ΑΝΤΡΕΑΣ ΡΟΔΙΝΟΣ

του Νικ. Μαμαγκάκη Μουσικοσυνθέτη


Η λύρα είναι ένα όργανο ιδιόρρυθμο. Είναι το μόνο όργανο στον Κόσμο που
παίζεται με τα νύχια. Στα άλλα έγχορδα (όπως στο βιολί, τσέλο κ.λπ.) πατάς τη χορδή με
την ψίχα, κι αυτή αντιδρά ηχητικά. Η λύρα όμως είναι ένα όργανο που παράγει τον ήχο της
όταν ακουμπήσεις το νύχι σου στη χορδή. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο ήχος έχει ένα ιδιόρρυθμο
άκουσμα. Ακούγονται δηλαδή οι αρμονικές του ήχου. Γι’ αυτό το θεωρώ σαν το
δυνατότερο έγχορδο, που μπορεί να παίξει ανάμεσα σε εκατό όργανα και ν’ ακουστεί.
Αυτό κάνει ακόμα τη λύρα να είναι ίσως το πιο δύσκολο έγχορδο όργανο που υπάρχει.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, σ’ ένα τέτοιο όργανο, είναι πάρα πολύ εύκολα τα ολισθήματα.
Η επιφάνεια που αγγίζει τη χορδή είναι ελάχιστή. Χρειάζεται επομένως απόλυτη ακουστική
για να αποδοθεί ο σωστός ήχος σε κάθε θέση. Πρέπει να διαθέτει ο οργανοπαίχτης μια
φοβερή ακουστική, και μάλιστα, μια εσωτερική ακουστική ικανότητα.

Ένας τέτοιος λυράρης με έμφυτες όλες αυτές τις ικανότητες, είναι ο Αντρέας Ροδινός. Ο μεγαλύτερος
λυράρης που γεννήθηκε ποτέ στη χώρα. Τυλιγμένος στην ομίχλη του θρύλου, απομένει στη
μνήμη μας σαν ένας πραγματικά λαϊκός ήρωας.
Ο Αντρέας Ροδινός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης, και φαίνεται ότι έμαθε να
παίζει λύρα μόνος του. Θρυλούνται πολλά πράγματα για τη μαθητεία του στη λύρα. Ο
λαός, μέχρι σήμερα, λέει ότι τη λύρα δεν την έμαθε μόνος του, αλλά με τη βοήθεια
δαιμονικής συνεργείας. Λένε δηλαδή ότι καθόταν τα μεσάνυχτα με το φεγγάρι, κι έπαιζε
στα σταυροδρόμια, όπου κατέβαιναν οι δαίμονες και τον μάθαιναν την τέχνη της λύρας.
Ένας άλλος λαϊκός θρύλος μας λέει ότι ο Ροδινός πέθανε επειδή δεν τραγουδούσε
ποτέ. Έτσι, δεν μπορούσε να ξεσπάσει, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει το ίδιο του το
πάθος!
Θυμάμαι – παιδί – που μ’ έπαιρνε ο Αντρέας απ’ το σπίτι της μάνας μου (ήτανε
πρώτος μου ξάδελφος – ο πατέρας μου και η μάνα του, αδέλφια), με πήγαινε σε κάτι
μαγαζιά και γέμιζε την ποδιά μου ζαχαρωτά. Στον πλάτανο του Ρεθύμνου, εκεί στις ενετικές
βρύσες, στηνόταν κάθε Σάββατο και κάθε γιορτή μια εξέδρα, όπου μαζευόταν πολύς
κόσμος και άκουγε τη λύρα του Αντρέα.
Όπου πήγαινε κι έπαιζε δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα. Το μερίδιό του το άφηνε στα
πανηγύρια, ή το μοίραζε. Μόνο οι υπόλοιποι της κομπανίας έπαιρναν τα λεφτά τους
κανονικά. Αυτό τον έκανε να είναι πολύ αγαπητός. Πραγματικά, ο Αντρέας Ροδινός ήταν
ένας μεγάλος λαϊκός βάρδος, που δώριζε στον κόσμο μουσική μ’ όλο του το μεράκι. Δυο
από τα αδέλφια του έπαιζαν μουσικά όργανα. Ο Μανόλης μπουζούκι και ο Δημήτρης
μαντολίνο.
Υπήρχε μια σφραγίδα. Φαίνεται ότι στο σόι μας υπήρξαν πολλοί μουσικοί
παλαιότερα. Και αναφέρω ενδεικτικά τον πατέρα μου που, όπως λένε οι συγκαιριανοί του,
ήταν ένας εκπληκτικός τραγουδιστής και οργανοπαίχτης του «μπουργαρί». Το μπουργαρί
είναι ένα είδος μπουζουκιού – ο προπομπός ας το πούμε, του μπουζουκιού. Τον θυμάμαι

