Γεγονότα του πολέμου

του Γιάννη Κων Μπριλάκη

Αρχή ενάρξεως του Πολέμου Ιταλίας – Ελλάδος 28-10-1940, εις τα Αλβανικά Σύνορα, ημέρα Δευτέρα και ώρα 5.30 (εορτή των Τεσσάρων Μαρτύρων)

Κατετάγην εις το Στρατό την 4ην Σεπτεμβρίου 1940, κληθείς με κατηγορίαν 14 ΙΙ και εις την δύναμιν του 3ου Λόχου.

Η ζωή εν σχέσει με την του Πολέμου ήτο πολύ ευχάριστος, είχα όμως συνηθίσει με την πολιτική ζωή και πολύ μου στοίχιζε η απροσδόκητη αυτή προσέλευσίς μου εις τας Τάξεις του Στρατού.

Αι ημέραι η μία κατόπίν της άλλης παρήρχοντο και περιμέναμεν ματαίως την απόλυσίν μας κα που να ξέρωμεν τι μας περίμενεν.

Την 20ην-10-40 είχα 48ωρηον άδεια και βγήκα στο χωριό, έτσι όμως τυχαίως γλεντίσαμεν με φίλους, όπόυ την πρωΐαν της 28ης Οκτωβρίου ακούωμεν στο Ράδιο ότι μας κήρυξεν η Ιταλία τον Πόλεμον.

Τότε όλοι μας μείναμε σαν απολυθωμένοι, Γυναίκες, έκλαιον, μεγάλη ταραχή γιατί όλοι μας περιμέναμεν ότι θα μας νικούσεν η Ιταλία και προ παντός τις κακουχίες που θα υποφέρναμεν, αδιάφορο ότι σύντομα καταλάβαμεν ότι τους νικούσαμεν.

Ωμίλησεν από Ρσφιοφώνου ο Κυβερνήτης Μεταξάς επίσης και η Α.Μ. ο Βασιλεύς έβγαλεν διάγγελμα προς τον Ελληνικόν Λαόν, να πολεμήσει μέχρις εσχάτων.

Την μεσημβρίαν της ιδίας ημέρας ανεκλήθησαν αι άδειαι και μας έστειλαν αυτοκίνητο έκτακτο και μας πήρε, αποχαιρετίσαμεν τους δικούς μας με δάκρυα στα μάτια γιατί κι αυτοί ένοιωθαν μέσα τους την τύχη μας.

Παρουσιάσθηκα την 5ην ώραν απογευματινήν εις το Σϋνταγμα όπου δεν ευρήκα σχεδόν κανένα, οι Λόχοι είχαν φύγει διά τους καταυλισμούς έξω, οπότε επήρα και εγώ τα πράγματά μου και πήγα στον ΚΟΥΜΠΕ και συμπτύχθηκα.

Την 9ην βραδυνήν ώραν φύγαμεν με πλήρη φόρτο διά του ΓΑΛΛΟΥ, μείναμε στο ύπαιθρο, οπότε την 1ην και 15 ώρα μ. Μεσονύχτιον, ήλθε Διαταγή και αναχωρήσαμεν οι Πυρήνες του 10ου και 11ου Λόχου διά το Σύνταγμα διά την συγκρότησιν των Λόχων μας και την πρωΐαν της 29ης-10-40 πήγαμεν δι’ αυτοκινήτου εις τους Αποστόλους, όπου και συνδράμαμεν εις την κατάταξιν των Εφέδρων (κλάσεων 1929 καινεωτέρων).

Στους ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ, μείναμεν μέχρι την 15-11-40, στο διάστημα αυτό πήγα μία βραδυνή λαθραίως στο χωριό, αναχωρήσαμεν διά τις ΠΡΑΣΣΕΣ με πλήρη φόρτο, η πορεία μας διήρκεσε 6,30 ώρες.

Το βράδυ της 18ης-11-40 φύγαμεν με αυτοκίνητο και πήγαμεν στη ΣΟΥΔΑ στου ΝΕΡΟΚΟΥΡΟΥ. Στο μέρος αυτό ήτο κουνούπια αφθονία που μας έδειναν να καταλάβωμεν τις σκληρότητες του πολέμου.

Την 24ην-11-40 (Δευτέρα) επιβιβαστήκαμεν εις επτά Ατμόπλοια (εγώ ήμουν στο Αρντένα) και αναχωρήσαμεν διά ΠΕΙΡΑΙΑ, μας συνόδευαν δε άλλα ττόσα Πολεμικά Αγγλικά. Την επομένην 25-11-40 (Τρίτη βράδυ) αποβιβαστήκαμε στου Σκαραμαγκά και αμέσως πιο πάνω στα Πεύκα κοιμηθήκαμεν.

Την 26ην-11-40 πήγαμεν στο ΔΑΦΝΙ, συμπληρώσαμεν τας ελλείψεις μας και το ηλιοβασίλεμα της επομένης 27-11-40 μπήκαμεν στο Σιδηρόδρομο από το Σταθμό Λαρίσσης και σε δύο μερόνυκτα φτάσαμεν εις το χωρίον Αμύνταιον Μακεδονίας (Κέντρον ανεφοδιασμού του Στρατεύματος).

Αμέσως φύγαμεν με πορεία τριών ωρών και φτάσαμεν εις το χωρίον ΛΑΚΙΑ. Λάσπες πολλές στο δρόμο, που ως αμάθητοι, πολλοί φοβήθηκαν πως θα χαθούμεν. Κοιμηθήκαμεν σε σπίτια με έναν Υπολοχαγόν (εγώ) εις ένα Αχυρώνα. Το πρωί χιόνι λίγο και κρύο φοβερό.

Την 6ην-12-40 (Παρασκευή) φύγαμεν ώρα 14.45 από το ΛΑΚΙΑ, περάσαμεν τα χωριά ΦΙΛΩΤΑ – ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ και φτάσαμεν ώρα 20,15 στο χωρίον ΓΑΛΑΤΙΑ, είμαστε όλοι με πλήρη φόρτο και κοιμηθήκαμεν στο ύπαιθρο σε λασπώδη μέρος.

Την 7ην-12-40 ώρα 16, φύγαμεν από ΓΑΛΑΤΙΑ και φτάσαμεν στο χωρίον ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ με καλό καιρό κατακουρασμένοι την 21ην 20 ώραν. Πριν όμως προφθάσωμεν να στήσωμεν τα αντίσκοινα αρχίνησεν και έβρεχεν, εξακολούθησε αυτός ο καιρός μέχρι πρωΐας. Το έδαφος είχε μεγάλη κλίση, είχεν και πολτοποιηθή από τη βροχή, οπότε αναγκάστηκα και ξημερώθηκα στο γυλιό μου μέσα στα νερά, μέσα στις λάσπες.

Του Λοχαγού (Δροσίτη) το αντίσκοινο είχαν στήσει απάνω σ’ ένα αυλάκι με τη βροχύ περνούσεν το νερό από κάτω του.

Την 8ην-12-40 φύγαμεν από την ΚΛΕΙΣΟΥΔΑ διά τη ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΑ. Εγώ επροπορεύθηκα με τα Μαγειρεία του Λόχου Κουράστηκα αρκετά γιατί δεν σταματήσαμεν καθόλου (βαδίζαμεν από 14,30 έως 19 ώραν) ενώ ο Λόχος έκαμεν 7 ώρας.

Στο χωριό αυτό μείναμεν αρκετές μέρες, καθημερινώς μαζευόμεθα όλα τα χωριανάκια και συζητούσαμεν την τύχη μας. Ήτο κρύο και χιόνι φοβερό. Μας επισκεύθηκε ο Στρατηγός Παπαστεργίου.

Την 12-12-40 Πέμπτην του Αγίου Σπυριδώνου, φύγαμεν από τη ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΑ, περάσαμεν το χωριό ΚΟΡΥΣΣΟ – ΔΙΣΠΙΛΙΟΝ – ΑΞΟ – ΚΑΣΤΟΡΙΑ, η οποία είναι ωραία και μεγάλη πόλις, είναι κτισμένη στο γύρω μιας μεγάλης λίμνης αμφιθεατρικώς, προχωρήσαμεν και τα ξημερώματα φτάσαμεν στην ΚΟΛΟΚΥΘΟΥ. Η διαδρομή μας αυτή ήτο 12 ώρες, κρύο δυνατό που μ’ όλο το βάδισμά μας, τα πόδια μας και όλο μας το σώμα, ήτο παγωμένα, προπαντός μόις φτάσαμεν εκεί, το χώμα, οι λάσπες, τα νερά, τα σπαρμένα, όλα ήτο παγωμένα, που κάθισα μια στιγμή και με πήρε ο ύπνος και μετά έρεται ο αδελφός μου και με ξύπνησεν και δεν μπορούσα να του μιλήσω. Η πορεία μας ήτο μακρυνή άω των 42 χιλιομέτρων, κουραστήκαμεν πολύ που φθάνοντας στον προορισμό μας πέσαν σαν πεθαμένοι, οι περιισσότεροι είχαν μείνει στο δρόμο.

Μετά λίγη ώρα μας σήκωσαν και μας τράβηξαν πιο μέσα ανάμεσα σε  πεύκα, διά ν’ αποφύγωμεν τυχόν Αεροπορική επιδρομή. Τα χέρια μας είχαν κραυτώσει από το κρύο και όλο μας το κορμί που δεν μπορούσαμεν να πιάσωμεν τα πράγματά μας.

Την 13ην-12-40 ώρα 17 φύγαμεν από την ΚΟΛΟΚΥΘΟΥ, περάσαμεν τη ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑ -ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ, ένα μικρό χωριό ΣΑΛΑΠΙ και φτάσαμεν στην Ιεροπηγή, ενώ ο προορισμός μας ήτο για την ΚΑΠΙΣΤΙΤΣΑ. Εδώ τα βάσανά μας ήτο πολλά, τα Μεταγωγικά δεν έστεναν πόδι, είχαν παγώσει οι δρόμοι και κάθε δύο μέτρα έπεφταν, υποφέραμεν βάσανα πολλά, χιόνια όλ’ άσπρος ο κόσμος. Ενώ λοιπόν ο προορισμός μας ήτο για το χωρίον ακόμα πιο πέρα από το ΚΑΠΕΣΤΙΤΣΑ εις το ΜΠΙΛΙΣΤΑ Αλβανίας, αλλά η παγωνιά,ταχιόνια και τσο ακρυά που ήτο οδρόμος δε μπόρεσε καμένας α πάει, γι’ αυτό μόλις φτάσαμεν στην ΙΕΡΟΠΗΓΗ τρέξαμεν και σπάσαμεν μια πόρτα και χωθήκαμεν σχεόν όρθιοι εις τα άχυρα και έτσι λίγο ζεσταθήκαμεν και ξεκουραστήκαμεν. Την 9ην ώραν της επομένης (14-12-40) τραβήξαμεν για να συμπτυχθούμεν με τη Μονάδα μας, περάσαμεν το χωρίον Άγιο ΔΗΜΗΤΡΙΟ, τελευταίο Ελληνικό χωριό. Λυπήθηκα σαν έβλεπα ότι φεύγω από το χώμα της αγαπημένης μου Πατρίδας και α διερωτώμεθα ποίος θαέχη την τύχη να γυρίση.

Οι Στρατιώται είχαν διασπαρθή, άλλοι έπαθον ψύξιν και πολλά άλλα βάσανα και τέλος ώρα 14.30’ φτάσαμεν εις ΚΑΠΕΣΤΙΤΣΑ πρώτο Αλβανικό χωριό. Εκεί μετά μεγάλης βίας μπήκαμεν σ’ ένα σπίτι μαζί με άλλους, αλλά δεν είχε παράθυρα, ο αέρας φυσούσε, χιόνι αρκετό και κρύο φοβερό που μας έκαναν να μην κοιμηθούμεν όλη νυκτα.

Την 15ην-12-40 ώρα 14 φύγαμεν από το χωρίον αυτό ΚΑΠΕΣΤΙΤΣΑ, περάσαμεν το χωρίον ΜΠΙΛΙΣΤΑ και άλλα. Το χιόνι από την αρχή μας κτυπούσε και στίβαζε απάνω μας, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι έκλεγαν και πολλά βάσανα υποφέραμεν. Τα άλογα γλυστρούσαν από την παγωνιά και δε έστεναν πόδι, ανά τρεις Στρατιώται κρατούσαν το καθένα και κάθε λεπτό έπεφταν. Αποφασιστήκαμεν πως δεν θα φτάσωμεν ποτέ. Είδα στο δρόμο δύο Στρατιώτες και έσερναν ένα Κάρο και πιο πίσω τους ένας άλλος και τραβούσε το άλογο γιατί δεν έστενεν πόδι, μάζευαν τα εγκαταλελειμμένα πράγματα γιατί ψωφούσαν πολλά άλογα στο δρόμο.

Εμένα με πλήγωσεν ττο άρβυλλό μου υαπό το περπάτημα, ευτυχώς έτυχε ένα άλογο και καβάλισα λίγο, πάγωσα όμως απάνω και μετά λίγη ώρα έτυχε ένα αυτοκίνητο και μπήκα μέσα αλλοιώς θα χανώμουνα, ενώ όμως πρωτυτερα από τον πόνο είχα βγάει το άρβυλλο μου και περπατούσα ξυπόλυτος στο χιόνι, τα πάθη μας αυτή τη βραδυά ήτο πιολλά, έφτασα με το αυτοκίνητο εγώ τρεις ώρας ενωρίτερον του Λόχου εις το χωρίον ΚΙΟΥΤΙ. Στο δρόμο οι Στρατιώται εύρηκαν εγκαταλελειμμένα πολλά πράγματα, σταφίδες, ζάχαρη, βούτυρο, και πολλά άλλα. Το χιόνι από την αρχή μέχρι το τέλος μας κτυπούσε.

Εύρηκα τη Στρατοπεδία στο χωριό αυτό και μου έδειξε το σπίτι που θα κοιμηθούμεν, μπήκα αναίσθητος μέσα και πλάγιασα δίπλα σε ένα τζάκι με χχωρίς φωτιά, μετά λίγο ώρα όμως ξεπάγιασα που κτυπούσαν τα δόντια μου από το κρύο, υπόφερα αρκετά, ευτυχώς όμως μετά λίγη ώρα ήλθεν ο Λόχος, άναψαν οι οι Στρατιώτες φωτιά και έτσι ξεστάθηκα.

Την επομένην 16-12-40 το φαΐ μας, φασόλες, άργησεν να ψυστή και ψύναμεν ξερά καλαμπόκια για να φάμεν, πείνα φοβερή, εν τέλει ας έδωσαν φασόλες λίγες νερόβραστες με χωρίς αλάτι, και μια γαλέτα, ευτυχώς όμως φωτιά είχαμεν αρκετή και συνεφέραμεν.

Το απόγευμα της επομένης 17-12-40, Τρίτη, ώρα 13, φύγαμεν από το ΚΙΟΥΤΙ με 1,50 μέτρο χιόνι, περάσαμεν δύο μικρά χωρία και με απόστασι 8 χιλιόμετρα φτάσαμεν στην ΚΟΡΥΤΣΑ, είναι μία ωραία και μεγάλη Πολιτεία, προχωρήσαμεν αρκετά και φτάσαμεν εις το χωρίον ΜΠΟΛΟΒΟΤΑ. Μείναμεν το βράδυ χωρίς να φάμεν, υποφέραμεν στο δρόμο κρύο, κούραση που δεν μπορούσα να μιλήσω.

Την επομένη 18-12-40 Ττετάρτη φύγαμεν ώρα 13α την νύχτα αργά, βαδίζοντας το μισό δρόμο κατσικόδρομο φτάσαμεν εις το χωρίον ΡΟΣΑΝΙ, ο Λόγος μας, όμως είχεν προωρήσει πιο πέρα εις ένα άλλο χωρίο, αυτή τη βραδυά υποφέραμεν πολύ,κρύο, πείνα φοβερή, στο δρόμο κατεστράφηκαν ολλά άλογα, άλλα εις κρημνούς, άλλα από την πείνα κλπ.

Το πρωί σηκωθήκαμεν και φάγαμεν λίγο ψωμί που το φυλάγαμενκαιμετά φύγαμεν για να συμπτυχθούμεν με το Λόχο μας. Ο δρόμοςείχε παγώσεικαιειςαπόστασιν 100 μέτρων έπεσα 8 φορές, φθάσαμεν εν τέλει εις το χωρίον ΒΙΤΚΟΥΚΙ, φαΐ τίποτα,ενώ πείνα φοβερή, ευτυχώς από κάποιο λάθος ενός σακκιδίου με του Κώστα του Λοχία ευρέθη λίγο ψωμί και έτσι συνεφέραμε.

Αμέσως μας διατάσουν να φύγωμεν πιο πέρα σε ένα άλλο χωριό ονόματι ΚΑΦΕΖΕΖΙ που περνάει ο Ποταμός ΟΣΟΥΜ ή ΟΛΟΥΜ όπου μετά πορεία 4 ωρών φτάσαμεν.

Την πρωΐαν της 21ης-12-40, έμαθα ότι πέρασε ο εξάδελφός μου ο Π. Σαββάκις Ανθ/γός, έτρεξα να τον φτάσω αλλά ήτο αργά όπου αναγκάστηκα να γυρίσω. Στον δρόμο λοιπόν περνούσαν περί τα 1.200 αιγοπρόβατα της ΧΙης Μεραρχίας, βόδια κ.λπ. Είδα λοιπόν ένα κατσικάκι μικρό βραδυπορούντα, κατώρθωσα και το έπιασα και το πήγα στο σπίτι του ΝΤΕΜΗΡ – ΡΟΥΣΤΙΜ τον αχυρώνα, το σφάξαμεν, ο Κώστας το έψησεν και το τρώγαμεν δύο μέρες, ψωμί μας έδειναν ¼ κουραμάνα, φαΐ σχεδόν καθόλου, ν’ αγοράση κανείς δεν έβρησκε τίποτα γιατί οι Ιταλοί είχαν ρημώσει.

