τους προέκυψε μετά από προτροπή του
Μουρτζανού προς τον Γιαννίκο, ο οποίος μάλιστα έλεγε ότι δεν ήταν φτιαγμένος για τέτοια δουλειά. Το λάδι αποτελεί
ίσως το σημαντικότερο προϊόν της περιοχής του Αμαρίου και του Ρεθύμνου γενικότερα και η επιλογή για μια τέτοια
επιχείρηση ήταν καλή επιλογή. Ενοικιάζει με το Φουρφουριανό Μουρτζανό ένα ακίνητο στη Μεγάλη Αγορά, στη
συμβολή με των οδών Αρκαδίου και Κριτοβουλίδου (2018: οδός Αρκαδίου 42-44, σημερινό κατάστημα
καλλυντικών). Σε κείνο το οίκημα φτιάχνουν το λαδεμπορικό τους. Με το Μουρτζανό ήταν φίλοι απ ́ την κατοχή ίσως
και παλιότερα. Το οίκημα ανήκε στο Λοχριανό Ν. Στεργιάκη.
Στην είσοδο υπήρχε μια μεγάλη πέτρινη καμάρα. Μια γκρι ταμπέλα με μαύρα γράμματα με την επιγραφή:
«ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ ΠΛΑΤΥΡΡΑΧΟΣ – ΕΛΑΙΑ ΣΑΠΩΝΕΣ» βρίσκονταν στο ανώφλι. Αργότερα άλλαξε σε “ΓΙΑΝΝΙΚΟΣ
ΠΛΑΤΥΡΡΑΧΟΣ -ΕΛΑΙΟΛΑΔΑ”, πινακίδα που σώζεται. Η είσοδος έκλεινε με μια ξύλινη τζαμένια εξώθυρα. Στα
δεξιά είχε ένα γωνιακό πάγκο ψηλό, πίσω απ’ τον οποίο υπήρχε ένα τραπέζι, που λειτουργούσε ως γραφείο
διεκπεραιώσεως ελαιολάδου. Πίσω απ’ το γραφείο, σε εσοχή στη γωνία, ήταν το χρηματοκιβώτιο που σώζεται ως
σήμερα. Ένα ντουλάπι δίφυλλο και κείνο εντοιχισμένο ολοκλήρωνε τον δεξί τοίχο. Πάνω στο γραφείο υπήρχε μια
χειροκίνητη αριθμομηχανή με γρανάζια. Πλάι στο γραφείο στέκονταν η πλάστιγγα. Εκει στον τοίχο είχαν
τοποθετήσει και την προχοΐδα για την μέτρηση των οξέων. Στη βάση της εισόδου υπήρχε ράμπα για να κυλούν
ευκολότερα τα βαρέλια. Αριστερά μετά την είσοδο υπήρχαν σκαμμένα στο έδαφος τα λεγόμενα «κολύμπια», οι
στέρνες δηλαδή, στις οποίες αποθηκεύονταν αρχικά ο λαδοπράσινος χρυσός. Προς το εσωτερικό μετά τα
κολύμπια, στο βάθος του μαγαζιού, το επίπεδο του πατώματος χαμήλωνε και δημιουργούσε εσοχή στο έδαφος που
προφύλασσε τα «κολύμπια» από ενδεχόμενη πλημμύρα του ισογείου, συχνό φαινόμενο εκείνα τα χρόνια στην οδό
Αρκαδίου. Το νερό που θα έμπαινε στο μαγαζί θα γέμιζε εκείνη την εσοχή και δεν θα πήγαινε στα «κολύμπια», που
ήταν πιο ψηλά. Αριστερά μετά τα «κολύμπια» υπήρχαν οι μεγάλες δεξαμενές, οι «ντίνες», τοποθετημένες σε βάσεις.
