Α Ν Α Φ Τ Υ Ξ Ι Α Κ Ο!

του ΚΩΣΤΑ ΑΠΑΝΩΜΕΡΙΤΑΚΙ
Από το παραθύρι τ’ ανοιχτό τώρα κοιτάζω μόνο – θες και πες –
απ’ τον οξώστη και το λιακωτό, πάνω από τω μεγάρω τις σκεπές,
απ’ τη βεράντα κι από το μπαλκόνι, να ξεμυτούνε ακόμη, δύο με τρία,
το Ρέθεμνος κοιτώ να μεγαλώνει. απ’ της παληάς πολίχνης τα μνημεία!
Όπου κι α στρέψω τη ματιά μου πια, Δυο μιναρέδες, πέτρινοι φαλλοί,
Θωρώ καλούπια, τούβλα και γιαπιά, κι’ ένας κουμπές, μαστός χωρίς θηλή,
και, κάθε τόσο, σ’ άλλη συνοικία, και της Φορτέτζας οι κοφτές ταντέλλες,
φυτρώνει κι άλλη πολυκατοικία. ξεδοντιασμένου λιονταριού μασέλλες…
Ψηλώνει, ρίχνει μπόι και σκαρί, Σύμβολα ξένης δύναμης κι ορμής;
φουσκώνει, κάνει κρέσια και λειρί, ή δείγματα δικής μας παρακμής;
και καταχώνει, πίσω απ’ τα ντουβάρια, Ή, μια κλερονομιά τω συνανθρώπω;
της ξένης κατοχής τ’ απομεινάρια. που στέκει όξω από χρόνο κι από τόπο!
Κρύβει τα κιόσκια, τα καφασωτά, Κι εγώ δεν ξέρω τι ν’ αποκριθώ,
και τις καμάρες και τα θολωτά, κι αν πρέπει να χαρώ ή να λυπηθώ,
τις γρόττες, τα τσαρσά, τα στενορύμια, το ζήτημά ναι, α χάνει γη αν κερδίζει,
και τα πλακάδα και τα καλντερίμια. εκείνος που χαλά και ξαναχτίζει!
Απ’ την Αρβανιτιά στη Μεσκινιά, Εμάς τους άλλους, ποιος μας ερωτά;
σηκώνει ορόφους κάθε γειτονιά, Την πρόοδο κανείς δε σταματά!
και κάθε μέρα, χάνει η πολιτεία, Ο ποταμός οπίσω δε γυρίζει,
τη μεσαιωνική της γοητεία! κι όσο τον απαντήχνεις, ξεχειλίζει.
Κι από του Μασταμπά τον οβγορό, Μια κι η Ελλάδα γίνηκεν Ευρώπη (!)
που χόρταινε το μάτι να θωρώ! το Ρέθεμνος, χωριό δε θα ‘ναι πια.
βενετικά καστέλλια και μουράγια, Μον’ όσο θα πληθιαίνουν οι -γι-ανθρώποι
και τούρκικα κονάκια και σεράγια, τόσο θα λιγοστεύει η -γι-αθρωπιά…

Αφήστε μια απάντηση