Εδώ μείναμεν τα Χριστούγεννα, αναλόγως φάγαμεν καλά, κρέας, τονιάκ, σύκα, επίσης και την Πρωτοχρονιά.

Την επομένην της Πρωτοχρονιάς 2-1-41 φύγαμεν από το χωριό αυτό ΚΑΦΕΖΕΖΙ, περπατήσαμεν 6 χιλιόμετρα λάσπες ημιονηκό δρόμο και φτάσαμεν εις την αμαξιτή οδό στο 31 χιλιόμετρο που ήτο ο Εφοδιασμός μας, προχωρήσαμεν πολύ και φτάσαμεν το ηλιοβασίλεμα εις το χωρίον ΚΑΜΕΝΙΤΣΑ, ενώ είχαμεν ξεκινήσει από το πρωί στας 9, πάντα με πλήρη φόρτο. Εγώ είχα φορτώσει το γυλιό πληρώνοντας έναν ημιονηγό,κουράστηκα άσχημα, όταν φύγαμεν είχαμεν φάει καλά, όταν φτάσαμεν όμως εις το ΚΑΜΕΝΙΤΣΑ τίποτα δεν μας έδωσαν. Την επομένη μας έδωσαν τσάι χωρίς ψωμί. Το μεσημέρι όμως φάγαμεν φακή, τυρί καιψωμίκαι φύγαμεν ώρα 10.

3-1-41 περάσαμεν πάλι από την ΚΟΡΥΤΣΑ, είχε αγορά ωραία, ένα άγαλμα του Τσολιά, ωραίους δρόμους κλπ, και την 23ην ώραν φτάσαμεν εις ένα Μοναστήρι οόματι ΜΕΛΚΙΑ, εδώ μοάχα ο Λόγος μας μπήκε σε σπίτι όλοι οι άλλοι έμειναν έξω. Σαυτό το Μοναστήρι έχουν δύο Χοτζάδες, ανθρώπους παλσαμαρισμένους μέσα σε δύο Κιβώτια. Το μοναστήρι αυτό απέχει περί τα 1000 μέτρα του χωρίου ΒΑΣΤΟΜΙ είναι απάνω σ’ ένα Λόφο, γύρω του είναι τα χωρία ΜΕΛΚΙΑ, ΜΠΙΡΑΝΙ, ΛΟΥΜΟΥΛΚΙΑΣ, κούραση, κρύο δεν μας έλειπαν, το γυλιό μου ευτυχώς είχα φορτώσει.

Το απόγευμα 4-1-41 ώρα 17, φύγαμεν η Διμοιρία μας είχεν μείνει οπισθωφυλακή, βαδίζαμεν από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 4.30 τα ξημερώματα, περάσαμεν το χωρίον ΜΑΛΙΚΙ, εδώ είχεν έδρα η Μεραρχία μας, και άλλα, επίσης καιτη διακλάδωση που πάει εις το ΕΛΒΑΣΑΝ και στα ΤΙΡΑΝΝΑ, εμείς τραβούσαμεν κατεύθυνσι προς το …………. σ’ όλο το δρόμο έβρεχεν, λάσπες πολλές που γέμισαντ’ άρβυλλά μου, από την κούρασι δεν μπορούσα να μιλήσω. Εν τέλειφτάσαμεν εις ένα Εφοδιασμό που είχεν παράγγες, μπήκαμε όσοι προλάβαμενκαι έτσικαθίσαμεν λίγο ώσπουνα ξημερώση. Την 8ην πρωινήν 5-1-41 πήραμεν ένα πολύ απότομο μονοπάτι, λάσπες πολλές,ανήφορος, κακός ο δρόμος και φορτωμένοι που είμεθα, αναγκαζόμεθα ανά 50 μέτρα να κάνωμεν στάσι, κούραση μεγάλη, περάσαμεν το χωρίον ΣΒΑΡΙΣΤΙ και περί ώραν 14ην φτάσαμεν εις το χωρίον ΝΤΟΛΑΝ.

Εκεί μπήκαμεν εις ένα αχυρώνα και ζεσταθήκαμεν, έπειτα μας έδωσαν φαΐ και συνεφέραμεν, η πορεία μας ήτο 16-17 ώρας, μία από τις μεγαλύτερες.

Παρέλειψα εκ παραδρομής να αναφέρω ότι από το ΚΑΦΕΖΕΖΙ η κατεύθυνσή μας ήτο προς την ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ από τον παλιό δρόμο, εν τω μεταξύ όμως αύτη έπεσε και τότε γυρίσαμεν προς τα πίσω διά της Αμαξιτής οδού να πάμεν προς το ΤΟΜΟΡ.

Την επομένην με ειδοποίησαν ότι μεταθέτωμαι εις την Ο.Δ.Σ. ως Δακτυλογράφος, ο Λοχαγός μου όμως Δροσίτης Σταύρος δεν ήθελεν να με αφήση. Εγώ τότε φεύγω κρυφά και κατεβαίνω πίσω στο ΣΒΑΡΙΤΙ και βρίσκω τον Θεοδωράκι, του είπα σχετικώς καιπροκαλείδεύτεραΔιαταγή, οπότετην επομένην 7-1-41 με άφησαν και πήγα καιανέλαβαυπηρεσία εις τα Γραφεία του Συν/τος, δόξα τω Θεώ ήμουν πολύ ευχαριστημένος.

Εδώ κατόρθωσα και έστειλα γράμματα της Ελένης με Στρατιώτες, επίσης εδώ απελύθη και  Κώστας ο Λοχίας.

Παρέλειψα ν’ αναφέρω ότι προ πολλού μάς είχαν πιάσει οι ψείρες, ήτο τόσες πολλές που κάθε μέρα τις κυνηγούσαμεν και σε κάθε επίθεσι περί τα 500 θύματα. Κατόρθωσα και κλιβανίστικα και ως εκ τούτου γλίτωσα από αυτό το μαρτύριο μερικές μέρες.

Καθίσαμεν σ’ αυτό το χωριό αρκετές μέρες, από φαΐ καλά περνούσαμεν έξαφνα όμως έρχεται Διαταγή να γυρίσωμεν πάλι προς τα πίσω, διότι σ’ αυτό το μέτωπο δεν χρειαζόμεθα, οι επιχειρήσεις μας πήγεναν καλά, μάλιστα δε έλεγαν των Στρατιωτών των άλλων Μεραρχιών ότι «μη φοβάσθε ρε παιδιά μα η Μεραρχία των Κρητών έρχεται και θα τους φάμε» έπαιρναν θάρρος οι Στρατιώται και έφερναν καλά αποτελέσματα.

Την 19ην-1-41 ώρα 14η, συνεπεία της ανωτέρω Διαταγής, φύγαμεν από το χωρίον αυτό (ΣΒΑΡΙΣΤΙ) εγώ ήμουν συνοδός των Αρχείων του Συν/τος, περάσαμεν από ένα άλλο κατσικόδρομο λίγο πιο καλό και έπειτα από λίγη ώρα κατεβήκαμεν πάλι στον Εφοδιασμό στις Ξύλινες Παράγγες. Προχωρήσαμεν άμαξιτή οδό μετά και εν τω μεταξύ νύχτωνε αλλά το κακό τον είχαμε ευτυχώς περάσει με την ημέραν.

Κουράστηκα αρκετά που σιγά – σιγά αναγκάστηκα και φόρτωνα ένα – ένα από τα πράγματά μου, δεν μπορούσα ν’ αρθρώσω λέξι, σκοτάδι φοβερό και ……………., τα πόδια μου πρήστηκαν από τον κόκο και μ’ έσφυξαν τ’ άρβυλλά μου που πολλές φορές κόντεψε να λυπόθυμήσω, η πορεία μας πολύ μεγάλη άνω των 40 χιλιομέτρων.Περάσαμεν το χωρίον ΜΑΛΙΚΙ κ.ά. Τόσο πολύ είχα κουραστή που όταν φθάναμεν στην ΚΟΡΥΤΣΑ (για τρίτη φορά) και σταματούσαν οι οιανδήποτε λόγον τα, μεταγωγικά έστω και για ένα λεπτό κάθιζα χάμω στο χιόνι απάνω για να συνεφέρω. Τέλος πάντων φθάσαμεν εις το χωρίον ΡΑΒΑΝΙ ώρα 2 μετά μεσονύχτιον, ενώ πρωτύτερα είχαμεν περάσει από ένα μικρό ποταμάκι και είχαν γεμίσει τ’ άρβυλλά μου νερό και λάσπες. Η πορεία μας ήτο 12 ώρες με μονάχα δύο ωρίας στάσεις των 10 λεπτών. Μόλις φθάσαμεν ξεφορτώσαμεν και αμέσως έβγαλα τη Μηχανή και έγραψα τη Διαταγή ή κινήσεως της επομένης πορείας.

Την επομένην 20-1-41 ώρα 16 φύγαμεν από το χωρίον ΡΑΒΑΝΙΚ λίγο πιο πέρα περάσαμεν από ένα άλλο ΚΙΤΑΤΡΟΜ. Εδώ ηυτοκτόνησεν ένας Στρατιώτης Τσαντηράκις μη υποφέροντας τας κακουχίας του Πολέμου, ήτο λάσπες πάρα πολλές, έπειτα όμως από 1.30 ώρα μπήκαμεν εις αμαξιτή οδό, βαδίζαμεν σκοτάδι, κουράστηκα που αν τυχέως δεν έβρησκα ένα άλογο να καθίσω λίγη ώρα εν θα έφθανα στον προορισμό μου. Περί ώραν 23.30 φτάσαμεν εις το χωρίον ΦΛΟΚ αφού πάλι μπήκαμεν εις λασπώδη και ανηφορικό δρόμο.

Παρέλειψα ν’ αναφέρω ότι Στρατιώται ως επί το πλείστον Ανωγειανού διαρκώς έκλεβαν των Αλβανών πρόβατα κ.λπ., τρεις από αυτούς δικάσθηκαν 24 χρόνια φυλακή (ο ένας10 ο άλλος 8και ο άλλος 6) επειδή λέγει πήραν από μία γυναίκα ένα πρόβατο αξίας 500 δραχμών και τις έδωσαν 100 μόνο.

Εδώ στο ΦΛΟΚΙ μας έδωσαν λίγες νερόβραστες και ασύρωτες φασόλες που μ’ όλητην πείνα που ’χα δεν μπόρεσα, να τις φάω, έδωσα εις ένα Αλβανόπαιδο να μου πλύνει την καραβάνα μου και αμέσως άρχισε και έτρωγε τις άθλιεςαυτές φασόλες, το λυπήθηκα και κατάλαβα τις τρομερές πείνες πιου έχουνε.

Το βράδυ της 22-1-41 ώρα 17η φύγαμε από το ΦΛΟΚΙ περάσαμεν έναν άλλο δρόμο ΄που κοντινό επίσης και ένα ποταμάκι και γέμισε τ’ άρβυλλά με νερό. Έπειτα από μίαώρα μπήκαμεν εις Αμαξιτή οδό με κατεύθνση πορεία προς ΚΑΦΕΖΕΖΙ.

Η πορεία αυτή ήτο πολύ κρίσιμη για μας, αυτή η βραδιά ήτο μαρτυρικιά που τα πάθη μας δεν περιγράφουνται, μόλις άρχισε να νυχτώνη ο καιρός χάλασε, άρχισε ο αέρας και σφύριζε κατά μέτωπο και σε λίγο βροχήδυνατή που μας κτυπούσε στο πρόσωπο,σκοτάδι φοβερό που αναγκαζόμουνα και κρατούσα την ουράτου αλόγου για να μη χαθώ που δενέβλεπα καθόλου.

Από την αρχή της πορείας με πείραξεν ένα καρφί στο άρβυλλο που μαρτυρούσα σ’ όλο το δρόμο, έτσι λοιπόν αέρας, βροχή, σκοτάδι κλπ όλα μαζεύτηκαν και μας κυνηγούσαν.

Έπειτα από τα βάσανα αυτά η μοίρα δε άργησε ακόμα να μας πειράξη, περισσότερον. Περάσαμεν ξανά από το 31 χιλιόμετρο, τον παλιό εφοδιασμό, βρεγμένοι και μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι και το κρύο φτάσαμεν στο 33 χιλ. όπου και καταυλίστηκαν τα Τάγματα, εμείς όμως που είχαμεν τα Αρχεία και κάτι άλλοι με τις αποσκευές των Αξιωματικών, προχωρήσαμεν προς το ΚΑΦΕΖΕΖΙ. Εδώ πάθαμεν πολλά, λάσπες που καρφώναμεν μέχρι τα γόνατα πιο πάνω αφού η χλαίνη έμπαιναν στις λάσπες, σκοτάδι που δεν βλέπαμεν τίποτα, τα άλογα κάρφωναν, άλλα ψωφούσαν, άλλα εγκατέλειπαν το φορτίον των, χάσαμεν και το δρόμο, απελπιστήκαμεν, οι Στρατιωται άρδιαν να φωνάζουν βοήθεια, άλλοι έπεφταν εις λάκκους και τους έβγαιναν με τα σχοινιά, ο Διοικητής μας Θειακός Ξ. κάρφωσεν εις ένα έρος και τον έβγαλαν οι Στρατιώται κι αυτός απελπισμένος φώναζεν «αφήστε με να χαθώ, αφήστε με να πεθάνω με τα παιδιά μου, με τους Στρατιώτες μου κλπ.,» μεγάλη οχλαγωή εγένετο εκ μέρους όλων, οι Στρατιώται, οιΑξιωματικοί άλλοι αμέσως άρχισαν τους πυροβολισμούς στον αέραν για βοήθεια, νόμιζε κανείς πως είμεθα στο μέτωπον την ώρα της Μάχης, άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι έκλεγαν, εγένετο ανάστα ο Θεός. Εν τέλει ήλθε ένας Λοχίας με δύο Στρατιώτες και κρατούσαν φανάρια, ήτο από τη Στρατοπεδία μας και έτσι μας έδειξαν το δρόμο και έπειτα από τοσο κόπο μας οδήγησε εις το ΚΑΦΕΖΕΖΙ, περάσαμεν καιέναμικρό ποταμόκαιχωθήκαμεν μέχριτα γόνατα στο νερό, ήτοκρημνοίαπότομοι που κόντεψενα σκοτωθούμεν.

Φτάσαμεν στο χωριό στις 4 τα ξημερώματα, ξεπαγιασμένοι,η όλημας πορεία ήτο 11 ώρας αλλά από τον κίνδυνοκούρασι τίποτα δεν αισθανθήκαμεν. Δεν σταματήσαμεν πουθενά, έτσι λοιπόν βρεγμένοι και καταλασπωμένοι ζαρώσαμενσε μια γωνιά του σπιτιού, χωρίς φωτιά ως ότου ξημέρωσεν και άμα ………. Πήγα ξανά σ του Ντεμήρ Ρουστέμιτο σπίτι, πήρε μεγάληχαρά όταν μεείδε, αμέσωςμου άναψε φωτιάκαιζεστάθηκα, στέγνωσακαλάκαι το απόγευμα φύγαμεν.

Την 23-1-41 φύγαμεν λοιπόν από το ΚΑΦΕΖΕΖΙ από το καταραμένο εκείνο μέρος, περάσαμεν τα χωρία ΣΕΛΙΝΙΤΣΑ, ΘΕΜΟΒΑ, δύο μεγάλους Ποταμούς, την Ερσέκα είναι ωραία πόλις αλλά από του βομβαρδισμούς είχε καταστραφή. Κούρασι υποφέραμεν αρκετή, καίτοι η πορεία μας ήτο κοντινή δεδομένου ότι η χθεσινή του ΚΑΦΕΖΕΖΙ με τα όσα που υποφέραμεν εφανερώθηκεν σήμερο και τέλος φτάσαμεν ξεψυχισμένοι εις το χωρίον Ράχοβα, μπήκαμεν εις ένα μεγάλο και πολυτελέστατο σπίτι, ήτο ενός Έλληνος, μάλιστα δε σαυτό το χωριό οι περισσότεροι είναι Έλληνες. Μας άναψαν φωτιά, μας περιποιήθηκαν και όμως σε λίγο βλέπομεν τον Σύνδεσμο (Αξιωματικόν) της Μεραρχίας και έρχεται και περιμέναμεν με ανυπομονησία να ξημερώση να δούμεν τι θα συμβή.

Το απόγευμα 24-1-1941 ώρα 17 φύγαμεν από το Ράχονα, περάσαμεν ξανά από την Ερσέκα (απόστασις 2 χιλιόμ.) μετά από το χωρίον ΜΠΟΡΟΒΑ εδώ ευρήκα ένα Καφενεδάκι και πήρα μπισκότα, ευτυχώς ο Αθανασιάδης μού είχε πάρει το γυλιό μου αλλοιώς δεν απόσωνα. Επί τέλους την 22αν ώραν φτάσαμεν εις το Χωρίον ΜΠΑΡΜΙΑΣ με σκοτάδι και βροχή, εδώ όνο η Ο.Δ. Συν/τος μπήκαμεν σε σπίτια, οι λοιποί καταυλίστηκαν έξω, τότε εγώ αμέσως κάθισα και έγραψα τη Διαταγή κινήσεως της επομένης πορείας.

Την 25-1-1941 ώρα 17 φύγαμεν από το ΜΙΑΡΜΙΑΣ με σκοτάδι και βροχή, δρόμος μακρυνός αλλά αμαξιτός, ευτυχώς πάλι είχα φορτώσει τα πράγματά μου, η πορεία ήτο 17 χιλιομ. Αλλά είμεθα τόσο εξαντημέν0ι που κάναμεν 6 ώρες. Έτσι λοιπόν χωρίς στάσι φτάσαμεν εις ένα ύψωμα εις το 70 χιλιόμ. Όπου και καταυλιστήκαμεν, ήτο όμως όλο λάσπες και γι’ αυτό ξημερώθηκα με τ’ άρβυλλα στο γυλιό μου απάνω.