Κάτω απ’ τις δεξαμενές αυτές μπορούσε να χωρέσει ολάκερο 200κιλο βαρέλι σε περίπτωση που χρειάζονταν να το
γεμίσουν με ελαιόλαδο απ’ τη γεμάτη δεξαμενή. Από τα «κολύμπια» ανέβαζαν το λάδι με ηλεκτρικές αντλίες στις
ντίνες. Στο βάθος δεξιά μετά την πλάστιγγα υπήρχε μια μικρότερη ντίνα για το βρώσιμο λάδι των χαμηλών οξέων
που πωλούνταν λιανική για το μαγείρεμα. Το μεγαλύτερο μέρος από λάδια που εμπορεύονταν ο Γιαννίκος πήγαιναν
για βιομηχανική επεξεργασία. Ειδικά αυτά με υψηλά οξέα πήγαιναν στη σαπωνοποιία. Θυμούνται τ’ ανίψια του να
στέλνει μεγάλες ποσότητες ελαιόλαδου στο Μαλικούτη στην Αθήνα για επεξεργασία και δημιουργία σαπουνιού με
την ονομασία «Αρκάδι». Η μεταφορά των βαρελιών με τα λάδι για να φορτωθούν στα φορτηγά πλοία γινόταν με τα
κάρα που υπήρχαν τότε, που τα έσερναν άλογα ή μουλάρια. Για τη φορτωση χρησιμοποιούνταν δυο μακριά ξύλα με
γάντζους στη μια άκρη, που στηρίζονταν στην πίσω άκρη του κάρου και δημιουργούσαν μια προσωρινή ράμπα. Στο
Ρέθυμνο εμπορικά, συνεργάστηκε κυρίως με τους Καψαλιανούς, Γιώργο και Νίκο Φραγάκη, αλλά και με τους Νίκο
και Μανώλη Μπριλιράκη.
Στην πίσω πλευρά υπήρχε ένας υπερυψωμένος κλειστός ημιώροφος χώρος, στον οποίο ανέβαζε ένα ξύλινο
σκαλάκι δεξιά στο βάθος. Σε κείνο το χώρο υπήρχε και άλλο γραφείο, όπου υπήρχε και μια γραφομηχανή. Εκεί
θυμάται να έρχεται τακτικά και να ανεβαίνει για να εργαστεί ο Κωστής Τσαγκαρούλης που κρατούσε τα λογιστικά
βιβλία.
Τ’ ανίψια του Γιαννίκου θυμούνται ακόμα πως με το που έμπαινε κανείς στο λαδάδικο γέμιζαν τα ρουθούνια του με
τη μυρωδιά του λαδιού: «Η μυρωδιά ήταν κάτι το απερίγραπτο. Σε πλημμύριζε. Θυμόμαστε τα παπούτσια μας να
κολλάνε στο πάντα λαδωμένο πάτωμα του λαδάδικου. Εμείς αυτό το είχαμε μικρά παιδιά μετατρέψει σε παιχνίδι». Ο
Γιώργης Καπελώνης συμπληρώνει: « Εγώ θυμάμαι και ένα «κλασσικό λάθος». Έβαζαν την αντλία να δουλέψει και
ν’ ανεβάσει το λάδι απ’ τα κολύμπια στην ντίνα. Κάποιες φορές δεν το είχαν έγνοια και μια στιγμή η ντίνα
υπερχείλιζε και το λάδι ξεκινούσε να χύνεται έξω! Μέχρι να το σταματήσουν μπορούσε να χάσουν και ως 10 κιλά
ελαιόλαδο στο πάτωμα».
Στο λαδάδικο ο Πλατύρραχος με το Μουρτζανό είναι ισότιμοι συνέταιροι. Στο εμπορικό θα εργαστεί ένα διάστημα και
η κόρη του Μουρτζανού, Αργυρούλα. Κατά καιρούς είχε διάφορους εργάτες. Ο μόνιμος εργάτης του Γιαννίκου ήταν
ο ανηψιός του Ζαχάρης Καπελώνης, γιος της αδερφής του Μαριγούς, πατέρας του Γ. Καπελώνη, που μας διηγείται
σχετικά. «Παρόλο που ο πατέρας μου ήταν ανάπηρος πολέμου με σοβαρή αναπηρία στο δεξί του χέρι, ήταν πάντα
εκεί για τη σωστή λειτουργία του λαδεμπορικού. Πολύ δραστήριος, δεν άφηνε να καταλάβουν οι πελάτες το
πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Περιστασιακά εργάζονταν και άλλοι των οποίων τα ονόματα δεν είναι γνωστά. Τα
τελευταία χρόνια πριν αποβιώσει ο Γιαννίκος, εργάστηκε και ο Θρασύβουλος Βασιλάκης. Περί το 1965 η εταιρεία
αλλάζει μορφή και ως συνέταιροι φαίνονται ο ίδιος ο Γιαννίκος, ο Μιχάλης Μουρτζανός, γιος αρχικού συνεταίρου του
Γιάννη Μουρτζανού, και ο Ζαχάρης Καπελώνης. Ο τελευταίος εμφανίζεται ως συνεταίρος για φορολογικούς μάλλον
λόγους.
