Γλυκό ήτανε το αττικό πρωινό της περασμένης Κυριακής που περίμενες μήνες τώρα για να λυτρωθής από τα εγκόσμια.
Έτσι γλυκό σαν και σένα, που με τόση καλωσύνη αντίκρυσες τους δικούς και φίλους που σε συντρόφευαν στον αγώνα σου για να κρατηθής στη ζωή. Μόνο όσοι βρίσκονταν κοντά σου τον τελευταίο καιρό και παρακολουθήσανε τη μάχη που έδιδες κάθε στιγμή με το θάνατο ξέρουνε το πείσμα σου για να ζήσης. Ήθελες πολύ να ζήσης, να χαρής τις συντροφιές σου, τη φύση, τον κόσμο ολόκληρο, τη Ζωή.
Κτυπημένη από τη Μοίρα, βρήκες σκοπό στη ζωή σου να μοιράζης την αγάπη και τη χαρά σ’ όλους που γυρεύουν τη βοήθειά σου. Γι’ αυτό και όλο τούτο τον καιρό του μαρτυρίου σου δεν άδειαζε ο θάλαμος του Νοσηλευτικού από τόσους και τόσους που ερχόντανε να σε ανακουφίσουν, να βρούνε ένα ψέμμα καλοφτιαγμένο να σου πούνε, να σου κρατήσουν συντροφιά, και να σε κάνουν να ξεστρατίζη ο νους σου από κακοτοπιές.
Και συ παίρνοντας αμέσως κουράγιο, έβλεπες το καλοκαίρι νάρχεται, όλο φως και ήλιο, να φωτίζη τις ασύγκριτες πλαγιές και ρεματιές του αγαπημένου σου Αμαριού, και τον εαυτό σου καλά ως τότε, να τρυγά με το μάτι και με όλες τις αισθήσεις το τοπίο που τόσο λαχταρούσες. Σίγουρα μ’ αυτή την εικόνα μπροστά σου, έκλεισες τα καλωσυνάτα σου μάτια εκείνο το πρωινό και πέρασες τον κάμπο με το ασφοδύλλι. Δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια αντοχής. Άνισος ο αγώνας. Μάταιη και η αυτοθυσία της αγαπημένης σου αδελφής, που γεύτηκε μαζί σου όλο το πικρό ποτήρι.
Άραγε νάναι το χώμα της Αττικής ανάλαφρο σαν του Αμαριού για να βρης λίγη ανάπαψη, αγαπημένη μου Αριστέα; Μακάρι.
Ε. Β.
26 Φεβρουαρίου 1972