Την επομένη 26-1-1941 ώρα 17 φύγαμεν αμαξιτή οδό, στο δρόμο συναντούσαμεν εγκαταλελειμμένα τρακτέρ και άλλο πολεμικόν υλικόν, περάσαμεν από ένα ύψωμα και είναι μία μικρούλα Λίμνη. Ηκούρασίς μας αυτή τη φορά ήτο πολύ μεγάλη, τα πόδια μου πρήστηκαν από τον κόπο καιμε σφύξανε τ’ άρβυλλα, να μιλήσω δεν μπορούσα και πολλές φορές μου ήρθενα λιποθυμήσω, τα γόνατά μου κόπηκαν που πήγενα σαν μισοπεθαμένος, απεφάσισα πολλές φορές να μείνω στο δρόμο που ασφαλώς θα χανώμουνα. Περάσαμεν το χωρίον ΛΕΣΚΟΒΙΚΙ, είναι ένα ωραίο και μεγάλο χωριό, περνάει οδρόμος από μέσα, στην Πολεμική περίοδο χρησίμευε και ως σταθμός ανεφοδιασμού του Στρατεύματος, είχε Νοσοκομείο και Κτηνιατρείο. Τέλος προχωρήσαμεν Ν. Δυτικά τούτου περί τα 6 χιλιόμετρα και φτάσαμεν εις ένα ύψωμα ώρα 2.30 μ. μεσοπαθεμένοι από την κούρασι, κοιμηθήκαμεν ελάχιστη ώρα γιατί το κρύο δεν μας άφηνεν. Η πορεία αυτή ήτο περί τα 28 χιλιόμετρα και 7 που είχα εγώ διανύσει επί πλέον πρωτύτερα που είχα πάει στον εφοδιασμό στα 71.500 χιλ.

Φύγαμεν την 28-1-41 ώρα 19 από τον καταυλισμό αυτό, βαδίζαξεν όλο κατήφορο, περάσαμεν δίπλα από τον Ποταμό του Σαρανταπόρου που ενώνεται με τον Λώο ποταμό. Είδα και τη μεγάλη Γέφυρα που την τίναξαν ένας Λοχίας και ο Δεκανέας εκ τωνοποίων ο Λοχίας γλίτωσε ο δε Δεκανεύς σκοτώθηκε, δίπλα στη Γέφυρά είναι ένα φυλάκειο, απέναντι στη γέφυρα προς το Ελληνικό έδαφος είναι ένα χωριό ονόματι ΠΕΡΑΤΙ, πάρα κάτω λίγο, είναι η καινούργια διακλάδωση των Ιωαννίνωναφού χάλασε η γέφυρα. Προχωρούσαμεν με καλό καιρόαμαξιτή οδό και φτάσαμεν κατακουρασμένοιειςτην περιοχήν ΣΕΡΑΝΙ, κοιμηθήκαμεν πάλι στα αντίσκοινα, εδώ επίσης εμάθαμεν και το θάνατο του γιατρού και το Μεταξά.

Την 29ην-1-41 ώρα 18.30 φύγαμεν, περάσαμεν γέφυρες χαλασμένες του πολέμου, συναντούσαμε άνω από 400 αυτοκίνητα στο δρόμο και κουβαλούσαν τραυματίες, τρόφιμα για το Στρατό, αιχμαλώτους πολλούς, αυτά μας παρακώλυαν την κίνησιν, φτάσαμε ώρα 2.30 μ. μέσον. Κατακουρασμένοι εις την περιοχήν ΝΤΑΡΔΙΣΙ κοντά σένα μεγάλοΠοταμό στέσαμεν αντίσκοινα, βάλαμεν μερικά λιοπρύνια από κάτω και αλόγως κοιμηθήκαμεν καλά, η πορεία μας ήτο περί τα 18 χιλιόμετρα.

Την επομένη 30-1-41 ώρα 16.30 έρχεται εκτάκτως διαταγή ν’ αναχωρήσομεν προς την περιοχήν ΠΕΤΡΑΝΙ και φύγαμεν ώρα 10.30 από την περιοχήν αυτήν περπατούσαμεν αλλά πάλι τα αυτοκίνητα με τους αιχαλώτους και τραυματίες δεν μας άφηναν να βαδίζομεν, τόσο πολύ κωλυόμεθα που τα 7 χιλιόμετρα που ήτο η πορεία μας τα περάσαμε εις 6 ώρας, φτάσαμεν περί ώραν 1 μ. μείον εις το ΠΕΤΡΑΝΙ, εστέσαμεν αντίσκοινα και κοιμηθήκαμεν, το πρωί όμως πριν να φέξη η μέρα μας σήκωσαν ενώ όλη νύκτα δεν είχαμεν δη ύπνο από το κρύο, τα αντίσκοινα είχαν παγώσει που δεν δίπλωναν. Τα χέρια μας δεν έπιαναν από την τόση παγωνιά. Πήραμεν λίγο τσάι και αποσυρθήκαμεν στο δάσος διά τυχόν επιδρομή Αεροπλάνων.Εδώ μάθαμεν ότι το 14ον Σύν/α Πεζικού είχε μπη στη Μάχη, είχε καλά αποτελέσματα και πολλούς αιχμαλώτους.

Το βράδυ 31-1-41 ώρα 19 φύγαμεν από την περιοχή αυτή, περάσαμεν από το μέρος πόυ σκοτώθηκε ο Γιατρός, εδώ είναι η εγάλη Γέφυρα του ΠΕΤΡΑΝΙ.

Επειδή είχαν συσσωρευθή πολλά μεταγωγικά δικά μας και αυτοκίνητα σ’ αυτή τη Γέφυρα απάνω βραδύναμεν πολύ και γι’ αυτό μπήκαμεν με τον Θεοχάρη στο βομβαρδισμένο αυτοκίνητο του Στρατηγού μας (την ώρα που σκοτώθηκε και ο Γιατρός τότε κατεστράφη και το αυτοκίνητο) κοιμηθήκαμε αρκετή ώρα και όταν επί τέλους πέρασε το Τμήμα μας το ακολουθήσαμεν. Η Γέφυρα αυτή είχεν χαλάσει από τους Ιταλούς και την είχαν φτιάξει οι δικοί μας σε βάρκες απάνω. Ο ποταμός είναι ο Λώος πολύ μεγάλος και βαθύς, προχωρήσαμεν, είδαμεν πολλά τάνκς εγκαταλελειμμένα και αυτοκίνητα πολλά σπασμένα. Περάσαμεν τη ΠΡΕΜΕΤΗ που σκοτώθηκε ο Φρυζής ο Ταγ/ρχης, δίπλα και πιο κάτω κάμαμενωρία στάσι, κάθισα να ξεκουραστώ και με παίρνει ο ύπνος. Έφυγε το Τμήμα μου και μ’άφησε. Μετά λίγη ώρα ξύπνησα και έτσιμονάχος και σε άγνωστο μέρος που βρέθηκα, για μια στιγμή ώσπου να συνέλθω, κόντεψα νατρελαθώ, σκοτάδι, κουρασμένος κ.τ.λ., δεν ήξερα που να πάρω, αμέσως λοιπόν έτρεξα και μετάλίγη ώρα έφταξα το Τμήμα και ακολούθησα. Φτάσαμεν εις ένα χωράφι ώρα 6η πρωινή 1-2-41, αμέσως ξεφορτώσαμεν, γράψαμεν μια Διαταγή και την πήγα στο Λόχο Μηχανημάτων. Επειδή όμως δεν ήξερα έπεσα σε λάσπες, σε λάκκους γεμάτους νερό, τέλος πάντων έπαθα πολλά βάσανα. Αμέσωςμόλιςγύρισα ξαναφορτώνομεν και τραβούμεν πάλι για το δάσος, φοβούμενοι τ’ αεροπλάνα. Συσσίτιον μας έδωσαν δύο σαρδέλες και λίγο ψωμί για όλη την ημέρα και το βράδυ αναχώρησι.

Φύγαμεν 1-2-41 ώρα 18.40 από το μέρος αυτό, έβρεχεν όλητην ημέρα και την νύκτα, όλοι μούσκεμα είμαστε, όλοι με πλήρη φόρτο βαδίζαμεν με ραγδαία βροχή και σκοτάδι φοβερό, περάσαμεν Γέφυρες χαλασμένες, αυτοκίνητα χαλασμένα και φτάσαμεν στην ΚΛΕΙΣΟΥΑ που πήγαμεν απέναντί της και καταυλιστήκαμεν. Η ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ είναι μεταξύ δύο ψηλών και πλατοειδές βουνών, πολλά δεκάδες χωριά μικρά ευρίσκονται εις τα βουνά αυτά. Κάτω σχηματίζεται ένας κάμπος και στη μέση αριστερά του ενός βουνού σχηματίζεται ένα μεγάλο Φαράγγι και στους πρόποδες του είναι το χωρίον ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ. Εμείς πήγαμεν απέναντι στο δάσος και χωθήκαμεν. Πολλά πυροβόλα δικά μας προστατεύουν τα στενά αυτά. Αμέσως τοΙΙΙον Τάγμα το δικό μας πάει εις τους πρόποδας των στενών διά να αποκλείση την διείσδυσιν του εχθρού εις ενίσχυσιν του 14ουΣ.Π.

Την πρωίαν 3-2-41 ενεφανίσθησαν περί τα 10 τανκς και 2 τεθωρακισμένα αυτοκίνηταγεμάτα στρατό Ιταλούς, τότε λοπόν όλα τα πολυβόλα του τάγματος μας, οι όλμοιτης υποστηρίξεως και το πυροβολικό και γενικώς όλα τα όπλα τους έβαλαν.Τα πέντετάνκς κατεστράφησαν, τα δε άλλα αιχμαλωτίσθησαν επίσης και τα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα. Αυτά ερχόνταν από τοΤΕΠΕΛΕΝΙαλλά έπαθαν μεγάλη καταστροφή. Ερχόνταν κι άλλα πίσωαλλά γύρισαν μόλις είδαν το οικτρόν τέλος των συναδέλφων,διότι κατάλαβαν πως την ίδια τύχη θα έχουνε. Επιάσαμεν 198 αιχμαλώτους.

Τότε μερικοί 5-6 δικοί μας έτρεξαν για λάφυρα και εν αγνεία το Πυροβολικό τους έβαλε το δικό ας και τους σκότωσε.

Αι απώλειαι μας όλες αυτές τις μέρες ήτο πολύ μικρές. Έξι νεκροί και ολίγοι τραυματίαι, δηλαδή όλες τις μέρες που κάμαμεν στην ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ.

Ο καιρός αυτές τις μέρες ήτο πολύ άθλιος, μέρα νύχτα βροχή. Η κουβέρτα μου, η χλαίνη μου όλα μούσκεμα, Κοιμώμεθα στ’ αντίσκηνα και απάνω στις λάσπες, που ύπνο δεν βλέπαμεν μ’ αυτά τα βρεγμένα ρούχα και το κρύο. Φαΐ ξυδιασμένο που δεν τρωγόταν διότι το κάναμε το βράδυ διά την επομένη το μεσημέρι. Φωτιά δεν επιτρεπόταν. Η βροχή δεν σταματά. Ζωή μαρτυρικιά. Εγώ από τις πολλές λάσπες ευρήκα ένα σακί κενό βρεγμένο, το έσφιξα καλάγια να φύγη όσο το δυνατό το νερό και μετά  το έβαλα χάμω στα πόδια μου για να μην τάχω απάνω στις λάσπες και έτσι μόνο κατόρθωσα και κοιμήθηκα λίγο. Πάθη πολλά που δεν περιγράφονται.

Εν τω μεταξύ η ξύλινη γέφυρα της ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ είχε χαλάσει. Επίσης και η μεγάλη του ΠΕΤΡΑΝΙ την πήρε το νερό, γι’ αυτό κόπηκεν έξαφνα ο εφοδιασμός και κόψαμεν πείνα φοβερή, φαΐ μας έδιναν από το εφεδρικό και πολύ ελάχιστο. Λίγη γαλέτα, λίγο νερό βραστό και βολιασμένο γιατί είχε βραχεί, ρύζι και δέκα ελιές για το βράδυ και πότε καθόλου. Ψείρα όσο περνάει ο καιρός αυξάνεται που γίνεται ανυπόφορτος.

Το πυροβολικό ημέρα καινύτα βάνει προς την κατεύθυνσι, του ΤΕΠΕΛΕΝΙΟΥ, δηλαδή στα πίσω στενά της ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ που τα κατήχον οι Ιταλοί. Πιάσαμεν πάλι ξανά 145 αιχμαλώτους. Σήμερα 8-2-41 ο καιρός καλυτέρευσε και τ’ αεροπλάνα κύματα – κύματα άνω των 30 μας τριγύριζαν και μας βοβαρδίζανε.Χιλιάδες βόμβες έριξαν και προ παντός για να χαλάσουν τη Γέφυρα, ενώ αυτή ήτο χαλασμένη. Μία βόμβα έπεσε σ’ ένα σπίτι και σκότωσε τέσσερις, οι οποίοι ως πληροφορήθηκα είχαν κλέψει μία κατσίκα και την έψηναν. Το Πυροβολικό εξακολουθή να βάνη κατά των εχθρικών θέσεων, τα πολυβόλα κατά τωναεροπλάνων, ταοποία ήτο εις μεγάλο ύψος και μάλιστα έκανανδιάφορες ψευτοαερομαχίες για να ανακαλύψουν στόχο. Ευτυχώς όμως δεν το πέτυχαν, από το βόμβο μεγάληοχλαγωή γινότανε.

Εδώ για πρώτη φορά είχα πλύνει τα ρούχα μου. Σήμερο 9-2-41 αι επίδρομαί εξακολουθούν όχι όμως όπως τις χθεσινές γιατί ήλθαν μερικά δικά μας αεροπλάνα και τα διεσκόρπισαν.

Την νύκτα της 9ης προς την 10ην-2-41 ακούσαμεν θόρυβο στον καταυλισμό. Είχεν σηκωθή ο Υπασπιστής και έφυγεν για Στρατοπεδία και το βράδυ θα φύγωμεν και μεις για την πρώτη γραμμή ν’ αναλάβωμεν επίθεσι. Όλοι μας είμεθα καταστενοχωρημένοι γιατίξέραμεν τι μας περιμένη.

Το απόγευμα 10-2-41 αεροπλάνα πάλι ολλαί δεκάδες ας τρυγύριζα αι ξακς βοβαρδίζα εγώ καθόουνα στο χαράκωμα και τάγραφα αυτά.

Το βράδυ της ιδίας ημέρας το ηλιοβασίλεμα φύγαμεν με καλό καιρό και με φεγγάρι λαμπερό. Περάσαμεν από την ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ, σπίτια καλά όλα, όμως βομβαρδισμένα, ερειπωμένα και κανένας δεν υπάρχει μέσα. Προχωρούσαμεν δεξιά τουΑώου Ποταμού, περάσαμεν ένα πολύ μεγάλο εφοδιασμό που ήτοκαι το Πεδινό Πυρ/κό εκεί και έβανεν πίσω από το βουνό. Επίσης και μερικά μικράχωριά, περπατούσαμεν όλο πρόποδες του βουνού περί τα 20 χιλιόμετρα.

Στο δρόμο συναντούσαμεν γριές, γέροντες, γυναίκες, παιδιά, οι οποίοι κρατούσαν άλλοι τα μωρά τους, άλλοι τα οικιακά τους ρούχα, άλλοι καλαμπόκι και γενικώς όλοι φορτωμένοι,εγκαταλείποντας τα σπίτια των και ζητώντας να βρουν άσυλον προς το εσωτερικόν. Το θέαμα ήτοπολύ οικτρόν, όλοι τους λυπηθήκαμεν καιμειςεις χειρότερο βαθμό βρισκόμεθα γιατί πηγαίναμεν να σκοτωθούμεν, η θέσις των ήτοπολύαξιοθρήνητος.

Έπειτα πήραμεν αριστερά της αμαξιτής οδού ένα ημιονηκό δρόμο και τραβήξαμεν για το βουνό, περάσαμεν ένα ποταμό ξυπόλυτοι και χωθήκαμεν μέχρι τα γόνατα στο νερό. Μάλιστα δε εδώ πήρε το νερό του Στρατιώτου του Σταυρακάκι του Καθηγητού το ένα άρβυλλο. Πήραμεν τον ανηφορικό δρόμο, πολύ απότομος που μας ξέκαμε (δηλ. στην ΤΡ……….ΣΙΝΑ). Κουράστηκα τόσο πολύ που πολλές φοράς μούρθε να λιποθυμήσω, δεν μπορούσα ν’ αρθρώσω λέξη. Επίσης κάναμεν κα εκ λάθους μία καμπή του δρόμου, περάσαμεν από το χωρίον ΣΙΡΙΓΚΟΥΝΙ, η απόστασις δε ήτο και τόσο μακρυνή και όμως ο ανήφορος μας έφαγε τέσσερις ώρες, είμεθα και ξεθεωμένοι από το δρόμο. Περάσαμεν και το χωρίον ΜΠΑΛΙ και κατεβήκαμεν περί τα 200 μέτρα πάρα κάτω διά να καταυλιστούμεν ως πιο ευνοϊκό μέρος. Η ώρα ήτο 6 και το Πεζικό και βαρύ Πυρ/κό άρχισεν πρωί – πρωί και χαλούσεν κόσμον. Εμείς τρέξαμεν σύντομα και ξεφορτώσαμεν και αμέσως πήγαμεν πιο κάτω και δέσαμεν τα μεταγωνικά και κρυφτήκαμεν, επειδή όμως δεν είχε κάλυψη αυτό το μέρος προ παντός για τα μεταγωγικά, πάθαμε πολλά. Σε λίγο κατά τις 10.30 ώραν έρχονται πολλά αεροπλάνα και μας βομβάρδιζαν, εγώ κοιμώμουνα και κατατρομαγμένος ξύπνησα όταν μίας βόμβας τα χώματα με σκέπασαν. Άλλα έριχναν σωριδόν τις χειροβομβίδες που χαλούσαν τον κόσμο. Έπεσαν γύρω μας τέσσερις βόμβαι και πολλαί άλλαι λίγο μακρύτερα. Ευτυχώς δεν πάθαμε τίποτα. Τραυματίσθηκαν έξι, μεταξύ αυτών ήτο ο Βαβουράκις Κ. από την Κοξαρέ, ο Αθανασιάδης Σ. από το Μιξόρμα, του μεν πρώτου το ένα πόδι κόπηκε τελείως και το άλλο πολλά τραύματα απάνω, του δε δευτέρου το αριστερό χέρι κόπηκε και κρατούσε ένα ελάχιστο. Επίσης και ο Λεντζής από το Αμπελάκι, ο Σαρής και άλλοι, έπαθαν μεγάλη ζημιά.