Για τη διαδικασία της αγοράς του ελαιολάδου σημειώνουν: «Έφτανε το φορτηγό με τα μεγάλα βαρέλια απ’ έξω, όταν
η Αρκαδίου είχε αντίθετη ακόμη ροή κίνησης. Έβαζαν δυο μεγάλα λάστιχα, το ένα πάνω στο άλλο, δίπλα στην
καρότσα του φορτηγού και εκεί πάνω έριχναν τα βαρέλια. Λόγω της ελαστικότητας των λάστιχων απέφευγαν την
οποιαδήποτε ζημιά των βαρελιών και τον κίνδυνο να χυθεί το λάδι στο δρόμο. Το βαρέλι αναπηδούσε στο λάστιχο
και έπεφτε ομαλά στο πεζοδρόμιο. Ήξεραν πως να το κάνουν και ήθελε μαεστρία η διαδικασία. Κατόπιν το βαρέλι
ζυγίζονταν στην πλάστιγγα και λάμβαναν δείγμα για την οξυμέτρηση με την προχοΐδα. Μετρούσαν με μια μεζούρα
των 11 ml το λάδι πρόσθεταν τον διαλύτη (οινόπνευμα με ακετόνη) λίγες σταγόνες δείκτη (τα αγόραζαν απ’ το
φαρμακείο Νησιανάκη) όλα μαζί τα έβαζαν σε μια κωνική φιάλη. Μετά έριχναν σταγόνα σταγόνα το ειδικό διάλυμα
από την προχοΐδα. Όταν διάλυμα γίνονταν κόκκινο είχε εξουδετερωθεί το λάδι και η προχοΐδα έδειχνε την οξύτητα.
Ήταν μια πολύ απλή, αλλά συνάμα και μαγική διαδικασία. Μετά το ελαιόλαδο πήγαινε στα «κολύμπια», έπαιρναν
απόβαρο στο βαρέλι και από τα κιλά του λαδιού και τα οξέα, γίνονταν ο υπολογισμός της αξίας του λαδιού. Η τιμή
καθορίζονταν απ’ το 5αρι σε οξέα ελαιόλαδο. Ανέβαινε η τιμή για τα χαμηλά και κατέβαινε για τα υψηλά οξέα. Πολλοί
έφερναν το λεγόμενο «άκοπο λάδι», που αποθηκεύονταν σε μια κοντινή αποθήκη. Δεν είχε όμως, το λαδεμπορικό
μεγάλη ευχέρεια αποθήκευσης άκοπου ελαιολάδου. Πούλαγαν ένα μέρος, έβγαζαν τ’ ανάλογο εμπορικό κέρδος και
μπορούσαν να κινηθούν οικονομικά. Οι περισσότεροι πελάτες ήταν απ’ τα Αμαριώτικα λόγω καταγωγής του
Γιαννίκου, αλλά υπήρχαν και άλλοι απ’ το «Κατωμέρι» (εν. Πήγη, Άδελε κ.α.)».
Ο Γιαννίκος καθώς δεν παντρεύτηκε ποτέ κατοικούσε μαζί με τα εξαδέλφια του το ζεύγος του συμβολαιογράφου
Γιώργου (πατέρας της κ. Έλντας Μαραγκάκη-Δήμα) και Γεωργίας Μαραγκάκη σε μια μονοκατοικία που είχαν
κατασκευάσει από κοινού στο Κολωνάκι, στη συμβολή της λεωφ. Κουντουριώτη με την οδό Χορτάτζη. Από κάποια
χρονιά και έπειτα, η οικογένεια Μαραγκάκη είχε μετακομίσει στην Αθήνα και ο Γιαννίκος έμενε στη μεγάλη
μονοκατοικία μόνος του. Τότε μέρος της κατοικίας που βρισκόταν κάτω από την κύρια βεράντα είχε ενοικιαστεί και
λειτούργησε ως Λέσχη Αξιωματικών.