μια φορά που του ζήτησα να παίξει και αρνήθηκε, γιατί, από πολλά χρόνια, είχε κόψει το
μεσαίο του δάκτυλο και ήταν πια παραμορφωμένο.
Συλλογίζομαι λοιπόν ότι ο Αντρέας πρέπει να είχε πολύ επηρεαστεί απ’ τον πατέρα
μου, ο οποίος εργαζόταν μαζί με τον δικό του πατέρα. Ήμασταν όλοι πολύ στενά δεμένοι.
Συχνά, ζητάω απ’ τ’ αδέλφια του, να μου μιλούν για τον Αντρέα. Οι αφηγήσεις τους είναι
θαμπές, απ’ τις προσχώσεις των καιρών σαν το θρύλο που τον τύλιξε. Ένα όμως είναι
σίγουρο. Ότι ο Αντρέας ήταν μεγάλος καλλιτέχνης.
Ακούγοντας τα κομμάτια από τους δύο πρόχειρους δίσκους του καιρού του,
συμπεραίνουμε πως πρέπει να ήταν ένας συγκλονιστικός μουσικός. Οι τέσσερις αυτές
συνθέσεις που έχουν ηχογραφηθεί στους δύο δίσκους μικρής διάρκειας, ανήκουν στις
απλές μορφές των δημοτικών συνθέσεων – αν μπορεί να τις χαρακτηρίσει κανείς έτσι.
Φαίνεται όμως πως δεν είναι παλιοί σκοποί παρμένοι και διασκευασμένοι απ’ αυτόν, αλλά
δικές του επινοήσεις. Οι τρεις είναι γραμμένες στον ελάσσονα τρόπο και χαρακτηρίζονται
από μια αδρή δραματικότητα, θλίψη και λεβέντικη απαισιοδοξία. Η άλλη σύνθεση είναι
γραμμένη σε μείζονα τρόπο και είναι λίγο χαρούμενη – ένας πηδηχτός χορός. Είναι βέβαια
και οι τέσσερις σκοποί χορευτικοί, που όμως μπορούν να τραγουδιούνται κιόλας. Έχουν
μια λυρικότητα και μια ερωτική ατμόσφαιρα. Εμπεριέχουν δηλαδή μια πολλαπλότητα
στοιχείων όλες αυτές οι συνθέσεις. Έχουν μια αυτονομία και μια αυθυπαρξία και ηχούν
σαν πρωταρχικοί σκοποί, σαν πρωτογενείς συνθέσεις. Φαίνεται καθαρά εκεί μέσα το χέρι
ενός γεννημένου δημιουργού. Οι εκτελέσεις αυτές έχουν γίνει μ’ ένα λαούτο και με τη
λύρα. Το λαούτο έχει συνοδευτικό χαρακτήρα και παίζει ο Γιάννης Μπαξεβάνης, που ήταν
και ο τραγουδιστής του συγκροτήματος. Οι δυο αυτοί δίσκοι, ακόμα και σήμερα,
αναπαράγονται και πουλιούνται μεταξύ των ομογενών της Αμερικής. Στην Ελλάδα
φροντίζουμε τώρα να κάνουμε μια επανέκδοση από πάρα πολύ καλά διατηρημένους
δίσκους.
Κάτι πολύ σημαντικό και αξιοπερίεργο για λαϊκό βάρδο, είναι ότι ο Αντρέας Ροδινός
δεν τραγουδούσε ποτέ, ή τραγουδούσε φαίνεται πολύ σπάνια. Ήταν ένας κατ’ εξοχήν
σολίστ. Έπαιζε μόνο λύρα και τίποτ’ άλλο. Όταν ακούει κανείς σήμερα τους σκοπούς του
αυτούς, συλλογίζεται ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να τραγουδάει. Γιατί η λύρα του είναι
τόσο συγκλονιστική, τόσο αυτοτελής και αυτόνομη που δεν χωράει τίποτα παραπάνω. Τα
έδινε όλα με το παίξιμο. Το παίξιμό του έχει μια βαθιά χαραγμένη μελωδική γραμμή κι ένα
πάρα πολύ πλούσιο ήχο που σε κάνει καμιά φορά να νομίζεις ότι θα ‘ναι πολλά έγχορδα
μαζί. Κι όλα αυτά, χωρίς να υπάρχει το παραμικρό τονικό ολίσθημα, που παρατηρείται
ακόμη και σε μεγάλους βιρτουόζους του βιολιού ή του τσέλου. Μπορεί κανείς να τον
ονομάσει ανεπιφύλακτα έναν μεγαλοφυή, ασπούδαχτο, αυτοδίδαχτο σολίστ.
Ακόμη κάτι αξιοπρόσεκτο είναι ότι όλοι οι λυράρηδες όταν μιλούν για τον Αντρέα
Ροδινό δεν λένε κανένα «αλλά». Τον δέχονται πέρα για πέρα, χωρίς το παραμικρό σχόλιο.
Μια σκέψη με κάνει συχνά να θλίβομαι: Αν αυτός ο άνθρωπος δεν πέθαινε, ποια θα
ήταν σήμερα η θέση του στην ελληνική μουσική; Σκέφτομαι ότι ένας άνθρωπος μιας
τέτοιας ζωτικότητας δεν θα μπορούσε να νοθευτεί, αν ζούσε σήμερα, γιατί ήταν ένας
πραγματικός δημιουργός. Και επειδή ήταν ανήσυχος άνθρωπος και μορφωμένος – είχε