Έπεσε και μία βόμβα και ξερίζωσε ένα δένδρο εις το οποίον ήτο του Ιερέα το άλογο, δεμένο με χαλινάρι και το οποίον δεν έπαθε τίποτα. Θαύμα!!! Παρατηρούσα το σκληρόν θέαμα των τραυματιών και τους ράγιζεν η καρδιά μου. Φώναζαν από τους πόνους και τι να τους κάνωμεν. Τους πήραν οι τραυματιοφορείς και τους πήγαν κάτω, αλλά τα τραύματά τους ήτο βαριά και οι περισσότεροι πέθαναν στο Νοσοκομείο καθώς έμαθα μετά. Ευτυχώς τα Τάγματα ήτο λίγο μακριά και δε έπαθαν τίποτα.

Το βράδυ μας έψησαν μακαρόνια και φάγαμεν και αμέσως πήγαμε τρεις και ανοίξαμεν ένα χαράκωμα για να μπούμεν την επομένη, τόσο πολύ φοβηθήκαμεν. Το πρωί όμως δεν το χρησιμοποιήσαμεν γιατί τραβήξαμεν πιο κάτω και χωθήκαμεν εις ένα ρυάκι. Η ατμόσφαιρα κι αυτή την ημέρα βούιζε συνεχώς από τ’ αεροπλάνα.

Τ’ απόγευμα βγήκεν Διαταγή «Έλληνες Κρήτες Στρατιώται θα μπείτε στη φωτιά κ.λπ.». Η καρδιά όλων μας κτυπούσε δυνατά πως θα ξημερώσει να βρεθούμεν στην κόλασι του πυρός. Τώρα ετοιμαζόιμεθα για τη νυκτερινή αναχώρησι.

Μέσα στην κόλασι του πύρός γράφω τις κάτωθι λέξεις

Φύγαμεν από τον καταυλισμό του χωρίου ΜΠΑΛΙ κατά την 20ην ώραν της 12ης-2-41 όλοι με πλήρη φόρτο, αμέσως πήραμεν απότομο ανήφορο στο βουνό αυτό της ΤΡΕΠΕΣΙΝΑΣ, όλοι λαχανιασμένοι και ξεθεωμένοι περπατούσαμεν πολύ αργά. Ο δρόμος ήτο πολύ κακός και πολλά πάθαμεν ώσπου ν’ ανεβούμεν. Περί ΄ώρα 2 π. μέσον, φτάσαμεν εις το ύψωμα 1308, τα Τάγματα ενήργησαν ως γράφει το ημερολόγιον του Συντ/τος που αναφέρω πάρα κάτω.

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

«Την 12ην Φεβρουαρίου το Σύνταγμα ευρισκόμενον εις ΜΠΑΛΙ λαμβάνει την υπ’ Αριθμ . Α.Π. 5810 Δ/γήν της Μεραρχίας και εν συνεχεία την υπ’ αριθ. 5901, δι ων διετάχθη να προωθήση το Ιον Τάγμα εις ΤΡΕΠΕΣΙΝΑΝ επί ύψους 1308 ίνα τεθεί υπό τας Διαταγάς του 4ου Συν/τος. Το Τάγμα τίθεται εν κινήσει περί την 17ην ώραν και αφικνείται επί ΤΡΕΠΕΣΙΝΑΣ περί την 24ην ώραν.

Ομοίως το ΙΙον Τάγμα αφικνείται ερί την 1ην ώραν εις ΤΡΕΠΕΣΙΝΑΝ, του ΙΙΙου Τάγματος παραμείναντος εις ΜΠΑΛΙ.

Το Ιον Τάγμα αφιχθέν εις υψοδ. 1308 διετάχθη την αυτήν νύκτα, να αχθή εις υψοδ. 1816, του Αντισυνταγματάρχου Καραποστόλη αρνηθέντος ν’ αναλάβη την επίθεσιν ως μη έχοντος Διαταγήν της Μεραρχίας του. Ο Διοικητής του Τάγματος Ταγ/ρχης Παναγιωτάκις Αριστείδης διαμαρτύρεται διότι άνευ αναγνωρίσεως διατάσσεται να αχθή εις υψοδ. 1816 εν καιρώ νυκτός και υπό χιονοθύελλαν ίνα την 5.30 πρωινήν ώραν επιτεθή εκ του 1816 προς κατάληψιν του Αυχένος ΜΕΝΤΖΗΚΟΡΑΝΗ και εν συνεχεία της τοποθεσίας ΠΌΥΝΤΑ-ΝΟΡΙ. Το αφικνείται τας πρωινάς ώρας της 13ης Φεβρουαρίου εις υψοδ. 1816 ον ευρίσκει κατηλειμμένον υπό του εχθρού και ον απωθεί κατοπιν εκθέσεως, πλην λόγω της επικρατούσης χιονοθυέλλης.Το Τάγμα δεν δύναται να επιτεθεί καθόσον πλείστοι των ανδρών έχουσι πάθει ψύξιν απωλέσα πλήρως τη μαχητικότητά τους.

Διά της υππ αριθ. Α.Π. 5910/13-2-41 Δ/γής 1250 Μονάδος το 1ον Τάγμα  διατάσσεται να κατέλθη εκ του υψοδ. 1816 και να εγκατασταθεί εν προφυλακαίο με μέτωπον .Δ. εν συνδέσμω δεξιά με 1260 (11/43) και αριστερά μετά του (11/44) Τάγματος όπερ από της νυκτός της 12ης Φεβρουαρίου ήχθη προς 181 του οποίου οι πλείστοι των ανδρών είχον πάθει ψύξιν.

Την αυτήν νύκτα αφθχθη και το ΙΙΙον Τάγμα εκ του χωριου ΜΠΑΛΙ επί 1308.

Την 13ην Φεβρουαρίου το 1ον Τάγμα διατάσσεται να επιτεθή προς κατάληψιν του Αυχένος ΜΕΝΤΖΗΚΟΡΑΝΙ. Η εξόρμησις διετάχθη διά την 14ην ώραν της 13ης Φεβρουαρίου, ματαιωθήσα και πάλιν κατόπιν επανηλλειμένων αναφορών του Υποδιοικητού του Συν/τος Αντ/ρχου Κραουνάκι Σταματίου περί του αδυνάτου της επιθέσεως, λόγω της επικρατούσης σφοδράς χιονοθυέλλης. Κατόπιν τούτου τα Τάγματα διετάχθησαν (Ιον, ΙΙον), να επανέλθωσιν επί υψοδ. 1308, παραμείναντος επίτου υψοδ. Τούτου του 6ου Λόχου και μιας Διμοιρίας Πολιβόλων (αυτά από το ημερολόγιο).

Εγώ μόλις ανεβήκαμε επί του υψοδ. 1308 αμέσως στέσαμεν εις μίαν χαράδρα μέσα του Διοικητού και Υπασπιστού τις σκηνές και μετά το κρύο δυνάμωνε περισσότερον αναγκάστηκα και έμεινα εις ένα χαράκι από κάτω που έστεισε όλη νύκτα μέχρι να ξημερώση να δούμεν τι θ’ απογίνωμεν. Οι Στρατιώται έφυγαν,  μάλλον συνεπεία της ανωτέρω Διαταγής γύρισαν τα Τάγματα πίσω και έμειναν κοντά μας. Μονάχα ο 6οςΛόχος παρέμεινεν εν προφυλακαίς, τότε ο αδελφός μου με άλλον έναν επειδή έτυχε να είναι σ’ αυτόν τον Λόχο επήγαν και έσκαψαν εις ένα μέρος το χιόνι. Πέρασαν το 1.50 μ. βάθος αλλά δεν ευρήκαν χώμα και τότε αναγκάστηκαν και έβαλαν ένα κιβώτιο των φυσιγγίων κενό και έτσι τυλίχτηκαν τις κουβέρτες των και ξημερώθηκαν.Το μέρος είχεν επισημανθή υπό τουεχθρού και τους έβανανόλατα πυράπου τους ξέκαμαν.

Όλα τα πυρά, εχθρικά και φίλια έβαναν που χαλούσε ο κόσμος, άκουε κανένας τα πολυβόλα, πυροβολικό, όλμους, χειροβομβίδες, τυφέκια, οπλοπολυβόλα και γενικώς  παντός είδους όπλα να βάνουν που ήτο να στρίψη του ανθρώπου το μυαλό.

Επειδή λοιπόν τα Τάγματα έπαθαν τόση πανωλεθρία, αμέσως διατάσσεται και το ΙΙΙο Τάγμα να έλθη από το ΜΠΑΛΙ, τότε εγώ με το Μουρέλλο τον Υπολοχαγό, φύγαμεν την 9ην ώραν το πρωί και προχωρούσαμεν ενώ κάθε λίγο πέφταμεν κάτω γιατί τ’ αεροπλάνα σβούριζαν από πάνω μας. Φτάσαμεν στο ΜΠΑΛΙ περί την 11ην ώραν, στο δρόμο σε μια σπηλιά λησμόνησα ότι συναντήσαμεν έναν Αρχηγό μιας Μεραχίας Πεζικού, ήτο κρυμμένος μέσακαι δεν έβγαινε καθόλου. Δίνομεν λοιπόν την  Δαταγή στον Ταγ/ρχη το Ρολόη και αμέσως ετοιμάζονται και την 12ηνακριβώς το μεσημέρι φεύγωμεν/ Ευτυχώς καίτοι έλιαζε, τ’ αεροπλάνα δεν μας πείραξαν γιατί φαινότανεένα δικό μας και μας τριγυρνούσε και δεν μας πλησίαζαν τα εχθρικά. Έτσιανέπαφοι φτάσαμεν στον προορισμό μας χωρίς να πάθει κανένας τίποτα. Στο 1308 φτάσαμεν τη 16ην ώραν κατακουρασμένοι, το Τάγμα μόλις άρχισε να νυχτώνη πήγε και κατέλαβε μέρος τον αγώνα. Μάθαμεν την επομένην 14-2-41 ότι με κύκλωσι έπιασεν περί τους 350 αιχμαλώτους, σημειωτέον όμως ότι αυτοί είχαν λάβει εις πολύ χαμηλό υψόμετρο 1160 ενώ οι άλλοι ήτο εις 1816.

Το μέρος εδώ είναι πολύ απότομο. Νερό δεν υπάρχει στάλα, λιώναμεν χιόνι και πείνωμεν. Για να στήσομεν το αντίσκοινο σκάβαμεν δύο ώρες.

Το βράδυ της 14ης προς την 15ην κατακουρασμένοι και από το κρύο, πήγα νωρίς περί τις 20.30 και πλάγιασα, περί την 22αν όμως ώραν με ξύπνούν και πάω στο Γραφείο και ετοιμάζω χαρτί και γράφω την Διαταγή των επιχειρήσεων, ιστορικαί μου έχουν μείνει αυταί αι στιγμαί, την 2αν ώραν μ. μεσον. την τελειώσαμεν όπου και αμέσως ξεκινήσαμεν για την πρώτη γραμμή.

Πήραμεν οδηγό το Ανθ/στη Παναγιωτίδη, όστις είχεν ξαναπεράσει από κείνο το μέρος, αλλά τα έχασε και μας πήγαινεν κατ’ ευθείαν στους Ιταλούς. Ευτυχώς όμως έτυχε το Ιον Τάγμα εν προφυλακαίς καταυλισμένο και μας σταμάτησε. Τραβήξαμεν ανήφορο φοβερό, είχαμεν περάσεικαι από το Πυροβολικό της Μεραρχίας μας και φτάσαμεν εις  Ιον Τάγμα, εδώ ήτο ο Μουρέλας που από τον φόβο του έκανεν τον άρρωστο και είπε του Υποδιοικητού όταν του φώναξε, ότι «στείλε να με πάρης με το φορείο». Ο Υποδιοικητής όμως του επέμενε καιαναγκάσθηκε και ακολούθησε και ως βεβαιώθηκα μετά που είμεθα μαζί, δεν είχε τίποτα αλλά ο φόβος του έφερνε την αρρώστια.

Τραβήξαμεν μία άλλη χαράδρα γιατί είχαμεν χάσει το δρόμο, που κάθε λεπτό πέφταμεν, μόνο πουλιά περνούνε από ένα τέτοιο μέρος, τον Υπόδιοικητή τον κρατούσαν δύο Στρατιώται στα χέρια των όπου μετά λίγη ώρα κατεβήκαμεν στο χωρίον ΑΡΤΖΑ ΝΤΙΣΟΜΠΡΑ. Εδώ είδα και του Βαβουράκι από την Κοξαρέ σκοτωμένο τον αδελφό, ξαπλωμένος ανάσκελα κρουσταλιασμένος.

Φτάσαμεν εις την ΑΡΑΤΖΑ ΝΤΙΣΟΜΠΡΑ, περί ώραν 6.30 ακριβώς την ώρα που αρχινούσε η επίθεσι. Το ΙΙΙον Τάγμα είχε προχωρήσει προς το μέρος εκείνο και μείς τρέχαμεν για να βρούμεν τον Υποδιοικητή του 43ου Συντ/τος Αντ/ρχη Πλευρή για να χωθούμεν εκεί που ήτο κι αυτός γιατί μας έπαιρνε η μέρα. Στείλαμεν τον Παναγιωτίδη πάλι για να τον βρει στα λίγα σπίτια που υπήρχαν σ’ αυτό το χωριό, αυτός πάλι τα έκαμε θάλασσα. Ευτυχώς τότε τραβήξαμεν μόνοι μας με τον Υποδιοικητή πήγαμεν και ένας άλλος στρατιώτης μαζί και βρήκαμεν τον εν λόγω Αντ/ρχη σε ένα σπίτι με χωρίς φως. Τηλεφωνηταί ήτο αρκετοί εκεί, τραυματίαι πολλοί και τους έδεναν οι γιατροί. Τέλος πριν ακόμα λιάσει τραβήξαμεν πιο πάνω εις ένα άλλο σπίτι και κοιτάξαμεν το θέατρο του πολέμου.

Απέναντι μας όχι και πολύ μακριά, ήτο οι κορυφές της ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΤ, λόγω της αποτόμου θέσεως των γι’ αυτό δεν ήτο και τόσο μακριά, κοιτάζαμεν με εξαιρετικό ενδιαφέροντη Μάχη που προ λίγης ώρας είχεν αρχίσει. Καίτοι η Διαταγή έγραφεν «υποστήριξις Πυροβολικού». Καμία υποστήριξι δεν είδαμεν γιατί άργησεν. Κοιτάζαμεν απέναντι τους δικούςμας και ήτο φρίκη. Οι Ιταλοί ήτο σωρηδόν εις διάφορους τόπους και πολλές φορές βλέπαμε 4-5 δικούς μας και έπαιρναν κυνήγι 50-60 Ιταλούς. Το πράγμα ήτο φοβερό, ο Πλεύρης έλεγε, πως μολονότι είναι η έκτη φορά που λαβαίνει μέρος στον πόλεμο, τέτοιο ηρωισμό σε στρατιώτες δενείδε ποτέ του. Έπειτα από λίγη ώρα κατεβάζουν λίγοι στρατιώται του 10ου Λόχου, 135 αιχμαλώτους. Ένας από αυτούς τους δικούς μας ήτο τραυματισμένος στο χέρι και από τους πόνους φώναζε (ευρισκόμενος πέριξ των αιχμαλώτων) «σφάξετέ τους μωρέ τους άτιμους και μας κατέστρεψαν κ.ά». Κανείς όμως δεν τους πείραξεν, μάλλον όλοι τους λυπηθήκαμεν. Άλλοι τους, έτρεμαν από τον φόβο τους και κοίταζε χαρούμενα ο ένας τον άλλον γιατί θα έλεγαν μέσα τους πως τέλειωσε γι’ αυτούς ο πόλεμος.