Η Αναστασία Πλατύρραχου αναφέρει, πως πάντοτε ο θείος Γιαννίκος ήταν κουστουμαρισμένος και ποτέ
απεριποίητος. Θυμάται συχνά τον Παύλο Βαρδινογιάννη να μπαίνει στο λαδάδικο. Ο Σήφης Βαρδινογιάννης
μάλιστα, θα παντρέψει και τους γονείς της. Η σχέση της οικογένειας Βαρδινογιάννη με τον Γιαννίκο ήταν πολύ
στενή. Με τους συγγενείς του ήταν πολύ προστατευτικός. Το βράδυ έβγαινε και έτρωγε με φίλους. Πολύ γλεντζές
κάνει παρέα με το Νίκο Φραγάκη, το Μανούσο Σταμαθιουδάκη, τους αδελφούς Μαμαλάκη και πολλούς άλλους. Έχει
στενές σχέσεις με τον ηγούμενο της Ι. Μονής Αρκαδίου, Αμβρόσιο Λαδάκη και τον μοναχό Γαβριήλ Κλάδο. Με τον
τελευταίο πήγαινε συχνά και για κυνήγι.

ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΑΡΙΟ ΤΟΥ Μ. ΣΚΟΡΔΙΛΗ
Μετα τον θάνατο του Σκορδίλη, το 1953, ο Γιαννίκος Πλατύρραχος αγοράζει το σαπουναριό του, πάντα συνεταιρικά
με το Γιάννη Μουρτζανό. Το τριώροφο σαπουναριό βρισκόταν στην οδό Μοσχοβίτου 40 και Μπότσαρη γωνία. Στο
ισόγειο του ήταν ο χώρος του καζανιού, η αποθήκη των πρώτων υλών, των ξύλων για τα καζάνια, του ελαιολάδου,
των σπίρτων και των βαρελιών. Στον πρώτο όροφο και τους πιο πάνω ορόφους ήταν οι «τάβλες» ή «νταμπακάς»,
οι χώροι «απλώματος» του σαπουνιού, δηλαδή οι χώροι όπου το ρευστό σαπούνι τοποθετούνταν στο ξύλινο
πάτωμα του ορόφου που ήταν χωρισμένο με διαζώματα σε «τάβλες» για να στεγνώσει και να μετατραπεί σε πλάκες
σαπουνιού απ’ τους σαπουνάδες. Η διαδικασία: σημάδεμα με σπάγκο χρωματισμένο, σφράγισμα της φίρμας με
ξύλινη σφραγίδα, μετά κόψιμο με ξυράφι που χρειαζόταν συνεργασία δύο εργατών, και τέλος πακετάρισμα σε
χαρτοκιβώτια. Στο σαπουναριό εργάστηκαν διάφοροι. Ο Γιώργης Καπελώνης θυμάται τα επώνυμα Παρασκευάς
καθώς και Τσακουμάκας (πατέρας και γιος). Θυμάται ακόμη πως η ανάδευση του σαπουνιού γινόταν με
χειροκίνητους αναδευτήρες. Ακόμη θυμάται πως τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του έγινε παραγωγή
σαπουνιού σε μορφή τρίμματος. Για την παραγωγή κατασκευάστηκε από μια ηλεκτροκίνητη ξυλουργική πλάνη η
κατάλληλη συσκευή. Η λειτουργία του σαπουναριού συνεχίζεται μέχρι λίγο πριν το θάνατο του Γιαννίκου, το 1970.
ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ
Το 1964 η εταιρεία του Γιαννίκου αγοράζει ενα αστικό λεωφορείο που κυκλοφορεί για αρκετά χρόνια σε γραμμές της
Αθήνας. Η κίνηση αυτή, αν και αρχικά έχει επιχειρηματικό κέρδος, σταδιακά αρχίζει να γίνεται ζημιογόνος κυρίως
λόγω ατυχημάτων. Τις ζημίες αυτές εν μέρει καλύπτει οικονομικά ο Μιχάλης Καπελώνης, ανηψιός του Γιαννίκου.