τελειώσει το Γυμνάσιο, που εκείνη την εποχή δεν ήταν παίξε γέλασε – νομίζω ότι θα
εμπλουτιζόταν και θα ανανεωνόταν συνεχώς.
Φαίνεται πως ο Αντρέας Ροδινός είχε σαν πρότυπό του τον Χαρίλαο. Ο Χαρίλαος
ήταν ένας λυράρης που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Τότε, μόλις οι Έλληνες
μετανάστες έφτασαν στην Αμερική και πιαστήκανε κατά κάποιο τρόπο, το πρώτο πράγμα
που αναζήτησαν ήταν η ψυχαγωγία. Έτσι πήραν τους καλύτερους τεχνίτες απ’ την πατρίδα
και τους πήγαν στην Αμερική. Αυτό έγινε και στην ελληνική λαϊκή μουσική, όπου το 1901 η
Παπαγκίκα κάνει δίσκους στο Σικάγο με την κομπανία της. Έτσι λοιπόν κι ο Χαρίλαος
ξενιτεύτηκε και καθώς φαίνεται, ήταν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λυράρηδες.
Πηγαινοερχότανε όμως απ’ την Αμερική στην Ελλάδα, και μια χρονιά που κατέβηκε στην
Κρήτη έγινε ο περίφημος διαγωνισμός των λυράρηδων στην προκυμαία του Ρεθύμνου. Εκεί
ο Χαρίλαος έπαιξε σε μια εξέδρα, όπως μου διηγούνται άνθρωποι που ήταν παρόντες, και
οι συγγενείς μου. Τότε του σύστησαν τον Αντρέα. Ο Χαρίλαος του είπε «έχω ακούσει πολλά
για σένα και λένε ότι θα με αντικαταστήσεις. Τώρα όμως που θα παίξεις θα δω αν είναι
αλήθεια ή όχι». Στον διαγωνισμό ο Αντρέας Ροδινός ήρθε πρώτος. Κριτής το κοινό. Και ο
Χαρίλαος σηκώθηκε πάνω, λέγοντάς του: «Πραγματικά είσαι αυτός που θα με διαδεχτεί,
γιατί είσαι καλύτερός μου». Αυτά λένε οι μαρτυρίες.
Για το θάνατό του λέγονται επίσης πολλά. Ένας τσιφλικάς που παντρευόταν σ’ ένα
κεφαλοχώρι, ήθελε οπωσδήποτε τον Ροδινό στο γάμο του. Παρ’ όλο που ο Αντρέας ήταν
βαριά άρρωστος από φυματίωση και με 41 πυρετό, πήγε εκεί κι έπαιξε ασταμάτητα για 24
ώρες! Το ίδιο έγινε όταν τον είχε προσκαλέσει η «Παγκρήτιος Ένωσις» σ’ ένα χορό στην
Αθήνα. Λέγεται μάλιστα ότι εκεί ένιωσε τις πρώτες ενοχλήσεις στο στήθος. Δεν αποκλείεται
αυτά τα περιστατικά να συντόμευσαν τον θάνατό του, γιατί τέτοιου είδους άνθρωποι
έχουν πάντα μια αυταπάρνηση και μια περιφρόνηση για το υλικό μέρος του εαυτού τους.
Ακόμα θυμάμαι τη μάνα μου – μετά τον θάνατο του Αντρέα – που καθόταν μαζί με
τον πατέρα του και συνταιριάζανε το επιτύμβιό του που θα γραφόταν πάνω στον τάφο του.
Ήταν θυμάμαι έμμετρο, και μέχρι τώρα έχω έντονη αυτή την αίσθηση της γέννησης ενός
λαϊκού εγκώμιου για τον σπουδαίο αυτόν άνθρωπο. Από την αδελφή του μαθαίνω πως
όταν πέθαινε ο Αντρέας, φώναξε τον πατέρα του κοντά και του είπε: «Πατέρα, απόχτησα
την εύνοια του κόσμου». Και πραγματικά ήταν μια μεγάλη εύνοια αυτή που είχε
αποχτήσει. Στην κηδεία του ήρθανε πιο πολλοί άνθρωποι απ’ όσους ήρθαν στην κηδεία του
Βενιζέλου, που έγινε περίπου τα ίδια χρόνια.
Σκέφτομαι καμιά φορά, πως αυτός ο συγκλονιστικός άνθρωπος, που πέθανε
εικοσιδυό χρόνων, μπορεί και μνημονεύεται ακόμα σ’ όλη την Κρήτη κι απ’ όλους τους
Κρήτες, μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα. Ο Αντρέας Ροδινός αποτελεί κατά τη γνώμη μου, ένα
από τα μεγαλύτερα φαινόμενα στη λαϊκή τέχνη.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ

Αφήστε μια απάντηση