Την μεσημβρίαν περί ώραν 1.30 μου δίνουν μια Διαταγή να την πάμεν με ένα άλλοΣτρατιώτη στον 1ον Τάγμα στον Αυχένα ΜΕΝΤΖΗΚΟΡΑΝΙ. Ξεκινήσαμεν εν μέσω χαλάζης οβίδων Πυροβολικού, δίπλα στα πόδια μας  έπεφταν. Τέτοια αγωνία και φόβο ποτέ μου δεν το πάτηρα. Οι στιγμές αυτές ήτο πολύ κρίσιμες. Βροχή οι οβίδες έπεφταν, εις ένα μέρος μας πολυέβαναν και αναγκάστηκα να πέσω εις έναν τάφρο απάνω, αμέσως όμως μου ήλθε μια επίμονη ιδέα να κατέβω από κάτω και να έχω τουλάχιστον τη μία πλευρά προφυλαγμένη. Πέφτω λοιπόν και αμέσως έρχεται μία οβίδα και πέφτει στη θέση πούμουνα απάνω στον τάφρο και χαλάει και με πλακώνει. Τη ζωή μου την οφείλω μόνο στο Θεό. Σηκώθηκα και έτρεμα από το φόβο μου. Ευτυχώς δεν έπαθα τίποτα. Με κτύπησαν λίγο οι πέτρες και τα χώματα που με σκέπασαν αλλά δεν αρκέστηκα να γυρίσω πίσω, αλλά προχώρησα διά να περατώσω την αποστολή μου

Προχωρούσαμεν αργά, με κόπο για να βρούμεν το Ιον Τάγμα, πράγμα που μήτε ο Υποδιοικητής που μας έστειλε δεν ήξερε που ευρίσκεται, στο μέρος αυτό παραπάνω λίγο συναντούμεν ένα στρατιώτη του 43ου Συντάγματος και τον ρωτούμεν και μας λέει πως μάχεται το Τάγμα πέρα πολύ μακριά και μας έδειξε το δρόμο, προχωρήσαμεν επί πολύ προς το μέρος εκείνο και ευτυχώς συναντούμεν δύο αγγελιαφόρους του Τάγματος και τους ρωτούμεν και μας λεν ότι ναι μεν το Τάγμα ευρίσκεται μαχόμενο προς εκείνο το μέρος,αλλά ο Ταγ/ρχης Παναγιωτάκης Διοικητής του Τάγματος ευρίσκεται απάνω στο άλλο βουνό της ΤΡΕΠΕΣΙΝΑΣ. Γυρίζομεν πάλι προς τα πίσω και ανεβαίνομεν το βουνό ξεθεωμένοι από την κούραση και αργά – αργά βρήκαμεν τον Ταγ/ρχη και του δώσαμεν τη Διαταγή. Καθίσαμεν λίγο και μετά φύγαμεν πάλι να γυρίσομεν πίσω. Στο δρόμο και μόλις φτάσαμεν ανατολικώς του χωρίου ΑΡΤΖΑ – ΝΤΙΣΟΜΠΡΑ περάσαμεν από το μέρος που είχεν κάμει τη Μάχη ο 2οςΛόχος (Υπολοχαγός Φουσκάκις Ιωάννης) και ο οποίος είχεν αφήσει 200 νεκρούς Ιταλούς επίτου πεδίου της Μάχης και άλλους 200 αιχμαλώτους, τους είδα τους νεκρούς αυτούς που το θέαμα ήτο φοβερό. Σε κάθε πολυβόλο που ήτο άνω από 10 ήτο περί τους τρεις – τέσσερις νεκροί δίπλα του οπλοπολυβόλα, όλμοι, τυφέκια, όλα στη θέση βολής και οι σκοτωμένοι. Μάλιστα άκουα απο πάνω τραυματίες δικούς μας και φώναζαν «βοήθεια» αλλά ποίος νατους βοηθήση που το Πυροβολικό έβανεν βροχή τις οβίδες. Λίγο πιο κάτω και εν μέσω πολλών σκοτωμένων Ιταλών ήτο ένας (Ιταλός) τραυματίας, όστις είχεν την κουβέρτα του σκεπαστή και -ήτο σφιχτά τυλιγμένος, εγώ τότε από περιέργεια του άγγιξα λίγο και αμέσως ταράσει και καθίζει. Μού έδειξε τα τραύματά του και μου έλεγε πως έχει δύο μέρες να φάη. Τον λυπήθηκα πολύ.

Μεταξύ αυτών ήτο και ένας σκοτωμένος δικός μας, ο οποίος του είχαν κοπεί και τα δύο χέρια, επίσης και το κεφάλι, από τη μέση και πάνω ήτο γυμνός. Το θέαμα ήτο φρικτό. Προχώρησα να φύγω μία ώρα αρχήτερα από το καταραμένο εκείνο μέρος. Σε κάθε βράχο από κάτω ήτο 3-4 νεκροί, έπρεπε να προσέχη κανείς εκεί που περπατούσε άλλως νεκρούς έπρεπε να πατήση.

Στο ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ εξακολουθεί μεγάλη οχλαγωγή. Ο Θειακός ο Διοικητής μας ήτο απάνω και διηύθυνε μόνος του τις επιχειρήσεις. Το θάρρος του, η αυτοθυσία του και γενικώς η παρουσία του σ’ αυτό το μέρος υπήρξε σπουδαίος παράγων διά την αποπεράτωσιν του έργου. Τί γινότανε δεν περιγράφεται. Πάλη σώμα με σώμα, οι στρατιώται μας εφ’ όπλου και με την ηαχή «Αέρα – αέρα» έπαιρναν κυνήγι τους Ιταλούς και όσους δεν εσκότωναν έπιαναν αιχμαλώτους. Βλέπαμεν από κάτω τις μάζες τους Ιταλούς ενώ οι δικοί μας ελάχιστοι εφαίνοντο, τους κυνηγούσαν ένας προς 10.

Στο ύψωμα του 1647 ήτο ένα Ιταλικό Πολυβολείο εις μία τρύπα ενός βράχου, ήτο φυσικό που ως λένε αυτοί που το είδαν ήτο άτρωτο και έφερνε μεγάλη καταστροφή στους δικούς μας. Τότε ο Ανθυπασπιστής Παπαδογιάννης Γ., του βάνει με τους όλμους δεξιά και αριστερά άλλα τίποτα το αποτέλεσμα, σε λίγο όμως του ρίχνει μία η οποία έπεσε ακριβώς απάνω στην τρύπα όπου τον τίναξε στον αέρα. Άλλοι αυτόπται μάρτυρες τους είδαν μετά και έφριξαν, ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα ήτο και αυτό.

Την μεσημβρίαν διατάσσεται το ΙΙον Τάγμα να αχθή εις ΠΟΥΝΤΑ – ΝΟΡΝΤ εις είσχυσιν του ΙΙΙου Τάγματος. Διοικητής αυτού ήτο ο Λοχαγός Δανδουλάκις Ιωάννης. Πήρε λοιπόν από το 1308 πιο πάνω το Τάγμα του, εκτός του 6ου Λόχου, και ερχότανε προς το μέρος μας, τότε λοιπόν τον βλέπει το Ιταλικό Παρατηρητήριο και τον αρχινά με το Πυροβολικό. Έπαθαν πολλά οι στρατιώται, τα θυματά του ήτο αρκετά. Τραυματίαι σκοτωμένοι γέμισαν οι δρόμοι. Τόφεραν εν τέλει στην ΑΡΤΖΑ – ΝΤΙΣΟΜΠΡΑ και το πήγεν στη Χαράδρα όπου και παρέμεινεν μέχρι τη νύκτα.

Το ηλιοβασίλεμα βλέπομεν μία φάλαγγα μεγάλη και κατέβαινε από το βουνό. Όλοι φοβηθήκαμεν πως είχε σπάσει η Γραμμή και χάθηκε ο Στρατός μας. ‘Έπειτα απόλίγο πεισθήκαμεν όλοι πως είναι αιχμάλωτοι διότι τους έφεραν κοντά μας στρατιώται δικοί μας και ρωτούσαν τον Υποδιοικητή που θα τους πάνε. Ο ηρωισμός αυτήν την ημέρα των στρατιωτών ήτο αφάνταστος, έπαθαν όμως και πολλά, τα ¾ της δυνάμεως των απωλέσθη, τραυματαί, νεκροί και εξαφανισθέντες.

Λεπτομέρειαι από το Ημερολόγιο

Την νύκτα της 13ης Φεβρουαρίου το ΙΙΙον Τάγμα διατάσσεται, συνεπεία της υπ’ αριθ. Α.Π. 5914/13-12-41 Δ/γής Μεραρχίας να επιτεθή την πρωίαν της 14ης ιδίου επί υψοδ. 1200 ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ, προς κατάληψιν αυτού και Αυχένος Νοτίως τούτου. Το Τάγμα παρά την χιονοθύελλαν αφικνείται κατά τας πρωινάς ώρας επί Χαράδρας ΜΑΡΙΤΣΑΙ, κατά δε την άνοδόν του προς τα υψώματα ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ ευρίσκεται αντιμέτωπον του εχθρού και εμπλέκεται μετ’ αυτού εις σκληρόν αγώνα. Η άφιξις και η επίθεσις εγένοντο άνευ αναγνωρίσεως του Τάγματος αγνοώντας που ευρίσκεται ο εχθρός.

Την 14ην Φεβρουαρίου το Σύνταγμα εξέδωσε την υπ’ αριθ. Α.Π. 5191 Δ/γήν δι’ ης διέτασσε το ΙΙΙον Τάγμα να επιτεθή επί της κατευθύνσεως ΠΟΥΝΤΑ –ΝΟΡΝΤ προς κατάληψι ταύτης και του Νοτιοτέρου Αυχένος ενισχύον τούτο δι’ ενός Λόχου του Ιου Τάγματος. Το Ιον Τάγμα ήχθη την νύκτα της 14ης εις τας Δυτικάς υπωρείας της ΤΡΕΠΕΣΙΝΑΣ, του ΙΙου Συντάγματος παραμείναντας εν εφεδρεία εις την διάθεσιν του Συντάγματος.

Κατά την ημέραν ταύτην ο Διοικητής του Συντ/τος Θειακός Ξενοφών απωλέσθη από τηςμεσημβρίας μέχρι 1 μ. μεσονύχτιο, ότε κατόπιν προφορικής Διαταγής του Στρατηγού η Διοίκησις του Συντ/τος ανετέθη προσωρινώς εις τον Αντισυνταγματάρχην Κραουνάκιν Σταμάτιον.

Την 15ην Φεβρουαρίου το Σύνταγμα επετέθη και διά του ΙΙΙου Τάγματος κατέλαβε τον υψοδ. 1200. Το ΙΙον Τάγμα διετάχθη να αχθή επί 1260 εις ενίσχυσιν του ΙΙΙου Τάγματος, το δε Ιον Τάγμα ετέθη εις τας Διαταγάς του 14ου Συντ/τος επί Αυχένος ΜΕΝΤΖΗΚΟΡΑΝΙ ον και κατέλαβεν.

Διά της υπ’ αριθ. Α.Π. 6022 Δ/γής Υης Μεραρχίας διετάχθη η συνέχισις της επιθέσεως προς κατάληψιν της τελευταίας κορυφής της ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ.

Κατά την 16ην Φεβρουαρίου από της πρωίας το Σύνταγμα δια των δύο Ταγμάτων επιτίθεται και καταλαμβάνει τον υψοδ, 1647 κατά δε τας απογευματινάς ώρας τον υψοδ. 1608.

Κατά τας δύο ταύτας ημέρας (15ην και 16ην) το Σύνταγμα έσχε τας κάτωθι απωλείας. Αξιωματικοί νεκροί 1, Αξιωματικοί τραυματίαι 15, Οπλίται νεκροί 45, Οπλίται τραυματίαι 167, Οπλίτια παγόπληκτοι 41.

Εις ένα μέρος βαλόμενο σφοδρώς υπό του Πυροβολικού κατέστη αδύνατον για να περάσητο ΙΙον Τάγμα. Τότε ο Διοικητής τούτου Λοχαγός Δανδουλάκις βάζει τους Ιταλούς αιχμαλώτους στη γραμμή (σ’ αυτό το βαλόμενο μέρος…………..) και τότε πέρασε το Τάγμα άθικτο, διότι είδαν τους συναδέλφους των και …………….. έβαλαν. Το Τάγμα αυτό εκήργησε την τελευταία επίθεση και πήρε το ύψωμα 1647 την επομένη 16-2-41. Επιπροσθέτως δε και ο 6ος Λόχος είχεν φθάσει εγκαίρως και η επίθεσις αύτη είχεν γίνει δι’ ολοκλήρου του Τάγματος.

Εγώ είχα υπηρεσίες ως Αρχιφύλακας της Σημαίας στο χωρίον ΑΡΤΖΑ-ΝΤΙΣΟΜ και ως Σύνδεσμος Συντάγματος Ταγμάτων. Όλη την ώρα όλες οι υπηρεσίες μου τις ανέθεταν. Πήγαινα στον Εφοδιασμό τα Μεταγωγικά και ξεφόρτωναν, άλλα πάλι μεταγωγικά με φυσίγγια εις άλλο μέρος, δηλαδή όλη την ώρα ευρισκόμουνα εν κινήσει.

Ενθυμούμαι καλώς ότι την αυτήν ημέραν δηλ. την 15ην-2-41 είχε έλθει και η Διμοιρία Μηχανικού και περνώντας, από δίπλα μας ανέφερε ο επικεφαλής ………. στον Υποδιοικητή του Συντ/τος Αντ/ρχην Κραουνάκιν που να μεταβή μάλλον ότι τίθεται εις τας Διαταγάς του και που είναι ο δρόμος διά να μεταβή ειςτην πρώτην γραμμήν. Ο Υποδιοικητής τότε με ένα νεύμα του είπε να πάη στο δρομολόγιο. Ούτε του έδειξε ούτε τίποτα, ούτεπου ακριβώς ευρίσκονται οι δικοί μας. Μια τέτοια πράξι τη χαρακτήρισα ως χειρίστου είδους και ιδού το αποτέλεσμα. Προχώρησε λοιπόν ο δυστυχής Ανθυπολοχαγός με τη Διμοιρία του και χωρίς να ξέρει πήγε και έπεσε στους Ιταλούς και τους έβαλαν από 50 μέτρα με τα Πολυβόλα. Ευτυχώς όμως λόγω της φύσεως του εδάφους τους βοήθησε τούτο και δεν σκοτώθηκε κανένας. Αμέσως λοιπόν κατατρομαγμένοι γύρισαν και πολλούς είδα σε άσχημα χάλια, ήτο σαν τρελοί από τον φόβο τους, άλλοι έτρεμαν, άλλοι έκλαιγαν και τα έβαναν με τον Ανθ/γό τους, ενώ ούτος ως ανωτέρω είδαμε ποιος έφταιγε.

Ο ηρωισμός όλων μας ήτο αφάνταστος. Είχαμεν όμως φοβερές απώλειες. Ο Ιος Λόχος του ΙΙΙου Τάγματος έμεινεν με 100 μόνο Στρατιώτες, ενώ πρότερον …… άνω από 200  στρατιώτας. Ο 7ος Λόχος του ΙΙου Τάγματος έμεινεν με 7 Στρατιώτας. Ο 6ος Λόχος έμεινεν με 20 Στρατιώτας κ.λπ., αγνοούμενους 98 και οι λοιποί τραυματίαι παγόπληκτοι, ασθενείς, σκοτωμένοι κ.λπ.

Την 16ην-2-41 το πρωί, με το Θεοδωράκι το Λοχία ανοίξαμεν ένα λάκκο και μπήκαμεν μέσα, αλλά πάντοτε με την ελπίδα χαμένη για τη ζωή.

Μεγάλη οχλαγωγή εγένετο εκ μέρους ομφοτέρων των παρατάξεων. Ο κόσμος εσίετο από τους κρότους,  ατμόσφαιρα εβούιζε, ήτο να στρίψη του ανθρώπου το μυαλό. Το απόγευμα ώρα 15η έρχονται περί τα 20 αεροπλάνα στούκας με κάθε πτήσι και με κύκλους προς τον στόχο κατερχόμενα μας βομβάρδιζαν. Μεγάλο φόβο δοκιμάσαμεν τότε, είδαμεν έξαφνα με το Θεοδωράκι που βρισκόμαστε μέσα στο λάκκο που είχαμε ανοίξει τρία εκ τούτων να κατέρχονται κατ’ ευθείαν προς τα επάνω μας και να ρίχνουν πέντε βόμβας έκαστον. Τις είδα και κατευθύνονταν κατ’ ευθείαν απάνω μας που για μια στιγμή κόντεψε να τα χάσω. Ευτυχώς όμως έπεσαν περί τα 5-6 μέτρα πιο πέρα και μόνο τα χώματα μας σκέπασαν.

Από φαΐ δόξα τω Θεώ εγώ δεν πείνασα. Τα Τάγματα όμως ως που να τακτοποιηθεί ο εφοδιασμός υπόφεραν πολύ.

Την 17ην-2-41 οι Αξ/κοί έφυγαν από το Μπρί και πήγαν παραπάνω σε μία σπηλιά, τότε εγώ με τους σκοπούς που είχα στη Σημαία μαζί και αυτή, πήγαμε στη θέση των και κάπως ησυχάσαμεν. Έβρεχε όμως διαρκώς και μέρα νύκτα τα νερά έτρεχαν επάνω μας και δεεν μπορούσαμεν να δούμεν ησυχία. Η ζωή μέσα σ’ αυτό το Μπρι ήτο ανυπόφορος ναι μεν ήτο ασφαλές από τα πυρά του εχθρού, οι κακουχίες όμως αβάστακτες.

Λίγο παρά κάτω έπεσε μία βόμβα μέσα εις ένα σπίτι και σκότωσε 22 στρατιώτας και περί τους 60 τραυματίας.

Την 20ην-2-41 μού έδωσαν πάλι μία Διαταγή να την πάω πάλι στο Ιον Τάγμα εις την τοποθεσία ΜΕΝΤΖΙ ΚΟΡΑΝΗ. Πήγαμε με άλλον έναν στρατιώτη Πολομαρκάκη. Προχωρήσαμεν εις έσω χαλάζης οβίδων και φθάσαμεν καθ’ ην στιγμήν ο 2ος Λόχος ήτο επιτιθέμενος κατά του εχθρού. Το θέαμα ήτο φοβερό, τα πυρά ήτο πολλά η ατμόσφαιρα βούιζε. Εις το Πούντα Νορντ επάνω ήτο παντού χιόνι το οποίον είχε μαυρίσει από τις οβίδες του Πυρ/κού και των Όλμων. Σταματούσα και παρατηρούσα το θέατρον του πολέμιου επ’ αρκετή ώρα. Έδωσα τη διαταγή του Ταγματάρχη και είτα ανεχώρησα διά να επιστρέψω στο χωριό ΑΡΤΖΑ………….. Γυρίζοντας λοιπόν πίσω παραμέρισα λίγο με τον σύντροφό μου Πολομαρκάκη και περάσαμεν από εκείνο το μέρος που ήτο οι πολλοί Ιταλοί σκοτωμένοι μαζί και εκείνος ο τραυματίας  (Ιταλός) που τον είχα δει την 15-2-41.