Γιαυτό ο Γιαννίκος αργότερα τού μεταβιβάζει ως αντάλλαγμα το σπίτι του στις Κουρούτες.

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ο Γιαννίκος φεύγει απ’ τη ζωή μετά από κάποια προβλήματα υγείας, το 1970. Η επιχείρηση δυσκολεύεται να
αποπληρώσει τους πιστωτές (τράπεζες, επιχειρηματίες και ιδιώτες). Ο Ζαχάρης Καπελώνης ανέλαβε να μαζέψει
όσα χρωστούμενα μπορούσε από χρεώστες και παράλληλα αποπλήρωνε ιδιώτες πιστωτές και ο Μιχάλης
Μουρτζανός ανέλαβε το μέρος των οφειλών προς τις τράπεζες, και τους επιχειρηματίες, έναντι δικών του οφειλών
προς την εταιρεία. Το αστικό λεωφορείο στην Αθήνα πουλήθηκε και -παρόλο που η ιδιοκτησία του εμφανιζόταν
τυπικά στο όνομα του αδελφού του Γρηγόρη- τα χρήματα διατέθηκαν και αυτά για να εξωφληθούν πιστωτές. Όλη η
οικογένεια, ο καθένας με τον τρόπο του, βοήθησε στην αποφυγή μιας οικονομικής καταστροφής. Η επιχείρηση θα
συνεχίσει να λειτουργεί ως το 1980 στ’ όνομα του Ζαχ. Καπελώνη, ο οποίος στη συνέχεια με παρακίνηση και
στήριξη του Νίκου Μπιρλιράκη θα συμπράξει στον συνεταιρισμό των λαδεμπόρων της πόλης.
Κλείνοντας τ’ ανίψια του αναφέρουν για το Γιαννίκο: «Ήταν ένας λεβέντης Αμαριώτης, που προσπάθησε να
βοηθήσει τον τόπο του και το χωριό του. Τίμιος πολύ, ευφυής πολύ, πράος, μετριόφρων, που αγαπούσε την
οικογένειά του αλλά και όλους τους ανθρώπους. Οι δημοσιεύσεις στον τοπικό τύπο, τόσο μετά την ανάρρωσή του
από την ασθένεια του 1969, όσο και μετά το θάνατό του το Φεβρουάριο του 1970, είναι χαρακτηριστικά.»
Θυμούνται ιδιαίτερα μια:
«Ο “Ρεθεμνιώτης” της Κρητικής Επιθεώρησης, λίγες μέρες μετά την ασθένεια του θείου Γιαννίκου το 1969, γράφει
ένα εξαιρετικό σημείωμα γι αυτόν και το κλείνει ως εξής:
“Όπως τον Ψηλορείτη, στους πρόποδες του οποίου γεννήθηκε και μεγάλωσε και πήρε η μορφή του την ομορφιά
του, κι η καρδιά του την αγνότητα του χιονιού του, να στέκει και να λευκαίνεται ανάμεσά μας ο διαλεχτός βλαστός
του Αμαριού, ο καλός Ρεθεμνιώτης Γιαννίκος Πλατύρραχος”
Έναν περίπου χρόνο μετά, αναπάντεχα, χρειάστηκε να ανατρέξει στο ίδιο σημείωμα, να επαναλάβει όλα όσα είχε
γράψει και να θυμηθεί πως “μετά την ανάρρωσή του ο Γιαννίκος είχε πάει στα Γραφεία της εφημερίδας ‘για να τον
μανίσει’ σχετικά με όσα είχε γράψει γι αυτόν, με την γλυκύτητα και την καλοσύνη που απέπνεε η μορφή και η φωνή
του.”
Ο θείος Γιαννίκος είχε την τύχη ν’ ακούσει εν ζωή τον επικήδειό του… Τον θυμόμαστε πάντα με συγκίνηση».
Ευχαριστούμε την Αναστασία Πλατύρραχου και τον Γιώργη Καπελώνη, ανίψια του Γιαννίκου Πλατύρραχου
για τις αναμνήσεις και τις φωτογραφίες που απλόχερα μας παραχώρησαν για το αφιέρωμα