Μόλις λοιπόν φτάσαμεν κοντά του αμέσως μας άκουσε και ανασηκώθηκε και έτσι πια σαν μισοπεθαμένος μας μίλησε και μας παρακαλούσε  από τον πλείστον με νοήματα να τον βοηθήσομεν. Τον λυπήθηκα γιατί είχαν περάσει πέντε μέρες (5) από τον καιρό που τον είχα δει εκεί εγκαταλελειμμένος μέρα νύκτα. Πέντε μέρες χωρίς φαΐ, χωρίς νερό, μονάχα της βροχής, με μια κουβέρτα τυλιγμένος και έτσι τραυματίας στο ύπαιθρο ζούσε το μαρτύριο του θανάτου. Νερό έπινε από το κράνος του που με την τόση βροχή μαζευότανε. Η λύπη μου γι’ αυτόν δεν περιγράφεται, να τονβοηθήσωμεν είναι αδύνατον, ποτέ η συνείδησή μου ήσυχη δεν θα μείνει. Του είπαμεν πως θα στείλομεν τραυματιοφορείς να τον πάρουν, με νοήματα βέβαια. Φεύγοντας παρατηρούσαμεν τα ίχνη του πολέμου,δηλαδήτους νεκρούς.

Λίγο παραπέρα ήτο ένας δικός μας σκοτωμένος, που του είχαν αποκοπή και τα δύο χέρια από τους ώμους επίσης και το κεφάλι. Από τη μέση και πάνω ήτο ολόγυμνος και λίγο πάρα πέρα περίτα τρία μέτρα ήτο τα ρούχα του, τα χέρια του και το κεφάλι του. Όλα ήτο φρίκη που έφερναν τον άνθρωπο σε τρέλα. Στο λίγο μέρος αυτό ήτο περί τους διακόσους νεκρούς Ιταλούς και επτά δικοί μας στρατιώται.

Προχωρήσαμεν περί τα 500 μέτρα πάρα κάτω και εκεί στην άκρη του χωριού ξαφνικά ακούωεν κλάματα δυνατά κα τις λέξεις «βοήθεια -βοήθεια». Σημώσα και είδα ένα δικό μας στρατιώτη, όστις από μία οβίδα του εχθρικού πυροβολικού, του είχεν αποκοπεί το ένα πόδι τελείως και είχεν την περικνημίδα την υπόλοιπη ξετυλίξει και ήτο χωριμένο το πόδι του. Μας ζήτησεν βοήθεια αλλάφορείο δεν είχαμεν να τον πάρωμεν, επίσης δε και τα εχθρικά πυροβολικά έβγαιναν αδιακόπως.Του είπαμεν όμως πως θα γυρίσομεν να τον πάρομεν. Αμέσως λοιπόν φύγαμεν κα τρέχονταςεγώ πήγα και βρήκατον Πλευρή τον Αντ/ρχη Υποδιοικητή 43ου Συντάγματος και του τα είπα σχετικώς αμέσως. Εκείνος τηλεφώνησεν στο γιατρό της Μονάδος του και στέλνει τους τραυματιοφορείς και τον πήρανε. Τί απόγινε δεν γνωρίζω.

Το βράδυ της ιδίας ημέρας (20-2-41) έφεραν τον Διοικητή του Συντ/τος μας Θειακό Ξενοφώντα τραυματισμένο με πολλά τραύματα. Υπέφερε πολύ από τους πόνους που δεν μπορούσε να ησυχάσει. Μαζί με τούτον είχαν τρυματιστεί και ο Αξιωματικός Πληροφοριών Ανθ/γός Γαλανάκης και ο Λοχίας βοηθόςΘεοδωράκης Εμμανουήλ.

Δίπλα εκεί που καθόμουνα στο πέτρινο σπιτάκι, έπεσε μια βόμβα Πυροβολικού μέσα σε ένα αντίσκοινο και τίναξε τρεις στρατιώτες στον αέρα δικούς μας και τους άφησε νεκρούς. Αέρας σφύριζε, βροχή δυνατή, χιόνι πολύ και κρύο και από την άλλη μεριά ο Πόλεμος. Όλοι μαζί σα θεριά μας κυνηγούσαν που από λεπτό το λεπτό περιμέναμεν το θάνατό μας. Από την 20-2-41 έως και την 23-2-41 φαΐ δεν μας έδωσαν τίποτα. Ευτυχώς εγώ είχα κάτι εφοδιασθή, αλλά άλλοι χάλια. Μέσα σ’ αυτόν το δυνατό αέρα έπεφτε και βροχή και χαλάζι. Στο σπιτάκι μας από παντού μπήκε το νερό σαν κουτσουνάρα, που μας έκαμεν κουβέρτες και όλα μας μούσκεμα. Τα πόδια μου που φορούσα τρία μάλλινα ζεύγη κάλτσες ήτο στο νερό μέσα και κρουστάλλιασαν, πρήστηκανπου δεν μπορούσα να φορέσω τ’ άρβυλα μου. Αιαπώλειά μας μέχρι σήμερον είναι νεκροί 117 τραυματίαι  720, παγόπληκτοι 400, ασθενείς 100 και εξαφανισθέντες 96. Δηλαδή σχεδόν οι μισοί μας λείπουν.

Νερό βρήκα και πήρα θωλό, από ένα λάκκο μιας οβίδας. Έτσι αι ημέραι η μία κατόπιν της άλλης περνούσαν όλο με αγωνία, κακουχίες κ,λπ. Όπου το απόγευμα της 27ης-2-41 ο Διοικητής μας με την Ομάδα ολόκληρη έφυγε και κατέβηκε στο 1308 στο παλιό καταυλισμό. Εμείς οι τέσσερις που είμαστε μαζί δεν τους είδαμεν όταν φύγανε παρά μονάχα το ηλιοβασίλεμα που σηκώθηκα να δω τι γίνεται μου το είπεν ο Ιερέας του Σντ/τος. Αμέσως λοιπόν ετοιμάσαμεν τα πράγματά μας, πήγα και αποχαιρέτησα το αδελφό ο και το Γιώργη το Παλιεράκι και αμέσως ξεκινήσαμεν βαδίζοντας στη Χαράδρα. Εδώ πάθαμεν πολλά. Σκοτίνιασεν αμέσως και έπεσεν αι φοβερή καταχνιά. Έρποντας κατεβήκαμεν, που κόντεψεν να σκοτωθούμεν. Φτάσαμενμετά μεγάλου κόπου στην Σπηλιά και εκεί αφού είχαμεν τραβήξει τόσα απόφασίσαμεν να μείνωμεν και τα ξημερώματα να φύγωμεν.

Μείναμε λοιπόν, αλλά το σταλακτό της Σπηλιάς δε μας άφησε να δούμε ησυχίαν. Κρύο φοβερό, παγώσαμε και αναγκαστήκαμεν για να ζεσταθούμεν λίγο να συνεχίσωμεν το δρόμο μας. Περάσαμεν το ρυάκι τροχάδην γιατί ήτο στόχος του εχθρικού πυροβολικού και μετά δεκάλεπτον πορεία φτάσαμεν εις την Άρατζα-Ντισόμπρα όπου πήγαμεν και χωθήκαμεν εις το παλιό Μπρί. Μείναμεν εκεί μέχρι τις 4.30 πρωινή ώρα οπότε αναχωρησαμεν για τον προορισμόμας.

Το Πυροβολικό σ’ αυτή τη διαδρομή μαςάβαλαν σε το δρόμο με τα επισεσημασμένα πυρά του, που όλη την ώρα πέφταμεν κατά γης πότε σε σκοτωμένους απάνω, πότε σε άλογα ψόφια, χάλια, κρύο δυνατό, ανήφορος. Ο Θεός μόνο γνωρίζει πως ανεβήκαμεν καιτην ψυχική οδύνη που υποφέραμεν.Φτάσαμεν στο Πυροβολικό της Μεραρχίας, εδώ ευρήκα μια κουβέρτα η οποία είχε παγώσει που όταν την έπιασα νόμιζα πως ήτο ξύλο. Φτάσαμε εν τέλει ξεψυχισμένοι στον προορισμό μας και χωρίς να καταλάβη ο Διοικητής πως δεντον είχαμενακολουθήσει από την αρχή.

Εδώ εις το ύψωμα 1308 η ζωή μας εξακολουθεί η ίδια. Η τροφή μας η ίδια ξηρά, νερό καθόλου, τώρα ούτε και χιόνι για α λυώνομεν να πείνβωμεν.

Την 1ην-3-41 πήγα στο νερό μακρυά 1.30 δρόμο, πλύθηκα που είχα 30 μέρες να πλυθώ και ήπια και δύο καραβάνες νερό μονομιάς και φεύγοντας ήπια άλλη μία στο δρόμο. Τ’ αεροπλάνα όλητην ώρα μας κυνηγούσαν. Πέρασαν μερικές ημέρες και αι επιχειρήσεις μας εις το Πούντα-Νορντ ήτο αμυντικές. Την 5-3-41 μεταφερθήκαμεν η Δ/σις του Συντ/τος λίγο παραπάνω στο 1308 εις το ύψωμα Κονδύλη,δηλαδή 1500 μέτρα πάρακάτω.

Την 8-3-41 παρετηρήθη μεγάλη κίνησις αυτοκινήτων ειςτην οδόν Βερρατίου υπό του εχθρού (έτσι ανέφερεν και ο Ταγματάρχης Ινιωτάκις Γεώργιος). Αμέσως λοιπόν το Σύνταγμα εξέδωσε Διαταγήν περί του τρόπου που θα διεξαχθούν αι επιχειρήσεις ενδεχομένης αντεπιθέσεως του εχθρού.

Την 9-3—41 την 8ην ώρα ο εχθρός μας επετέθη επί ΠΟΥΝΤΑ – ΝΟΡΝΤ, αμέσως το ΙΙ Τάγμα ετέθη εις είσχυσιν, ως αναφέρει και το Ημερολόγιον του Συν/τος πάρα κάτω. Άλλη επίθεσις έγινεν υπό του εχθρού κατά της Χαράδρας. Εκεί είχε μείνει το μέρος πολύ αφρούρητο (ήτο τομεύς του 43ου Συν/τος) οι Ιταλοί ήρχοντο από το Μαριτσάι, μπήκανε μέσα στο χωριό Αρτζα-Ντισάμπρα και κινδύνευαν να κυκλωθούν οι δικοί μας επί της Πούντα-Νόρντ. Έτυχε και βρέθηκε εκεί ένας Ταγματάρχης το 43ου Σ.Π.μάζεψε λοιπόν μερικούς ημιονηγούς και τους απέκρουσαν. Μάλιστα ένας μου φίλος Σιτιστήςμε άλλον έναν έτυχαν μοιραίως στη Χαράδρα και ευρήκαν ένα Πολυβόλο και έκαψαν 13 και μισή κιβωτίδια, φυσίγγια των 400 έκαστο.

Η αντεπίθεσις ήτο σφοδρά, όλα τα όπλα έβαναν που η ατμόσφαιρα βούιζε. Το εχθρικό Πυροβολικό χάλασε όλα τα σπίτια στο χωριό. Εκεί που ήτο ο Οπλοδιορθωτής χάλασε το σπίτι, αυτός με δύο Στρατιώτες βρέθηκε σε μια γωνιά του σπιτιού και σώθηκαν χωρίς να πάθουν τίποτα. Επίσης 11 στρατιώται τηλεφωνηταί βρέθηκαν σε ένα άλλο σπίτι και χάλασεν και αυτό και έτυχε και αυτοί να ευρίσκοται σε μία γωνία και να γλιτώσουν καιαυτοί. Κείνη τη μέρα σκοτώθηκε ο Φραγκάκις ο Λοχίας και τραυματίσθηκε ο Καραμανόλης. Η εχθρικήαεροπορία μας βομβάρδιζεν συνεχώς όλητην ημέρα. Δίπλα μας στο 1308 ήτο το Ιον Τάγμα του 14ου Σ. Πεζικού υπό την Διοίκησιν του Τάγματάρχου Τριποδάκη Σπυριδώνου. Ως φαίνεται οι Στρατιώται του αυτοί δεν είχαν κάλυψη καλή και επειδή τα εχθρικά αεροπλάνα ως φαίνεται είχαν εντολή να παρεμποδίσουν τυχόν ενίσχυσιν επίτης Πούντα-Νόρντ και είδαν την κίνησιν τούτων, τους βομβάρδισαν ανηλεώς, κύματα – κύματα ΣΤΟΥΚΑΣ περνούσαν και με κάθετο εφόρμησι έριχναν στο στόχο. Τα χώματα μας σκέπαζαν όλους, ανά……ψαν τη γη. Μετ’ ολίγην ώραν και αφού πέρασε αυτή η ταραχή, σηκωθήκαμεν όλοινα δούμεν τ’ αποτελέσματα και γενικώς τα χάλια των στατιωτών. Αι στιγμαί αυταί ήτο φρίκης. Ενός στρατιώτου ονόματι Κατσιφαράκι από τα Χανιά το πόδι ήτο σε ένα δέντρο απάνω, μάλιστα και μια πέτρα περίπου 25 οκάδες ήτο σε ένα δέντρο και θα είναι ακόμα απάνω. Πολλά άλογα δεμένα στα δένδρα από το λαιμό και είχαν αποκοπεί το σώμα τους και έμεινε χωριστά η κεφαλή τους δεμένη στα δένδρα. Ήταν σ’ αυτόν τον βομβαρδισμό 12 νεκροί και 22 τραυματίαι. Ο Διοικητής του Τάγματος Τρικουράκις του έσπασαν δύο πλευρά. Τον είδα εις αξιοθρήνητον φυχικής κατάστασιν, κατατρομαγμένος περπατούσε καιζητούσε το γιατρό.

Όταν λοιπόν έδεναν τους τραυματίες αυτούς επήραν τις κουβέρτγες μας και τους τύλιξαν και μείναμε χωρίς σκεπάσματα.

Από το Ημερολόγιο.

9η ΜΑΡΤΙΟΥ: Την 7ην πρωιήν της 9ης Μαρτίου ήρχισε καταιγιστικό πυρ του εχθρικού πύροβολικού και Ολμώνεπί της κατεχομένης τοποθεσίας του Συντ/τοςκαι εκ των κατευθύνσεων ΤΕΠΕΛΕΝΙΟΥ – ΜΑΡΙΤΣΑΙ και Βερατίου. Ο αριθμός των δρόντων Πυροβιλαρχιών δεν εξεριζώθη, ήσαν όμως παντός διαμετρήματος. Περί την 8ην ώραν ήρξατο κινούμενα προς ΠΟΥΝΤΑ – ΝΟΡΝΤ εχθρικά τμήματα μικράς δυνάμεως μέχρι Λόχου, ενεργήσαντα μικροεπιθέσεις και αποκρουσθείσας. Άμα τη εκδηλώσει της εχθρικής ταύτης ενεργείας το ΙΙ Τάγμα ευρισκόμενον εις τας Δυτικάς Κλιτείς ΤΡΕΠΕΣΙΝΑΣ και βορ. Αυχένος ΚΕΝΤΖΙΚΟΥΡΑΝΙ διετάχθη να αχθή εις ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ ον και ανέτρεψε συλλαβών 3 αιχαλώτους, κυριεύσαν 4 πολυβόλα, 5 ολμίσκους και πλείστα εγκαταλειφθέντα πυρομαχικά. Κατά την ενέργειαν τούτην ο εχθρός εγκατέλειψαν επί του πεδίου της Μάχης περί τους 90 νεκρούς.

Η διάταξις του Συντ/τος ετροποποιήθη προωθηθέντος ενός Λόχου και μίας Διμοιρίας Πολυβόλων του ΙΙου Τάγματος επί ΠΟΥΝΤΑ – ΝΟΡΝΤ προς ενίσχυσιν του Ιου Τάγματος. Υπόλοιπος δύναμις ΙΙου Τάγματος παρέμεινεν βορείας Αυχένος ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ επί χαράδρας 1647.

Καθ’ όλας τας ανωτέρω ενεργείας ζωηροτάτη εξεδηλώθη η δράσις της εχθρικής Αεροπορίας επί Ανατ. και Δυτ. Κλιτύων ΤΡΕΠΑΙΩΝΑΣ, προς παρεμπόδισην προφανώςτης αποστολής ενισχύσεων. Το Συντ/γμα κατά την ημέραν ταύτην έσχε τας κάτωθι απωλείας. Ήτοι:

Αξιωματικοί τραυματίαι 10

Αξιωματικοί Ασθενείς 1

Οπλίται νεκροί 25

Οπλίται τραυματίαι 81

Οπλίται παγόπληκτοι 17

Οι ανωτέρω λοιπόν τραυματισθέντες διεκομίσθησαν εις το Ορεινό Χειρουργείον εις το χωρίον ΜΠΑΛΙ, αλλά και εκεί τα εχθρικά αεροπλάνα ενέργησαν δευτέρα επίθεσι και ελάχιστοι μόνο γλίτωσαν. Μάλιστα δε ο Ταγμ/ρχης Τρικουράκις Σπυρίδων σώθηκε σε μια γωνιά ενός μικρού σπιτιού καίτοι του το χάλασε.

Αι επόμεναι ημέραι κάπως πιο ήρεμα περάσανε. Κάναν ολίγαι αεροπορικαί επιδρομαί. Το Ιον Τάγμα αντικατεστάθη διά του ΙΙου Τάγματος επί ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ. Από φαΐ δόξα τω Θεώ καλά περνούσα, γιατί μου έδιναν οι σιτισταί.

Αι ημέραιη μία κατόπιντης άλλης παρήρχοντο όλο καικαλύτερα. Μικραί αντεπιθέσεις λαμβάνουν χώραν επί της ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ και διαρκώς προξενούνται θύματα, πολλοί οβάδαι έπιτον ………………….. επί των αντισκοίνων των στρατιωτών και τους εσκότωναν. Δύο και τρεις μαζί, συνεπείς τούτων, ετραυματίσθη και ο αδελφός μου την 19-3-41 και με κρυοπαγήματα 3ου βαθμού.

Αι αεροπορικαί επιδρομαί εν τω μεταξύ έχουν ελατωθή, πολύ σπανίως παρουσιάζονται εχθρικά, αλλά και σπανιώτατα φίλια αεροπλάνα.

Την 26-3-41 μάθαμεν για την αποχώρησι της Σερβίας εις τον Άξονα, την 27-3-41 όμως μαθαίνομεν νεωτέρας παρά του Στρατηγού μας πληροφορίας, όστις μας βεβαίωσεν ότι οι Σέρβοι επανεστάτησαν και εσχημάτησαν νέαν Κυβέρνησιν με τον νέον Βασιλέα Πέτρο με την απόφασι να μείνουν ουδέτεροι.

Αι ημέραι μας αύται περνούν με αγωνία με την εξέληξι της καταστάσεως να περιμένωμεν από στιγμή σε στιγμή να μας κηρύξη τον Πόλεμον η Γερμανία. Μεγάλη σιγή παρατηρείται και στασιμότης των επιχειρήσεων εις όλα τα μέτωποα αμφοτέρωθεν των παρατάξεων. Αεροπορικαί επιδρομαί πολύ ελάχισται. Δόξα τω Θεώ κανένα κίνδυνο, μόνον μικραί τοπικαί επιχειρήσεις παρατηρούνται επί της ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ, το Συν/μα μας αντικατεστάθη διά του 43ου Συν/τος Πεζικοί και 14ου τοιτούτο και ευρισκόμεθα τώρα μόνον εις ΜΕΝΤΖΙΚΟΡΑΝΤ. Ανταλλαγή πυρών Πυρ/κού και γενικώς μικραί τοπικαί επιχειρήσεις.

Από το Ημερολόγιο

14η ΜΑΡΤΙΟΥ: Καιρός αίθριος. Απότης 6ης πρωινής καταιγισμός εχθρικού Πυρ/κού και Όλμων επί κορυφής ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ. Αι εκδηλωθείσαι αντεπιθέσεις του εχθρού απεκρούσθησαν διά της Λόγχης και των χειροβομβίδων καθ’ όσον τα αυτόματα όπλα δεν ελειτουργούσαν λόγω της υπερβολικής ψύξεως. Δράσις εχθρικής Αεροπορίας καθ’ όλην την ημέραν ζωηρά. Διάταξις του Συντ/τος ή αυτή.

Σήμερον 5η Απριλίου 1941 ημέρα Κυριακή και ώρα 5η πρωινή, εμάθαμεν με τον ασύρματο ότι ας κήρυξεν  Γερμανία τον Πόλεμον. Επίσης δε και της Σερίας ενήργησε επίθεση από πέντε σημεία.

Επιπροσθέτως μάθαμεν ότι η Αγγλία αποβιβάζει εις ΒΟΛΟΝ και ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 500.000 στρατό με σύγχρονα όπλα και πολλάς χιλιάδας τάνκς κ.λπ. διά το βουλγαρικό μέτωπο προς απόκρουσιν των Γερμανών, επίσης ότι η Σερβία αντιτίθενται και ότι είναι και αντιμέτωπος και των Ιταλών, πιστεύεται δε ότι οι Ιταλοί εντός 8 ημερών θα πέσουν στη θάλασσα. Η Τουρκία εντός της ημέρας μπαίνει και αυτή στον Πόλεμο. Η Ρωσία επίσης ότι πρόκειται να διακόψη τας διπλωματικάς τις σχέσεις με την Γερμανία. Δηλαδή θα γίνει ένας παντζουρλισμός. Αυτά όλα τα μαθαίνομεν από το Ραδιοφωνικό μας Σταθμό που μας κάνει να απελπιζόμεθα.

Την 8-3-41 ο Διοικητής μας Συντ/ρχης ΓΟΥΛΑΣ ΠΑΝ. μας έκοψεν τας ειδήσεις του Ραδίου, τα πράγματα εχειροτέρευσαν και γενικώς ………………… μέραι η κατάστασις μας γίνεται αφόρητος. Μάθαμε και σήμερο ότι οι Γερμανοί μπήκαν στη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, αι ημέραι περνούν με αγωνία με κακό και μάλιστα τώρα μαθαίνομεν ότι φτάνουν στη ΦΛΩΡΙΝΑ, από στιγμή σε στιγμή περιμένομεν πώς θα πιαστούμε αιχμάλωτοι. Καμιά ελπίδα εις σε κανέναν δεν υπάρχει, εκτός αν κλείσομεν ανακωχή.

Τώρα δύο μέρες το χιόνι πίπτει αρκετό. Κρύο φοβερό. Κοιμούμαι στις λάσπες απάνω. Ζωή αυπόφορη. Χθες βράδυ μάλιστα αφού πάγωσαν τα πόδια μου, ξύπνησα ανήσυχος και βλέπω πως είχαν βγη έξω από το αντίσκοινο και ήτο μέσα στο χιόνι σαν ξύλα.

Οι Αξ/κοί μας είναι όλοι σα σφαμένοι, κανένας δεν γελάει, όλη την ώρα σκεφτικοί και μόνο λίγες λέξεις ανταλλάσουνε μεταξύ τους. Τί να γίνεται άραγε τώρα στο άλλο μέτωπο, βλέπουν το μάταιον του αγώνος μας.

Την 13-4-41 (Κυριακή των Βαΐων) κάθισα μονάχος με τον Υπασ/τη μας και έγραψα εμπιστευτηκότατα τη Διαταγή οπισθοχώρησεως, η στεναχώρια όλων μας δεν περιγράφεται. Πού θα μας πάνε δεν ξέρομεν. Θα μείνη Οπισθοφυλακή για να μας προφυλάξει, θα μείνουν τρεις Ομάδες με τους πιο γενναίους Αξ/κούς και Στρατιώτας εις το ΠΟΥΝΤΑ-ΝΟΡΝΤ να φύγητην 2ην ώραν η κυρία δύναμις του Συντ/τος. Αι ομάδες αυταί θα καθίσουν μέχρι την 2.30 ώραν και μετά θα αναχωρήσουν και αυτοί εγκαταλείποντας την τοποθεσίαν.

Να δείτε το πάθημα ενός Στρατιώτου του 5ου Λόχου (Καθηγητής). Ο Στρατιώτης αυτός ήτο σκοπός στο προκεχωριμένο φυλάκιο 10-12 λόγω της θέσεως την οποίαν κατείχε δεν έβλεπε πίσω του τι γινότανε, έφυγαν λοιπόν οι άλλοικαι αυτός χωρίς να το αντιληφθή φύλαγε νομίζοντας πωςδεν είχε περάσει η ώρα ακόμα. Η ώρα όμως πέρασε γρήγορα και έφτασε η 1.30 μ. μεσονύχτ.τότε πια έχασε την υπομονή του να περιμένη αντικατάστασι και να μην έρχεται κανένας και βγήκε στην κορυφογραμμή να δη τι συνέβαινε, τότε φωνάζοντας και ζητώντας την αντικατάστασι έτυχε να τον ακούσει ένας Στρατιώτης από αυτούς που είχαν μείνει για την οπισθοφυλακή και του είπεν πως φεύγωμεν και τον πήραν. Δηλαδή παρά λίγο να έμενε εκεί και θαχανώτανε.

Φύγαμεν, η Δ/νσις του Συν/τος από την ΤΡΕΠΕΣΙΝΑ και γενικώς όλο το Σύνταγμα ώρα 2 μ. μεσοσ.την νύχτα της 13ης προς την 14ην-4-41. Το πρόγραμμά μας ήτο να περάσομεν την ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ, αλλά επειδή καθυστερήσαμε φτάσαμεν μονάχα εις το χωρίον ΠΟΤΙΚΟΡΑΝΙ, πάρα κάτω γιατί μας έπιασεν η μέρα.

Την 14ην-4-41 ώρα 18 φύγομεν από το ………………………………. (Κορίζα) περάσαμεν από τον Ποταμό και είτα βαδίζαμεν επί της Αμαξιτής Οδού.

Στο δρόμο αυτό συμβαδίζαμεν με τα Πυροβόλα τα δικά μας που οπισθοχωρούσαν κι αυτά, πολύ μεγάλα, τα έσερναν άλλα 4 και άλλα 6 άλογα το ένα και κάτι πολύ μεγάλα Πυροβόλαπου τα έσερναν αυτοκίνητα. Αυτά όλα (τα πυροβόλα) σταμάτησαν στην ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ. Προχωρούσαμεν με καλό καιρό και φεγγάρι όλη νύκτα, αλλά κόπος πολύς. Περάσαμεν την ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ, το ΚΟΥΚΕΡΙ και φτάσαμεν το πρωί στας 6 (15-4-41) εις την περιοχήν ΜΟΚΡΙΤΣΑ δηλαδή πορεία 12 ώρες, τα πόδια μου από τον κόπο πρήστηκαν. Το μεσημέρι πήγα και πλύθηκα στον Ποταμό και έπλυνα και τα ρούχα μου που ήτο αιτία αυτό να μείνω περί τις δύο ώρες γυνός ώσπου να στεγνώσουν.

Όλοι νομίζαμεν πως εγκαταλείπαμεν την τοποθεσία αυτή και πηγαίναμεν να πιάσωμεν μέτωπο στους Γερανούς. Όλος ο Στρατός είχε χάσει το ηθικό του και ο καθένας κοίταζε να φύγη για να σωθεί. Φεύγαν λοιπόν, μάλλον εγκατέλειπαν τας τάξεις του Στρατού, πολλοί Στατιώται και πορεύοντο προς το εσωτερικόν. Μόλις λοιπόν έφταναν στη Γέφυρα της ΠΕΤΡΑΝΗΣ αμέσως εκεί τους έπιαναν δικά μας αποσπάσματα και τους αφόπλιζαν. Μάλιστα δε είχα βγει πολλαί απαγορευτικαί διαταγαί ότι έχουν τυφεκίσει πολλούς Στρατιώτες δι’ αυτό το παράπτωμα αλλά ως φαίνεται ήτο ψέματα.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας (15-4-41) φύγαμεν ώρα 13 από την περιοχή ΚΟΚΡΙΤΣΑ. Εκείνη τη μέρα Γερμανικά Αεροπλάνα εβομβάρδισαν και χάλασαν τη Γέφυρα της ΠΕΤΡΑΝΗΣ. Ευτυχώς όμως είχαν άλλη γέφυρα παρά κάτω έτοιμη ,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,το δικό μας μηχανικό και περάσαμεν Από τη αρχή που ξεκινήσαμεν μας κτυπούσε το νερό μέχρι τα ξημερώματα της επομένης που φτάσαμεν και καταυλιστήκαμεν μετά τη Γέφυρα της Πετρώνης. Εδώ ένας Στρατιώτης ονόματιΤσιγονάκις εγκατέλειψε τις σκηνές του Διοικητού και Υπασπιστού για να καλικεύει το άλογό του, πράγμα που τον έκανε να τον ραπίσουν αρκετά.

Το απόγευμα της 16-4-41 το ηλιοβασίλεμα φύγαμεν από το μέρος αυτό που μας κτυπούσε το νερό μέχρι το πρωί.Λάσπες πολλές που μας δυσχέραινε την κίνηση. Φτάσαμεν το πρωί ώρα 6η (17-4-41) εις την περιοχή Τσαρσόβα.

Το απόγευμα της ιδίας ημέρας ώρα 15.30 φύγαμεν από την περοχή αυτή, περπατούσαμεν μεβροχερό καιρό, όπου βαδίζοντας 8χιλιόμετρα φτάσαμεν εις τη Μεσογέφυρα. Εδώ ήτο η έδρα του Β΄Σώματος Στρατού που ανήκε και η Μεραρχία μας. Η Μεσογέφυρα αυτή χωρίζει την Ελλάδα από την Αλβανία.

Βαδίζοντας λοιπόν φτάσαμεν εις το 55 χιλιόμετρο περίτην 3ην μεταμεσονύκτιον ώρα. Εδώ κοιμηθήκαμεν 2 ώρες. Έτυχε να συναντήσω και τον Αγγελιδάκι και τον είδα να καβαλικεύη ένα μουλάρι που το είχε αγοράσει από έναν Στρατιώτη 25 δραχμές.

Το πρωί της 18ης-4-41 Μεγάλη Παρασκευή ξεκινήσαμεν με καλό καιρό. Ήλιος καθαρός που μας ζέσταινεν λίγο και βαδίσαμεν προς Νότον. Περάσαμεν κοντά από το χωρίον ΓΕΡΟΠΛΑΤΑΝΟ εις το 47 χιλιόμετρον και εν τέλει κατακουρασμένοι φτάσαμεν εις το 42 χλιιόμετρο όπου σταματήσαμεν και ξεκουραστήκαμεν.

Εδώ παραπάνω είναι το χωρίον ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ, πήγαν πολλοί Στρατιώται και προσκύνησαν στον Επιτάφειο. Την ημέραν αυτήν αεροπλάνα γερμανικά μας πολυβόλησαν από πολύ χαμηλό ύψος, κινδυνέψαμεν πολύ αλλά ευτυχώς δεν έπαθε κανένας μας τίποτα.

Το βράδυ της ιδίας ημέρας 18-4-41 ώρα 22 φύγαμεν με καλό καιρό, περάσαμεν δύο μικρά χωριά, ……………………….. το χωριόν ΚΑΛΠΑΚΙ (Ελαία). Τη Μονή Βελά, η οποία έχει Οικοτροφείο, ΓεωργικήΣ χολή Ιερατική Σχολή. Εδώ υπάρχουν και πολλά μνημεία φονευθέτων Στρατιωτών. Βαδίσαμεν πέραν της Μονής περί τα 1.500 μέτρα και καταυλιστήκαμεν δύο χιλιόμετρα βορείως του χωρίου Άγιος Αθανάσιος. Σ’αυτό το μέρος βγαίνεινερό πολύ, τουλάχιστον διπλάσιο του χωριού μου, κάτω από ένα μεγάλο βράχο από τη ριζοβουνιά.

Το βράδυ (Μέγα Σάββατο) ήλθεν ο Διοικητής της Μεραρχία ας ΣΥντ/ρχης Παπαδόγκονας και ξας μίλησεν, μας έδεινεν θάρρος πως όλα θα κανονιστούν με την εξελιξη τα καταστάσεγς.

Από φαΐ όλη τη Μεγαλοβδομάδα μας έδιναν τυρί και κονσέρβα και την ημέρα του Πάσχα μας έδωσαν λίγο πολύ, λίγο τυρί, κρέας όχι, ρύζι, σταφίδες λίγες, από ένα κουραμπιέ και από ένα αυγό

Τη μέρα αυτή τσακωθήκαμεν με τον Υπασπιστή διότι λέγει του έχασα μία Διαταγή, πράγμα που δεν συνέβη, την είχα διαβάσει αλλά του την γύρισα και στα χέρια του μέσα εχάθη.

Το Στράτευμα ευρίσκεται εν διαλυσει όλοι φωνάζουν όλη τηνώρα «να φύγωμεν να φύγωμεν».

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας μας έφεραν Διαταγή από τη Μεραρχία και γράφει ότι συνήφθη ανακωχή υπό τους εξής όρους:

1)Να παύσουν αι εχθροπραξίαι από της 18ης ώρας της σήμερον.

2)Ουδείς θα θεωρηθεί αιχμάλωτος.

3)Να μην εισέλθουν Ιταλικά Στρατεύματα εις Ελληνικό έδαφος.

4) Να αποστρατευτούν αι Μονάδες μεταφερόμεναι εις τας έδρας των.

Μάλιστα δε εμάθαμεν από μία άλλη Διαταγή ότι το βράδυ τα ιδίας ημέρας θα μεταβούν Γερμανικές φάλαγγες εις τα Αλβανικά Σύνορα για να μας χωρίσουν από τους Ιταλούς.

Κοντά μας ευρίσκεται το χωρίον ΒΑΣΙΛΙΚΟ το οποίον αδιακόπτως σφυροκοπάται από Γερμανικά Αεροπλάνα.

Την 23ην-4-41 ώρα 4η πρωινή με ξύπνησαν και έγραψα τη Διαταγή κινήσεως και την 7ην ώραν ξεκινήσαμεν. Στην πορεία αυτή ούτε ψωμί ούτε φαΐ μας έδωσαν. Βαδίζαμεν με ζέστη, περάσαμεν ένα μικρό χωριό και κατόπιν  το χωρίον ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ – ΧΙΤΣΑ που απέχει από τα Γιάννενα 25 χιλιόμετρα. Κατόπιν περάσαμεν το χωρίον ΚΑΡΥΤΣΑ, ΚΛΙΜΑΤΑΡΓΙΑ, ΓΡΑΜΜΕΝΟ, ΠΟΛΥΛΟΦΟΣ εις τούτο το χωριό απέναντι είναι το χωρίον ΒΑΓΙ ΕΝΙΤ το οποίον αποτελείται από 10 σπίτια, σ’ αυτό το χωριό καταυλιστήκαμεν που εφτάσαμεν την 18ην ώρα. Στο μέρος αυτό κάθισα και έγραψα τα συνθήματα στη Μηχανή.

Την επομένην ώρα 4η Πρωινή 24-4-41 ξεκινήσαμεν χωρίς πάλι όπως και χθες να φάμεν τίποτα, περάσαμεν ένα μικρό χωριό. Κατόπιν τα χωριά ΚΟΣΜΕΡΑ, ΡΕΠΣΙΣΤΑ, ΠΕΔΙΝΗ, απέναντι το ΛΑΓΑΤΟΡΑκαι κατόπιν το ΜΟΥΛΕΣ όπου και καταυλιστήκαμεν.

Την επομένην 25-4-41 μάς μίλησεν ο Συντ/ρχης Παπαδόγκονας και μας είπεν πως οι Γερμανοίαθέτησαν τους λόγους των (τους όρους)και θεωρούμεθα όλοι αιχμάλωτοι και ότι οι Ιταλοί κατέβηκαν στη ΖΙΣΤΑ.

Στο διάστημα της πορείας μας αυτή λησμόνησα να γράψω ότι συναντήσαμεν Γερμανούς και ένας από αυτούς επήρεν ενός δικού μας Ταγματάρχου τα κιάλια, ένας άλλος πάλι ενός Λοχαγού το πιστόλι και πολλά παρόμοιαπαρετηρήσαμεν, ενώ τελείωςδιαφορετικά μας παρουσίαζαν τους Γερμανούς πρωτύτερα.

Στο μέρος αυτό ο Διοικητής μας Γούλας Παναγιώτης Συνταγματάρχης μαζί με τον Υπασπιστή μας Λοχαγό Δανδουλάκι Ιωάννη έβγαλαν το κοντάρι της Πολεμικής Σημαίας του Συν/τος μας και τον έχωσαν στη γη, τη δε Σημαία έκρυψαν στα πράγματά των και τη διάσωσαν.

Το βράδυ της ιδίας ημέρας επήγαμεν και πουλήσαμεν με το ΜύροΒλατάκι και Χαράλαμπο Κοκκινάκι από τα Σελιά, ένα πουλάρι εκεί παραπάνω στο χωριό, δραχμάς 800 και ένα ρίφι επίσης εγώ επούλησα μία δική μου κουβέρτα και πήρα ένα ρίφι και 80 δραχμές και το πήγα και το φάγαμενμε την παρέα μας. Σ’ αυτό το χωριό παραδώσαμε και τα όπλα.

Την επομένην ώρα 13 τα 26ης-4-41 φύγαμεν από το χωριό αυτό και πήγαμεν στο ΧΑΝΙ -ΕΜΙΝ-ΑΓΑ ίπου σταματήσαμεν μέχρι το βράδυ όπου συνεχίσαμεν την πορεία μας που βάσταξε μέχρι τα ξημερώματα. Ευτυχώς είχαμεν ένα μουλάρι και καθένας μας καβαλίκευεν λίγη ώρα.

Τις μέρες όλες αυτές τις περάσαμεν με πείνα φοβερή και κούραση. Μια γαλιέτα μας έδιναν την ημέρα και τίποτα άλλο. Βαδίζαμεν με μεγάλη στενοχώρια χωρίς να ξέρομεν τι θα μας αποκάμη η τύχη μας. Καταυλιστήκαμεν εις το χωρίον ΚΕΡΑΣΟΒΑ.

Σήμερον (27-4-41) ώρα 9η πρωινή πέρασεν μεγάλη φάλαγξ Ιταλική με πολλά αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες. Οι Αξιωματικοί του Συντ/τος μας τίποτα δεν ήξεραν και μεγάλη έκπληξις τους παρουσιάσθη όταν τους είδαν, όλοι είμεθα απελπισμένοι.

Το μεσημέρι ώρα 13.15΄ (28-4-41) φύγαμενν από το χωριό αυτό (ήτο τα 48 χιλ. εδώ) περάσαμεν από το χωρίον ΑΣΠΡΟΧΑΛΙΚΙ, την ΦΙΛΙΠΠΙΑΔΑ και φτάσαμεν εις το 70 χιλιόμετρο που πηγαίνει ο δρόμος προς την ΠΡΕΒΕΖΑ (περάσαμεν και τη Νέα ΚΕΡΑΣΟΥΝΑ).

Η πείνα μας κατέστη πια αφόρητος,τέσσερις ημέρας επεράσανε και τίποτα απολύτως δεν μας είχαν δώσει. Μας μοίραζαν 125 μικρές γαλιέτες εις 160 άνδρες κατόπιν, ενώ πρωτύτερα τίποτα.

Σήμερο 3-5-41 φεύγωμεν από τον καταυλισμό αυτό (από το 70 χιλ. Νέα Χερασούντα) ώρα 8η πρωινή και δόξα τω Θεώ μόνο σήμερα μας έδωσαν τρόφιμα αρκετά για να μας φτάσουν. Περάσαμεν το χωρίον ΧΑΛΚΙΑΔΕΣ. Έχει δένδρα πολλά και άνθη. Κατόπιν στην ΑΡΤΑ τα περισσότερα της σπίτια έχουν χαλάσει από αεροπορικές επιδρομές, περάσαμεν και τη μεγάλη γέφυρα που έχει βγει και τραγούδι «της Άρτας το Γιοφύρι». Κατόπιν περάσαμεν το χωριό ΛΙΜΗΝ ΟΜΠΟΤΙ, ΣΕΛΑΔΕΣ, η πορεία μας ήτο περί τα 32 χιλιόμετρα και βαδίζοντας με δυνατή βροχή φτάσαμεν τη νύκτα στο13.800 χιλιόμετρο.

Την επομένην ώρα 7η πρωινή (4-3-41) φύγαμεν από τον καταυλισμό αυτό. Περάσαμε μερικά μικρά χωριουλάκια. Στο δρόμο συναντούσαμεν εκατοντάδες γερμανικών αυτοκινήτων, κανόνια, αντιαεροπορικά κ.λπ. και πολλές μοτοσυκλέτες. Περάσαμεν από την ΑΜΦΙΛΟΧΙΑ (Καρβασαρά είναι μεγάλη και ωραία πόλις). Μετά από την Αμφιλοχία βαδίσαμεν 4 χιλίομετρα και φτάσαμεν στη Λίμνη (Αμβρακιάς) όπου και καταυλιστήκαμεν. Η λίμνη αυτή είναι πολύ ωραία, έχει μήκος περί τα15 χιλιόμετρα, έχει πληθώρα νερού και έχει και μέσα σε σπίτια.  Πορεία μας ήτο αυτή πολύ μεγάλη, άνω των 40 χιλιομέτρων που κατακουρασμένοι φτάσαμεν το βράδυ ώρα 20.30.

Την πρωίαν της επομένης, ώρα 8 (5-5-41) φύγαμεν και βαδίζαμεν στο γύρο της Λίμνης. Περάσαμεν κατόπιν τα χωριά ΣΤΑΝΟΥ, ΣΦΙΝΑΡΙ, ΛΟΙΛΙΝΟΥ, ΝΑΤΖΟΥΚΙ και φτάσαμεν στον Αχελώο Ποταμό που είναι πολύ φαρδύς άνω των 300 μέτρων. Έχει μια γέφυρα πολύ μεγάλη, μήκος 235 μέτρα ακριβώς, στηρίζεται μόνο σε δύο ενδιαμέσους πυλώνες, έχει και πεζοδρόμιο δεξιά και αριστερά. Αυτή η πορεία μας ήτο περί τα 35 χιλιόμετρα. Όλες αυτές τις πορείες τις κάναμεν με ζέστη πολύ. Από φαΐ τώρα εν σχέσει με τις άλλες μέρες λίγο καλύτερα, περνούμεν κούραση όμως αφάνταση. Για πρώτη φορά που άκουσα μέσα στα κόκκαλά μου τον πόνο από την κούραση. Μετά τη γέφυρα αυτή 500 μέτρα καταυλιστήκαμεν στο χωριό ΣΠΟΛΑΪΤΑ και στην άλλη μεριά της γέφυρας ήτο το χωρίον ΜΑΤΖΟΥΚΙ.

Φύγαμεν από το χωρίον αυτό την 7ην πρωινήν ώραν (8-5-41). Περάσαμεν τα χωρία ΡΟΥΣΕΪΚΑ, ΖΑΝΑΝΤΡΙ, ΤΡΙΑΤΕΓΚΑ, ΔΙΑΜΑΝΤΕΓΚΑ, ΑΓΡΙΝΙΟΝ η οποία είναι ωραία και μεγάλη πόλις. Έρχεται μέσα Σιδηρόδρομος. Εν συνεχεία περάσαμεν τα χωρία ΖΕΥΓΑΡΑΚΙ, ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ. Τα Φραγκλουλέικα, Κατσουρέικα και κατόπιν ένα μεγάλο και απότομο φαράγγι ονόματι Κλεισούρα, του οποίου στο τέλος είναι ένα Μοναστήρι ονόματι Αγία Ελεούσα. Κατόπιν περάσαμεν το χωρίον Χρυσοβεργικού, που κείται παραπλεύρως ενός κόλπου (Λιμνοθάλασσα) και συνεχίζοντας το δρόμο μας φτάσαμεν εις το χωρίον Κεφαλόβρυση. Η πορεία μας αυτή ήτο περί τα 28 χιλιόμετρα. Εγώ ευτυχώς τον περισσότερο δρόμο καβαλίκευα και δεν κουράστηκα τόσο.

Την επομένην 9-5-41 ώρα 8.30 φύγαμεν από το χωρίο αυτό και περάσαμεν το Αιτωλικόν κατόπιν το Μεσολόγγι, είναι ωραία και μεγάλη πόλις. Έξωθι τούτου είναι και αεροδρόμιον.Κατόπιν το Ευηνοχώριον, Βελητώριον και κατόπιντον Ποταμό Εύβηνο. Είναι ποταμός πολύ μεγάλος, έχει πλάτος περίπου 200 μέτρα. Λίγο παραπάνω τούτου καταυλιστήκαμεν. Η πορεία μας αυτή ήτο ακριβώς 32 χιλιόμετρα.

Την νύκτα της 9ηςπρος την 10ην-5-41 μας έκλειψαντο Ταμείον του Συν/τος. Ευτυχώς όμως δεν είχε χρήματα και το είχαν αφήσει παραπάνω. Εδώ συνέλαβαν έναν τέως Στρατιώτη άλλης Μονάδαςκαι εν συννεονήσει ασφαλώς με τος δικούς μας έκλεβαν ένα μουλάρι, τον πήγαν στο Διοικητή, όπου και αυτός καιο Υπασπιστής τον έδειραν και έβαλαν και άλλους δύο στρατιώτες και τον έδειραν και αυτοί που τον έκαναν μαύρο στο ξύλο.

Την 13ην-5-41 ώρα 16η φύγαμεν από τον καταυλισμό αυτό και περάσαμεν τα χωρία Γαβρολίμνη, Ρίζα, Μαμάκα και κατόπιν την ………………….

Στη Ναύπακτο μέσα είναι μία γέφυρα όπου φύλαγαν οι ΙταλοίΣτρατιώται και δεν μας άφησαν να περάσομεν και αναγκαστικώς καταυλιστήκαμεν εκεί κοντά και άμα ξημέρωσεν μπήκαμεν μέσα στην πόλιν. Είναι πολύ ωραία, έχει σπίτια πολυτελή, υπήρχον μέσα πολλοί Ιταλοί Στρατιώται, αμέσως μας έβαναν μέσα σε ένα μεγάλο Βενζινόπλοιονν και μετά 40 λεπτά της ώρας μας περνούσε στο χωρίον Ψαθόπυργος.

Εδώ καταυλιστήκαμεν κα το βράδυ ο Διοικητής μας επειδή δεν είχε εμπιστοσύνη στους Στρατιώτες γιατί έκλεβαν τα μουλάρια,διέταξε ρ έβλεπαν οι Αξ/κοί σκοποί όλη τη νύκτα, μάλιστα αυτός έβλεπε ο ίδιος 8-10 το βράδυ.

Από εδώ σιγά – σιγά επιβιβαζόμαστε λίγοι – λίγοι στο τραίνο και φεύγομεν για το Ναύπλιο. Ένα – ένα Τάγμα εμένει σε κάθε φορά που έρχεται Αμαξοστοιχία.

Την 15ην-5-41 ώρα 12 φύγαμεν με το τραίνο από τον Ψαθόπυργο και περάσαμεν τα χωρία Αίγιον, Ελιε, Τρύπια, Διακοπτόν, Δερβένι, Αυγιά, Στόμιον, Ξυλόκαστρο, Συκιά, Δυμήνιον(Κιάτον – Συκιών Καβελόνι, Περιγιάλι και φτάσαμεν εις τηνΚόρινθο όπου ως συνήθως το τραίνο κάνει μεγάλη στάση. Σταματήσαμεν αρκετή ώρα, κατεβήκαμεν από τα βαγόνιακαι παρατηρήσαμεν τη πόλι. Κατόπιν μπήκαμεν σε άλλα βαγόνια και πορευόμεθα όλητη νύκτα. Περάσαμεν ένα μεγάλο αεροδρόμιο, πλησίον του Άργους και μπήκαμεν μέσα σαυτό (το Άργος) και κατόπιν περάσαμεν το χωρίον Δαλαμάνδρα, Μπολάτι, Τιρύνς και ταξημερώματα της 16ης-5-41 φτάσαμεν εις Ναύπλιο, όπου και μας πήγαν ειςτις στρατώνες του 6ουΣυντ/τος Πυροβολικού εις το Πολύγονον (ΙΥης Μεραρχίας).

Επ’ αρκετόν καθίσαμεν σαυτό το μέρος. Η ζωή μας γενικώς είναι πείνα και στενοχώρια. Προσπαθήσαμεν καιξεψυριάσαμεν δίδοντας τα ρούχα μας σε μια γυναίκα και τα έβραζαν.

Οι στρατιώτες είναι όλο αλητεία, τα μουλάρια πωλούσαν άλλοι και άλλοι πήγαιναν πάρα πάνω και τα έπαιρναν και τα ξαναπουλούσαν παρά κάτω και τα έπαιρναν και τα ξαναπουλούσαν.Ήτο πουλάρι που πουλήθηκε οκτώ φορές, πράγμα απίστευτο και όμως έγινεν. Ένα πρωί περίτην 9ην ώραν έρχεται ένας Ανθ/γός καιειδοποιά τον Συν/ρχην ότι στρατιώται Ανωγειανοί μπήκαν μέσα στην αποθήκη τουΕφοδιασμού και παίρνουν ότι βρουν. Έτρεξε λοιπόν ο Διοικητής, ο Υπασπιστής και άλλοι Αξιωματικοί όσοι εκείνη τη στιγμή ευρέθησαν εκεί. Μπήκαν λοιπόν στον Εφοδιασμό και βλέπουν τους Ανωγειανούς να κρατούν στα χέρια τους άλλοι και άλλοι στους ώμους των σακιά ζάχαρη, γαλέτα και ότι είχε ο εφοδιασμός. Πόσοι ακριβώς ήτο δενκαταμετρήθηκαν. Ερώτησα κατόπιν εγώ ένα φίλο μου Μαυροκώστα, Αρχηγό της σπείρας και μου είπε ότι ήτο περί τους 70. Καθώς λοιπόν κρατούσαν οι στρατιώται τα σακιά και έβγαιναναπό την πόρτα, έφτασε και ο Διοικητής Συνταγματάρχης Γούλας με τους άλλους Αξιωματικούς. Προσπάθησαν να τους σταματήσουν και όμως αδύνατον, ο Διοικητής όμως δεν σταμάτησε και συνεχώς έσπρωχνε τέσσερις που κρατούσαν ένα σακί για να τους γυρίση πίσω και να κλείση την πόρτα να τους πιάση. Λίγο τους έσπρωξε, αυτοί όμως ήταν πολλοί και τον έσπρωξαν και έτσι οπισθοχωρώντας ο Διοικητής, μπέρδεψε εις ένα βαρέλι που είχε λάδι και έπεσε κατά γης, αλλά και οι στρατιώται το σακί δεν άφηκαν μονό το πήραν και έφυγαν.

Μείναμεν μερικές μέρες στις Στρατώνες αυτούς, κατόπιν ήλθαν οι Ιταλοί, έκαμαν επίταξη και τις Αποθήκες του Εφοδιασμού, του Υγειονομικού Υλικού που άκουσα ένα γιατρό που έλεγε ότι μόνο τα Χειρουργικά Εργαλεία που είχε αυτή η Αποθήκη υπερέβαιναν τα10 εκατομμύρια αξίας των τότε καλών χρημάτων και τα φάρμακα επίσης μεγάλης αξίας και τα κορόιδα οι δικοί μας έβαναν τους στρατιώτες και τα έβλεπαν και ήλθαν οι Ιταλοί οι έξυπνοι και τα πήραν. Αμέσως μας διέταξαν οι Ιταλοί αφ’ ενός να διαλυθούν οι Στρατιώται και αφετέρου να φύγομεν από τους στρατώνες. Έγινε λοιπόν κατανομή σε διάφορα χωριά ανάλογα αριθμό στρατιωτών για να αποσπασθούν σε διάφορα έργα εις τον γεωργικό κόσμο.

Έφυγαν οι στρατιώται και μείναμεν μονάχα 30 αρέννοι εις τη Διοίκησι, όπου και μεταφερθήκαμεν εις το Κέντρον του Ναυπλίου εις Κτίριον του Μουσείου. Εδώ αναλόγως πέρασα πιο ήσυχα, δουλειά λίγη, φαΐ κάπως καλύτερο και γενικώς το κεφάλι μου αλάφρωσε λίγο από τις καθημερινές στενοχώριες. Πήγα ένα απόγευμα ειςτο Παλαμίδι, όπου είναι στην κορυφή ενός υψηλού λόφου όπου έχει τα 900 σκαλοπάτια. Εκεί είναι και οι Φυλακές του Κολοκοτρώνη, είναι ωραίο μέρος.

Τις μέρες αυτές κατόρθωσα και επεκοινώνησα με τον αδελφό μου στην Αθήνα, όπου και τονκάλεσα και ήλθε ειςτο Ναύπλιον προς εξεύρεσιν μέσον προς επάνοδον εις την Πατρίδα μας. Μείναμεν λίγες μέρες και επί τέλους μετά μεγάλου κόπου βρήκαμεν ένα την 24ην Ιουνίου (1941) όπου μεταβίκαμεν ειςτο χωρίον Χαϊδάρικαιτην 8.30 βραδινήν ώρα αναχωρήσαμεν από ένα μικρό Λιμανάκι με ένα καϊκι και επλήρωσεν ο καθένας μας 1000 δραχμάς. Βαδίσαμεν καιτην 1.30 μετά μεσονύκτιον ώραν φτάσαμεν εις τα Ίρια όπου επήρεν ο Καπετάνιος την άδεια διά να μεταβή εις την Κρήτην. Πηγαίναμεν με καλό καιρό καιτην επομένην ώρα 12.30 φτάσαμεν ειςτα Κύθηρα. Μείναμεν σαυτό το Λιμάνι μέχρι το βράδυ και κατόπιν φύγαμεν πάλι με καλό καιρό και την επομένην ώρα 12 το μεσημέρι φτάσαμεν εις το Καστέλι της Κισσάμου.

Μόλις φτάσαμεν ήρθε ένας Γερμανός και με λίγα ελληνικά που ήξερε, μας είπεν ότι να μην βγει κανείς από το καΐκι παρά μόνο ο Καπετάνιος. Όστις μετά ολίγην ώραν που επέστρεψε μας είπεν ότι ……………………………………………………………………….

Αφήστε μια απάντηση